Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

"Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ". του Γ. Βερίτη. 

Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
κι ειν’ η λαχτάρα μου μεγάλη!
Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
γιατί θα κοινωνήσω πάλι.

Μαζί κι οι δυό μας θα γιορτάσουμε,
ω, πόσο τόχες πεθυμήσει.
«Επιθυμία επεθύμησα»,
μας είπες πριν το δείπνο αρχίσει.

Επιθυμία επεθύμησα!
-πως μας φλογίζ’ η επιθυμιά σου!
πως λαχταρήσαμε να γείρωμε
απόψε πάνω στην καρδιά σου!

Δέξου μας σαν τον άγιο Γιάννη σου,
πάνω στο στήθος σου σκυμμένους.
Δε θα σου πούμε ποιά άγρια κύματα
μας φέραν δω μισοπνιγμένους.

Τα ξέρεις όλα! Κι αν πονούσαμε,
πιότερο συ για μας πονούσες
και, σιωπηλός, - τα χρόνια ως διάβαιναν,-
στο δείπνο σου μας καρτερούσες.

Μαζί σου τώρα θα γιορτάσουμε,
και το τραπέζι ‘ναι στρωμένο.
Μα πως σε βλέπω, ω τρισελεύτερε,
τη δουλική ποδιά ζωσμένο;

-«Σταθήτε, φίλοι! Ο νους σας άγρυπνος
κι ολάνοιχτ’ η ψυχή σαν κρίνο,
για να δεχτή, δροσιά απριλιάτικη,
την ύστερη εντολή που αφήνω.

Εγώ ‘μαι ο Κύριος κι ο Διδάσκαλος.
Μαζί μου ως τ’ άστρα θ’ ανεβήτε,
μ’ αφού στα πόδια τ’ άλλου σκύψετε
και δουλική ποδιά ζωσθήτε.

Εγώ ‘μαι ο Κύριος κι ο Διδάσκαλος,
μα ταπεινώθηκα ως τα Βάθη.
Όποιος το Θρόνο μου λαχτάρησε,
το δρόμο τούτο πρώτα ας μάθη!

Μα ελάτε τώρα να γιορτάσουμε.
Χρείαν ουκ έχει ο λελουμένος.
Μαζί σας, η χαρά μου απέραντη,
κι ας είμαι κιόλα προδομένος»

Κύριε, τα λόγια σου αντηχήσανε
ως τα κατάβαθα του νου μας.
Εσύ διαβάζεις την αγάπη μας
μεσ’ στην καρδιά του καθενού μας.

Εσύ διαβάζεις την αγάπη μας,
και, πιο καλά από μας, το ξέρεις
Πόσο οι ψυχές μας νοσταλγήσανε
σ’ αυτό τ’ ανώγειο να μας φέρης.

Μαζί το Πάσχα θα γιορτάσουμε
και τον καινούργιο Αμνό θα φάμε,
Μαζί σου, ακόμα και στον θάνατο
- και στην ανάσταση - θα πάμε.

Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
γιατί θα κοινωνήσω πάλι!
Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
κι ειν’ η λαχτάρα μου μεγάλη!

Ο λειτουργός προβαίνει επίσημα
τ’ Άγια κρατώντας υψωμένα,
μα Εσύ μας κράζεις με τα χείλη του:
«πιστοί μου, ελάτε προς Εμένα».

Σεμνά κι αθόρυβα προσέρχονται
θερμός στα μάτια ο πόθος λάμπει
κι ανοίγουν οι καρδιές εφτάδιπλες,
ο Βασιλιάς των όλων νάμπη.

Ανοίγουν οι καρδιές ευφρόσυνα
καθώς στον ήλιο τα λουλούδια,
κι ανάερα φτερουγάνε γύρω μας,
αύρες των όρθρων, τ’ αγγελούδια.

Αύρες των όρθρων μας θωπεύουνε
μεσ’ στη σεμνή φωτοχυσία.
την εκκλησιά μας όλη γέμισε
χίλιων ψυχών η παρουσία.

Άκτιστε Λόγε και Συνάναρχε,
πόσους εκάλεσες σιμά σου!
Γύρω ένα πλήθος αναρίθμητο
σιμώνει προς την Τράπεζά σου.

Τούτη την ώρα που κυκλώνουμε
τ’ αφθαρτοπάροχο ποτήρι,
πνεύματα μύρια ολούθε κίνησαν
για να βρεθούν στο πανηγύρι.

Θα κοινωνήσω με τους Έντεκα
- στη νύχτα χάθηκε ο προδότης -
με την Παρθένα Μάνα που έσφιξε
στην αγκαλιά της τον Αμνό της.

Θα κοινωνήσω με τους Έντεκα
και με την πρώτην Εκκλησία.
Κοινή κι η πίστη κι η λαχτάρα μας
μπρος στην υπέρτατη Θυσία.

Να, με τους πρώτους, οι Εβδομήκοντα,
και να κι ο Παύλος πούχει φτάσει
στα τρίδιπλα φτερά του ζήλου του,
πέλαα περνώντας, κάμπους, δάση.

Γεμάτη δύναμη και θέληση
στράφτει η ματιά του, σαν ατσάλι.
Χαίρε, ω ποτήρι μυριολάτρευτο
που τον χαλύβδωσες στη πάλη.

Να των μαρτύρων τ’ αναρίθμητα
που φτερουγάνε πλήθη, γύρω,
κρατώντας, θησαυρό σε αλάβαστρα,
το αίμα τους, ουράνιο μύρο.

Πώς την θυμούνται την αξέχαστη,
των πιο μεγάλων θριάμβων, μέρα!
Στη φυλακή πρωί, μετάλαβαν,
το βράδυ στα θεριά τους φέραν.

Στη φυλακή, πρωί, μετάλαβαν
ελεύθεροι φυλακισμένοι.
το βράδι μπαίνουν αλαλάζοντας
στον ουρανό που τους προσμένει.

Χαίρε τροφή μαρτυροπλάστρα, Συ,
και χαίρε των ηρώων γεννήτρα!
Τα νύχια των θηρίων εσύντριψεν
η δύναμή σου η καταλύτρα.

Να κι ο Ταρσίζιος μεσ’ στους μάρτυρες,
ο μικρός φίλος κι αδερφός μας.
Γεια σου αδελφούλη, που ξεπέρασες
τους πιο τρανούς εσύ του κόσμου!

Στη δωδεκάχρονη καρδούλα του
σφίγγει ο Ταρσίζιος τ’ άγια Δώρα.
Δε θα τα ρίξη, κι ας ουρλιάζουνε
τριγύρω του σκυλιά αιμοβόρα.

Δε θα τα ρίξη στην ατίμωση,
- Θε μου, η καρδούλα του πως κάνει! -
κι ας τον χτυπούν, κι ας τον πληγώνουνε.
Με τ’ άγια Δώρα θα πεθάνη!

Να κι οι σεπτές χορείες προβαίνουνε
των ομολογητών της πίστης,
κι ο ιεράρχης κι ο σοφός ο δάσκαλος,
ο βάρδος, ο πνευματικός, ο μύστης.

Να κι οι παρθένες αστρομέτωπες
τ’ άφθαρτα φέρνοντας στεφάνια,
και να οι μανάδες των Χρυσοστόμων,
με την σεμνή τους περηφάνεια.

Η Φοίβη, η Πρίσκιλλα, η διακόνισσα,
η κατηχήτρα, η τίμια χήρα,
κι η δοξασμένη αυτοκρατόρισσα
που καταφρόναε την πορφύρα.

Θε μου τι πλήθος αναρίθμητο
μαζί μας ήρθε να δειπνήση!
Κι όλους, αυτό το θείο ποτήρι σου
τους έχει θρέψει και ποτίσει!

«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.

«Ιδού βαδίζω…» Γήινο τίποτα
δεν έχει τώρα ο λογισμός μου,
γιατί με κάλεσε συντράπεζο
ο Βασιλιάς όλου του κόσμου.

«Ιδού …» Στο βήμα των πατέρων μου
ρυθμίζω το δικό μου βήμα,
κι Εσύ με δέχεσαι ως τους δέχτηκες,
θύτης Εσύ μαζί και θύμα!

«Στώμεν καλώς!» Τα μάτια, ορθάνοιχτα,
την αγρύπνια του πνεύματος μας
ας δείχνουν, τούτη τη φριχτή στιγμή
που σφαγιάζετ’ ο Χριστός μας.

Ευλαβικά σαν τον προφήτη Σου
τον άνθρακα στα χείλη παίρνω,
κι ω καθαρμού φωτιά αδαπάνητη
που μεσ’ στην ύπαρξή μου παίρνω!

Είδες την δίψα μου την άσβηστη,
και να που μούχεις αναβρύσει
αθανασίας καθάρια νάματα
κι αλήθειας κρουσταλλένια βρύση.

Τώρα ξεχνώ του βίου τα βάσανα
και της ζωής κάθε φαρμάκι.
Δε χάνομαι άσωτα στα πέλαγα
μάταια ζητώντας κάποια Ιθάκη.

Ο δρόμος φέρνει προς τη θέωση,
διάπλατα μπρος μου τον ανοίγεις,
κι ως το στερνό – μου τόπες – βήμα μου,
απ’ το πλευρό μου δε θα φύγης.

Στην ομορφιά μας την πρωτόπλαστη
μας ξαναφέρν’ η δύναμή σου.
Στην ομορφιά μας την πρωτόπλαστη
και στις χαρές του παραδείσου.

Αγγέλων λύρες αρμονίζονται
και χερουβίμ δοξολογούνε,
κι αρχάγγελοι έσκυψαν, θαυμάζοντας,
τη μυστική ένωση να δούνε…

Σ’ ευχαριστώ που καταδέχτηκες
στη φάτνη τούτη να ξανάρθης.
Ω, μείνε χρόνια, χρόνια ατέλειωτα
μέσα μου, αφέντης και μονάρχης.

Μείνε για πάντα, όπως και σήμερα
μεσ’ στην καρδιά μου σ’ έχω πάρει
με την πλαστουργική σου δύναμη
και την αγνιστική σου χάρη.

Μείνε, το θάρρος μου κι η ελπίδα μου,
φίλος, παράκλητος, Θεός μου!
Με σένα θάμαι παντοδύναμος
και νικητής όλου του κόσμου.

Κι όταν στερνά θα πέφτη απάνω μου,
θα πέφτη ο ίσκιος του θανάτου,
στο φως μιας νέας ζωής, αθάνατης,
θ’ ανοίγη ο νους τα βλέφαρά του!

Ο Αλέξανδρος Γκιάλας (1915-1948) γνωστός με το φιλολογικό ψευδώνυμο «Γ. Βερίτης».

(Γ. Βερίτη, Άπαντα, Ποιήματα, εκδ. Η Δαμασκός, Αθήνα 1999, σελ. 34-41)


Πολλά ωφελείται κανείς από τις μνήμες των μαρτύρων.

Ωφείλεται τα μέγιστα στον αγώνα του για την κατάκτηση της αρετής.

Για την περιφρόνηση των παρόντων πραγμάτων.
Πώς να γίνη αλλιώς! Είναι δυνατόν να τους δης να περιφρονούν τη ζωή τους, όλα τα αγαθά αυτής της ζωής, και να μην επηρεασθής;

Ακόμη και να είσαι ο πιο αναίσθητος άνθρωπος, ο πιο νωθρός σε θέματα πνευματικά και ο πιο αδιάφορος, δεν μπορεί η θυσία των μαρτύρων να μη σου εμπνεύση άλλο, υψηλό, ανώτερο φρόνημα.
Δεν μπορεί η μνήμη των μαρτύρων να μη σε κάνη να περιφρονήσης τις απολαύσεις, τα χρήματα, τις ηδονές, και να μην ανάψη μέσα σου την επιθυμία για την άλλη ζωή, εκεί που αγάλλονται τα πνεύματά τους…
Ακόμη, αν τύχη και είσαι άρρωστος, η θύμηση των μαρτυρικών παθημάτων θα σου γίνη αφορμή για να κάνης υπομονή.

Αν πάλι είσαι γερός, αλλά σε πιέζη η φτώχεια, η ανέχεια, έχης προβλήματα οικονομικά ή έστω σε ταλαιπωρή κάποια άλλη δυσκολία,

πόσο αλήθεια θα παρηγορηθής, θα ανακουφισθής από τα δεινά σου σαν φέρης στο νου σου το τι φοβερά, ανυπόφορα βασανιστήρια υπέφεραν εκείνοι οι μάρτυρες της πίστεώς μας!
Να γιατί αγαπώ τις μνήμες των μαρτύρων! δεν ξέρετε πόσο τις αγαπώ και τις ευλαβούμαι.

Όλες τις μνήμες! Όλους τους αγίους! Ανεξαιρέτως!

Ιδιαίτερα όμως τις μνήμες των μαρτύρων γυναικών!

Γιατί εδώ, στην περίπτωση των μαρτύρων γυναικών, βλέπουμε ν’ αγωνίζωνται τα ασθενέστερα σκεύη, το αδύνατο φύλο, ν’ αγωνίζεται και να νικά.

Εδώ η χάρη είναι μεγαλύτερη, το τρόπαιο λαμπρότερο, η νίκη πιο περήφανης.
Να γιατί αγαπώ πιο πολύ τις γιορτές των αγίων γυναικών!


(αρχ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αυτοβιογραφικές σελίδες, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 46)

Απογοήτευση!
Τα πράγματα της Εκκλησίας είναι πολύ άσχημα˙ κι ας νομίζετε σεις ότι πάνε καλά.

Εδώ είναι το φοβερό: ότι, ενώ βρισκόμαστε ανάμεσα σε πολλά κακά, τα αγνοούμε.
Τι είναι αυτά που λες; Κατέχουμε τις εκκλησίες, τα κτήματα, όλα τα άλλα, οι συνάξεις γίνονται ανεμπόδιστα, κάθε μέρα συγκεντρώνεται ο λαός, και λες ότι είμαστε «καταφρονηταί»;
Και όμως! Δεν θα κρίνης την Εκκλησία από αυτά. Αλλά από που; θα μου πής.

Εάν υπάρχη ευλάβεια, εάν κάθε μέρα φεύγουμε από το ναό για τα σπίτια μας κερδισμένοι, εάν καρπωνόμαστε ωφέλεια πνευματική πολλή ή λίγη και δεν εκτελούμε απλώς κάποια συνήθεια.
Σας ερωτώ: Ποιος έγινε καλύτερος που ένα μήνα σχεδόν έρχεται εδώ; Αυτό είναι το ζητούμενο!
Ο στρατιώτης που γυμνάζεται τελειοποιείται στην τακτική του πολέμου˙

ο αθλητής που πηγαίνει στην παλαίστρα γίνεται πιο έμπειρος στην πάλη˙

ο γιατρός που έρχεται στον δάσκαλο προοδεύει στην επιστήμη του και πιο πολλά γνωρίζει και πιο πολλά μαθαίνει˙

συ τί κέρδισες;
Νομίζετε ότι το να έρχεσθε τακτικά στη σύναξη, αυτό είναι ευλάβεια; Αυτό τίποτε δεν είναι!

Αν κάτι δεν κερδίζουμε, αν κάτι δεν αποκομίζουμε, τότε καλύτερα να μένουμε σπίτι!
Πρέπει να ’χουμε υπ’ όψη μας, ότι οι πρόγονοί μας έκτισαν τις εκκλησίες, όχι για να μας συγκεντρώνουν από τα σπίτια μας εδώ και να μας δείχνουν τον ένα στον άλλο!

Αυτό μπορούσε να γίνη και στην αγορά, και στα λουτρά, και σε μία πομπή!

Όχι. Ήθελαν συγκεντρώνοντας μαζί μαθητές και δασκάλους να μας κάνουν καλύτερους!
Να, ήλθε το Πάσχα! Τι θόρυβος! τι ταραχή! Δεν μπορώ να πω τι πολλοί άνθρωποι! Διότι αυτά δεν είναι των ανθρώπων.

Τελείωσε η γιορτή, ο θόρυβος εκόπασε, και ξαναγύρισε η ησυχία η άκαρπη. Πόσες παννυχίδες, πόσες ιερές υμνωδίες!

Και τι έγινε; Χειρότερα.

Πολλοί έρχονται και από κενοδοξία.
Πώς, λοιπόν, να μη σπαράζω μέσα μου, όταν βλέπω ότι όλα πηγαίνουν σαν σε τρύπιο πιθάρι;
Πολλές φορές σκέφθηκα να μη ξαναμιλήσω, βλέποντας πως κανένα καλό δεν βγαίνει από τα λόγια μας…

Ή μήπως βγαίνει, εγώ όμως, κυριευμένος από ιερή απληστία και την πολλή επιθυμία, παθαίνω το ίδιο με εκείνους που κάνουν σαν τρελλοί για χρήματα;
Δηλαδή, όπως εκείνη, οι πλεονέκτες φιλάργυροι, όσα κι αν αποκτήσουν νομίζουν πως τίποτε δεν έχουν, έτσι και εγώ, επειδή επιθυμώ πάρα πολύ την σωτηρία σας, νομίζω πως τίποτε δεν έχω κάνει, λαχταρώντας να σας δω στην κορυφή της τελειότητος;
Πολύ θα ‘θελα να ‘ναι έτσι…, φοβούμαι όμως μήπως πέφτω έξω!

(Από την ΚΘ Ομιλία του στις Πράξεις των Αποστόλων, Α.Α.Π. 78, 231)

(αρχιμ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αυτοβιογραφικές σελίδες, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 62-63)

 

Ομιλία π. Δημητρίου Τσουρούς (εφημερίου Ι.Ν. Αγίων Αναργύρων Ν. Σμύρνης).
Παραμονή Πρωτοχρονιάς 31 / 12 / 2018, Ι.Ν. Αγίας Φωτεινής Ν. Σμύρνης.
Περί αξιοποιήσεως χρόνου.

«Ο χρόνος τρέχει και δεν περιμένει αυτόν που αργοπορεί […] Και όπως δεν μπορείς να ανακόψεις το ρέμα του ποταμού, […] έτσι ούτε και τον χρόνο που τρέχει μπορείς να συγκρατήσεις […], εκτός αν τον προλάβεις από νωρίς. Γι’ αυτό τώρα που μπορείς, προτού περάσει ο καιρός, άρπαξε γερά τις εντολές του Θεού και εφάρμοσέ τες» (παράφραση ΕΠΕ 7.154).

Με αυτά τα προειδοποιητικά λόγια, Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες και αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί, ο Μέγας Βασίλειος, ο άγιος του οποίου τη μνήμη από σήμερα το απόγευμα ξεκινά η Εκκλησία μας να εορτάζει, υπενθυμίζει σε όλους μας μια πολύ μεγάλη αλήθεια. Ποιά είναι αυτή; Ότι ο χρόνος είναι πολύ ολισθηρός και αλίμονο σ’ εκείνον που δεν θα τον συγκρατήσει και δεν θα τον αξιοποιήσει συνετά. Στα λίγα λεπτά λοιπόν που έχουμε στη διάθεση μας, ας δούμε, αδελφοί μου, πως η Εκκλησία αντιλαμβάνεται και βιώνει τον χρόνο κι ας αναλογιστούμε, πως θα μπορούσε ο καθένας από εμάς το νέο χρόνο, που σε λίγο ανατέλλει, να τον επενδύσει αποδοτικά για τη σωτηρία του.
Αν το καλοσκεφτούμε, αδελφοί μου, θα διαπιστώσουμε ότι η σχέση μας με τον χρόνο είναι συχνά προβληματική. Ακούμε ανθρώπους βαριεστημένα να λένε: «Δεν ξέρω πώς να σκοτώσω τον χρόνο μου, δεν περνάει με τίποτα». Άλλες φορές βλέπουμε ανθρώπους μετανιωμένους να ομολογούν: «Μακάρι να μπορούσα να γυρίσω πίσω τον χρόνο. Έχασα τον καιρό μου σε ανούσια πράματα». Άλλοτε συναντούμε ανθρώπους κατααγχωμένους από τις δουλειές, που ποτέ δεν τελειώνουν, να μονολογούν: «Τρέχω και δεν φτάνω». Άλλοτε ακούμε ανθρώπους αμέριμνα να τραγουδούν: «Μια ζωή την έχουμε κι αν δεν την γλεντήσουμε, τι θα καταλάβουμε». Και άλλες φορές συλλαμβάνουμε τους εαυτούς μας να κακοποιούμε ευκαιρίες που μας δίνονται και να χρησιμοποιούμε κατά τ’ άλλα ευλογημένες καταστάσεις για εφάμαρτους σκοπούς. Φαίνεται, αδελφοί μου, ότι πολλοί από εμάς δεν τολμούμε να δούμε κατάματα τον χρόνο και μάλλον σαν αντίπαλο τον λογαριάζουμε, που μας σέρνει σιγά-σιγά προς τον θάνατο.
Αυτήν, όμως, τη ρηχή, αλλά και φοβισμένη κοσμική στάση απέναντι στον χρόνο έρχεται με τη δική της σοφή λογική η Εκκλησία να την ανατρέψει. Και κάθε φορά που ερχόμαστε στην Εκκλησία μάς υπενθυμίζει, ότι ο χρόνος δεν είναι εχθρός, αλλά σύμμαχος. Είναι ένα μέσο, που αν το αξιοποιήσουμε σωστά, δίνουμε το δικαίωμα στον Θεό να παρέμβει στον φθαρτό μας χρόνο και να τον κάνει αιώνιο.

Ακούσαμε αυτές τις μέρες: «:Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει». Θα ψάλλουμε την ημέρα των Θεοφανίων: «Σήμερον ὁ Δεσπότης τὸ βάπτισμα λαμβάνει». Θα ακούσουμε τη Μεγάλη Παρασκευή: «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας». Και την Κυριακή του Πάσχα θα ψάλλουμε πανηγυρικά: «Σήμερον πᾶσα κτίσις ἀγάλλεται καὶ χαίρει ὅτι Χριστὸς ἀνέστη καὶ ἅδης ἐκσυλεύθη». Κι όλα αυτά όχι πριν δύο χιλιάδες χρόνια, αλλά σήμερα.

Μέσα στην Εκκλησία, αδελφοί μου, όλα εκείνα που έπραξε ο Χριστός για τη δική μας σωτηρία συμβαίνουν τώρα, εδώ, σήμερα. Ζούμε με τέτοιον τρόπο, αδελφοί μου, τη συμμετοχή μας στις ιερές ακολουθίες; Αν όχι, ας το προσπαθήσουμε το νέο έτος. Και απαραιτήτως να πάρουμε πιο ζεστά το θέμα της συμμετοχής μας στη Θεία Ευχαριστία. Σε κάθε Θεία Λειτουργία, ανεξαιρέτως, βρισκόμαστε κι εμείς μαζί με τους μαθητές εκεί, στο Μυστικό Δείπνο, και μ’ ένα παράδοξο, αλλά απόλυτα αληθινό τρόπο, συμμετέχουμε και στην Σταύρωση και στην Ανάσταση του Κυρίου.

Κι όταν μεταλαμβάνουμε κατάλληλα προετοιμασμένοι των αχράντων μυστηρίων γευόμαστε τους θησαυρούς της Βασιλείας του. Ισχύει και για μας ο λόγος του Χριστού: «ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον»(Ιω. 6.54). Πόσο πιο ουράνια θα ήταν η καθημερινότητά μας αδελφοί μου, αν είχαμε αφήσει τον χρόνο μας να διαποτισθεί από το πνεύμα της Θείας Λειτουργίας;
Ο χριστιανός όμως αδελφοί μου δεν αξιοποιεί πνευματικά τον χρόνο του μόνον όταν βρίσκεται στο ναό, αλλά διαρκώς. Αυτό άλλωστε ζητάμε σε κάθε Θεία Λειτουργία: «τὴν ἡμέραν πᾶσαν, τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ἀναμάρτητον, παρά τοῦ Κυρίου, αἰτησώμεθα». Και γι’ αυτήν την καθημερινή αξιοποίηση του χρόνου μας χρειάζεται ιεράρχηση. Μας το έχει πει ο Χριστός: «ζητεῖτε δέ πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ, (αφιερώστε πρώτα απ’ όλα χρόνο για τη σωτηρία σας), καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν (και όλα τα υπόλοιπα που σας χρειάζονται για να ζήσετε, θα σας δοθούν)» (Ματθ. 6.33).

Κερδίζω λοιπόν πνευματικά τη μέρα μου, όταν, προτού κάνω τις άλλες δουλείες μου, αφιερώσω χρόνο στον Θεό. Πώς γίνεται αυτό; Με το να βρω μια ήσυχη γωνιά στο σπίτι μου και να προσευχηθώ. Όχι να κάνω βιαστικά ένα σταυρό και να πω μηχανικά το «Πάτερ ημών». Η προσευχή, για να εισακουσθεί στον Θεό, θέλει δόσιμο καρδιάς, θέρμη, επιμονή, κι όλα αυτά δεν γίνονται μαγικά, χρειάζεται χρόνος. Πώς αλλιώς μπορώ να κερδίσω τη μέρα μου; Με το να αποκτήσω την πολύ ευλογημένη συνήθεια να μελετάω καθημερινά την Αγία Γραφή. «Δεν μπορεί κάποιος να σωθεί, αν δεν μελετά συνεχώς τις Γραφές», προειδοποιεί ο ιερός Χρυσόστομος. Κερδίζω πνευματικά τη μέρα μου κι όταν σκορπώ αγάπη στους συνανθρώπου μου. «Τον καιρό που δεν κάνουμε ελεημοσύνες, να τον θεωρούμε σαν να μην υπάρχουμε στην ζωή» μας συμβουλεύει και πάλι ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (ΕΠΕ 11.134). Ας δώσουμε λοιπόν, αδελφοί μου, την καινούργια χρονιά περισσότερο χρόνο στο Θεό με την προσευχή και τη μελέτη του Λόγου του, κι ας αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο στις εικόνες του, στους συνανθρώπους μας, δηλαδή, με την αγάπη μας προς αυτούς.
Δεν είναι όμως μόνο κάθε μέρα, αλλά είναι και κάθε ανεξαιρέτως στιγμή που έχει ανυπολόγιστη αξία. Ο Απόστολος Παύλος μας προτρέπει να ζούμε με σύνεση «ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσιν» (Εφ. 5.16). Δηλαδή, μέσα σ’ έναν κόσμο που είναι γεμάτος σκάνδαλα και πειρασμούς, εμείς να φροντίζουμε να αξιοποιούμε πνευματικά κάθε στιγμή. Χρειάζεται ετοιμότητα, διότι αρκεί μονάχα μια στιγμή πειρασμού για να χάσουμε τα πάντα, και μπορεί εκμεταλλευόμενοι μια στιγμή χάριτος να κερδίσουμε τα πάντα. Μας λέει ο Χριστός: «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» (Ματθ. 11.12).

Δεν είναι μόνο, ότι κανείς πρέπει να μοχθήσει, για να κερδίσει την βασιλεία των ουρανών. Όπως επισημαίνουν κάποιοι ερμηνευτές, χρειάζεται κανείς να είναι και σε εγρήγορση, διότι η βασιλεία των ουρανών περνά με βιασύνη από μπροστά μας, κι εμείς πρέπει να βιαστούμε να την προλάβουμε. Μία στιγμή διήρκησε η κλήση του Χριστού στον πλούσιο νεανίσκο. Και εκείνος αυτήν την τεράστια ευκαιρία, την σπατάλησε. Και έχασε το παν. Να περάσει δηλαδή στην αιωνιότητα ως μαθητής του Χριστού και ως άγιος. Σε μία στιγμή ο τεσσαρακοστός μάρτυρας ολιγοψύχησε και βγήκε από την παγωμένη λίμνη της Σεβαστείας και έχασε τον παράδεισο. Και σε μια στιγμή ο ειδωλολάτρης στρατιώτης, που τον παρακολουθούσε, πήρε την θέση του στην παγωμένη λίμνη και κέρδισε την αιωνιότητα. Θα υπάρξουν, αδελφοί μου, κρίσιμες στιγμές στη ζωή μας είτε πειρασμών είτε μεγάλων ευκαιριών του Θεού, για τις οποίες πρέπει να είμαστε πανέτοιμοι. Να, λοιπόν, άλλος ένας λόγος να φιλοτιμηθούμε και να αξιοποιήσουμε πνευματικά τον χρόνο μας.
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Κάποτε αδελφοί μου ένας ετοιμοθάνατος φώναξε: «Ξαναφέρτε τον, ξαναφέρτε τον πίσω». «Μα ποιόν»; ρώτησαν οι παρευρισκόμενοι. Κι ο ετοιμοθάνατος απάντησε. «Τον καιρό, τον καιρό». Ήταν όμως πολύ αργά. Ο βιολογικός μας χρόνος, αδελφοί μου, είναι συνεσταλμένος. Είμαστε «πάροικοι καὶ παρεπίδημοι» (Α΄ Πέτρ. β΄ 11). Ο θάνατος, αδελφοί μου, έρχεται χωρίς να προειδοποιεί. Γι’ αυτό, αδελφοί μου, είναι καιρός να ανασκουμπωθούμε, να καθαρίσουμε το χωράφι της ψυχής μας από τα πάθη και να καλλιεργήσουμε σε αυτό τις αρετές, προτού έλθει ο χειμώνας, προτού σταθούμε μπροστά στο φοβερό κριτήριο του Χριστού. Ας καλλιεργήσουμε λοιπόν την πολλή ευλογημένη αρετή της μνήμης του θανάτου, κι ας νοσταλγήσουμε την αληθινή μας πατρίδα, τον παράδεισο. Το νέο έτος ας ποθήσουμε λίγο παραπάνω τον Χριστό που έρχεται.
Υπάρχει και κάτι τελευταίο. Αφορμή μας δίνει μια πολλή δυνατή αίτηση, που αναπέμπουμε σε κάθε Θεία Λειτουργία: «Τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ ἐκτελέσαι […]». Μέσα στην εκκλησία, και πουθενά αλλού, μας προσφέρεται η μοναδική δυνατότητα να γυρίσουμε πίσω στον χρόνο. Όχι μόνο να γυρίσουμε πίσω, αλλά και να διορθώσουμε το παρελθόν μας. Αρκεί να ομολογήσουμε τις αμαρτίες μας στην εξομολόγηση και να μετανοήσουμε. Να πάρουμε την απόφαση ποτέ πια να μην τις διαπράξουμε. Ευκαιρία, λοιπόν, αδελφοί μου, το νέο έτος, αν δεν το έχουμε ήδη πράξει, να συνδεθούμε μ’ έναν πνευματικό πατέρα, για να σβήσουμε από το παρελθόν της ψυχής μας όλα αυτά που δεν αρέσουν στον Θεό.
Αδελφοί, σε λίγες ώρες το νέο έτος μας επισκέπτεται. Είναι άγνωστο τι το 2018 θα ξημερώσει για τον καθένα μας, την οικογένειά μας, την κοινωνία μας, το έθνος μας.

Εμείς, ευχηθείτε Σεβασμιώτατε, να φερθούμε ως συνετοί έμποροι «ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρό», πουλώντας φθαρτό χρόνο κι αγοράζοντας αιώνιο, να αξιοποιήσουμε πνευματικά όλες τις ευκαιρίες που θα μας δοθούν, κι έτσι το νέο έτος να μπορέσουμε να βρεθούμε ένα βήμα πιο κοντά στη χάρη του Χριστού μας. Αμήν.


Υπάρχουν ζητήματα μέσα στον κύκλο των θεμάτων της άμωμήτου πίστεώς μας, τα όποια σου προκαλούν δέος καί μυστικό φόβο, όταν θελήσεις να τα προσεγγίσεις.

Αισθάνεσαι ότι ακούς να επαναλαμβάνεται εκείνη ή φοβερή φωνή, πού άκουσε κάποτε ό θεόπτης Μωυσής μέσα από τη "φλεγόμενη καί μη κατακαιομένη βάτο του Χωρήβ: «Μη έγγίσης ώδε- λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου ό γαρ τόπος, εν ω συ έστηκας, γη αγία έστι» ("Εξοδ. 3,5).
Τέτοιο είναι καί το θέμα, πού μας δίνει για μελέτη πνευματική το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Γι' αυτό καί οι γραμμές πού θα ακολουθήσουν δεν θα 'ναι καρπός της ταπεινής μας διανοίας, αλλά αγίου, ενδόξου και πανευφήμου άνδρα, πού είχε την πίστη καί την αγάπη του Μωυσή, του χρυσού στη γλώσσα, χρυσού καί οτήν καρδιά, του άγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Εκείνου τη Θεία Λειτουργία δεν τελέσαμε καί σήμερα; Υπάρχει, λοιπόν, πιο αρμόδιος να μας μιλήσει για το Μυστήριο της θ. Ευχαριστίας;

Ή απροσδόκητη τιμή

Βέβαια περιεχόμενο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής είναι ή παραβολή του μεγάλου δείπνου. Οϊ γνωστές εικόνες, πού μας προβάλλει, είναι του αγαθού καί μεγαλόδωρου οικοδεσπότη, των αγενών προσκεκλημένων, των δούλων των πειθαρχικών καί του εσμού των τελευταίων προσκεκλημένων με την πολυώνυμη δυστυχία, πτωχών, αναπήρων κ.λπ.
Το κεντρικό νόημα της παραβολής υποδηλώνεται με την εικόνα του μεγάλου, του πλούσιου δείπνου, πού δεν είναι άλλο από τα αγαθά της αιώνιας Βασιλείας του Ιησού Χριστού, πού δόθηκαν στους ανθρώπους. Αγαθά ύψιστα, ατίμητα καί αιώνια. Δηλαδή, «αμαρτιών άπόθεσις, Πνεύματος Αγίου μέθεξις, υιοθεσίας λαμπρότης» (Κύριλλος Αλεξανδρείας).
'Αλλά που θα βρούμε τα αγαθά αυτά; Πώς θα γίνουμε παιδιά του Θεού, πώς θ' απολαύσουμε τη χάρη του Αγ. Πνεύματος, πού θα πλύνουμε την ψυχή μας από το ρύπο της αμαρτίας; Πού άλλου, παρά στην Εκκλησία του Χριστού, το θεοΐδρυτο καί αιώνιο οργανισμό της σωτηρίας μας. Πού άλλου,παρά στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας, καί κυρίως ατό θεμέλιο της θείας Λατρείας μας, τη θεία Ευχαριστία.

Γι' αυτό, κάπως αναγωγικά, ή σημερινή ευαγγελική περικοπή προσανατολίζει τη σκέψη μας στο μεγάλο Δείπνο της Θείας Κοινωνίας. Εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο αγαθό, πού μπορούσε ό πανάγαθος Θεός να προσφέρει στα πλάσματα του, τους ανθρώπους. Καί το μεγαλύτερο αγαθό του Θεού είναι το πιο πολύτιμο πού είχε. Καί το πιο πολύτιμο πού είχε ό ύψιστος Θεός δεν ήταν άλλο από τον Υιό του τον Μονογενή, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.
Αυτόν μας έδωσε! Καί όχι μόνο! «Ουκ έδωκεν μόνον, αλλά καί μετά το δούναι τράπεζαν ήμϊν αυτόν παρέθηκεν» (Ι.Χρυσόστομος). Φρικτόν ειπείν! Μας τον παρέθεσε τραπέζι, «εις βρώσιν καί πόσιν!
Ώ! της άπειρης αγάπης του Θεού! Πώς να την παρομοιάσουμε; Με τη βαθειά άβυσσο, με ωκεανό απέραντο; Εδώ σταματά ό νους του ανθρώπου. «Ίλιγγιά δε νους καί ύπερκόσμιος...».

Αδιαφορία καί δικαιολογίες
Παρά ταύτα, όμως,παρά την απροσδόκητη καί ασύλληπτη τιμή του Θεού, ό άνθρωπος παρέμεινε ασυγκίνητος. Με ρεαλισμό μας περιέγραψε ό Κύριος το δράμα του ανθρώπου, να δείχνει δηλαδή τέτοια περιφρόνηση στις δωρεές της θείας αγάπης. Με συγκαλημμένη αποστροφή καί κακία αποποιήθηκαν την τιμή οι προσκεκλημένοι: «άγρόν ήγόρασα», θα δικαιολογηθεί ό πρώτος- «ζεύγη βοών ήγόρασα πέντε», ό δεύτερος, «γυναίκα έγημα», ό τρίτος, «έχε με παρητημένον». Οι άσύστατες δικαιολογίες προκαλούν την οργή του οίκοδεσπότου, ό όποιος καλεί άλλους στη θέση τους. «Άμεταμέλητα γαρ τα χαρίσματα καί ή κλήσις του Θεοϋ» (Ρωμ. 11,29).
Άλλα μήπως καί στο μεγάλο Δείπνο της Θ. Ευχαριστίας ή συμπεριφορά μας είναι καλύτερη; «Αυτή ή τράπεζα —ή Αγία Τράπεζα- θα μας τονίσει ό ί. Χρυσόστομος, της ψυχής ημών τα νεύρα, της διανοίας ό σύνδεσμος, της παρρησίας ή ύπόθεσις, ή έλπίς, ή σωτηρία, το φως, ή ζωή». Πόσα αγαθά έχουμε να αποκομίσουμε για την ψυχή καί για το σώμα μας! Καί εν τούτοις με πόσες δικαιολογίες καί ασυγχώρητη αδιαφορία, μένουμε μακριά της.
Προτιμούμε απερίσκεπτα την τράπεζα του κόσμου παρά την Αγία Τράπεζα. Να εντρυφά ή ψυχή μας στίς εφήμερες ηδονές, στα χρήματα, στίς μέριμνες, στη σάρκα, ώστε μολυσμένη να μη μπορεί να πλησιάσει τα Τίμια Δώρα του Θεού. Άλλα ποιο αγαθό αυτής της γης μπορεί να συγκριθεί με τη Θεία Κοινωνία, «τον άρτο της ζωής» (Ίω. 6,48), όταν την δεχόμαστε όπως πρέπει; Δικαιολογείται ή περιφρόνηση της, όσες θυσίες και αν απαιτεί;

«Μετά φόβου Θεού...»
Είναι αλήθεια ότι οί περισσότεροι χριστιανοί, ελάχιστες φορές στη ζωή προσέρχονται στο μεγάλο Δείπνο. Συνήθειες, όχι τόσο ευαγγελικές, έχουν εισχωρήσει καί σταθεροποιηθεί στη ζωή των χριστιανών, όπως ή σχετική με τη Θ. Κοινωνία. Να κοινωνούν δηλαδή δύο ή τρεις φορές το χρόνο.
Από ευλάβεια, άραγε; "Αν ναί, όχι πάντως καλή καί θεάρεστη. «Σατανική» την ονομάζει ό Ι. Χρυσόστομος, ερωτώντας, πώς πριν τα Χριστούγεννα ή πρίν το Πάσχα ξαφνικά γίνεσαι άξιος να κοινωνήσεις, ενώ όλο το χρόνο θεωρείς τον εαυτό σου ανάξιο να μεταλάβει Σώμα και Αίμα Χριστού του Θεού;
Φανερό, λοιπόν, είναι, ότι οδηγούμαστε προς τη φρικτή Τράπεζα από συνήθεια μάλλον παρά από ευλάβεια καί ιερό πόθο. Καί πολλές φορές με έλλειπέστατη προετοιμασία. Προσερχόμαστε στη Δεσποτική φιλοξενία καί στην αθάνατη Τράπεζα χωρίς το ανάλογο ένδυμα. Δεν φθάνει μόνο ή νηστεία λίγων ήμερων. «Εννόησον —συμβουλεύει ό ί. Χρυσόστομος— εννόησον ώ άνθρωπε, ποίας μέλλεις άπτεσθαι θυσίας, ποία προσέρχεσαι τραπέζη...». Σκέψου, συ το χώμα καί ή στάχτη πώς μεταλαμβάνεις Αίμα και Σώμα Χρίστου του Θεού.
Απαραίτητη, λοιπόν, είναι ή ψυχική προετοιμασία μας πριν τη Θεία Μετάληψη. Αδιαφορούμε ασυγχώρητα, όταν δεν προσερχόμαστε συχνά στο μεγάλο Δείπνο. Τουλάχιστον ας μην υποτιμούμε την ασύλληπτη τιμή του, όταν το πλησιάζουμε. "Ας προσερχόμαστε «ψυχαίς καθαραϊς και άρρυπώτοις χείλεσι...», «μετά φόβου Θεού, πίστεως καί αγάπης». Αμήν.

Αρχ.Χ.Π.Α.''''Φωνή Κυρίου'''13 Δεκεμβρίου 1992''

Όταν ένας μοναχός τον πίεσε πολύ, να του πει για τις εμπειρίες αυτές, πέρα από τα μισόλογα και τα υπονοούμενα, που κάποτε-κάποτε άφηνε, του είπε με ταπεινή αγαλλίαση:
- Απόψε, παιδί μου, βρισκόμουνα και συλλειτουργούσα με αγίους και αγγέλους! Σε θυσιαστήρια που δεν περιγράφονται.
Και το πρόσωπό του γινότανε φως. Ο μοναχός με αφέλεια ρώτησε «πώς γίνεται αυτό»; Και ο μακαριστός γέροντας:
- Πάτερ μου, μη ρωτάς, αυτά είναι πνευματικά θέματα.
Επέμενε όμως ο μοναχός και ο γέροντας υποχώρησε μ’ έναν όρο
- Πάτερ μου, να μην ειπείς τίποτα. Όταν πεθάνω καμμιά φορά, θα πεις ότι «κάποιος γέροντας μου είπε: ότι λειτουργούσε τις νύχτες, ότι συζούσε και συλλειτουργούσε με την Αγία Τριάδα καθημερινώς». (Αίσθηση δηλ. θείας παρουσίας).
- Είδες, πάτερ μου, τι ευτυχία έχουμε εμείς οι μοναχοί και ιδιαιτέρως οι κληρικοί;
Μ’ αυτά καταλαβαίνει κανείς, γιατί δε φοβότανε το θάνατο. Αντίθετα, τον περίμενε κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή. Παραξενεύονταν μερικοί, που τον άκουγαν πολύ συχνά να ψέλνει τη νεκρώσιμη Ακολουθία σε ώρες που έκανε διάφορες δουλειές. Συνήθιζε μάλιστα και κάτι άλλο, για να εξοικειωθεί με το θάνατο. Ξάπλωνε καταγής, σταύρωνε τα χέρια και άρχισε τη νεκρώσιμη Ακολουθία. Καμμιά φορά, θέλοντας να οικοδομήσει, έλεγε σε κάποιον:
- Έλα να σου πω ένα τραγουδάκι!
κι έψελνε τροπάρια της νεκρώσιμης Ακολουθίας.
Συγκλονιστικές και οι εμπειρίες του στο ναό, στη διάρκεια της θείας Λειτουργίας. Άρρητα κι εξαίσια όσα έβλεπε και ζούσε. Έκανε Προσκομιδή και συχνά έβλεπε την πνευματική κατάσταση των κεκοιμημένων που μνημόνευε. Από τη μισάνοιχτη μικρή θύρα του Ιερού, τον είδανε μπροστά στην Προσκομιδή να στέκει ψηλά, να μην πατάει στο δάπεδο. Λησμόνησε εκείνη τη φορά να μνημονεύσει τη μητέρα του και του εμφανίστηκε με παράπονο:
- Ιακωβάκι μου, σ’ όλους έδωσες τα δώρα σου, εμένα σήμερα δε μου έδωσες!
Διηγότανε ότι το ίδιο το συνέβη με τον Κύπρου Μακάριο. Τελειώνοντας την Προσκομιδή και στρεφόμενος να πάει στην αγία Τράπεζα, τον βλέπει να στέκει δεξιά του, με τις χούφτες τη μία μέσα στην άλλη, όπως όταν κοινωνεί ο ιερέας το σώμα του Κυρίου. Στη μνημόνευση και στην προσευχή για τους «τεθνεώτες» ήτανε σχολαστικός. Μνημόνευε πάρα πολλούς. Και το μοναχό Άνθιμο, που τόσο τον ταλαιπώρησε. Κάποτε μάλιστα, παρακάλεσε το Θεό να του δείξει που πήγε μετά το θάνατό του ο Άνθιμος. Τον είδε μια νύχτα σε άθλιο σκοτεινό υπόγειο και πολύν θλιμμένον. Τον χαιρέτισε και ο Άνθιμος του είπε:
- Εδώ είμαι… όταν με μνημονεύεις περνάει μια ηλιαχτίδα και κάτι βλέπω.
Όλα γινόσανε με τρόπο απλό και εναργή. Την ώρα του Χερουβικού, πολλές φορές δε βρισκότανε στο Ιερό μόνος του ο μακαριστός λειτουργός. Άγγελοι, παρόντες, δοξολογούσανε το Θεό, χαροποιούσανε την ατμόσφαιρα, συνεργούσανε με το λειτουργό, τα φτερά τους αγγίζανε το λειτουργό, έβλεπε τη νεανική μορφή τους… Βγαίνει, κάνει τη Μεγάλη Είσοδο. Μια παριστάμενη μοναχή τον βλέπει να κινείται στον αέρα, να εισέρχεται στο Ιερό χωρίς να πατάει το δάπεδο. Θαύμασε κι έκανε το Σταυρό της, τα είχε χαμένα, πρώτη φορά έβλεπε θαύμα. Όταν τελείωσε η Λειτουργία και πήγε η μοναχή να πάρει την ευχή του να φύγει, της λέει αφελώς:
- Σήμερα η Λειτουργία ήτανε αλλιώς.
Εκείνη πήρε θάρρος και άνοιξε το στόμα της να περιγράψει πως τον είδε στη Μεγάλη Είσοδο. Πρόλαβε όμως ο γέροντας και της είπε να σιωπήσει, να μην ειπεί πουθενά τίποτα.
Εξηγούσε αργότερα τα διακονικά καθήκοντα. Για να κάνει προσεκτικό το διάκονο, του μίλησε για τις εμπειρίες και τις οπτασίες του με βαθιά κατάνυξη:
- Αχ, πάτερ μου, να βλέπατε τι γίνεται την ώρα του Χερουβικού, που ο ιερέας διαβάζει την Ευχή, θα φεύγατε όλοι… Αοράτως ανεβοκατεβαίνουν άγγελοι και πολλές φορές αισθάνομαι τις φτερούγες τους να χτυπούν στους ώμους μου!
Την ώρα της Λειτουργίας, του Χερουβικού και μάλιστα της Αναφοράς, έλαμπε και ακτινοβολούσε καθαρότητα, μακαριότητα και μεγαλοπρέπεια. Ναι, αυτός ο εξουθενωμένος ιερομόναχος, που από το 1960 κι έπειτα ζούσε και εργαζότανε πάντα με κάποια δύσκολη αρρώστια˙ αυτός, έκανε κινήσεις μεγαλόπρεπες, αλλά όχι προκλητικές. Είχε τελετουργικότητα βασιλική. Και ο καθένας ένιωθε ότι η μεγαλοπρέπεια τούτη βγαίνει από τον απέραντο σεβασμό, που είχε στο μυστήριο της Ευχαριστίας. Ακόμη περισσότερο: του επιβαλλότανε φυσικά από την παρουσία «επισήμων» αγγέλων και αρχαγγέλων και Αγίων στο ιερό. Είχε πει ότι στην Αγία Τράπεζα είναι πολλές φορές:
- Άγγελοι και αρχάγγελοι, παιδί μου, κρατούν το σώμα του Κυρίου!


(Ιάκωβος Τσαλίκης, Στυλιανού Παπαδοπούλου,Αθήνα 1994, σελ. 90-93)


Θεολόγος είσαι; Να μας μιλήσεις.
 Επείσθην και εγώ και, πράγματι, την επόμενη Κυριακή (δε θυμούμαι τώρα ακριβώς την ημερομηνία, ήταν Σεπτέμβριος) πήγα πρωί πρωί στον Άγιο Γεράσιμο. Ο Γέροντας βρισκόταν στην Αγία Πρόθεση και έκανε την προετοιμασία για τη Θεία Λειτουργία στην Πρόθεση.
Εγώ, επειδή συνήθιζα να πηγαίνω στο Ιερό, μπήκα στο Ιερό. Ο Γέροντας ήταν αφοσιωμένος στην Αγία Πρόθεση. Περίμενα κάποια στιγμή να τελειώσει, να τον χαιρετήσω, να του ασπασθώ το χέρι και να έρθω σε μια πρώτη επαφή.
Όντως, μετά από κάμποση ώρα, όταν κάλυψε την Αγιά Πρόθεση, στράφηκε προς το μέρος μου και εγώ του έβαλα μετάνοια και του φίλησα το χέρι.
Ο Γέροντας με καλωσόρισε με τούτα τα λόγια:
-    Καλώς  τονε, Θεολόγος είσαι;
-     Ναι, Γέροντα.
-    Αφού βρέθηκες εδώ, να μας μιλήσεις.
-    Άμα έχω την ευλογία σας…
 Αφού συλλογίστηκα λίγο, γιατί δεν είχα σκεφτεί και την ευαγγελική περικοπή, που θα ανεγινώσκετο εκείνη τη μέρα, του λέω:
-    Γέροντα, αν είναι δυνατό να δω λίγο την ευαγγελική περικοπή, αν και δεν πρέπει να γίνεται έτσι πρόχειρα το κήρυγμα. Θα πρέπει κανείς να προετοιμάζεται, αλλά εφόσον εσείς το προτείνετε, το δέχομαι.
-    Μου έδωσε πράγματι το Ευαγγέλιο, διάβασα την περικοπή και μετά το τέλος, έρχεται ξανά και μου λέει:
-    Που θα μιλήσεις; Μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου ή στο κοινωνικό, που έρχονται οι περισσότεροι, για να ωφελήσουμε περισσότερους ανθρώπους; [Ι 155π.]

(Ανθολόγιο Συμβουλών,Γέροντος Πορφυρίου, εκδ. Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, σελ. 236-237)

Ἡ δύναμη τῆς κοινῆς προσευχῆς

– Γέροντα, μερικὲς φορὲς νιώθω τὴν ἀνάγκη νὰ μείνω στὸ κελλὶ καὶ νὰ κάνω πνευματικὰ παρὰ νὰ πάω στὴν Ἀκολουθία.
– Αὐτὸ ποὺ θὰ γίνη στὴν Ἀκολουθία, μπορεῖ νὰ γίνη ἄλλη ὥρα; Δὲν μπορεῖ νὰ γίνη. Ἐνῶ αὐτὸ ποὺ θὰ κάνης στὸ κελλί, μπορεῖ νὰ γίνη καὶ ἄλλη ὥρα.
– Στὴν ἐκκλησία, Γέροντα, δὲν νιώθω πάντα τὴν ἀλλοίωση ποὺ νιώθω στὸ κελλί.
– Κοίταξε· ἡ κατ’ ἰδίαν προσευχὴ εἶναι προετοιμασία γιὰ τὴν κοινή. Ἡ κοινὴ προσευχὴ ἀπὸ ἄποψη ποιότητος μπορεῖ νὰ εἶναι κατώτερη ἀπὸ τὴν κατ’ ἰδίαν, γιατὶ στὸν ναὸ δὲν μπορεῖς νὰ κινηθῆς ἐλεύθερα, ὅπως ὅταν εἶσαι μόνος. Ἀπὸ ἄποψη ὅμως ἰσχύος εἶναι ἀνώτερη, γιατὶ προσεύχονται ὅλοι μαζί, καὶ ἄλλου ἡ προσευχὴ ἔχει πιὸ πολλὴ δύναμη, ἄλλου πιὸ πολλὴ θέρμη κ.λπ. Αὐτὲς λοιπὸν τὶς δύο-τρεῖς ὧρες ποὺ γίνεται ἡ Ἀκολουθία, πρέπει νὰ εἶσαι κι ἐσὺ ἐκεῖ στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ προσευχηθῆς μαζὶ μὲ ὅλους. Τί εἶπε ὁ Χριστός; «Ὅπου εἶναι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» .
– Γέροντα, μὲ ἀναπαύει πιὸ πολὺ νὰ μένω στὸ κελλί, ἐπειδὴ στὴν Ἀκολουθία ἔχω περίσπαση.
– Ἡ ἀνάπαυση ποὺ νιώθεις ἐκείνη τὴν ὥρα στὸ κελλί, δὲν εἶναι πραγματικὴ ἀνάπαυση. Ἂν κάνης τὸν ἀγώνα σου μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ προσπαθήσης νὰ συγκεντρωθῆς καὶ νὰ λὲς τὴν εὐχή, τότε θὰ κάνης σωστὴ δου¬λειὰ καὶ θὰ βρῆς τὴν πραγματικὴ ἀνάπαυση. Νὰ κάνης μιὰ προσπάθεια νὰ ξεπεράσης τὶς δυσκολίες μέσα στὶς δυσκολίες· αὐτὸ πολὺ θὰ σὲ βοηθήση. Εἶναι σὰν νὰ ἐκπαιδεύεσαι στὸν στρατὸ μὲ πραγματικὲς σφαῖρες, πράγμα ποὺ σὲ κρατᾶ σὲ ἐγρήγορση.
– Γέροντα, στὴν Ἀκολουθία ζορίζομαι, γιατὶ δὲν μπορῶ νὰ λέω τὴν εὐχὴ καὶ νὰ παρακολουθῶ συγχρόνως τὶς ἀναγνώσεις καὶ τὰ ψαλτικά.
– Γιατί ζορίζεσαι; Βλέπω ὅτι ἔχεις ἀγωνία. Λές: «Θέλω νὰ προχωρήσω στὴν νοερὰ προσευχή, θέλω νὰ πλουτίσω...». Αὐτὸ ἔχει μέσα κρυφὸ ἐγωισμό, ὑπερηφάνεια. Ὄχι ὅτι δὲν ἀγωνίζεσαι· ἐγὼ σοῦ τὰ λέω καὶ λίγο ὑπερβολικά. Ἔχεις καλὴ διάθεση καὶ ὁ Χριστὸς θὰ σὲ βοηθήση. Στάσου σὰν παιδάκι μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ μὴ σκέφτεσαι τίποτε. Κινήσου ἁπλά, καὶ θὰ δῆς πόση Χάρη θὰ σοῦ δώση ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία. Μπαίνοντας στὴν ἐκκλησία νὰ σκέφτεσαι πὼς μπῆκες μέσα στὸ καράβι, καὶ ἄφησε τὸν ἑαυτό σου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ νὰ σὲ πάη ὅπου θέλει.
– Ὁ ὕπνος, Γέροντα, μὲ κλέβει στὶς Ἀκολουθίες καὶ μερικὲς φορὲς δὲν μπορῶ νὰ παρακολουθήσω καθόλου. Ὕστερα μοῦ λέει ὁ λογισμός: «Τί ἔγινε ποὺ πῆγες στὴν Ἀκολουθία, ἀφοῦ δὲν προσευχήθηκες;».
– Καὶ ὅταν νυστάζης, καὶ ὅταν σὲ κλέβη ὁ ὕπνος, τὸ καράβι ταξιδεύει. Μέσα στὸ καράβι, ἄλλος χαζεύει, ἄλλος νυστάζει, ἄλλος κοιμᾶται, ἀλλὰ τὸ καράβι προχωράει γιὰ τὸν προορισμό του. Ἐσὺ νὰ προσπαθῆς νὰ μὴν κοιμᾶσαι.
– Γέροντα, ἂν ὁ νοῦς στὴν Ἀκολουθία δὲν ἀσχοληθῆ μὲ τὴν προσευχή, εἶναι κουραστικὴ ἡ Ἀκολουθία.
– Ναί, γιατὶ τότε δὲν τρέφεται ὁ ἄνθρωπος. Ὅταν ὁ νοῦς δὲν εἶναι στὰ θεῖα νοήματα, ἡ Ἀκολουθία εἶναι ἁπλῶς μία σωματικὴ ἄσκηση, ἕνας κόπος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Πάντως, καὶ αὐτὸς ποὺ νυστάζει στὴν ἐκκλησία καὶ ἀγωνίζεται νὰ μὴν τὸν πάρη ὁ ὕπνος, ἔχει μεγάλο μισθό. Μήπως δὲν εἶχε κρεββάτι στὸ κελλί του, νὰ πάη νὰ κοιμηθῆ; Δυὸ κοσμικοὶ πῆγαν στὸ Ἅγιον Ὄρος σὲ μιὰ ἀγρυπνία. Κοιμήθηκαν πρῶτα καὶ κατέβηκαν στὸν ναὸ στοὺς Αἴνους . Ἕνας καλόγερος στὸ διπλανὸ στασίδι νύσταζε καὶ ἀγωνιζόταν νὰ μὴν κοιμηθῆ. Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο κοσμικούς, ὅταν τὸν εἶδε, λέει στὸν διπλανό του: «Κοίτα, οἱ καλόγεροι κοιμοῦνται». Τότε ὁ ἄλλος τοῦ ἀπάντησε σὰν τὸν καλὸ ληστή : «Δὲν ντρέπεσαι; Ἐμεῖς κοιμηθήκαμε τόσες ὧρες καὶ τώρα ἤρθαμε. Δὲν θὰ μποροῦσε κι αὐτὸς νὰ πάη στὸ κελλί του νὰ κοιμηθῆ; Στρῶμα μπορεῖ νὰ μὴν ἔχη, ἀλλὰ ἕνα ξυλοκρέββατο θὰ ἔχη».
– Τὴν Ἀκολουθία, Γέροντα, δὲν τὴν χαίρομαι.
– Ὅλο χαρὰ νὰ ζητᾶμε; Βρίσκεσαι στὸν ναὸ γιὰ τὸν Χριστό. Στέκεσαι στὸ στασίδι, ἀκουμπᾶς κιόλας τὰ χέρια καὶ ξεκουράζεσαι λίγο. Νὰ σκέφτεσαι: «Ὁ Χριστὸς ἔχει ἁπλωμένα τὰ χέρια στὸν Σταυρό, ἐνῶ ἐγὼ ξεκουράζομαι κιόλας». Ἔτσι θὰ νιώσης ἀνάπαυση.
– Γέροντα, στὴν Ἀκολουθία μποροῦμε νὰ καθώμαστε;
– Ὅποιος ἔχει κάποια δυσκολία, μπορεῖ νὰ καθήση λίγο. Ὅποιος ὅμως ἔχει κουράγιο, καλὸ εἶναι νὰ στέκεται ὄρθιος. Ἀλλὰ αὐτὸ νὰ τὸ αἰσθάνεσθε καὶ νὰ τὸ κάνετε ἀπὸ μέσα σας. Ὄχι νὰ λέτε: «Τώρα θὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία, θὰ σταθοῦμε ἔτσι, θὰ ἔχουμε σκυμμένο τὸ κεφάλι, δὲν θὰ κουνηθοῦμε». Αὐτὸ εἶναι ἕνα πράγμα τυπικό, ἐξωτερικό.
– Πολλὲς φορές, Γέροντα, δὲν μπορῶ νὰ συγκεντρωθῶ μέσα στὴν ἐκκλησία, ἐπειδὴ πονοῦν τὰ πόδια μου ἀπὸ τὴν ὀρθοστασία. Τί νὰ κάνω;
– Νὰ θυμᾶσαι τὸ τιμωρητικὸ ξύλο, στὸ ὁποῖο ἔβαλαν τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ λές: «Δόξα τῷ Θεῷ ποὺ πονάω». Τότε θὰ ξεχνᾶς τὸν δικό σου πόνο, ἡ καρδιά σου θὰ γλυκαίνεται καὶ θὰ λὲς καρδιακὰ τὴν εὐχή.

(Παϊσίου Λόγοι ΣΤ΄σελ. 207-210)

Μια διαφορετική εμπειρία Χαράς!

(η προσωπική εξομολόγηση μίας αδελφής μας για το βίωμά της).

Στη ζωή μου από τα παιδικά μου χρόνια έμαθα να προσπαθώ και να επιδιώκω πάντα κάτι καλύτερο από αυτό που κάθε στιγμή είχα. Βιαζόμουν, έτρεχα, τελειοποιούσα, δημιουργούσα, διόρθωνα, αλλά αισθανόμουν μέσα μου κάτι ανικανοποίητο και μη ολοκληρωμένο. Αυτό με παρότρυνε για περαιτέρω δραστηριότητα και προσπάθεια αλλά ταυτόχρονα μεγάλωνε μέσα μου  η αγωνία και η αστάθεια της ψυχής μου. Πίστευα στις προσωπικές μου δυνάμεις και ζούσα μια πνευματικότητα καθοδηγούμενη από τη δική μου κοσμική «ηθική».
Ο Θεός υπήρξε ανέκαθεν στη ζωή μου ως «παντοδύναμος» και «πάνσοφος» αλλά όχι «πανταχού παρών» και «συνοδοιπόρος μου». Ο «Σταυρός Του» και ο «Σταυρός μου» ήταν δύο διακριτά και απομονωμένα μεταξύ τους «πράγματα». Τα προβλήματά μου έπρεπε να τα λύνω μόνη μου «γιατί ποιος θα μπορέσει να τα λύσει αφού είναι δικά μου προβλήματα και είναι μέρος των δικών μου επιλογών;», έτσι σκεφτόμουν.
Ώσπου με κάποιο ευλογημένο τρόπο οδηγήθηκα σε μία εκκλησία και συναντήθηκα με κάτι που δεν ήξερα πώς να το ονομάσω,  αλλά ασκούσε πάνω μου μια αδιόρατη και πρωτοφανή έλξη που με έκανε να αναθεωρήσω την μέχρι τώρα ζωή μου.
Τότε – ντρέπομαι που το λέω, γιατί ήμουν περασμένα σαράντα – άρχισα να εκκλησιάζομαι τακτικά και το σημαντικότερο άρχισα να συμμετέχω στα μυστήρια του Θεού, εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, είχα πνευματικό.
Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι είναι «πνευματικός αγώνας»  - δεν είχα ξανακούσει την έκφραση αυτή,  άρχισα να αισθάνομαι βαθιά στην καρδιά μου την ύπαρξη ενός άλλου βαθύτερου επίπεδου, μέσα στο οποίο άρχισε να γεννιέται ένα αίσθημα παράξενης «καυτής» ευφορίας, που πλημμύριζε όλο μου το σώμα και μου γεννούσε μνήμη Θεού, αγάπης και γλυκύτητας. Αυτό συνέβαινε στιγμές χρονικά ασυσχέτιστες με την παρουσία μου στην εκκλησία, συνήθως στιγμές που ήμουν απορροφημένη με άλλες εργασίες.

Προσπαθούσα για παράδειγμα να βοηθήσω την κόρη μου για τις εξετάσεις του σχολείου και κάτι μέσα μου με διέκοπτε και με ξεσήκωνε να προσευχηθώ, να θυμηθώ το Θεό, να δοξολογήσω.  Το αίσθημα αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσα να το εξηγήσω, ωστόσο ήταν κάτι συγκεκριμένο και υπαρκτό που δεν μπορούσα να αγνοήσω. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου να σκέφτομαι λογικά και να το προσπεράσω, γιατί «δεν γίνονται αυτά» αλλά η καρδιά μου επέμεινε να αισθάνεται τη ζεστή αύρα που πλημμύριζε όλη την ύπαρξη μου.

Αρχικά διαρκούσε κάποιες λίγες στιγμές μέσα στην ημέρα, έκτοτε με την πάροδο του χρόνου, με τη συχνή Θεία Κοινωνία και την παρουσία μου στην εκκλησία, διαρκούσε όλο και πιο πολύ και σταδιακά έγινε μια μόνιμη κατάσταση ευφορίας και «εσωτερικής χαράς».
Το συναίσθημα αυτό δεν ευθυγραμμιζόταν πάντα με το εξωτερικό μου συναίσθημα. Υπήρξαν στιγμές που εξωτερικά τσακιζόμουν ενώ ταυτόχρονα μέσα μου κάτι φτερούγιζε δυνατά. Έτσι αισθάνθηκα ότι ζω δύο ζωές, που αρχικά ήταν παράλληλες, αλλά ασυσχέτιστες μεταξύ τους. Στο βάθος της καρδιάς μου υπήρξε μια αδιόρατη χαρά και εξωτερικά ζούσα την κανονική μου ζωή με τα ποικίλα συναισθήματά της.
Μετά την πάροδο 3 ετών μέσα στην εκκλησία γνωρίζοντας αυτή τη διπλή μου «ιδιοσυγκρασία»,  προσπάθησα να ταυτίσω τις δύο ζωές μου. Να φέρω στην επιφάνεια την εσωτερική μου χαρά και να την κάνω οδηγό για κάθε εξωτερικό συναίσθημα. Ως μητέρα δύο παιδιών, σύζυγος, εργαζόμενη σε θέση καριέρας, μεσούσης της κρίσης, ζω μια ζωή χειμαρρώδη, σαρωτική, με μηδενικό ελεύθερο χρόνο και πολλές φορές «βίαιη».

Η χαρά στον πυρήνα της ψυχής μου, η γλύκα μιας απροσδιόριστης αγάπης, μια ζεστή αύρα που πλημμυρίζει όλο μου το σώμα, η προσευχή στα χείλη που έρχεται χωρίς να το επιλέξω είναι για μένα  «η χαρά του Χριστού μου».  Αισθάνομαι ότι είναι ένα δώρο από Εκείνον και όχι κάποια δική μου κατάκτηση γιατί πολύ απλά με τους ρυθμούς ζωής που ζω - έγνοιες, ευθύνες, τρεξίματα και φροντίδες και ποικίλες αδιέξοδες δυσκολίες – δεν προλαβαίνω να βάλω στη ζωή μου μνήμη Θεού.
Γνωρίζω ότι πρέπει να προσπαθήσω να ευθυγραμμίσω τις δύο ζωές μου, γιατί δύο παράλληλες ζωές  - όπως και δυο παράλληλες γραμμές – συμπορεύονται αλλά δεν συναντούνται γιατί τις χωρίζει μια απόσταση. Δεν είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρω. Εκείνο που έχω καταφέρει είναι να επικαλούμαι τη χαρά του Χριστού μου, σε κάθε δυσκολία της «επιδερμικής» ζωής και να λέω «δεν φοβάμαι, έχω το Χριστό μου και εκείνος μου έχει δώσει ένα δώρο, τι άλλο άραγε να θελήσω;».
Νομίζω ότι η πνευματική ζωή είναι μια πορεία ευθυγράμμισης της ζωής μας με την Αγάπη του Χριστού. Όταν οι δύο γραμμές της ζωής μας θα εφάπτονται, τότε θα πορευόμαστε πάνω στη γραμμή του Θεού.
Προσπαθώ να πλησιάσω όσο μπορώ περισσότερο, αλλά αυτό είναι ένας συνεχής αγώνας, μια διαδρομή δύσκολη, ένα μονοπάτι θυσίας, ένας δρόμος που οδηγεί την απόλυτη Αγάπη.
Θέλω να είμαι ευγνώμων για όλα τα καλά που μου έχει δώσει ο καλός Θεός. Με ευλόγησε να γίνω μητέρα, να έχω υγεία, να σπουδάσω να κάνω δημιουργικά πράγματα στη δουλειά μου. Δεν είναι όμως αυτά τα δώρα Του που επικαλούμαι όταν αισθάνομαι πληγωμένη και τσακισμένη.

Δε μου είναι αρκετό και δεν με αναπαύει τόσο αυτή η σκέψη. Ίσως να με αγχώνει λίγο γιατί με κάνει να αισθάνομαι αχάριστη. Εκείνο που με αναπαύει είναι να επικαλούμαι την εσωτερική μου «χαρά» το δώρο του Θεού μου, το εσωτερικό μου άδειασμα από τα κοσμικά και γέμισμα από τα Θεϊκά δώρα.
Αισθάνομαι κάποιες φορές ότι δεν χαίρομαι το Δώρο του Θεού όσο ίσως θα έπρεπε. Δεν τα καταφέρνω πάντα είναι προφανές.  Όμως αυτή η διαπίστωση της μικρότητά μου, με γεμίζει με την βεβαιότητα ότι είμαι ένας άνθρωπος που μέχρι «εκεί μπορώ να φτάσω», ίσως δεν μπορώ περισσότερο. Τότε έρχεται η στιγμή που ζητάω «συγνώμη» από το Θεό και τον παρακαλώ να μη μου πάρει το Δώρο Του.

Τις στιγμές αυτές αισθάνομαι αυτό το συναίσθημα στον πυρήνα της καρδιάς μου να γιγαντώνεται, και απορώ πως τη στιγμή των δακρύων, της θλίψης, της λύπης, της «πτώσης» Αυτός είναι εκεί. Η απάντηση  μέσα μου είναι: «η αγάπη του Χριστού  είναι αδιαμφισβήτητη  και δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τα πόσα μπορώ να καταλάβω ή πόσα μπορώ να καταφέρω». Αποδέχεται την μικρότητά μου γιατί «τόσο μπορώ».  Αυτό νομίζω σημαίνει Αγάπη Θεού, ανεξάρτητα της ασημαντότητας μου Εκείνος να είναι πάντα εκεί, και εγώ ευλογήθηκα να τον αισθάνομαι.
Αυτό το βίωμα μου αποτελεί για μένα την μεγαλύτερη απόδειξη ότι υπάρχει ο Θεός και ότι κατοικεί στην καρδιά μου, ακόμα και αν δεν το αξίζω. Αυτό με κάνει να θέλω συνεχώς να είμαι στη Θεία Λειτουργία, να θέλω να ρουφήξω Θεό όσο μπορώ περισσότερο στη ψυχή μου. Δεν χορταίνεται ο Θεός, δεν τελειώνει αυτή η δίψα, δεν μαθαίνεται ποτέ. Κάποια στιγμή νόμιζα ότι  πρέπει όλα αυτά να τα εξηγήσω να τα ερμηνεύσω και τα εκλογικεύσω. Τώρα ευτυχώς δεν θέλω καμιά εξήγηση. Θέλω μόνο να υπάρχουν.
Ακούω πολλές φορές ότι ο Θεός παίρνει τα δώρα Του και αφήνει πάλι μόνους τους ανθρώπους Του για να προσπαθήσουν  περισσότερο. Δεν νομίζω ότι θα το άντεχα αυτό, για αυτό τον παρακαλώ μέρα νύχτα να μη στερήσει από εμένα το Δώρο Του. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς το Χριστό «μου».

Θέλω να το φωνάξω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Εγώ ο ίδιος άνθρωπος μέσα στον ίδιο αγώνα, με τον ίδιο Σταυρό όταν κοινώνησα πήρα ένα Δώρο και το πήρα άμεσα. Αυτό το δώρο είναι απόδειξη ότι υπάρχει Θεός, και ότι είναι εδώ και με αγαπάει πολύ και δεν θέλω να Τον χάσω. Αυτό το δώρο ίσως να είναι η απόδειξη ότι έκανα ήδη και εγώ έναν αγώνα «συν Θεώ» χωρίς να το έχω αντιληφθεί.
Κανένα δώρο δεν δίνεται χωρίς λόγο, το αντιλαμβάνομαι αυτό Θεέ μου, γιαυτό υπόσχομαι να συνεχίσω να είμαι πάντα «εκεί». Εκεί που με συνάντησες εκεί θα μείνω, αυτό αισθάνομαι να μου ζητάς. Υπόσχομαι να το κάνω αυτό Θεέ μου, και αυτό  θα είναι  το δικό μου μικρό «δώρο» και με τη δική Σου βοήθεια θα τα «καταφέρουμε» Θεέ μου. Έτσι δεν είναι ;
Σε παρακαλώ καλέ μου Θεέ, λατρεμένε μου Χριστέ, μη μου στερήσεις  τα Δώρα Σου!

Μ.Ψ.

(ένα συγκλονιστικό περιστατικό από την Ιστορία της Εκκλησίας μας γύρω στο 389 μ.Χ.)

Ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ζητών την αποφυλάκισιν ηνίοχου τινός του ιπποδρόμου, φυλακισθέντος δι’ αισχρόν έγκλημα, μη εισακουσθείς δε, κατήντησεν εις μανιακόν διάβημα, μαρτυρούν πόσον ανάγωγοι και συρφετώδεις ήσαν οι όχλοι των καιρών εκείνων. Προβάς δηλαδή εις στάσιν, εφόνευσε τον αρχιστράτηγον του εν Ιλλυρία στρατού  Βουθερίκον και πολλούς άλλους αξιωματικούς· προσθέτων δε εις την κακουργίαν κτηνώδη ύβριν, έσυρε τα σώματά των εις τας οδούς.
Η είδησις φυσικά εξώργισε τον Θεοδόσιον, όστις εις το βαρύτατον έγκλημα ηθέλησε να επιβάλη παραδειγματικήν ποινήν.
Ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τον παρακάλεσε να μη σπεύση εν τόσει εξάψει, να προσέξη δε προ παντός, όπως μη τιμωρήση αθώους μετά των ενόχων. Ο αυτοκράτωρ, όστις ενδιεφέρετο δια την δικαιοσύνην, υπεσχέθη· αλλ’ οι περί αυτόν άρχοντες του παρέστησαν πάλιν ότι εις τοιούτο έγκλημα, πραχθέν υπό χιλιάδων, η λεπτομερής ανάκρισις θα ανέβαλλεν επ’ αόριστον την τιμωρίαν και θα την εματαίωνε, πράγμα το οποίον θα εθράσυνε τους απανταχού της αυτοκρατορίας όχλους και θα διεκύβευε την δημοσίαν τάξιν.


Ο δε Θεοδόσιος παραπεισθείς εκ των παρατηρήσεων τούτων, φοβηθείς προσέτι μη ελαφροτέρα τιμωρία δεν θεωρηθή ικανοποιητική εκ του στρατού, εξαφθείς σφοδρότερον εκ νέων πληροφοριών περί των τολμηθέντων υπό του έκφρονος συρφετού, απέστειλε διάταγμα σφαγής κατά του λαού της Θεσσαλονίκης εν τω ιπποδρόμω εκείνω, η υπέρ του οποίου μανία επέφερε την σφαγή του Βουθερίκου και των αξιωματικών.

Προσεκλήθη λοιπόν ο λαός εις τον ιππόδρομον δήθεν δι’ αγώνας ότε δε επληρώθη ολόκληρος από συνωστιζόμενα πλήθη, οι στρατιώται, εφορμήσαντες με γυμνά ξίφη και πλήττοντες αδιακρίτως, εθανάτωσαν εις διάστημα τριών ωρών επτά χιλιάδας.
Η είδησις, φθάσασα εις Μεδιόλανα, κατελύπησε τον Αμβρόσιον. Και να μεταβή μεν προσωπικώς προς τον θεοδόσιον δεν έκρινε πρέπον και σκόπιμον· αφ’ ενός, διότι εφοβείτο μήπως εν τη συνδιαλέξει δοθή αφορμή σφοδροτέρων λόγων· αφ’ ετέρου, διότι δεν ήθελε να επικοινωνήση προς τον δώσαντα διαταγήν τόσης σφαγής. Μετέβη λοιπόν εις εξοχήν, αφήκε να παραδοθούν ημέραι τινές, και έπειτα έγραψεν επιστολήν προς τον αυτοκράτορα παριστώσαν πόσον τρομερόν υπήρξε το διαπραχθέν έγκλημα. Προσθέτετε δε:

«το αμάρτημα δεν εξαλείφεται ειμή δια δακρύων και μετάνοιας· ούτε άγγελοι ούτε αρχάγγελοι δύνανται να συγχωρήσουν αυτό άλλως.

Αυτός ο Κύριος δεν παρέχει την άφεσιν ειμή εις μόνους τους μετανοούντας. Σας συμβουλεύω· σε παρακαλώ· σε προτρέπω· σε παραινώ. Δεν τολμώ να επιτελέσω την αγίαν προσφοράν, εάν θελήσης να παρευρεθής εις αυτήν.

Ό,τι δεν είνε συγχωρημένον μετά το χυθέν αίμα ενός μόνου αθώου, είνε δυνατόν να συγχωρηθή, αφού δια σε εξεχύθη αίμα χιλιάδων;"
Ο Θεοδόσιος εταράχθη. Τι όμως έπρεπε να πράξη; εκκλησιαζόμενος τακτικά, εθεώρει βαρείαν στέρησιν την απουσίαν έστω και μιαν μόνην Κυριακήν εκ του ναού.

Έπειτα, φρονών ότι, διατάξας ως διέταξεν, υπέκυπτεν εις απαραίτητον ανάγκην του κράτους και εξασφάλισιν της δημοσίας τάξεως, άνευ της οποίας παντοία και αθεράπευτα θα εξαπελύοντο κακά, δεν εύρισκεν ορθάς κατά πάντα τας παρατηρήσεις του επισκόπου.
Μετέβη λοιπόν κατά το σύνηθες εις τον ναόν. Αλλ’ ο Αμβρόσιος επέβλεπε· πληροφορηθείς ότι ο αυτοκράτωρ έρχεται, σπεύδει, τον συναντά έξω από τα πρόθυρα, και του εμποδίζει την είσοδον· αιτιολογεί δε το διάβημά του.
«Ουκ οίσθα (είπεν), ως έοικεν, ω βασιλεύ, της ειργασμένης μιαιφονίας το μέγεθος, ουδέ μετά την του θυμού παύλαν ο λογισμός επέγνω το τολμηθέν· ουκ εά γαρ ίσως της βασιλείας η δύναμις επιγνώναι την αμαρτίαν, αλλ’ επιπροσθεί η εξουσία τω λογισμώ. Χρή μέντοι ειδέναι την φύσιν και το ταύτης θνητόν τε και διαρρέον, και τον πρόγονον χουν, εξ ου γεγόναμεν και εις ον απορρέομεν· και μη, τω άνθει της αλουργίδος αποβουκολούμενον, αγνοείν του καλυπτομένου σώματος την ασθένειαν. Ομοφυών άρχεις, ω βασιλεύ, και μεν δη και ομοδούλων. Εις γαρ απάντων δεσπότης και βασιλεύς, ο των απάντων δημιουργός. Ποίοις τοίνυν οφθαλμοίς όψει τον του κοινού δεσπότου ναόν; Ποίοις δε ποσί το δάπεδον εκείνο πατήσεις το άγιον; Πως δε τας χείρας εκτενείς, αποσταζούσας έτι του αδίκου φόνου το αίμα; Πως δε τοιαύταις υποδέξη χερσί του δεσπότου το πανάγιον σώμα; Πως δε τοις στόμασι προσοίσεις το αίμα το τίμιον, τοσούτον δια τον του θυμού λόγον εκχέας παρανόμως αίμα; Άπιθι τοίνυν, και μη πειρώ  τοις δευτέροις την προτέραν αύξειν παρανομίαν,  και δέχου  τον δεσμόν, ω ο Θεός, ο των όλων δεσπότης, άνωθεν γίνεται σύμψηφος· ιατρικός δε ούτος και πρόξενος υγείας»
(μετάφραση=Δεν κατάλαβες, όπως φαίνεται, βασιλιά μου, το μέγεθος  της δολοφονίας που διαπράχθηκε, ούτε μετά το τέλος του θυμού συνειδητοποίησε ο λογισμός αυτό που τολμήθηκε·

διότι δεν αφήνει ίσως η δύναμη της βασιλείας να καταλάβεις την αμαρτία, αλλά η εξουσία συσκοτίζει το λογισμό.

Πρέπει όμως να καταλάβεις τη φύση σου και την θνητότητα και προσωρινότητά της και το προγονικό χώμα από το οποίο γίναμε και στο οποίο διαλυόμαστε· και να μην παραπλανηθείς από το άνθος της βασιλικής αλουργίδας και αγνοήσεις την ασθένεια του σώματος που αυτή καλύπτει.

Εξουσιάζεις, βασιλιά, αυτούς που έχουν την ίδια φύση με εσένα και είναι μάλιστα ομόδουλοι. Διότι ένας είναι δεσπότης και βασιλιάς όλων, ο δημιουργός των όλων.

Με ποιά λοιπόν μάτια θα δεις το ναό του κοινού δεσπότη;

Με ποιά πόδια θα πατήσεις το άγιο εκείνο δάπεδο;

Πώς θα απλώσεις στον ουρανό τα χέρια, τη στιγμή που στάζουν ακόμα από το αίμα του άδικου φόνου;

Πώς με τέτοια χέρια θα υποδεχτείς το πανάγιο σώμα του δεσπότη;

Πώς θα φέρεις το τίμιο αίμα στο στόμα, αφού με τα λόγια του θυμού σου έχυσες παράνομα τόσο αίμα;

Φύγε λοιπόν και μην επιχειρήσεις με τη δεύτερη αυτή συμπεριφορά σου να αυξήσεις την προηγούμενη παρανομία·

και να δεχτείς τον δεσμό (του επιτιμίου), για τον οποίο από τον ουρανό συμφωνεί ο Θεός, ο των όλων δεσπότης· αυτός ο δεσμός είναι ιατρικός και πρόξενος υγείας).
Ο Θεοδόσιος εις την περίστασιν εκείνην εδείχθη άξιος εαυτού. Ενώ, μεταχειρισμένος την δύναμίν του, είχε το μέσον να αναστηλώση κοσμικώς το ταπεινούμενον βασιλικόν μεγαλείον του, δεν ωργίσθη δια την τόλμην του επισκόπου, δεν παρωξύνθη δια την δημοσία γενομένην προς αυτόν επιτίμησιν, αλλ’ υπενθύμισε μόνον προς τον Αμβρόσιον ότι ο Δαβίδ και εις μοιχείαν και εις ανθρωποκτονίαν υπέπεσεν.
Ο επίσκοπος έδραξε φιλοστόργως και ετοίμως την ευκαιρίαν.

«Καθώς λοιπόν εμιμήθης του Δαβίδ την αμαρτίαν, είπεν, ούτω μιμήθητι και αυτού την μετάνοιαν».

Ο βασιλεύς εύρεν την νουθεσίαν ορθοτάτην.
Ο πανίσχυρος αυτός σκηπτούχος έστρεψε το βήμα του ως ο έσχατος των υπηκόων του, εξέχυσε δε πικρά δάκρυα μετανοίας, και μόνον μετά μήνας οκτώ, την εορτήν των Χριστουγέννων, δημοσία εξομολογηθείς το αμάρτημά του, πρηνής δε, εζήτησε συγχώρησιν.

Ο Αμβρόσιος τότε τον εδέχθη εις την θείαν κοινωνίαν.

(Οι Βίοι των Αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, τόμος 4, Δεκέμβριος σελ. 46-48)

Σελίδα 1 από 5

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (183) Αγάπη Θεού (48) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (42) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (49) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (15) άγιος (75) αγνότητα (7) άγχος (11) αγώνας (60) αγώνας πνευματικός (22) αθεΐα (90) αιρέσεις (67) αλήθεια (26) αμαρτία (61) Αμβρόσιος άγιος (1) Ανάσταση (65) ανασταση νεκρών (5) ανθρώπινες σχέσεις (131) άνθρωπος (17) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (54) ασθένεια (17) άσκηση (3) αστρολογία (2) αυτογνωσία (47) Β Παρουσία (9) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (4) βιοηθική (9) γάμος (36) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (29) γνώση (5) γονείς (41) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (7) δάκρυα (3) δάσκαλος (10) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (41) διάβολος (44) διάκριση (41) διάλογος (2) δικαιοσύνη (3) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (94) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (56) Εκκλησιαστική Ιστορία (11) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (13) ελευθερία (15) Ελλάδα (15) ελπίδα (14) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (66) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (5) επιστήμη (65) εργασία (27) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (38) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (58) ευγένεια (4) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (23) ευχαριστία (7) ζήλεια (1) ζώα (13) ηθική (5) ησυχία (5) θάνατος (95) θάρρος (15) θαύμα (65) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (46) Θεία Λειτουργία (43) θεία Πρόνοια (2) θέληση (4) θεολογία (10) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (103) θρησκείες (7) θυμός (30) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (4) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (16) ιερέας (45) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (5) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (14) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (19) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (36) καταναλωτισμός (1) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (4) Κλίμακα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (80) κόλαση (11) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (3) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (44) λείψανα (2) λογισμοί (25) λύπη (1) μαγεία (5) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (6) μελέτη (6) μετά θάνατον (26) μετά θάνατον ζωή (27) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (62) μητέρα (9) μίσος (1) μνημόσυνα (4) μοναξιά (11) μοναχισμός (9) μόρφωση (9) μουσική (2) Ναός (2) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (13) Νικόλαος Άγιος (2) νους (8) οικονομία (2) Οικουμενισμός (2) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (50) όρκος (1) πάθη (31) πάθος (2) παιδεία (8) παιδιά (21) Παΐσιος Όσιος (9) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (57) Παπαδόπουλος Στυλιανός (1) παράδειγμα (6) Παράδεισος (43) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πεντηκοστή (4) πίστη (148) πλούτος (12) πνευματική ζωή (61) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (11) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (24) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (41) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (125) προσοχή (3) προτεσταντισμός (17) προφητείες (1) ραθυμία (3) Ρωμαιοκαθολικισμός (12) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (25) Σταύρωση (11) συγχώρηση (5) σχίσμα (1) σώμα (4) ταπεινοφροσύνη (61) ταπείνωση (2) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (7) υπαρξιακά (36) υποκρισία (2) υπομονή (39) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (10) φιλοσοφία (11) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (19) φως (1) χαρά (26) χάρις θεία (10) χαρίσματα (1) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (20) Χριστός (9) Χριστούγεννα (38) χρόνος (15) ψεύδος (10) ψυχαγωγία (1) ψυχή (62) ψυχολογία (13)