Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα ερμηνευτικο στο κατά Ιωάννην, Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)

Ιωάννου. 6,48 ἐγώ(1) εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς(2).
Ιω. 6,48 Εγώ είμαι ο άρτος, που δίδω την πραγματικήν, την αιωνίαν ζωήν (μετάφραση Κολιτσάρα Ι).
(1)   Επαναλαμβάνει με έμφαση την αλήθεια του σ. 35. Οι διακηρύξεις λέγονται χωρίς σύνδεση, σαν κάποιοι ουράνιοι χρησμοί, χωρίς όμως και να διασπάται το νόημα του λόγου. Έτσι ο παρών σ. αποτελεί αιτιολογία του αμέσως προηγούμενου. Αυτός που πιστεύει στο Χριστό θα έχει ζωή αιώνια, διότι ο Χριστός είναι ο άρτος της ζωής. Και όπως ακριβώς ο υλικός άρτος ενισχύει και παρατείνει τη σωματική μας ζωή, έτσι και η επικοινωνία με τον πνευματικό άρτο της ζωής, παρέχει την αιώνια ζωή (ο,g).
(2)   «Αποκαλεί λοιπόν τον εαυτό του άρτο ζωής, διότι συγκροτεί (συνθέτει) τη ζωή μας, και αυτήν και την μελλοντική» (Χ).
«Επειδή είναι τροφή που αρμόζει κατεξοχήν στα λογικά όντα, συγκρατεί την σύσταση της ψυχής, διαφυλάσσει τα γνωρίσματά της, αναπληρώνει πάντοτε προσθέτοντας από τον εαυτό του ό,τι της λείπει και με αυτόν τον τρόπο δεν αφήνει να πέσει στην ασθένεια που προκύπτει από την έλλειψη λογικής» (Β).
Με γενικότερη λοιπόν έννοια πρέπει να το πάρουμε αυτό και όχι για δήλωση μόνο της διδασκαλίας («Ο άρτος του Ιησού είναι ο λόγος με τον οποίο τρεφόμαστε» Ω), ή μόνο του σώματός του («λέει άρτο, δηλαδή εννοεί εδώ τα δόγματα τα σωτήρια και την πίστη σε αυτόν ή το σώμα του· διότι και τα δύο ενδυναμώνουν την ψυχή» Χ).
Ονομάζει τον εαυτό του άρτο της ζωής ως αρχή ζωτική που πηγάζει τη ζωή. Ο Χριστός είναι η ζωή μας. Αυτό είναι το σύνθημά μας και η πείρα μας. Όταν όμως λέμε, ότι ο Χριστός είναι η ζωή μας, πρέπει να εννοούμε, ότι από το Χριστό ξεχύνεται προς εμάς και στο εσωτερικό μας ρεύμα ουράνιας και θείας ζωής, την οποία καμία δύναμη θανάτου δεν μπορεί να θίξει, ούτε κάποια επίδραση ασθένειας να διαταράξει. Η ένωσή μας με το Χριστό μεταδίδει σε εμάς αυτήν τη ζωή. Αυτός είναι στον ουρανό και εμείς ζούμε πάνω στη γη. Η απόστασή μας αυτή είναι αδιάφορη αρκεί ο αγωγός που μας συνδέει μαζί του να διατηρείται στερεός. Και ο αγωγός αυτός είναι η πίστη. Η ζωντανή πίστη μόνη αυτή συνδέει την ψυχή με τον Χριστό και θέτει σε άμεση σχέση γη και ουρανό. Εφόσον διατηρούμε την σχέση και ένωσή μας με το Χριστό, το ρεύμα της ζωής που πηγάζει από αυτόν, θα διοχετεύεται και σε εμάς.
Δεν μοιάζει η ζωή αυτή απλώς και μόνο με θησαυρό χρυσού, τον οποίο μας παραδίδουν για φύλαξη. Δεν μοιάζει με λίμνη ή κάποια αποθήκη νερού που σχηματίστηκε στο εσωτερικό μας και διατηρείται σε αυτό, την ώρα που εμείς χωριζόμαστε από κάθε τι που είναι έξω από εμάς και περιοριζόμαστε στον εαυτό μας. Είναι κάτι που φυλάγεται στον ουρανό και από εκεί πηγάζει συνεχώς και το οποίο μεταδίδεται σε εμάς ανά πάσα στιγμή, όπως ακριβώς το φως εκπέμπεται από τον ήλιο συνεχώς και σε κάθε στιγμή διαδοχικά φθάνει σε εμάς. Η σχέση μας λοιπόν και ένωσή μας με το Χριστό πρέπει να διατηρείται αδιάσπαστη, διότι αλλιώς η ζωή χάνεται για εμάς.

Ιω. 6,49 οἱ πατέρες(1) ὑμῶν(2) ἔφαγον τὸ μάννα(3) ἐν τῇ ἐρήμῳ(4) καὶ ἀπέθανον(3)·
Ιω. 6,49 Οι πατέρες σας έφαγαν το μάννα εις την έρημον, τον θαυμαστόν πράγματι άρτον, και απέθανον, διότι επρόκειτο περί υλικής τροφής.
(1)   Για τους οποίους μιλήσατε στο σ. 31: Οι πατέρες μας έφαγαν το μάννα (b). «Επειδή προηγουμένως είπαν σε αυτόν ότι, Οι πατέρες μας… κάνει τώρα σύγκριση εκείνου του μάννα και αυτού του άρτου» (Ζ).
(2)   Δεν είπε ἡμῶν (μας)· δείχνει λοιπόν με αυτό, ότι έχει την καταγωγή υψηλότερη από όσο υπέθεταν (b). Ίσως λέγεται και σε σχέση με την απιστία που έδειξαν αυτοί οι πατέρες=Οι πατέρες σας που απίστησαν, των οποίων αντάξιοι απόγονοι είστε εσείς. Δηλαδή είναι ανάλογο με το Ματθ. Κγ 31,32 (ο).
«Υπήρξαν πατέρες σας, διότι είστε όμοιοι με αυτούς» (Αυ).
(3)   «Κέρδισαν με εκείνο (το μάννα) πρόσκαιρη τη ζωή, και πρόσφεραν με αυτό στο σώμα εφήμερη την τροφή» (Κ). Το μάννα ήταν μία φυσική ενίσχυση της σωματικής ζωής και δεν είχε τη δύναμη να ασφαλίσει τελικά αυτήν από το φυσικό θάνατο. Αντίθετα ο άρτος της ζωής είναι πνευματική τροφή, που παρέχεται συνεχώς από το Θεό και με την λήψη αυτού εξασφαλίζεται στον άνθρωπο ζωή αιώνια (τ).
(4)   Μάλλον αναφέρει αυτό, επειδή και οι συνομιλητές του καθορίζοντας τον τόπο της διατροφής με το μάννα, ανέφεραν αυτό. Αξιόλογη και η ερμηνεία:
«Και το «στην έρημο» δεν το έβαλε τυχαία, αλλά υπαινισσόμενος, ότι εκείνο δεν διήρκεσε πολύ, ούτε μπήκε μαζί τους στη γη της επαγγελίας» (Χ).

Ιω. 6,50 οὗτός ἐστιν(1) ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνων(2), ἵνα(3) τις(4) ἐξ αὐτοῦ(5) φάγῃ(6) καὶ μὴ ἀποθάνῃ(7).
Ιω. 6,50 Αυτός όμως που σας λέγω εγώ τώρα είναι ο άρτος που κατεβαίνει από τον ουρανόν και έχει τέτοιαν ανυπολόγιστον δύναμιν, ώστε, εάν φάγη κανείς από αυτόν, να μη πεθάνη ποτέ.
(1)   Αυτός που αναφέρθηκε στο στ. 48 (β)= Αυτός ο άρτος είναι ο άρτος…
(2)   Σε χρόνο ενεστώτα για να δηλώσει ουσιώδη ιδιότητα αυτού του άρτου (δ).
(3)   Μπορεί να εξαρτηθεί από το «καταβαίνων». «Κατεβαίνει, για να θρέψει και να αθανατίσει» (Ζ). Μπορεί όμως και να αποδοθεί και στη φράση «που από τη φύση του είναι τέτοιος», η οποία υπονοείται εκτός κειμένου.
(4)   Οποιοσδήποτε θέλει (b). Χωρίς περιορισμό ποσότητας αυτών που τρώνε ή καταγωγής τους.
(5)   Σαν από ανεξάντλητη πηγή και απόθεμα (ο).
(6)   Λέγεται σύμφωνα με την εβραϊκή κατά παράταξη σύνταξη. Αντί να πει: ίνα, εάν τις φάγη εξ’ αυτού μη αποθάνη.
(7)   Δηλαδή με πνευματική έννοια, εφόσον η τροφή αυτή αναφέρεται σε πνευματική ζωή· υπάρχει όμως αναπόσπαστη και η ανάσταση του σώματος (b). Λέγεται μεν με ηθική και πνευματική έννοια, όχι όμως ασχέτως και με την κατάργηση του φυσικού θανάτου, η οποία θα συντελεστεί με την ανάσταση, διότι ο Κύριος για φυσικό θάνατο μίλησε σε σχέση με το μάννα. Συνεπώς και εδώ δεν είναι δυνατόν να μην συνυπονοεί και αυτόν (g).
«Αυτοί που εισάγουν μέσα τους τον άρτο της ζωής, θα έχουν ως βραβείο την αθανασία… θα ανεβούν σε αιώνιο και χωρίς τέλος μήκος ζωής, της κατά Χριστόν ζωής… και αν ακόμα ολισθαίνοντας σε αυτό το κοινό τέλος, πάθουν το ανθρώπινο, αλλά όπως λέει ο Παύλος, «ζουν για το Θεό» οι μέλλοντες να ζήσουν» (Κ).

Ιω. 6,51 (1) ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν(2) ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς(3)· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ(4) ὁ ἄρτος δὲ(4) ὃν ἐγὼ δώσω(5), ἡ σάρξ μού ἐστιν(6), ἣν ἐγὼ δώσω(7) ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς(8).
Ιω. 6,51 Εγώ είμαι ο άρτος ο ζων, που έχω κατεβή από τον ουρανόν• όποιος φάγη από τον άρτον τούτον, θα ζήση αιωνίως. Και ο άρτος, τον οποίον εγώ θα σας δώσω, είναι η σαρξ μου, η ανθρωπίνη μου υπόστασις την οποίαν θα προσφέρω θυσίαν δια την σωτηρίαν και ζωήν του κόσμου”.
(1)   Στο πρώτο τμήμα του σ. 51 περιλαμβάνει ό,τι είπε στο σ. 50 με τρόπο ακόμη περισσότερο εμφαντικό, επιβεβαιώνοντας έτσι εντονότερα αυτό και χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα για μετάβαση στο άλλο μισό («Και ο άρτος δε…»), με το οποίο εισάγει και νέα εξόχως σοβαρή ιδέα (g).
(2)   «Ο οποίος ζει πάντοτε και παρέχει ζωή» (Ζ). Αυτός που έχει μέσα του τη ζωή και ποτέ δεν πεθαίνει και για αυτό παρέχει και στους άλλους τη ζωή.
«Ακούσατε πια ολοκάθαρα και όχι πλέον καλυμμένα: Εγώ είμαι ο άρτος… Αυτοί που έφαγαν από εκείνο (το μάννα) πέθαναν· διότι δεν ήταν άρτος που έδινε ζωή· αυτός όμως που τρώει αυτόν τον άρτο, δηλαδή εμένα… θα ζήσει αιώνια» (Κ).
Ο Κύριος είναι ο άρτος ο ζωντανός, διότι έχει μέσα του αιώνιο και ανεξάντλητο απόθεμα ζωής. Έχει μέσα του την ίδια την αρχή της ζωής και για αυτό μπορεί να μεταδίδει ζωή αιώνια (μ).
(3)   Δες σ. 33. Ο αόριστος αναφέρεται στο γεγονός της σάρκωσης που πραγματοποιήθηκε σε συγκεκριμένο χρόνο (β).
«Για αυτό είμαι ο ζωντανός άρτος, διότι κατέβηκα από τον ουρανό. Και το μάννα κατέβηκε από τον ουρανό, αλλά το μάννα ήταν μόνο σκιά, ενώ αυτός ο άρτος είναι η αλήθεια» (Αυ).
(4)   Το δεύτερο αυτό τμήμα συνδέεται με το πρώτο με το «και» και το «δε». Νέο βήμα στο διάλογο. Το επιτακτικό «δε» και το ρήμα δώσω σε μέλλοντα χρόνο, συμφωνούν με αυτό· διότι άλλωστε μέχρι τώρα δεν έκανε λόγο για σάρκα, ούτε για το αίμα του σ. 53 (b).
Το μεν «και», σημαίνει ιδέα συγγενική, ενώ το «δε» δηλώνει πρόοδο. Θα αποδώσουμε τα δύο μόρια με το: επί πλέον (g). Το σύνολο αυτών των λόγων που αφορούν στη σάρκα του και το αίμα του αναφέρονται στο πάθος του Ιησού Χριστού και μαζί με αυτό στο Μυστικό Δείπνο (b).
(5)   «Βάζει τον εαυτό του να δίνει και όχι τον Πατέρα» (Χ).
«Δεν είπε όμως «αυτόν που δίνω», αλλά «αυτόν που θα δώσω». Διότι επρόκειτο να δώσει αυτόν στο τελευταίο δείπνο» (Ζ).
Το πρώτο αυτό «δώσω» αναφέρεται στην πράξη της διατροφής αυτών που πιστεύουν=θα δώσω για τροφή (g). Η σκέψη μεταπηδά από το τι είναι ο Χριστός στο τι δίνει ο Χριστός. Όπως ο Πατέρας έδωσε τον Υιό (Ιω. γ 16), έτσι τώρα ο Υιός δίνει τη σάρκα του (μ).
(6)   «Δεν είπε ότι ο άρτος τον οποίο εγώ θα δώσω είναι αντίτυπο (αντίγραφο, ομοίωμα) της σάρκας μου, αλλά είναι η σάρκα μου» (Θφ).
Ότι ο Λόγος έγινε σάρκα παίρνοντας την ανθρώπινη φύση είναι θεμελιώδες και κεντρικό γεγονός για το τέταρτο Ευαγγέλιο (Ιω. α 14,Α΄ Ιω. δ 2,Β΄Ιω. 7)(β). Ο όρος σάρκα και όχι ο όρος σώμα χρησιμοποιείται από τον Ιγνάτιο στην ορολογία της θ. Ευχαριστίας. Δες Ιγνατίου προς Ρωμ. ζ 3,Φιλαδελ. δ 1,ια 2,Σμυρν. στ 2 και Ιουστίνου Α΄Απολογ. 66 (χ).
(7)   «Θα δώσω σε θάνατο. Εδώ δηλαδή φανερώνει από πριν την σταύρωσή του. Και το «θα δώσω», φανερώνει το εκούσιο αυτού του πάθους» (Ζ).
«Δείχνει την εξουσία του, ότι δηλαδή δεν σταυρώθηκε ως δούλος και κατώτερος του Πατέρα του, αλλά με τη θέλησή του» (Θφ).
«Πεθαίνω, λέει, για χάρη όλων, για να δώσω ζωή σε όλους με τον εαυτό μου, και έκανα τη σάρκα μου αντίλυτρο της σάρκας όλων… προσφέροντας για χάρη σας τον εαυτό μου σαν άμεμπτο σφάγιο στο Θεό και Πατέρα» (Κ).
Από εδώ προβάλλει η ξεχωριστή αναφορά της σάρκας και του αίματος τόσο σταθερά· διότι στο πάθημά Του το αίμα του χύθηκε έξω από το σώμα του και ο αμνός έτσι σφάχτηκε (b).
(8)   Ο Ιησούς, όπως είπαμε παραπάνω, όταν μιλούσε προς τους Ιουδαίους, είχε στο νου και το Ιουδαϊκό Πάσχα. Το νέο Πάσχα, στο οποίο αμνός που θα θυσιαζόταν θα ήταν αυτός, θα εκτεινόταν πολύ ευρύτερα από το παλαιό Πάσχα. Ολόκληρη η ανθρωπότητα θα καλούνταν να μετάσχει στο Πάσχα αυτό και να κοινωνήσει την ζωή που αυτό παρέχει (g).
«Έχει δώσει λοιπόν για χάρη της ζωής όλων το ίδιο του το σώμα ο Χριστός» (Κ). Τα λόγια του Κυρίου για τη σάρκα του στο δεύτερο τμήμα του σ., εκφράζουν διπλή έννοια. Πρώτον αποδίδεται από αυτά απολυτρωτική έννοια στο θάνατο του υιού του Θεού, ο οποίος ήλθε για να δώσει την σάρκα του θυσία για τη ζωή του κόσμου. Έπειτα αποδίδεται από αυτά απολυτρωτική σημασία και στην Ευχαριστία, η οποία είναι ταυτόχρονα η συγκεκριμένη ανάμνηση της θυσίας που μία φορά προσφέρθηκε πάνω στο Σταυρό, τα αγαθά της οποίας μεταδίδονται μέσω της Ευχαριστίας σε καθέναν που κοινωνά αυτήν με πίστη (χ).
«Ω μυστήριο ευσέβειας! Ω σημάδι ενότητας! Ω δεσμός αγάπης! Όποιος θα ήθελε να ζει έχει από πού να ζει. Ας πλησιάσει, ας πιστέψει, ας ενσωματωθεί, για να ζήσει. Ας μην απομακρύνεται από το στενό σύνδεσμο των μελών· ας μην είναι σάπιο μέλος, το οποίο τελικά θα αποκοπεί· ας μην είναι παραμορφωμένο μέλος, οπότε λόγω αυτού θα ντροπιαστεί· ας είναι ωραίο, κατάλληλο και υγιές μέλος· ας είναι προσκολλημένο στο σώμα, ας ζει για το Θεό και μέσω του Θεού· ας μην εργάζεται στη γη, για να μπορέσει να βασιλέψει έπειτα στον ουρανό» (Αυ).
Οι λέξεις «ἣν ἐγὼ δώσω» αποσιωπούνται από τον βατικανό κωδικα, του Βέζα και κάποιους άλλους. Ο σιναϊτικός γράφει: Ο άρτος ον εγώ δώσω υπέρ της του κόσμου ζωής η σαρξ μου εστίν.

Ιω. 6,52 Ἐμάχοντο(1) οὖν πρὸς ἀλλήλους οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· πῶς δύναται(2) οὗτος(3) ἡμῖν δοῦναι τὴν σάρκα φαγεῖν;
Ιω. 6,52 Εφιλονεικούσαν, λοιπόν, μεταξύ των οι Ιουδαίοι και έλεγαν• “πως ημπορεί αυτός να μας δώση την σάρκα του να φάγωμεν;”
(1)   Δεν γόγγυζαν απλώς όπως στο σ. 41 (b), αλλά «ταράζονταν μη μπορώντας να πιστεύουν τον λόγο διότι φαινόταν αδύνατον» (Ζ). Φιλονικούσαν ως προς την έννοια και αξιοπιστία των λόγων του Ιησού και άλλοι μεν αποκήρυτταν αυτούς και θεωρούσαν αυτούς ως παράλογους, κάποιοι όμως λόγω του θαύματος της διατροφής των 5000 που προηγήθηκε, υποστήριζαν ίσως, ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας (g).
(2)   Η ερώτηση είναι όμοια με αυτήν στο γ 4,9.
«Έτσι και ο Νικόδημος θορυβούνταν λέγοντας: Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να μπει στην κοιλιά της μητέρας του;» (Χ).
«Αποδεικνύονται ότι το λένε αυτό από απιστία. Διότι όταν μπει η αναζήτηση του «πώς», μπαίνει μαζί και η απιστία» (αμ).
Και «όταν λογισμοί απιστίας μπουν στην ψυχή, τότε μπαίνει μαζί το «πώς»» (Θφ). Επαναλαμβάνουν πάλι το Πώς, όπως στο σ. 42… Σε κανένα όμως από τα δύο αυτά «πώς», δεν απαντά ο Ιησούς, αλλά προχωρά στο διάλογό του λέγοντας· έτσι πρέπει να γίνει (b). Αξιόλογη και η ερμηνεία: Πώς μπορεί να μας δώσει τη σάρκα του, με την οποία παραμένει ζωντανός (δ).
(3)   «Και το «αυτός» το λένε με υπεροψία» (Κ). Με κάποια περιφρόνηση. Ποιος είναι αυτός για να μας δώσει τη σάρκα του;

Ιω. 6,53 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς(1)· ἀμὴν ἀμὴν(2) λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα(3) τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου(4) καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα(3), οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς(5).
Ιω. 6,53 Τους είπε τότε ο Ιησούς• “ειλικρινώς και αληθώς σας λέγω, εάν δεν φάγετε την σάρκα του υιού του ανθρώπου, δια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, και πίετε το αίμα αυτού, δεν έχετε μέσα σας ζωήν.
(1)   «Και με ποιο βέβαια τρόπο θα δώσει σε αυτούς να φάνε τη σάρκα του, δεν το διδάσκει ακόμα· διότι ήξερε… ότι δεν μπορούσαν να κατανοήσουν από πουθενά το απόρρητο· πόσο όμως αγαθό θα προκύψει για αυτούς από το να τη φάνε, το παρουσιάζει χρήσιμα… (και) τους καλεί πριν από την έρευνα να πιστέψουν» (Κ). Οι Ιουδαίοι ρωτούν για το δυνατόν, και ο Ιησούς απαντά για το αναγκαίο του πράγματος (b).
(2)   Βεβαιώνει με αυτό έντονα την εξόχως σοβαρή αλήθεια, η οποία φαινόταν σε εκείνους παράλογη= ό,τι και αν φρονείτε εσείς, σας βεβαιώνω ότι έτσι έχει το πράγμα (ο,g).
(3)   Ξεκάθαρα ο Κύριος εκφραζόμενος έτσι, δέχεται το αίμα χωριστό από τη σάρκα και υποδηλώνει αρκετά σαφώς τον θάνατό του (β). Αλλά σάρκα, από την οποία χωρίστηκε χυνόμενο το αίμα, είναι νεκρή. Παίρνουμε το τεμαχιζόμενο Σώμα και έτσι προσοικειωνόμαστε τον θάνατο του Ιησού και κάνουμε τον θάνατο αυτόν και δικό μας. Το αίμα από την άλλη, όταν χυθεί, είναι η ζωή που βγαίνει μέσω του θανάτου και επιστρέφει στο Θεό. Όπως κάνουμε δικό μας το θάνατο του Ιησού, έτσι προσοικειωνόμαστε και την καινούργια ζωή του Ιησού, ώστε να είμαστε «νεκροί μεν για την αμαρτία, αλλά ζωντανοί για το Θεό» (Ρωμ. στ 11)(τ).
Λέει βεβαίως αυτό όχι ασχέτως και με τον τύπο του Πασχαλινού αμνού. Το αίμα του αμνού αυτού όταν χύθηκε άλλοτε στις πόρτες των υιών Ισραήλ στην Αίγυπτο προστάτευσε τα πρωτότοκά τους από την τελευταία πληγή ενώ η σάρκα αυτού του αμνού αποτελούσε κύριο φαγητό στο πασχαλινό δείπνο. Το αίμα του Αμνού του Θεού χυνόμενο τώρα θα συντελούσε την εξιλέωση. Το να τρώει λοιπόν κάποιος την σάρκα και να πίνει το αίμα αυτού του Αμνού, προϋποθέτει πίστη στην απολυτρωτική αυτή θυσία και αποδοχή πλήρη της αποτελεσματικότητάς της, και ως συνέπεια έχει την απόκτηση των αγαθών που απέρρευσαν από αυτήν και την ενσωμάτωση στο Χριστό αυτών που μετέχουν σε αυτήν τη θυσία (g).
Από αυτό έπεται, ότι λέγοντας αυτά ο Κύριος αναφέρεται στην απολυτρωτική του θυσία και συνυπονοεί το αναπόσπαστα με αυτήν συνδεδεμένο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας «και φανερώνει από πριν σχετικά με τον άρτο και το ποτήριο, τα οποία επρόκειτο να δώσει στους μαθητές στο τελευταίο δείπνο» (Ζ).
Σχετική και η ερμηνεία: «Αυτό το φαγητό και ποτό θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι σημαίνει την κοινωνία με το σώμα του και τα μέλη, τα οποία είναι η Εκκλησία στα πρόσωπα των προορισμένων και κλητών και δικαιωμένων και δοξασμένων αγίων του και πιστών… Το μυστήριο της ενότητας του σώματος και αίματος του Χριστού προετοιμάζεται στο τραπέζι του Κυρίου… και από το τραπέζι του Κυρίου λαμβάνεται από κάποιους για ζωή και από κάποιους για όλεθρο» (Αυ).
Η χρήση των ρημάτων τρώω και πίνω υπονοεί φυσική βρώση και πόση, παρόλο που η Σάρκα και το Αίμα παρανοούνται εάν τα θεωρούσαμε, όπως οι Ιουδαίοι, άσχετα και χωριστά από τον απολυτρωτικό θάνατο του Κυρίου, ως απλά υλικά του σώματος του Κυρίου. Η τροφή της Ευχαριστίας αν την εξετάσουμε φυσικά είναι ψωμί και κρασί, πνευματικά όμως είναι η Σάρκα και το Αίμα του Υιού του ανθρώπου.
Όταν λαμβάνονται φυσικά και πνευματικά αποτελούν την αληθινή τροφή και ποτό του πιστού, διότι μέσω αυτών πραγματοποιείται η ιερή ένωση του Υιού του Θεού με αυτούς που πιστεύουν σε αυτόν, οι οποίοι έτσι κοινωνούν την αιώνια ζωή. Η ένωση του Πατέρα και του Υιού επεκτείνεται έτσι, για να περιλάβει και τους πιστούς. Όπως ο Πατέρας έδωσε ζωή και στον Υιό, έτσι και ο Υιός μεταδίδει ζωή σε αυτούς που τρέφονται από αυτόν (χ).
(4)   Μεταβάλλει τρόπο έκφρασης, με σχήμα λόγου συνηθισμένο στον Ιωάννη. Προηγουμένως δηλαδή είπε (στο στ 51) η σαρξ μου. Τώρα λέει την σάρκα του Υιού του ανθρώπου τονίζοντας το γεγονός της ενανθρώπησης του Λόγου, χάρις στην οποία έχει αυτός σάρκα και αίμα και παρέχει αυτά για διατροφή μας. Με τη νέα όμως αυτή έκφραση δεν προσθέτει κάποια νέα ιδέα, διότι ήδη στο σ. 27 μίλησε για τον υιό του ανθρώπου ως παροχέα της ουράνιας τροφής (β).
(5)   Το αποτέλεσμα αυτής της τροφής είναι ζωή τόσο εδώ, όσο και μετέπειτα, όπως ήδη στο σ. 51 διακήρυξε ο Κύριος.
«Είναι βέβαια ζωή από τη φύση του (ο Κύριος) , αφού γεννήθηκε και από ζωντανό Πατέρα, όμως ζωοποιό καθόλου λιγότερο είναι και το άγιο σώμα του… αφού ενώθηκε κατά τρόπο ανέκφραστο με τον Λόγο που ζωογονεί τα πάντα… Και επειδή ακριβώς η σάρκα του Σωτήρα έγινε ζωοποιός, εφόσον είναι ενωμένη κατά φύση με τη ζωή… όταν γευόμαστε αυτήν, τότε έχουμε τη ζωή μέσα μας συνενούμενοι και εμείς με αυτήν» (Κ).
«Διότι αυτή που τρώγεται δεν είναι σάρκα απλού ανθρώπου, αλλά Θεού και μπορεί να θεοποιήσει, επειδή αναμίχτηκε με τη θεότητα» (Θφ).
Είναι βέβαιο σημάδι, ότι δεν έχει κάποιος μέσα του πνευματική ζωή, εάν στερείται πόθου για το Χριστό και δεν αισθάνεται την ανάγκη να μετέχει στο ποτήριο της ζωής. Εάν η ψυχή δεν πεινά και δεν διψά, ασφαλώς είναι νεκρή. Είναι σύμπτωμα πραγματικής νέκρωσης, εάν παραμένουμε νεκροί απέναντι σε μία τέτοια βρώση και πόση. Το να τρώει κάποιος και να πίνει το σώμα και αίμα του Χριστού και να τρέφεται με τη διδασκαλία του και τις υπόλοιπες χάριτές του, προϋποθέτει όρεξη και επιθυμία για το Χριστό.
Η πνευματική βρώση και πόση αρχίζει από πείνα και δίψα (Ματθ. ε 6), από σφοδρό πόθο του Χριστού που εκδηλώνεται με την επίκληση: Δώσε μου το Χριστό, διότι αλλιώς πεθαίνω. Και ο χορτασμός με το Χριστό συντελείται με την προσοικείωσή του, ώστε ο Χριστός να γίνει δικός μας μέχρι σημείου ώστε να γίνουμε ένα μαζί του. Το να τρέφεται κάποιος με το Χριστό ισοδυναμεί με το να πράττει τα πάντα στο όνομά του, με ένωση μαζί του και με τις δυνάμεις, τις οποίες θα αντλούμε από αυτόν, ώστε να μπορούμε μαζί με τον Παύλο να πούμε: «Δεν ζω πλέον εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός».

Ιω. 6,54 ὁ τρώγων μου(1) τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει(2) ζωὴν αἰώνιον(3), καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ(4).
Ιω. 6,54 Εκείνος που τρώγει την σάρκα μου, δια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, και πίνει το αίμά μου, έχει ζωήν αιώνιον και εγώ θα τον αναστήσω ένδοξον κατά την μεγάλην ημέραν της κρίσεως.
(1)   «Συνεχώς φέρνει το λόγο στα μυστήρια, δείχνοντας το αναγκαίο του πράγματος και ότι αυτό οπωσδήποτε πρέπει να γίνει» (Χ).
Αξιοσημείωτη η χρήση του ενεστώτα= Εκείνος, ο οποίος συνεχώς και κατ’ εξακολούθηση τρώει, εκείνος ο οποίος διαρκώς τρέφεται και ο οποίος συνεχώς πίνει (β). Η χρήση της λέξης τρώω σε συνδυασμό με την ακόλουθη λέξη «την σάρκα», τονίζει την πραγματική λήψη τροφής από το στόμα. Δες και Ματθ. κδ 38. Κυριολεκτικά λοιπόν και χωρίς να μπορεί να παραγνωριστεί, αναφέρεται στη θεία Ευχαριστία (χ).
(2)   Έχει ήδη από την παρούσα ζωή. Με το μεν «έχει» αναφέρεται στον παρόντα χρόνο, από τον οποίο γίνεται η μετάδοση αυτής της ζωής, ενώ με το ακόλουθο «θα αναστήσω» υπόσχεται και τη ζωή στο μέλλον.
«Όπως δηλαδή παίρνοντας κάποιος έναν σπινθήρα τον καταχωνιάζει μέσα σε πολλά άχυρα για να διατηρεί το σπέρμα της φωτιάς, έτσι και ο Κύριος… κρύβει με τη σάρκα του τη ζωή μέσα μας, και σαν κάποιο σπέρμα εγκαθιστά μέσα μας την αθανασία, αφανίζοντας όλη τη φθορά που υπάρχει μέσα μας» (Κ).
Το σπέρμα αυτό της αθανασίας που ήδη από τώρα κρύβεται μέσα μας, θα λάμψει στην ένδοξη ανάσταση.
(3)   Το να ζω αιώνια δεν σημαίνει απλώς να υπάρχω αιώνια. Και οι κατάδικοι στον Άδη θα υπάρχουν αιώνια. Ζωή αιώνια εδώ σημαίνει ζωή μακάρια.
(4)   Για τη συνεχή επανάληψη (στους σ. 39,40,44) της φράσης, δες σ. 39 (β). «Συχνά πυκνά ξεδιπλώνει και τον λόγο για τη ζωή και την ανάσταση, επειδή θέλει να τον εντυπώσει στη διάνοια των ακροατών» (Ζ).
Στρέφει ο Κύριος την προσοχή κάθε πιστού στο ένδοξο τέρμα, στο οποίο θα οδηγήσει αυτόν η πνευματική αυτή τροφή. Συμμετοχή της ζωής του Χριστού και ένδοξη ανάσταση από τους νεκρούς συνδέονται μεταξύ τους αναπόσπαστα (δες και Ρωμ. η 10,11). Η ανάσταση αυτή θα αποτελέσει την πλήρη αποκατάσταση της πεσμένης ανθρώπινης φύσης και την ολοκληρωτική και οριστική κατανίκηση της αμαρτίας με τη θεία χάρη (g).

Ιω. 6,55 ἡ γὰρ(1) σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις(2), καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις(3).
Ιω. 6,55 Διότι η σαρξ μου είναι πράγματι πνευματική τροφή και το αίμα μου είναι πράγματι πνευματικόν ποτόν. Και εκείνος που κοινωνεί από αυτά έχει ζωήν αιώνιον.
(1)   Αιτιολογεί την αλήθεια που εκτέθηκε στους σ. 53 και 54 αρνητικά και θετικά. Θα έχει ζωή αιώνια διότι η σάρκα μου…
(2)   Όχι η πράξη του να τρώει, αλλά το ίδιο το τρωγόμενο δηλαδή η τροφή. Δες δ 32 (β).
(3)   Ή, σύμφωνα με άλλη γραφή: αληθής εστί… Δύο ερμηνείες:
«Ή, αυτό θέλει να πει, ότι δηλαδή αληθινή τροφή είναι αυτή, η οποία σώζει την ψυχή» (Χ).
«Αληθινή τροφή είναι αυτή που δεν είναι βοηθός της πρόσκαιρης και χαμένης ζωής, αλλά που προετοιμάζει την αιώνια. Αυτό είναι και αληθινό ποτό, το οποίο δεν επαρκεί για λίγο στη δίψα, αλλά καθιστά παντοτινά χωρίς ανάγκη αυτόν που χόρτασε με αυτό» (Απ).
Και συνεπώς «η μεν τροφή του μάννα αφού για λίγο… ικανοποίησε την ανάγκη του σώματος… ασθένησε πάλι χωρίς να βάλει μέσα σε εκείνους που την είχαν φάει την αιώνια ζωή· άρα λοιπόν δεν ήταν τροφή αληθινή… ενώ το άγιο σώμα του Χριστού, παρέχοντας τροφή προς αθανασία και ζωή αιώνια, είναι πραγματικά τροφή αληθινή. Αλλά ήπιαν εκείνοι και νερό από το βράχο… Ποια όμως ήταν η ωφέλεια για αυτούς που ήπιαν; Διότι έχουν πεθάνει. Άρα λοιπόν ήταν και εκείνο όχι αληθινό ποτό, αλλά αληθινό πραγματικά ποτό είναι το τίμιο αίμα του Χριστού, το οποίο ξεριζώνει από τα θεμέλια όλη τη φθορά και ανατρέπει το θάνατο που κατοίκησε μέσα στην ανθρώπινη σάρκα» (Κ).
«Τα λέει αυτά, δείχνοντας, ότι δεν ήταν απλού ανθρώπου η σάρκα, αλλά του Υιού, γεμάτη από όλη τη θεότητα της Τριάδας» (αμ).
«Αν και βεβαίως δεν τρώμε τον Λόγο, έτσι όπως είναι από τη φύση του Λόγος, διότι πώς θα μπορούσαμε να φάμε αυτόν που δεν αγγίζεται και είναι ασώματος και δεν πιάνεται ούτε από τα μάτια ούτε από τα δόντια; Αλλά επειδή ενώθηκε με τη σάρκα με τέλεια ένωση, και αυτή η σάρκα είναι ζωοποιός, παρόλο που έχει μείνει αυτό που είναι και δεν μεταβλήθηκε στη φύση του ίδιου του Λόγου» (Σβ).
Για αυτό «αυτή είναι και αληθινή τροφή, διότι δεν διαρκεί για λίγο καιρό, ούτε φθείρεται, όπως ακριβώς η ρευστή τροφή, αλλά είναι βοηθός της αιώνιας ζωής» (Θφ).
Η ερμηνεία αυτή, με την οποία συμφωνεί περισσότερο η γραφή «αληθής εστί», είναι και η περισσότερο αρμόζουσα στη σειρά του λόγου.
Η άλλη ερμηνεία: «Ή, θέλει να τους βεβαιώσει για αυτά που ειπώθηκαν, ώστε να μη νομίζουν ότι ο λόγος αυτός είναι αίνιγμα και παραβολή, αλλά να καταλάβουν, ότι οπωσδήποτε πρέπει να φάνε το σώμα» (Χ).
Δηλαδή σύμφωνα με αυτήν, θα αποδώσουμε το σ. ως εξής: Το σώμα μου πραγματικά θα φαγωθεί γινόμενο πράγματι τροφή για τον καθένα από εσάς και το αίμα μου πραγματικά θα δοθεί για πιοτό. Και η ερμηνεία αυτή είναι αξιόλογη.

Ιω. 6,56 ὁ τρώγων μου(1) τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ(2).
Ιω. 6,56 Καθένας που τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, ενώνεται μαζή μου στενότατα εις ένα πνευματικόν σώμα, ώστε αυτός να μένη μέσα εις εμέ και εγώ να μένω μέσα εις αυτόν και να τον μεταβάλλω εις κατοικητήριον της θεότητος.
(1)   «Με αυτά μας διδάσκει με πολλούς τρόπους και επειδή είναι κάπως δύσκολα κατανοητός ο λόγος από τους αμαθέστερους… τούς ανακουφίζει με ποικίλους τρόπους επαναλαμβάνοντας διαρκώς τα ίδια» (Κ).
(2)   «Το έλεγε αυτό δηλώνοντας, ότι αναμιγνύεται με αυτόν» (Χ).
«Ενώνεται με εμένα με τη μετάληψη και κοινωνία της σάρκας μου και του αίματός μου, και γίνεται σύσσωμος (=έχει το ίδιο σώμα) με εμένα» (Ζ),
«και κατά κάποιο τρόπο συνενώνεται και αναμιγνύεται με αυτόν… ώστε μέσα στο Χριστό να βρίσκεται αυτός, και ο Χριστός πάλι μέσα σε αυτόν» (Κ).
Η φράση «μένω μέσα στο Χριστό» ή «μέσα στο Θεό» δεν συναντιέται στους συνοπτικούς αλλά είναι αποκλειστική του Ιωάννη. Με γενική μυστική έννοια χρησιμοποιεί αυτήν ο Ιωάννης στην Α Καθολική επιστολή (β 6,γ 6,24,δ 12,16), στο ευαγγέλιο όμως χρησιμοποιείται 2 φορές, εδώ και στο ιε 4-7, με ειδικότερη έννοια, διότι λέγεται σε άμεση αναφορά με τη θεία Ευχαριστία. Για την έννοια που εκφράζεται με αυτήν δες Ιω. ιε 1 και εξής (β).
Μένω μέσα στο Χριστό σημαίνει ενσωματώνομαι στο Χριστό και γίνομαι σύσσωμος με το Χριστό· κατά κάποιο τρόπο μεταφυτεύομαι σε νέο πεδίο, όπου η πλήρης δικαίωση και η αγιότητα του Χριστού παρέχεται. Σημαίνει προσοικειώνομαι τη θυσία του Χριστού, πεθαίνω μαζί με το Χριστό και συνανασταίνομαι σε νέα εν Χριστώ ζωή (g). Μένουμε μέσα στο Χριστό διότι είμαστε μέλη του· μένει ο Χριστός μέσα μας, διότι είμαστε ναός του (Αυ).

Ιω. 6,57 καθὼς(1) ἀπέστειλέ με(2) ὁ ζῶν πατὴρ(3) κἀγὼ ζῶ διὰ τὸν πατέρα(4), καὶ ὁ τρώγων με κἀκεῖνος(5) ζήσεται(6) δι᾿ ἐμέ(7).
Ιω. 6,57 Καθώς με έστειλε ο Πατήρ, ο οποίος έχει από τον ευατόν του την ζωήν και είναι η πηγή της ζωής, και εγώ ως άνθρωπος έχω ζωήν αθάνατον από τον Πατέρα, και ζω δια τον Πατέρα, έτσι και εκείνος, ο οποίος δια της θείας Ευχαριστίας με μεταλαμβάνει, θα ζήση, διότι θα πάρη από εμέ την ζωήν.
(1)   Σύνθεση που συχνά συναντιέται στον Ιωάννη. Δεν μπορεί όμως σύμφωνα με τον β. να εξηγηθεί παντού στον Ιωάννη με τον ίδιο τρόπο. Έτσι στα ιε 9,ιζ 18 και κ 21 πρέπει να ερμηνεύσουμε: Όπως με αγάπησε (ή με απέστειλε) ο Πατέρας έτσι και εγώ αγάπησα (ή στέλνω) εσάς. Στο ιζ 21 το κἀγὼ έχει την έννοια του απλού «και εγώ», χωρίς την έννοια του «έτσι». Ομοίως και εδώ.
Όμως θα μπορούσε να σημειωθεί ότι εδώ η σύγκριση είναι μεταξύ της ζωής του σαρκωμένου Λόγου και της ζωής των πιστών όπως γίνεται αυτή και στα ιγ 15,33 και Α΄Ιω. β 6,δ 17. Συνεπώς η απόδοση του «καθώς» πρέπει να αναζητηθεί στην πρόταση «και ο τρώγων με…», όπου το «και» λέγεται αντί για το «έτσι», το οποίο αποφεύγει ο ευαγγελιστής να πει, διότι η αναλογία μεταξύ των δύο σχέσεων δεν είναι πλήρης. Διότι η πρώτη σχέση («ζω για τον πατέρα») εκφράζει όχι μόνο το πρότυπο αλλά και την αρχή και ηθική αιτία της δεύτερης («θα ζήσει για εμένα»). Και η δεύτερη αυτή, όσο και αν είναι ανάλογη με την πρώτη, έχει την ύπαρξή της και την αιτία της σε αυτήν (g),
(2)   «Όταν λέει ο Υιός για τον εαυτό του ότι έχει αποσταλεί, τότε δηλώνει το ότι έχει σαρκωθεί, και τίποτα άλλο, και όταν λέμε ότι έχει σαρκωθεί, εννοούμε ότι έγινε άνθρωπος ως προς όλα. Όπως ακριβώς, λέει, με έκανε ο Πατέρας άνθρωπο» (Κ). «Η αποστολή είναι το άδειασμα του εαυτού του και το ότι πήρε πάνω του τη μορφή δούλου· και αυτή είναι η σωστή έννοια, που διασώζει συγχρόνως και την ισότητα της φύσης του Υιού με τον Πατέρα… Είναι σαν να έλεγε: Η κένωσή μου (άδειασμα) έφερε ως αποτέλεσμα το ότι ζω για τον Πατέρα» (Αυ).
«Νομίζω ότι δεν αναφέρεται στην προαιώνια ζωή του (διότι κάθε τι που ζει για άλλον δεν μπορεί να είναι αυτοζωή…) αλλά ζωή εννοεί αυτήν που έζησε με σάρκα και που συνέβη σε αυτόν το χρόνο, την οποία έζησε για τον Πατέρα. Διότι με τη θέληση αυτού ήλθε στη ζωή των ανθρώπων και δεν είπε: Εγώ έζησα για τον Πατέρα μου, αλλά εγώ ζω για τον Πατέρα, δηλώνοντας σαφώς τον παρόντα χρόνο» (Β).
Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή ο Χριστός ως Λυτρωτής και Σωτήρας και μεσίτης, που δημιουργήθηκε από την θεότητα που κατοικούσε μέσα του, αντλεί και την πνευματική και ηθική ζωή από τον Πατέρα, και έτσι ζώντας εξαιτίας του Πατέρα, γίνεται πηγή ζωής και για αυτούς που τον τρώνε, οι οποίοι έτσι ζουν εξαιτίας του (g).
Μπορεί όμως το χωρίο να αποδοθεί και στη θεία φύση του Κυρίου. Δηλαδή θα ερμηνεύσουμε: «Επειδή ακριβώς όντας Θεός Λόγος γεννήθηκα ζωή από την από τη φύση της ζωή… Επειδή ακριβώς γεννήθηκε από Πατέρα που δίνει ζωή, για αυτό και ισχυρίστηκε ότι ζει ο ίδιος. Γιατί δεν ήταν δυνατόν να μην ζει αυτός που προέρχεται από Πατέρα που είναι ζωή. Και όπως αν κάποιος από εμάς λέει, Είμαι άνθρωπος λογικός εξαιτίας του πατέρα μου, γιατί είμαι τέκνο λογικού ανθρώπου, έτσι να σκεφτείς και για τον ίδιο τον Μονογενή. «Ζω», λέει, «εξαιτίας του Πατέρα». Επειδή δηλαδή είναι ζωή από τη φύση του ο πατέρας που με γέννησε, και είμαι ευφυές και γνήσιο γέννημά του, φέρω αυτό που έχει αυτός από τη φύση του, δηλαδή το να είμαι ζωή» (Κ).
«Όχι ότι η ζωή του και το είναι του εξαρτώνται από εκεί, αλλά ότι από εκεί υπάρχει άχρονα και αναίτια» (Γ).
(3)   Η φράση υπάρχει μόνο εδώ. Σχετική και η φράση στο ε 26. Ο τίτλος όμως «ζωντανός Θεός» βρίσκεται και στην Π. και στην Κ.Δ. (Δευτ. ε 26,Ματθ. ιστ 16,Πράξ. ιδ 15,Β΄Κορ. στ 16)(β).
(4)   Όχι τον σκοπό, αλλά «την αιτία υπαινίσσεται εδώ μόνο» (Χ).
«Εάν ο Υιός ζει λόγω του Πατέρα, τότε ζει λόγω άλλου και όχι λόγω του εαυτού του. Αυτός όμως που ζει λόγω άλλου, δεν μπορεί να είναι αυτοζωή… Αυτό που ειπώθηκε λοιπόν πρέπει να το αποδώσουμε στην ενανθρώπηση και όχι στη θεία φύση (του Χριστού)» (Β).
Ο Ιησούς Χριστός ως μεσίτης ζει «εξαιτίας του Πατέρα». Έχει ζωή μέσα στον εαυτό του (Ιω. ε 26) αλλά έχει αυτήν από τον Πατέρα. Ο Πατέρας έστειλε αυτόν κάνοντάς τον και θησαυρό θείας ζωής για εμάς. Φύσηξε στο νέο Αδάμ την πνοή της πνευματικής ζωής, όπως και στον πρώτο Αδάμ την πνοή της φυσικής ζωής. Οι πραγματικοί πιστοί λαμβάνουν την θεία αυτή ζωή με την ένωσή τους με το Χριστό.
(5)   «Ποια σχέση υπάρχει μετά τα λόγια του «αυτός που τρώει τη σάρκα μου μένει μέσα μου», με τα λόγια που ακολουθούν «όπως με έστειλε ο ζωντανός Πατέρας και εγώ ζω λόγω του Πατέρα;». Έχει πολλή αρμονία αυτό που λέχθηκε. Επειδή δηλαδή μιλούσε παντού και πάντα για την αιώνια ζωή, για να επιβεβαιώσει αυτό, πρόσθεσε, «μένει μέσα μου». Διότι, αν μένει μέσα μου και εγώ ζω, είναι φανερό ότι θα ζήσει και εκείνος» (Χ).
Η σκέψη που εκφράζεται σε αυτήν την πρόταση είναι βαθύτατη. Ο Ιησούς μόνος αντλεί κατά άμεσο τρόπο από τον Πατέρα· τη ζωή λοιπόν, την οποία Αυτός μόνος αντλεί από τον Πατέρα, μεταδίδει στους ανθρώπους. Κατά κάποιο τρόπο στον Ιησού η ζωή αυτή παίρνει μορφή προσιτή και σε εμάς. Και όπως η απέραντη ζωή της φύσης δεν γίνεται προσιτή στον άνθρωπο παρά μόνο στο βαθμό που συγκεντρώνεται σε κάποιο καρπό ή σε κάποιο τεμάχιο άρτου έτσι και η θεία ζωή δεν γίνεται μερίδα δική μας παρά μόνο στο βαθμό που ενσαρκώνεται στον υιό του ανθρώπου, στον Ιησού. Έτσι λοιπόν ο Χριστός είναι για εμάς άρτος ζωής (g). «Διότι τρώμε τη σάρκα του και πίνουμε το αίμα του και γινόμαστε μέτοχοι, λόγω της ενανθρώπησής του, της αισθητής ζωής, του Λόγου και της σοφίας. Διότι σάρκα και αίμα ονόμασε όλη την μυστική του έλευση και με αυτές τις λέξεις δήλωσε την πρακτική και φυσική και θεολογική διδασκαλία, με την οποία τρέφεται η ψυχή και προετοιμάζεται στο να δει αυτά που υπάρχουν» (Β).
Τη ζωή του οι πιστοί την έχουν από το Χριστό (Ιω. α 16) και είναι κρυμμένη αυτή στο Χριστό (Κολ. γ 4). Ζούμε μέσω αυτού όπως τα μέλη από το κεφάλι, όπως τα κλαδιά από τη ρίζα. Ζούμε και θα ζήσουμε, επειδή ζει και αυτός.
(6)   «Ζωή εδώ δεν εννοεί την απλή ζωή, αλλά την ένδοξη… Διότι πράγματι, ζουν όλοι οι άπιστοι και οι αμύητοι, αν και δεν έφαγαν από τη σάρκα εκείνη» (Χ).
(7)   «Θα ζήσει εξαιτίας μου με το να αναμιχθεί κατά κάποιο τρόπο με μένα και να μεταβληθεί σε εμένα, ο οποίος μπορώ να ζωογονώ» (Θφ).

Ιω. 6,58 οὗτός(1) ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ πατέρες ὑμῶν τὸ μάννα(2) καὶ ἀπέθανον(3)· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα(4).
Ιω. 6,58 Αυτός που σας είπα είναι ο άρτος που έχει κατεβή από τον ουρανόν. Δεν είναι σαν το μάννα που έφαγαν οι πατέρες σας εις την έρημον και έζησαν επί ολίγα έτη και στο τέλος απέθαναν• εκείνος που τρώγει αυτόν τον άρτον θα ζήση αιωνίως”.
(1)   «Συνεχώς επαναλαμβάνει το ίδιο, ώστε να το εντυπώσει στη διάνοια αυτών που ακούνε» (Χ).
Ο σ. αυτός αποτελεί περίληψη του όλου λόγου. Για αυτό επανέρχεται στα λεγόμενα στο σ. 33 για τον ουράνιο άρτο και καταλήγει στα λεγόμενα στο σ. 51. Η πρώτη φράση «οὗτός ἐστιν… καταβάς» είναι σχεδόν πιστή επανάληψη από το σ. 50, όπως και η δεύτερη φράση «καθώς έφαγον… απέθανον» επαναλαμβάνει τον σ. 49 (β).
(2)   Είναι ένα είδος ανακόλουθου σχήματος (β). Η σύνταξη θα ήταν ομαλή ως εξής: Ή «δεν θα πεθάνουν αυτοί που τον τρώνε, όπως έφαγαν οι πατέρες σας το μάννα και πέθαναν» (Ζ). Ή, όχι άρτος όπως εκείνος, τον οποίον έφαγαν… (ο).
(3)   «Πέθαναν στο σώμα τους» (Ζ). Και είναι μεν αλήθεια ότι και «αυτοί που τρώνε αυτόν τον άρτο» που κατέβηκε από τον ουρανό «πεθαίνουν στο σώμα, αλλά αυτοί» έχοντας μέσα τους την πνευματική ζωή και «πεθαίνοντας με ελπίδα αιώνιας ζωής, δεν φαίνονται ότι πέθαναν, αλλά ότι κοιμούνται» (Ζ). Όπως ήδη λέχθηκε, η ζωή που μεταδίδεται σε εμάς από τον ουράνιο άρτο θα εκδηλωθεί στην τέλεια έκφρασή της με την ένδοξη ανάσταση από τους νεκρούς αυτών που ζωοποιήθηκαν από το Χριστό.
(4)  Επαναλαμβάνεται και αυτό από το σ. 51 με την αντικατάσταση του «ἐάν τις φάγῃ ἐκ» με το «τρώγων τον».
«Παντού αναφέρει τη ζωή και συχνότατα φέρνει στο προσκήνιο αυτόν τον όρο, επειδή τίποτα δεν είναι τόσο γλυκό στους ανθρώπους, όσο αυτό το πράγμα» (Θφ).

Ιω. 6,59 Ταῦτα εἶπεν ἐν συναγωγῇ(1) διδάσκων ἐν Καπερναούμ(2).
Ιω. 6,59 Αυτά είπεν ο Ιησούς μέσα εις την συναγωγήν της Καπερναούμ, διδάσκων τα πλήθη.
(1)   Αυτού του σπουδαιότατου λόγου ο Ιωάννης βρίσκει αξιομνημόνευτο τον τόπο και την δημοσιότητα (g).
«Αφού ο σοφότατος ευαγγελιστής μας πρόσφερε εξήγηση θαυμαστών μυστηρίων, αναθέτει εύλογα στο Σωτήρα Χριστό την αρχή της διδασκαλίας για αυτά… Πάρα πολύ σωστά λοιπόν προσθέτει το «στη συναγωγή»» δηλώνοντας ότι «δεν τα άκουσαν αυτά να τα λέει ο Χριστός ένας τυχόν ή δύο άνθρωποι, αλλά παρουσιάζεται να τα έχει διδάξει ολοφάνερα μέσα στη συναγωγή παρουσία όλων… Και προσθέτει ότι «και στην Καπερναούμ»… για να φαίνεται ότι κάνει ακριβή αναφορά» (Κ).
Η έλλειψη του άρθρου («ἐν συναγωγῇ») προσδίδει την έννοια όχι μόνο του τόπου, αλλά και της συνάθροισης στη συναγωγή=σε πλήρη συναγωγή· σε πλήρη συνάθροιση στη συναγωγή (g).
«Διότι ήθελα ταυτόχρονα και το πλήθος να ελκύσει από τη μία, και να δείξει από την άλλη, ότι δεν είναι αντίθετος με το νόμο που διαβαζόταν στις συναγωγές» (Θφ).
(2)   «Στην Καπερναούμ, όπου είχαν γίνει τα περισσότερα θαύματα, ώστε έπρεπε κατεξοχήν εκεί να ακουστεί αυτός» (Χ).

Ιω. 6,60 Πολλοὶ(1) οὖν ἀκούσαντες ἐκ τῶν μαθητῶν(2) αὐτοῦ εἶπον· σκληρός(3) ἐστιν οὗτος ὁ λόγος(4)· τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν(5);
Ιω. 6,60 Πολλοί τότε από τους μαθητάς του, όταν ήκουσαν αυτά είπον• “είναι σκληρός αυτός ο λόγος• ποιός ημπορεί να τον ακούη και να τον πιστεύει; Πως είναι δυνατόν να φάγη κανείς σάρκα ανθρωπίνην;”
(1)   Ο παρών σ. και οι ακόλουθοί του (60-65) παρέχουν σε εμάς παράδειγμα της ιδιότητας, την οποία έχει η αλήθεια να διαχωρίζει μεταξύ τους τούς ανθρώπους, προκαλώντας αποστασία στους σαρκικούς ανθρώπους (ο). Όχι λίγοι αλλά πολλοί σκανδαλίστηκαν. Από τις διάφορες ποιότητες της γης, η οποία δέχτηκε τον σπόρο, μόνο ένα στα 4 έφερε καρπό.
(2)   Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία:
«Ήταν μεν μαθητές του, αλλά όχι από τους δώδεκα, αλλά από τους εβδομήντα», ή, πιο σωστά
«από αυτούς που είχαν μαθητεύσει σε αυτόν με άλλους τρόπους· διότι και πολλοί άλλοι τον ακολουθούσαν πολλές φορές» (Ζ).
«Διότι πράγματι στους μαθητές ήταν κάποιοι, οι οποίοι, ως προς μεν τον όχλο συγκρινόμενοι, λέγονταν μαθητές του· διότι παρέμεναν κοντά του περισσότερο καιρό από όσο οι όχλοι· συγκρινόμενοι όμως με τους αληθινούς μαθητές του, δεν ήταν καθόλου άξιοι, διότι πίστεψαν σε αυτόν για λίγο καιρό» (Θφ).
Αυτοί διαχωρίζονται σαφώς από τους 12 (σ. 66-67).
(3)   Στην κυριολεξία σημαίνει «τραχύς, επίπονος, κουραστικός» (Χ).
Εδώ θα ερμηνεύσουμε «δύσκολα παραδεκτός» (Ζ), όχι απλώς δυσνόητος, διότι τότε οι σκανδαλιζόμενοι δεν θα ήταν υπεύθυνοι.
«Ήταν πράγματι σκληρός ο λόγος που νομιζόταν ότι καθιστά τους ακροατές τίποτα σαρκοφάγους και αιμοβόρους» (Θμ).
«Θεωρούσαν ασύνετα το πνευματικό μυστήριο ως ανοησία… λέγοντας το μεν πονηρό καλό, το δε καλό πονηρό» (Κ).
(4)   Ποιός; Αφ’ ενός μεν το ότι «είναι αδύνατον να σωθεί αυτός που δεν έφαγε τη σάρκα του» (Χ), το οποίο προκάλεσε σε αυτούς την απορία που εκδηλώθηκε με την ερώτηση στο σ. 52 («Πώς μπορεί αυτός να μας δώσει να φάμε τη σάρκα του;»).
«Νόμιζαν δηλαδή ότι καλούνταν σε κάποια ωμότητα που ταιριάζει στα θηρία, ώστε να τρώνε κατά τρόπο απάνθρωπο σάρκες, και προστάζονταν να πίνουν αίμα» (Κ).
Οι Ιουδαίοι «κατάλαβαν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους και ανθρώπινα, ότι ο Ιησούς ήταν αποφασισμένος να διαμοιράσει την σάρκα, την οποία ο Λόγος ντύθηκε, σε τεμάχια, όπως ήταν» (Αυ).
Από την άλλη πάλι το ότι «είπε ότι έχει κατέβει από τον ουρανό» και «υπόσχεται ζωή και ανάσταση» (Χ), όπως φαίνεται από τα λόγια του Κυρίου στο σ. 62 για την επιστροφή του στους ουρανούς και τα οποία αποτελούν απάντηση στους σκανδαλισμένους. Εάν, τη στιγμή που βρήκαν σκληρό το λόγο, ζητούσαν από τον Ιησού ταπεινά να εξηγήσει αυτόν σε αυτούς, ο Κύριος θα διασαφήνιζε αυτόν και θα φώτιζε τις διάνοιές τους σχετικά με αυτόν. Αλλά δεν ήθελαν ο λόγος αυτός να εξηγηθεί σε αυτούς, διότι είχαν πεποίθηση στη γνώμη τους και νόμιζαν ως αλάνθαστη την κρίση τους, ότι «είναι σκληρός αυτός ο λόγος».
(5)   Ποιός μπορεί ήσυχα να ακούει τέτοιο λόγο; «Ποιός μπορεί να παραδεχτεί αυτόν;» (Ζ).

Ιω. 6,61 εἰδὼς(1) δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐν ἑαυτῷ(1) ὅτι γογγύζουσι περὶ τούτου οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο ὑμᾶς σκανδαλίζει(2);
Ιω. 6,61 Ο Ιησούς αντελήφθη, με την θείαν του γνώσιν, ότι γογγύζουν δια το ζήτημα αυτό οι μαθηταί του και τους είπε• “αυτό σας σκανδαλίζει;
(1)   Ο σιναϊτικός έχει τη γραφή: Έγνω ουν… και είπε.
«Διότι και αυτό είναι απόδειξη της θεότητάς του, το να αποκαλύπτει τα απόρρητα» (Χ). Βεβαίως οι Ιουδαίοι είχαν εκδηλώσει εμφανώς τον σκανδαλισμό τους. Οι μαθητές όμως «μεταξύ τους κρυφά γόγγυζαν» (Ζ). Αλλά και εάν κάποιοι από αυτούς εκδήλωσαν κάποια σημάδια αυτού του σκανδαλισμού τους, την έκταση και το βάθος αυτού του σκανδαλισμού, μόνο το μάτι του Κυρίου, που γνωρίζει τους διαλογισμούς των καρδιών, μπορούσε να διακρίνει σαφώς, όπως υπονοεί το «εἰδὼς» (ο). Για αυτού του είδους τη γνώση του Ιησού δες και Ιω. β 25 (β).
(2)   Συναντιέται και στο ιστ 1, κυρίως όμως ανήκει στο λεξιλόγιο των συνοπτικών (β). Πρέπει να το πάρουμε εδώ με την έννοια του βαρύτερου των σκανδάλων, δηλαδή την αποτίναξη της πίστης (g)= Αυτό γίνεται εμπόδιο της πίστης σε εμένα; (δ). Δες πόσοι λόγω των θεληματικών πλανών τους δημιουργούν στους εαυτούς τους εμπόδια. Σκανδαλίζονται εκεί όπου δεν υπάρχει σκάνδαλο.

Ιω. 6,62 ἐὰν οὖν(1) θεωρῆτε(2) τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἀναβαίνοντα(3) ὅπου ἦν τὸ πρότερον(4);
Ιω. 6,62 Εάν λοιπόν, ίδετε τον υιόν του ανθρώπου να ανεβαίνη εκεί όπου ευρίσκετο πριν λάβη σάρκα ανθρωπίνην, θα πιστεύσετε τότε στο πρωτάκουστον αυτό γεγονός;
(1)   Υπάρχει αποσιώπηση, όπου η απόδοση της πρότασης εξυπακούεται έξω από το λόγο. «Λείπει το: τι θα πείτε;» (Ζ).
Ή, δεν θα σκανδαλιστείτε περισσότερο τότε; (g). Η έννοια είναι μάλλον: Πολύ μεγαλύτερα πράγματα θα ακολουθήσουν. Εάν δεν πιστεύετε αυτό, πώς θα πιστέψετε εκείνα; (b).
«Τι λοιπόν; Προσθέτει απορίες στις απορίες; Όχι. Αλλά θέλει να τους συνδέσει με το μέγεθος των δογμάτων… Κάνει και λέει τα πάντα, ώστε να τους αποτρέψει από το να νομίζουν ότι πατέρας του είναι ο Ιωσήφ. Δεν το έλεγε λοιπόν αυτό θέλοντας να αυξήσει το σκάνδαλο, αλλά μάλλον να το εξαφανίσει. Διότι αυτός μεν που θα νόμιζε ότι είναι από τον Ιωσήφ, δεν θα παραδεχόταν τα λεγόμενα, αυτός όμως που θα πειθόταν ότι έχει κατέβει από τον ουρανό και εκεί θα ανέβει, ευκολότερα θα πρόσεχε στα λεγόμενα» (Χ).
(2)   Δες β 23. Λέγεται με την έννοια της σωματικής θέας, με τα μάτια (β).= «Αλλά εάν το θέαμα στηθεί μπροστά στα μάτια σας… εάν λοιπόν δείτε» (Κ). Ο Ιησούς δεν βεβαιώνει, ότι όλοι αυτοί θα έβλεπαν την ανάληψή του, αλλά μιλά σαν για κάτι δυνατό ή κάποιο ενδεχόμενο= Εάν συνέβαινε να δείτε.
(3)   Ή, αναφέρεται στην ύψωση στο σταυρό, η οποία θα σκανδάλιζε τους Ιουδαίους για τους οποίους ο λόγος του Σταυρού υπήρξε σκάνδαλο και ανοησία (Lucke, de Wette, Meyer, Reuss, Weiss). Αλλά για αυτό το ανέβασμα ο ευαγγελιστής χρησιμοποιεί το ρήμα υψωθηναι (g).
Ή, πιο σωστά «αναφέρεται στην ανάληψή του στους ουρανούς που έγινε ύστερα» (Ζ). Με διάφορους τρόπους ερμηνεύθηκε το σκάνδαλο που θα προκαλούνταν από την ανάληψη.
Ή, εάν τώρα, που είμαι μπροστά σας και με έχετε ανάμεσά σας, σκανδαλίζεστε όταν σας λέω, ότι πρέπει να φάτε τη σάρκα μου και να πιείτε το αίμα μου, πολύ περισσότερο θα σκανδαλιστείτε και θα θεωρήσετε το λόγο μου απαράδεκτο, όταν με δείτε να αναλαμβάνομαι στους ουρανούς, άρα και την σάρκα μου και το αίμα μου να εξαφανίζονται από ανάμεσά σας (Godet, Keil και άλλοι).
Ή, «Με ποιο τρόπο θα συμπεριφερθείτε, λέει, όταν θα το δείτε αυτό και να ανεβαίνει στον ουρανό;… Γιατί, εάν σκέφτεστε ότι δεν μπορεί η δική μου σάρκα να εμφυτεύσει μέσα σας τη ζωή, πώς σαν πτηνό θα ανεβεί στον ουρανό; Γιατί, εάν δεν μπορεί να δίνει ζωή, επειδή δεν μπορεί από τη φύση της να δίνει ζωή, πώς θα βαδίσει στον αέρα…; Διότι και αυτό όμοια είναι αδύνατον στη σάρκα» (Κ).
Εάν σκανδαλίζεστε τώρα, που σας λέω ότι πρέπει να φάτε τη σάρκα μου και φαίνεται σε σας δυσπαράδεκτος ο λόγος αυτός, πώς θα σας φανεί και τι σκάνδαλο θα προκληθεί σε εσάς, εάν σας πω για την επάνοδό μου στους ουρανούς;
Αξιολογότατη και η επόμενη ερμηνεία: Ο Κύριος με την ερώτηση αυτή δεν έχει πρόθεση να παρουσιάσει μικρότερη την πρώτη δυσκολία προβάλλοντας στους σκανδαλισμένους άλλη δυσκολία μεγαλύτερη, σαν να λέει: Σκανδαλιστήκατε με αυτό που σας είπα. Πόσο μάλλον θα σκανδαλιστείτε, εάν με δείτε να αναλαμβάνομαι; Μάλλον υπαινίσσεται ο Κύριος, ότι το μέλλον θα λύσει το αίνιγμα, το οποίο προβάλλεται τώρα ως άλυτο και σκανδαλώδες σε αυτούς. Η έννοια λοιπόν της ερώτησής του είναι η εξής: Εάν με δείτε να αναλαμβάνομαι στους ουρανούς, θα εξακολουθείτε να σκανδαλίζεστε με αυτό που σας είπα, ότι δηλαδή είμαι ο άρτος ο ζωντανός που κατέβηκα από τον ουρανό, του οποίοι τη σάρκα και το αίμα πρέπει να φάτε και να πιείτε για να ζωοποιηθείτε; (μ). Η πρώτη εκδοχή και η τελευταία είναι πιο σοβαρές.
(4)   Σαφής μαρτυρία για την προΰπαρξη του Κυρίου και την ένωση του Ιησού Χριστού με τον Λόγο, δηλαδή την σάρκωση και ενανθρώπηση του Λόγου.
«Δεν ανέχεται να διαχωρίζεται σε δύο Χριστούς» και «παντού μετά την ενανθρώπηση διατηρεί αδιάσπαστο τον εαυτό του. Διότι λέει ότι ο Υιός του ανθρώπου ανεβαίνει όπου ήταν πρωτύτερα, μολονότι το προερχόμενο από τη γη σώμα δεν ήταν στον ουρανό πριν από το γεγονός αυτό… Γιατί ένας είναι ο Υιός, και πριν από τη σάρκωση και μετά τη σάρκωση, και δεν θα θεωρήσουμε ότι είναι ξένο του Λόγου το δικό του σώμα… Λέγοντας βέβαια ότι θα ανέβει εκεί που ήταν και πρωτύτερα, δίνει κατά κάποιο τρόπο στους ακροατές να σκεφτούν, ότι κατέβηκε από τον ουρανό» (Κ).

Ιω. 6,63 τὸ πνεῦμά(1) ἐστι τὸ ζωοποιοῦν, ἡ σὰρξ(2) οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν· τὰ ῥήματα(3) ἃ ἐγὼ λαλῶ(4) ὑμῖν, πνεῦμά ἐστι καὶ ζωή(3) ἐστιν.
Ιω. 6,63 Σας λέγω δε και τούτο• Το Αγιον Πνεύμα είναι εκείνο που ζωοποιεί. Η δε σαρξ μου δίδει ζωήν αιώνιον, διότι ακριβώς έχει συλληφθή από το Πνεύμα το Αγιον και κατοικεί εις αυτήν το Πνεύμα. Καθε άλλη σαρξ δεν ωφελεί τίποτε. Τα λόγια, τα οποία εγώ σας διδάσκω, είναι πνεύμα Θεού, δι' αυτό δε έχουν και μεταδίδουν ζωήν.
(1)   Ή «Πνεύμα λέει τώρα, το να καταλαβαίνουν τα λεγόμενα με πνευματικό τρόπο και ομοίως σάρκα λέει, το να τα καταλαβαίνουν σαρκικά… Λέει λοιπόν, ότι το να τα καταλαβαίνουν μεν αυτά με πνευματικό τρόπο, παρέχει ζωή,… ενώ το να τα καταλαβαίνουν αυτά σαρκικά, δεν ωφελεί τίποτα» (Ζ).
«Τι όμως σημαίνει το να τα κατανοήσουν σαρκικά; Το να βλέπουν απλώς σε αυτά που φαίνοντα μπροστά τους και να μην φαντάζονται κάτι περισσότερο· διότι αυτό σημαίνει σαρκικά. Πρέπει όμως… όλα τα μυστήρια να τα βλέπουν με τα εσωτερικά μάτια· διότι αυτό σημαίνει πνευματικά» (Χ).
Πιο σωστή η ερμηνεία: το θείο Πνεύμα «μπορεί να δίνει ζωή», «αλλά όταν νοείται μόνη και καθ’ εαυτήν η φύση της σάρκας, είναι φανερό ότι δεν είναι ζωοποιός… αλλά έχει μάλλον αυτή ανάγκη εκείνου που μπορεί να της δίνει ζωή… επειδή όμως έχει ενωθεί με το Λόγο που δίνει ζωή, έγινε όλη ζωοποιός, μεταπηδώντας προς τη δύναμη του ανωτέρου, και όχι αποσπώντας αυτήν προς τη δική της φύση» (Κ).
«Πνεύμα δηλαδή ζωοποιό είναι η σάρκα του Κυρίου, διότι συλλήφθηκε από το ζωοποιό Πνεύμα. Διότι αυτό που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα, είναι Πνεύμα» (Μ. Αθαν. Περί της ενσάρκου επιφανείας του Θεού Λόγου και κατά Αρειανών 16 Migne 26,1011).
(2)   Για αυτό και ο Κύριος δεν λέει ότι «η σάρκα μου», αλλά γενικά «η σάρκα» δεν ωφελεί τίποτα.
«Διότι αυτό δεν θα μας το πραγματοποιήσει μέσα μας η σάρκα τυχόν του Παύλου, αλλά ούτε του Πέτρου, ή κάποιου άλλου» και θα μας ζωοποιήσει, διότι «για μεν όλους τους άλλους θα είναι αληθινός ο λόγος ότι η σάρκα δεν ωφελεί τίποτα· δεν ισχύει όμως μόνο στην περίπτωση του Χριστού, επειδή σε αυτήν κατοίκησε η ζωή, δηλαδή ο Μονογενής» (Κ).
(3)   «Ή, τα λόγια μου πρέπει να τα πάρετε με πνευματικό τρόπο» (Αυ).
«Είναι πνευματικά και ζωντανά (τα λόγια μου), για αυτό δεν πρέπει να βλέπετε σε αυτά απλώς και ως έτυχε… αλλά… να τα καταλαβαίνετε πνευματικά» (Ζ), διότι «αφού δεν έχουν τίποτα το σαρκικό… είναι πάνω από τους νόμους οι οποίοι διέπουν αυτήν τη ζωή και έχουν διαφορετική έννοια» (Χ).
Σχετική και η: «είναι πνευματικά και με το Πνεύμα» ασχολούνται «και είναι ζωοποιά και μιλούν για την κατά φύσιν ζωή» (Κ).
Ή, πιο σωστά, τα λόγια μου είναι η ενσάρκωση και μετάδοση του Πνεύματος· το Πνεύμα κατοικεί μέσα σε αυτά και μεταδίδεται μέσω αυτών. Και για αυτό και μεταδίδουν ζωή (g).
Όπως ακριβώς ο Χριστός είναι η ενσάρκωση του Λόγου, έτσι και τα λόγια του Χριστού είναι κατά κάποιο τρόπο κάτι που ξεχύνεται από αυτόν μεταδίδοντας την ζωοποιό του δύναμη. Όπως στην Π.Δ. ο λόγος του Θεού είναι και περίβλημα δύναμης που μεταδίδει στον άνθρωπο προς τον οποίο απευθύνεται, κάποια ενέργεια του Πνεύματος του Θεού, έτσι και τα λόγια του Ιησού είναι όχι μόνο η έκφραση της σκέψης του, αλλά και εκπόρευση της ενεργού και ζωοποιού δύναμής του (μ). Οι λόγοι του σαρκωμένου Λόγου έχουν μέσα τους δημιουργική δύναμη και ενέργεια, με την οποία αυτοί που πιστεύουν και έχουν το λόγο του Θεού να μένει μέσα τους, αναγεννιούνται και γίνονται και αυτοί Πνεύμα (χ). Με αυτό λοιπόν γνωστοποιεί ο Κύριος σε αυτούς που σκανδαλίστηκαν και θεώρησαν σκληρό το λόγο του, ότι τελείως αντίθετα οι λόγοι του ήταν πηγή ζωής (ο).
(4)   Σύμφωνα με άλλη γραφή: λελάληκα υμιν. Οπότε πρέπει να εννοήσουμε τα λόγια που ειπώθηκαν ήδη για τη σάρκα του στη συναγωγή της Καπερναούμ. Πιο σωστή είναι η γραφή λαλώ, οπότε θα θεωρήσουμε αυτό ότι αναφέρεται γενικώς σε όλα τα λόγια του Κυρίου (g)= Και αυτοί, τους οποίους σας είπα και όλοι οι λόγοι μου, τους οποίους λέω.

(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 233-245 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα. )

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας, Θφ = Θεοφύλακτος
Αμ = Αμμώνιος, Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος, Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας, Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Σβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης, Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας, Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός, Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928 χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer μ. = Macgregor G.H. London 1928
DB = Dict. Of the Bible,Hastings τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928 σ. = στίχος
G = Crimm
g = Godet F. 1885
o = Owen John, New York 1861
δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940

Η Εκκλησία μας καθόρισε όλες τις Τετάρτες και Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής να τελείται μία άλλη Λειτουργία, η Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων.

Κατά τη Λειτουργία αυτή δεν τελείται Θυσία, δε γίνεται δηλαδή μεταβολή του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Τα Τίμια Δώρα, ο Άρτος και ο Οίνος είναι έτοιμα, έχουν προαγιασθή (γι' αυτό και λέγεται Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων) κατά την προηγηθείσα θεία Λειτουργία της Κυριακής, είναι πλέον Σώμα και Αίμα Χριστού, και απλώς προσφέρονται προς μετάληψη στους πιστούς.

Ο Ιερέας καθ' εκάστη Κυριακή κόπτει από το πρόσφορο τον λεγόμενο «Αμνόν», δηλαδή το τετράγωνο εκείνο τεμάχιο της σφραγίδας που γράφει ΙΣ-ΧΣ ΝΙ-ΚΑ, και το τοποθετεί επάνω στο ιερό Δισκάριο. Μετ' ολίγο, κατά τη στιγμή του «Σε υμνούμεν...», το τεμάχιον αυτό του άρτου θα μεταβληθεί δια της ευλογίας του Ιερέως σε αυτό τούτο το Σώμα του Κυρίου, όπως και ο οίνος, που είναι στο ιερό Ποτήριο, θα μεταβληθεί και αυτός σε αυτό τούτο το Αίμα του Κυρίου.

Όταν όμως βρισκόμαστε στη πένθιμο περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, ο Ιερέας, κατά τη Θ. Λειτουργία της Κυριακής, δεν θα κόψει ένα μόνο τεμάχιο εκ της σφραγίδας του προσφόρου, ωσάν αυτό που είπαμε ανωτέρω, αλλά περισσότερα (συνήθως τρία), ανάλογα προς τον αριθμό των Λειτουργιών των Προηγιασμένων που θα τελέσει κατά την εβδομάδα.

Τα τεμάχια αυτά (που δεν κόπτονται όλα από ένα πρόσφορο, αλλ' ένα από κάθε πρόσφορο), θα τα ευλογήσει κατά την ώρα που πρέπει και αυτά θα μεταβληθούν σε Σώμα Χριστού. Από αυτά το ένα θα χρησιμοποιηθεί για τη θεία Μετάληψη της ημέρας εκείνης (Κυριακής), τα άλλα (συνήθως δύο) θα εμβαπτισθούν στο ιερό Ποτήριο, όπου το άγιο Αίμα του Κυρίου, και θα φυλαχθούν σε ειδικό κιβωτίδιο, το ιερό Αρτοφόριο, για τις Λειτουργίες των Προηγιασμένων Δώρων που θα γίνουν εντός της εβδομάδας. Κατ' αυτές τις Λειτουργίες ο Ιερέας θα προσφέρει στους πιστούς προς μετάληψη τα Προηγιασμένα αυτά Δώρα.

Η Λειτουργία των Προηγιασμένων είναι συνυφασμένη με Εσπερινό, είναι δηλαδή βραδινή. Αυτό έχει θεσπιστεί, διότι οι παλιοί Χριστιανοί κατά τις ημέρες της Μ. Τεσσαρακοστής διετέλουν τελείως άσιτοι (νηστικοί) μέχρι των εσπερινών ωρών. Μπορούσαν λοιπόν να εκκλησιαστούν και να κοινωνήσουν κατά τις εσπερινές ώρες. Σήμερα η Λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται και κατά την εσπέρα συνηθέστερα όμως τελείται κατά τις πρωινές ώρες προς διευκόλυνση των πιστών.

Η Λειτουργία αυτή δεν έχει τον πανηγυρικό και θριαμβευτικό τόνο των άλλων Λειτουργιών, αλλά δεσπόζει σε αυτή το πένθιμο και κατανυκτικό στοιχείο.Η Λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται όλες τις Τετάρτες και Παρασκευές της Μ. Τεσσαρακοστής. Κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα τελείται μόνο τις τρεις πρώτες μέρες αυτής (Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη και Μ. Τετάρτη). Επίσης τελείται και κατά τις ημέρες εορτών ευρισκομένων εντός της περιόδου της Μ. Τεσσαρακοστής. Δεν τελείται κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής. Ο Ιερέας, και αν κρατήσει τα ονόματα, δεν θα τα μνημονεύσει, στην Πρόθεση, αλλά θα τα αφήσει για τη Λειτουργία του Σαββάτου ή της Κυριακής. Επίσης, κατά τη Λειτουργία των Προηγιασμένων δε γίνονται μνημόσυνα.

Γέροντας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος

"Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ". του Γ. Βερίτη. 

Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
κι ειν’ η λαχτάρα μου μεγάλη!
Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
γιατί θα κοινωνήσω πάλι.

Μαζί κι οι δυό μας θα γιορτάσουμε,
ω, πόσο τόχες πεθυμήσει.
«Επιθυμία επεθύμησα»,
μας είπες πριν το δείπνο αρχίσει.

Επιθυμία επεθύμησα!
-πως μας φλογίζ’ η επιθυμιά σου!
πως λαχταρήσαμε να γείρωμε
απόψε πάνω στην καρδιά σου!

Δέξου μας σαν τον άγιο Γιάννη σου,
πάνω στο στήθος σου σκυμμένους.
Δε θα σου πούμε ποιά άγρια κύματα
μας φέραν δω μισοπνιγμένους.

Τα ξέρεις όλα! Κι αν πονούσαμε,
πιότερο συ για μας πονούσες
και, σιωπηλός, - τα χρόνια ως διάβαιναν,-
στο δείπνο σου μας καρτερούσες.

Μαζί σου τώρα θα γιορτάσουμε,
και το τραπέζι ‘ναι στρωμένο.
Μα πως σε βλέπω, ω τρισελεύτερε,
τη δουλική ποδιά ζωσμένο;

-«Σταθήτε, φίλοι! Ο νους σας άγρυπνος
κι ολάνοιχτ’ η ψυχή σαν κρίνο,
για να δεχτή, δροσιά απριλιάτικη,
την ύστερη εντολή που αφήνω.

Εγώ ‘μαι ο Κύριος κι ο Διδάσκαλος.
Μαζί μου ως τ’ άστρα θ’ ανεβήτε,
μ’ αφού στα πόδια τ’ άλλου σκύψετε
και δουλική ποδιά ζωσθήτε.

Εγώ ‘μαι ο Κύριος κι ο Διδάσκαλος,
μα ταπεινώθηκα ως τα Βάθη.
Όποιος το Θρόνο μου λαχτάρησε,
το δρόμο τούτο πρώτα ας μάθη!

Μα ελάτε τώρα να γιορτάσουμε.
Χρείαν ουκ έχει ο λελουμένος.
Μαζί σας, η χαρά μου απέραντη,
κι ας είμαι κιόλα προδομένος»

Κύριε, τα λόγια σου αντηχήσανε
ως τα κατάβαθα του νου μας.
Εσύ διαβάζεις την αγάπη μας
μεσ’ στην καρδιά του καθενού μας.

Εσύ διαβάζεις την αγάπη μας,
και, πιο καλά από μας, το ξέρεις
Πόσο οι ψυχές μας νοσταλγήσανε
σ’ αυτό τ’ ανώγειο να μας φέρης.

Μαζί το Πάσχα θα γιορτάσουμε
και τον καινούργιο Αμνό θα φάμε,
Μαζί σου, ακόμα και στον θάνατο
- και στην ανάσταση - θα πάμε.

Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
γιατί θα κοινωνήσω πάλι!
Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
κι ειν’ η λαχτάρα μου μεγάλη!

Ο λειτουργός προβαίνει επίσημα
τ’ Άγια κρατώντας υψωμένα,
μα Εσύ μας κράζεις με τα χείλη του:
«πιστοί μου, ελάτε προς Εμένα».

Σεμνά κι αθόρυβα προσέρχονται
θερμός στα μάτια ο πόθος λάμπει
κι ανοίγουν οι καρδιές εφτάδιπλες,
ο Βασιλιάς των όλων νάμπη.

Ανοίγουν οι καρδιές ευφρόσυνα
καθώς στον ήλιο τα λουλούδια,
κι ανάερα φτερουγάνε γύρω μας,
αύρες των όρθρων, τ’ αγγελούδια.

Αύρες των όρθρων μας θωπεύουνε
μεσ’ στη σεμνή φωτοχυσία.
την εκκλησιά μας όλη γέμισε
χίλιων ψυχών η παρουσία.

Άκτιστε Λόγε και Συνάναρχε,
πόσους εκάλεσες σιμά σου!
Γύρω ένα πλήθος αναρίθμητο
σιμώνει προς την Τράπεζά σου.

Τούτη την ώρα που κυκλώνουμε
τ’ αφθαρτοπάροχο ποτήρι,
πνεύματα μύρια ολούθε κίνησαν
για να βρεθούν στο πανηγύρι.

Θα κοινωνήσω με τους Έντεκα
- στη νύχτα χάθηκε ο προδότης -
με την Παρθένα Μάνα που έσφιξε
στην αγκαλιά της τον Αμνό της.

Θα κοινωνήσω με τους Έντεκα
και με την πρώτην Εκκλησία.
Κοινή κι η πίστη κι η λαχτάρα μας
μπρος στην υπέρτατη Θυσία.

Να, με τους πρώτους, οι Εβδομήκοντα,
και να κι ο Παύλος πούχει φτάσει
στα τρίδιπλα φτερά του ζήλου του,
πέλαα περνώντας, κάμπους, δάση.

Γεμάτη δύναμη και θέληση
στράφτει η ματιά του, σαν ατσάλι.
Χαίρε, ω ποτήρι μυριολάτρευτο
που τον χαλύβδωσες στη πάλη.

Να των μαρτύρων τ’ αναρίθμητα
που φτερουγάνε πλήθη, γύρω,
κρατώντας, θησαυρό σε αλάβαστρα,
το αίμα τους, ουράνιο μύρο.

Πώς την θυμούνται την αξέχαστη,
των πιο μεγάλων θριάμβων, μέρα!
Στη φυλακή πρωί, μετάλαβαν,
το βράδυ στα θεριά τους φέραν.

Στη φυλακή, πρωί, μετάλαβαν
ελεύθεροι φυλακισμένοι.
το βράδι μπαίνουν αλαλάζοντας
στον ουρανό που τους προσμένει.

Χαίρε τροφή μαρτυροπλάστρα, Συ,
και χαίρε των ηρώων γεννήτρα!
Τα νύχια των θηρίων εσύντριψεν
η δύναμή σου η καταλύτρα.

Να κι ο Ταρσίζιος μεσ’ στους μάρτυρες,
ο μικρός φίλος κι αδερφός μας.
Γεια σου αδελφούλη, που ξεπέρασες
τους πιο τρανούς εσύ του κόσμου!

Στη δωδεκάχρονη καρδούλα του
σφίγγει ο Ταρσίζιος τ’ άγια Δώρα.
Δε θα τα ρίξη, κι ας ουρλιάζουνε
τριγύρω του σκυλιά αιμοβόρα.

Δε θα τα ρίξη στην ατίμωση,
- Θε μου, η καρδούλα του πως κάνει! -
κι ας τον χτυπούν, κι ας τον πληγώνουνε.
Με τ’ άγια Δώρα θα πεθάνη!

Να κι οι σεπτές χορείες προβαίνουνε
των ομολογητών της πίστης,
κι ο ιεράρχης κι ο σοφός ο δάσκαλος,
ο βάρδος, ο πνευματικός, ο μύστης.

Να κι οι παρθένες αστρομέτωπες
τ’ άφθαρτα φέρνοντας στεφάνια,
και να οι μανάδες των Χρυσοστόμων,
με την σεμνή τους περηφάνεια.

Η Φοίβη, η Πρίσκιλλα, η διακόνισσα,
η κατηχήτρα, η τίμια χήρα,
κι η δοξασμένη αυτοκρατόρισσα
που καταφρόναε την πορφύρα.

Θε μου τι πλήθος αναρίθμητο
μαζί μας ήρθε να δειπνήση!
Κι όλους, αυτό το θείο ποτήρι σου
τους έχει θρέψει και ποτίσει!

«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.

«Ιδού βαδίζω…» Γήινο τίποτα
δεν έχει τώρα ο λογισμός μου,
γιατί με κάλεσε συντράπεζο
ο Βασιλιάς όλου του κόσμου.

«Ιδού …» Στο βήμα των πατέρων μου
ρυθμίζω το δικό μου βήμα,
κι Εσύ με δέχεσαι ως τους δέχτηκες,
θύτης Εσύ μαζί και θύμα!

«Στώμεν καλώς!» Τα μάτια, ορθάνοιχτα,
την αγρύπνια του πνεύματος μας
ας δείχνουν, τούτη τη φριχτή στιγμή
που σφαγιάζετ’ ο Χριστός μας.

Ευλαβικά σαν τον προφήτη Σου
τον άνθρακα στα χείλη παίρνω,
κι ω καθαρμού φωτιά αδαπάνητη
που μεσ’ στην ύπαρξή μου παίρνω!

Είδες την δίψα μου την άσβηστη,
και να που μούχεις αναβρύσει
αθανασίας καθάρια νάματα
κι αλήθειας κρουσταλλένια βρύση.

Τώρα ξεχνώ του βίου τα βάσανα
και της ζωής κάθε φαρμάκι.
Δε χάνομαι άσωτα στα πέλαγα
μάταια ζητώντας κάποια Ιθάκη.

Ο δρόμος φέρνει προς τη θέωση,
διάπλατα μπρος μου τον ανοίγεις,
κι ως το στερνό – μου τόπες – βήμα μου,
απ’ το πλευρό μου δε θα φύγης.

Στην ομορφιά μας την πρωτόπλαστη
μας ξαναφέρν’ η δύναμή σου.
Στην ομορφιά μας την πρωτόπλαστη
και στις χαρές του παραδείσου.

Αγγέλων λύρες αρμονίζονται
και χερουβίμ δοξολογούνε,
κι αρχάγγελοι έσκυψαν, θαυμάζοντας,
τη μυστική ένωση να δούνε…

Σ’ ευχαριστώ που καταδέχτηκες
στη φάτνη τούτη να ξανάρθης.
Ω, μείνε χρόνια, χρόνια ατέλειωτα
μέσα μου, αφέντης και μονάρχης.

Μείνε για πάντα, όπως και σήμερα
μεσ’ στην καρδιά μου σ’ έχω πάρει
με την πλαστουργική σου δύναμη
και την αγνιστική σου χάρη.

Μείνε, το θάρρος μου κι η ελπίδα μου,
φίλος, παράκλητος, Θεός μου!
Με σένα θάμαι παντοδύναμος
και νικητής όλου του κόσμου.

Κι όταν στερνά θα πέφτη απάνω μου,
θα πέφτη ο ίσκιος του θανάτου,
στο φως μιας νέας ζωής, αθάνατης,
θ’ ανοίγη ο νους τα βλέφαρά του!

Ο Αλέξανδρος Γκιάλας (1915-1948) γνωστός με το φιλολογικό ψευδώνυμο «Γ. Βερίτης».

(Γ. Βερίτη, Άπαντα, Ποιήματα, εκδ. Η Δαμασκός, Αθήνα 1999, σελ. 34-41)

(Πνευματικός Λειμών, Ιωάννου Μόσχου, εκδ. ΕΠΕ,Φιλοκαλία τόμος 2, σελ. 319). 

Υπάρχει στη Θηβαΐδα μια πόλη που τη λένε Λυκώ. Σ’ αυτήν υπάρχει ένα βουνό έξι μίλια μακριά. Σ' αυτό το βουνό μένουν μοναχοί, άλλοι σε σπήλαια και άλλοι σε κελλιά.

Πηγαίνοντας εμείς εκεί επισκεφθήκαμε τον αββά Ισαάκ, Θηβαίο κατά το γένος. Μας διηγήθηκε ο γέροντας.
Πριν πενήντα δύο χρόνια, καθώς έκαμνα το εργόχειρό μου (έκαμνα μια κουνουπιέρα μεγάλη), έκανα λάθος και στενοχωριόμουν, γιατί δεν έβρισκα το λάθος μου. Πέρασα όλη την ήμερα μονολογώντας ανόητα και δεν ήξερα τι να κάνω. Και καθώς ήμουν στενοχωρημένος, να από το πορτάκι μπαίνει κάποιος νεανίσκος και μου λέει.
- Έκανες λάθος, αλλά δος το σε μένα να το διορθώσω.
Του λέγω.
- Φύγε συ από δω και ας μη γίνει ποτέ.
Μου αποκρίθηκε τότε αυτός
- Όμως θα ζημιώσεις τον εαυτό σου, αν δεν το κάνεις σωστά.
Του λέγω.
- Για αυτό μην σε ενδιαφέρει.
Πάλι μου λέει.
- Αλλά σε λυπάμαι, γιατί θα πάει στα χαμένα ο κόπος σου.
Τότε του είπα.
- Κακώς ήρθες εδώ μαζί μ’ αυτούς που σε έφεραν.
Τότε μου λέει.
- Στ’ αλήθεια, εσύ με ανάγκασες να έρθω, γιατί είσαι δικός μου.
Τού λέγω.
- Πώς το εννοείς αυτό;
Αυτός μου είπε.
- Έχεις τρεις Κυριακές που κοινωνάς, ενώ είσαι ψυχραμένος με το γείτονά σου.
Και εγώ τού είπα.
- Ψέματα μου λες.
Και αυτός.
- Δεν του κρατάς κακία για το «μάττιν» (αιγυπτιακή μονάδα χωρητικότητας) της φακής; Εγώ είμαι ο ειδικός για τη μνησικακία, και από τώρα είσαι δικός μου.
Μόλις άκουσα αυτά, άφησα το κελλί μου και πήγα στον αδελφό και έβαλα μετάνοια, και αφού συμφιλιωθήκαμε, επέστρεψα και βρήκα πώς έκαψε την κουνουπιέρα και την ψάθα που έκαμνα τις μετάνοιες, γιατί με φθόνησε για την δικιά μας αγάπη.


Σεμενὼφ-Τιὰν-Σάνσκυ Ἀλέξανδρος (Ἐπίσκοπος)

Πολλές ἀπό τίς θαυματουργικές θεραπεῖες τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης (1829­-1908), τοῦ σύγχρονου κοσμαγάπητου ἁγίου τοῦ ρωσικοῦ βορρᾶ, ἔγιναν μέ τή θεία μετάληψη. Ἡ ἰαματική του δύναμη ἐκδηλωνόταν κυρίως τήν ὥρα τῆς μεταδόσεως τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. Μέ τή βαθειά πίστη πού ἐνέπνεε, οἱ ἀσθενεῖς κοινωνοῦσαν πραγματικά «εἰς ἴασιν ψυχῆς τε καί σώματος». Ὁ ἱερέας Βασίλειος Σοῦστιν διηγεῖται πώς, ὅταν ἦταν πολύ νέος ἀκόμα, ὁ πατέρας του ἀρρώστησε βαριά ἀπό φυματίωση τοῦ λάρυγγα.

Ὁ καθηγητής Σιμανόφσκυ δήλωσε πώς ὁ ἀσθενής ἔχει ζωή μόνο γιά δέκα μέρες. Ὁ π. Ἰωάννης βρισκόταν τότε στήν Κρονστάνδη. Τοῦ ἔστειλαν τηλεγράφημα. Σέ πέντε μέρες ἔφτασε. -Γιατί δέν μέ πληροφορήσατε πὼς ἀρρώστησε τόσο βαριά; Θά ἔφερνα μαζί μου τή θεία Κοινωνία. Καί, γυρίζοντας στόν ἄρρωστο, ρώτησε: «Πιστεύεις πὼς μέ τή δύναμη τοῦ Χριστοῦ μπορῶ νά σέ βοηθήσω;». Ἐκεῖνος ἔγνεψε καταφατικά. Τότε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ φύσηξε στό στόμα του τρεῖς φορές σέ σχῆμα σταυροῦ. Ὕστερα χτύπησε μέ τό χέρι τό τραπεζάκι πού εἶχε τά γιατρικά καί εἶπε: «Πετάξτε τα αὐτά. Εἶναι ἄχρηστα. Ἔλα ὅμως στήν Κρονστάνδη νά σέ κοινωνήσω τά ἄχραντα Μυστήρια. Θά σέ περιμένω…».

Ὅταν τό ἔμαθε ὁ γιατρός, εἶπε πώς ὁ ἄρρωστος θά πέθαινε στό δρόμο. Ἐκεῖνος ὅμως πῆγε τελικά στήν Κρονστάνδη, ὅπου ὁ ἅγιος τόν κοινώνησε. Παρέμεινε ἐκεῖ δυό μέρες. Ὅλες οἱ πληγές του ἔκλεισαν καί μόνο ἡ φωνή του ἦταν ἀκόμη ἀδύνατη. Ὅταν γύρισε στό σπίτι, ὁ γιατρός ἀπόρησε.

- Αὐτό, δήλωσε μπροστά σέ ὅλους, εἶναι πρωτοφανές. Εἶναι ἕνα ὁλοφάνερο θαῦμα! Ὁ «ἑτοιμοθάνατος» πατέρας ἔζησε ἀκόμα 25 χρόνια! Σέ παλιές βιογραφίες τοῦ ἁγίου ἀναφέρεται καί ἡ ἀκόλουθη περίπτωση θεραπείας μίας ἡλικιωμένης γυναίκας, μετά ἀπό τή θεία μετάληψη. «Νά κοινωνήσετε, συνιστοῦσε ὁ π. Ἰωάννης, καί ὁ Κύριος θά σᾶς κάνει καλά. -Εἶμαι πολύ ἡλικιωμένη, ἔλεγε ἡ ἄρρωστη, καί γι’ αὐτό δέν θά μπορέσω νά γιατρευτῶ. -Δέν εἶναι δική μας δουλειά νά γνωρίζουμε τούς καιρούς καί τίς προθεσμίες τοῦ Θεοῦ, ἀπάντησε ἐκεῖνος. -Κοινώνησε στό παρελθόν•, συμπλήρωσαν οἱ συγγενεῖς της.

- Οἱ πρῶτοι χριστιανοί, δήλωσε τότε ὁ ἅγιος, κοινωνοῦσαν καθημερινά, κι ἐσεῖς δέν θέλετε νά τήν κοινωνήσετε τώρα, ποὺ ἔχει τόση ἀνάγκη; Τελικά ἡ ἄρρωστη κοινώνησε καί πολύ σύντομα γιατρεύτηκε». Χαρακτηριστική εἶναι καί ἡ θαυμαστή θεραπεία τῆς πριγκίπισσας Ζ.Ν. Γιουσούποβα, πού ἔπαθε μόλυνση τοῦ αἵματος ὕστερα ἀπό ἕνα πρόωρο τοκετό. Τήν ἐπισκέφθηκε ὁ ἅγιος, ὅπως διηγεῖται ἡ ἴδια, κάθησε στό κρεβάτι της καί τῆς εἶπε: «Ἄν θά ζήσετε ἤ ὄχι, εἶναι ὑπόθεση τοῦ Θεοῦ. Ἐσεῖς ὅμως πρέπει νά προετοιμασθεῖτε γιά μία νέα ζωή μέ τή μετάληψη τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. -Ἐγώ, πάτερ, ἑτοιμάζομαι γιά νά κοινωνήσω πρίν τό Πάσχα. -Ἄν καί τό Πάσχα εἶναι κοντά, ἐπέμεινε τότε ἐκεῖνος, δέν πρέπει νά ἀναβάλετε. Εἶμαι ἕτοιμος νά φέρω ἀμέσως τά τίμια Δῶρα. Στήν ἐπιμονή τοῦ δέχτηκε, κι ἀφοῦ κοινώνησε μέ συναίσθηση καί χαρά, κοιμήθηκε γιά ἕξι ὧρες. Ὅταν ξύπνησε, ἦταν ἐντελῶς ὑγιής!».

Ὁ καθηγητής Μπότκιν, πού τήν παρακολουθοῦσε, βλέποντας τέτοια ἀλλαγή, ἔμεινε γιά πολλή ὥρα σιωπηλός. Δύο δάκρυα κύλησαν στό πρόσωπό του. Ὕστερα ψιθύρισε σκεφτικός: -Δέν κατορθώσαμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τή θεραπεία αὐτή.

Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος διηγεῖται καί τά ἀκόλουθα παρόμοια γεγονότα: «Ἕνας ἄρρωστος ἔπασχε ἀπό θανάσιμο ἕλκος στομάχου. Ὑπέφερε γιά ἐννιά μέρες, χωρίς τήν παραμικρή ἀνακούφιση ἀπό τούς γιατρούς. Προσευχήθηκα θερμά γι’ αὐτόν λέγοντας: Κύριε, εἶσαι ἡ ζωή μας! Ὅσο εὔκολα μπορῶ ἐγώ νά σκεφτῶ τή θεραπεία, τόσο εὔκολα μπορεῖς Ἐσύ νά τή χαρίσεις. Γιάτρεψε λοιπόν τό δοῦλο σου Βασίλειο ἀπό τή φοβερή του πάθηση. Ὕστερα τόν κοινώνησα, ἀλλά κι ἐκεῖνος δέχτηκε τή θεία Μετάληψη μέ σταθερή πίστη. Τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας ἔγινε καλά, καί τό βράδυ σηκώθηκε ἀπό τό κρεβάτι. Ὁ Δεσπότης Χριστός τόν εἶχε ἐλεήσει καί τοῦ εἶχε χαρίσει τήν ὑγεία…

Ἐκπλήσσομαι μέ τή ζωογόνο δύναμη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων!». -Μία γριούλα πάλι εἶχε αἱμοπτύσεις. Ἦταν πολύ ἀδύνατη καί δέν ἔτρωγε σχεδόν τίποτα. Μόλις ὅμως τήν κοινώνησα, ἄρχισε νά συνέρχεται. -Κάποια κοπέλα εἶχε φτάσει στά πρόθυρα τοῦ θανάτου. Τή θεράπευσε κι αὐτὴ ἡ θεία Μετάληψη. Δόξα στά ζωοποιά Σου Μυστήρια, Κύριε! Δέν παραλείπει, τέλος, ὁ ζηλωτής τῶν ἀχράντων Μυστηρίων νά διακηρύσσει τή θαυματουργική τους δύναμη μέ τήν ἀκόλουθη προτροπή: «Νά προσκαλεῖτε στό σπίτι σας τόν ἱερέα μέ τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Νά πιστεύετε, ὅπως πίστευε ὁ Ἰάειρος, ὅτι θά ἐκπληρωθοῦν οἱ ἐπιθυμίες σας.

Στήν ἱερατική μου διακονία ἔχω πολλά παραδείγματα ἀσθενῶν, πού σύντομα ἔγιναν καλά μέ τή βαθειά πίστη, τή μετάνοια καί τή θεία Κοινωνία».

ΠΗΓΗ www.agiazoni.gr


Υπάρχουν ζητήματα μέσα στον κύκλο των θεμάτων της άμωμήτου πίστεώς μας, τα όποια σου προκαλούν δέος καί μυστικό φόβο, όταν θελήσεις να τα προσεγγίσεις.

Αισθάνεσαι ότι ακούς να επαναλαμβάνεται εκείνη ή φοβερή φωνή, πού άκουσε κάποτε ό θεόπτης Μωυσής μέσα από τη "φλεγόμενη καί μη κατακαιομένη βάτο του Χωρήβ: «Μη έγγίσης ώδε- λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου ό γαρ τόπος, εν ω συ έστηκας, γη αγία έστι» ("Εξοδ. 3,5).
Τέτοιο είναι καί το θέμα, πού μας δίνει για μελέτη πνευματική το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Γι' αυτό καί οι γραμμές πού θα ακολουθήσουν δεν θα 'ναι καρπός της ταπεινής μας διανοίας, αλλά αγίου, ενδόξου και πανευφήμου άνδρα, πού είχε την πίστη καί την αγάπη του Μωυσή, του χρυσού στη γλώσσα, χρυσού καί οτήν καρδιά, του άγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Εκείνου τη Θεία Λειτουργία δεν τελέσαμε καί σήμερα; Υπάρχει, λοιπόν, πιο αρμόδιος να μας μιλήσει για το Μυστήριο της θ. Ευχαριστίας;

Ή απροσδόκητη τιμή

Βέβαια περιεχόμενο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής είναι ή παραβολή του μεγάλου δείπνου. Οϊ γνωστές εικόνες, πού μας προβάλλει, είναι του αγαθού καί μεγαλόδωρου οικοδεσπότη, των αγενών προσκεκλημένων, των δούλων των πειθαρχικών καί του εσμού των τελευταίων προσκεκλημένων με την πολυώνυμη δυστυχία, πτωχών, αναπήρων κ.λπ.
Το κεντρικό νόημα της παραβολής υποδηλώνεται με την εικόνα του μεγάλου, του πλούσιου δείπνου, πού δεν είναι άλλο από τα αγαθά της αιώνιας Βασιλείας του Ιησού Χριστού, πού δόθηκαν στους ανθρώπους. Αγαθά ύψιστα, ατίμητα καί αιώνια. Δηλαδή, «αμαρτιών άπόθεσις, Πνεύματος Αγίου μέθεξις, υιοθεσίας λαμπρότης» (Κύριλλος Αλεξανδρείας).
'Αλλά που θα βρούμε τα αγαθά αυτά; Πώς θα γίνουμε παιδιά του Θεού, πώς θ' απολαύσουμε τη χάρη του Αγ. Πνεύματος, πού θα πλύνουμε την ψυχή μας από το ρύπο της αμαρτίας; Πού άλλου, παρά στην Εκκλησία του Χριστού, το θεοΐδρυτο καί αιώνιο οργανισμό της σωτηρίας μας. Πού άλλου,παρά στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας, καί κυρίως ατό θεμέλιο της θείας Λατρείας μας, τη θεία Ευχαριστία.

Γι' αυτό, κάπως αναγωγικά, ή σημερινή ευαγγελική περικοπή προσανατολίζει τη σκέψη μας στο μεγάλο Δείπνο της Θείας Κοινωνίας. Εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο αγαθό, πού μπορούσε ό πανάγαθος Θεός να προσφέρει στα πλάσματα του, τους ανθρώπους. Καί το μεγαλύτερο αγαθό του Θεού είναι το πιο πολύτιμο πού είχε. Καί το πιο πολύτιμο πού είχε ό ύψιστος Θεός δεν ήταν άλλο από τον Υιό του τον Μονογενή, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.
Αυτόν μας έδωσε! Καί όχι μόνο! «Ουκ έδωκεν μόνον, αλλά καί μετά το δούναι τράπεζαν ήμϊν αυτόν παρέθηκεν» (Ι.Χρυσόστομος). Φρικτόν ειπείν! Μας τον παρέθεσε τραπέζι, «εις βρώσιν καί πόσιν!
Ώ! της άπειρης αγάπης του Θεού! Πώς να την παρομοιάσουμε; Με τη βαθειά άβυσσο, με ωκεανό απέραντο; Εδώ σταματά ό νους του ανθρώπου. «Ίλιγγιά δε νους καί ύπερκόσμιος...».

Αδιαφορία καί δικαιολογίες
Παρά ταύτα, όμως,παρά την απροσδόκητη καί ασύλληπτη τιμή του Θεού, ό άνθρωπος παρέμεινε ασυγκίνητος. Με ρεαλισμό μας περιέγραψε ό Κύριος το δράμα του ανθρώπου, να δείχνει δηλαδή τέτοια περιφρόνηση στις δωρεές της θείας αγάπης. Με συγκαλημμένη αποστροφή καί κακία αποποιήθηκαν την τιμή οι προσκεκλημένοι: «άγρόν ήγόρασα», θα δικαιολογηθεί ό πρώτος- «ζεύγη βοών ήγόρασα πέντε», ό δεύτερος, «γυναίκα έγημα», ό τρίτος, «έχε με παρητημένον». Οι άσύστατες δικαιολογίες προκαλούν την οργή του οίκοδεσπότου, ό όποιος καλεί άλλους στη θέση τους. «Άμεταμέλητα γαρ τα χαρίσματα καί ή κλήσις του Θεοϋ» (Ρωμ. 11,29).
Άλλα μήπως καί στο μεγάλο Δείπνο της Θ. Ευχαριστίας ή συμπεριφορά μας είναι καλύτερη; «Αυτή ή τράπεζα —ή Αγία Τράπεζα- θα μας τονίσει ό ί. Χρυσόστομος, της ψυχής ημών τα νεύρα, της διανοίας ό σύνδεσμος, της παρρησίας ή ύπόθεσις, ή έλπίς, ή σωτηρία, το φως, ή ζωή». Πόσα αγαθά έχουμε να αποκομίσουμε για την ψυχή καί για το σώμα μας! Καί εν τούτοις με πόσες δικαιολογίες καί ασυγχώρητη αδιαφορία, μένουμε μακριά της.
Προτιμούμε απερίσκεπτα την τράπεζα του κόσμου παρά την Αγία Τράπεζα. Να εντρυφά ή ψυχή μας στίς εφήμερες ηδονές, στα χρήματα, στίς μέριμνες, στη σάρκα, ώστε μολυσμένη να μη μπορεί να πλησιάσει τα Τίμια Δώρα του Θεού. Άλλα ποιο αγαθό αυτής της γης μπορεί να συγκριθεί με τη Θεία Κοινωνία, «τον άρτο της ζωής» (Ίω. 6,48), όταν την δεχόμαστε όπως πρέπει; Δικαιολογείται ή περιφρόνηση της, όσες θυσίες και αν απαιτεί;

«Μετά φόβου Θεού...»
Είναι αλήθεια ότι οί περισσότεροι χριστιανοί, ελάχιστες φορές στη ζωή προσέρχονται στο μεγάλο Δείπνο. Συνήθειες, όχι τόσο ευαγγελικές, έχουν εισχωρήσει καί σταθεροποιηθεί στη ζωή των χριστιανών, όπως ή σχετική με τη Θ. Κοινωνία. Να κοινωνούν δηλαδή δύο ή τρεις φορές το χρόνο.
Από ευλάβεια, άραγε; "Αν ναί, όχι πάντως καλή καί θεάρεστη. «Σατανική» την ονομάζει ό Ι. Χρυσόστομος, ερωτώντας, πώς πριν τα Χριστούγεννα ή πρίν το Πάσχα ξαφνικά γίνεσαι άξιος να κοινωνήσεις, ενώ όλο το χρόνο θεωρείς τον εαυτό σου ανάξιο να μεταλάβει Σώμα και Αίμα Χριστού του Θεού;
Φανερό, λοιπόν, είναι, ότι οδηγούμαστε προς τη φρικτή Τράπεζα από συνήθεια μάλλον παρά από ευλάβεια καί ιερό πόθο. Καί πολλές φορές με έλλειπέστατη προετοιμασία. Προσερχόμαστε στη Δεσποτική φιλοξενία καί στην αθάνατη Τράπεζα χωρίς το ανάλογο ένδυμα. Δεν φθάνει μόνο ή νηστεία λίγων ήμερων. «Εννόησον —συμβουλεύει ό ί. Χρυσόστομος— εννόησον ώ άνθρωπε, ποίας μέλλεις άπτεσθαι θυσίας, ποία προσέρχεσαι τραπέζη...». Σκέψου, συ το χώμα καί ή στάχτη πώς μεταλαμβάνεις Αίμα και Σώμα Χρίστου του Θεού.
Απαραίτητη, λοιπόν, είναι ή ψυχική προετοιμασία μας πριν τη Θεία Μετάληψη. Αδιαφορούμε ασυγχώρητα, όταν δεν προσερχόμαστε συχνά στο μεγάλο Δείπνο. Τουλάχιστον ας μην υποτιμούμε την ασύλληπτη τιμή του, όταν το πλησιάζουμε. "Ας προσερχόμαστε «ψυχαίς καθαραϊς και άρρυπώτοις χείλεσι...», «μετά φόβου Θεού, πίστεως καί αγάπης». Αμήν.

Αρχ.Χ.Π.Α.''''Φωνή Κυρίου'''13 Δεκεμβρίου 1992''

«Αυτά είναι του Θεού πράγματα»!
Επειδή ο π. Ιάκωβος ήτανε κι εφημέριος στα τρία χωριουδάκια, έπρεπε να πηγαινοέρχεται τις Κυριακές και μερικές ακόμα φορές, όταν το καλούσε η ανάγκη. Κι έπρεπε να πηγαίνει με το ζώο με κρύο, με χιόνι, με πάγους, με λιοπύρι… Δεν ήτανε λίγες οι φορές που παλιά το μουλάρι του, η Χάϊδω, τον ταλαιπωρούσε, γιατί κλώτσαγε και ήτανε νευρικό. Μια φορά μάλιστα, χειμώνα καιρό, με χιόνι πρόγκηξε στο δάσος το ζώο, πέταξε κάτω τον π. Ιάκωβο, που χτύπησε άσχημα κι έχασε και κάτι μάλλινα χοντρά γάντια, που του’ χε στείλει για τέτοιες περιστάσεις η Ζώη. Επειδή πάντα ήταν εξαντλημένος από την άσκηση, κρύωνε πολύ, ξυλιάζανε τα χέρια του και δυσκολευότανε να λειτουργήσει.
Πολλές φορές πήγαινε στα χωριά για διάφορους λόγους, χωρίς να παίρνει το μουλάρι. Έτσι, επέστρεφε από τα Δαμνιά και μάλιστα ήτανε φορτωμένος με αρκετά κιλά. Δύο περίπου χιλιόμετρα πριν φτάσει στο μοναστήρι, πέρασε ταξί με πελάτη, που γνώρισε τον π. ιάκωβο και πρότεινε στον οδηγό να τον πάρουνε κι αυτόν. Ο οδηγός απάντησε:
- Ας τους, οι καλόγεροι δεν έχουν ανάγκη.
Συνεχίσανε και μόλις φτάσανε στη Μονή χτυπήσανε και τους άνοιξε ο ίδιος ο π. Ιάκωβος. Ταξιτζής και πελάτης τα χάσανε. Ο πρώτος ζήτησε συγνώμη.
Τέτοια ήτανε πολύ συνήθη, μα καταγράφουμε ακόμα μία περίπτωση. Μητέρα είχε άρρωστο παιδάκι και έφερνε τα ρουχαλάκια του να τα «διαβάσει» ο π. Ιάκωβος. Τα ‘φερνε, το 1970 με το ταξί του Αθ. Βαρβούζου. Χειμώνας, λάσπες, δεν είχε γίνει ο καινούργιος δρόμος και το ταξί κόλλησε στις λάσπες ακριβώς στη διασταύρωση εκεί που στρίβει ο δρόμος για το Ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ. Κατεβήκανε και θα συνέχιζαν με τα πόδια, όταν πέρασε με μουλάρι ο π. Ιάκωβος πηγαίνοντας να κοινωνήσει στα Δαμνιά κάποιον ετοιμοθάνατο, απόσταση τουλάχιστον 6 με 7 χιλιόμετρα από τη Μονή. Η μητέρα ζήτησε να μιλήσει στον π. Ιάκωβο μα κείνος τις έδειξε «τα Άγια» (τη Θεία Κοινωνία), της είπε να κάνει το Σταυρό της και να πάει στη Μονή, όπου θα επιστρέψει και ο ίδιος. Μητέρα και ταξιτζής περπατήσανε δέκα με δεκαπέντε λεπτά και φτάσανε. Μπήκανε στο ναό, προσκυνήσανε κι έκπληκτοι βλέπουνε τον π. Ιάκωβο να βγαίνει από το Ιερό!
- Πάτερ Ιάκωβε, δε σε είδαμε πριν λίγο στο δρόμο;
- Ναι, παιδί μου.
- Δεν πήγαινες στα Δαμνιά να κοινωνήσεις ετοιμοθάνατο;
- Ναι, παιδί μου.
- Και πώς πηγές και γύρισες τόσο γρήγορα;
- Αυτά, παιδί μου, είναι του Θεού πράγματα!
( Το διηγήθηκε ο ταξιτζής ενώπιον του επισκόπου).


(Ιάκωβος Τσαλίκης, Στυλιανού Παπαδοπούλου, Αθήνα 1994, σελ. 104-105)

Όταν ένας μοναχός τον πίεσε πολύ, να του πει για τις εμπειρίες αυτές, πέρα από τα μισόλογα και τα υπονοούμενα, που κάποτε-κάποτε άφηνε, του είπε με ταπεινή αγαλλίαση:
- Απόψε, παιδί μου, βρισκόμουνα και συλλειτουργούσα με αγίους και αγγέλους! Σε θυσιαστήρια που δεν περιγράφονται.
Και το πρόσωπό του γινότανε φως. Ο μοναχός με αφέλεια ρώτησε «πώς γίνεται αυτό»; Και ο μακαριστός γέροντας:
- Πάτερ μου, μη ρωτάς, αυτά είναι πνευματικά θέματα.
Επέμενε όμως ο μοναχός και ο γέροντας υποχώρησε μ’ έναν όρο
- Πάτερ μου, να μην ειπείς τίποτα. Όταν πεθάνω καμμιά φορά, θα πεις ότι «κάποιος γέροντας μου είπε: ότι λειτουργούσε τις νύχτες, ότι συζούσε και συλλειτουργούσε με την Αγία Τριάδα καθημερινώς». (Αίσθηση δηλ. θείας παρουσίας).
- Είδες, πάτερ μου, τι ευτυχία έχουμε εμείς οι μοναχοί και ιδιαιτέρως οι κληρικοί;
Μ’ αυτά καταλαβαίνει κανείς, γιατί δε φοβότανε το θάνατο. Αντίθετα, τον περίμενε κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή. Παραξενεύονταν μερικοί, που τον άκουγαν πολύ συχνά να ψέλνει τη νεκρώσιμη Ακολουθία σε ώρες που έκανε διάφορες δουλειές. Συνήθιζε μάλιστα και κάτι άλλο, για να εξοικειωθεί με το θάνατο. Ξάπλωνε καταγής, σταύρωνε τα χέρια και άρχισε τη νεκρώσιμη Ακολουθία. Καμμιά φορά, θέλοντας να οικοδομήσει, έλεγε σε κάποιον:
- Έλα να σου πω ένα τραγουδάκι!
κι έψελνε τροπάρια της νεκρώσιμης Ακολουθίας.
Συγκλονιστικές και οι εμπειρίες του στο ναό, στη διάρκεια της θείας Λειτουργίας. Άρρητα κι εξαίσια όσα έβλεπε και ζούσε. Έκανε Προσκομιδή και συχνά έβλεπε την πνευματική κατάσταση των κεκοιμημένων που μνημόνευε. Από τη μισάνοιχτη μικρή θύρα του Ιερού, τον είδανε μπροστά στην Προσκομιδή να στέκει ψηλά, να μην πατάει στο δάπεδο. Λησμόνησε εκείνη τη φορά να μνημονεύσει τη μητέρα του και του εμφανίστηκε με παράπονο:
- Ιακωβάκι μου, σ’ όλους έδωσες τα δώρα σου, εμένα σήμερα δε μου έδωσες!
Διηγότανε ότι το ίδιο το συνέβη με τον Κύπρου Μακάριο. Τελειώνοντας την Προσκομιδή και στρεφόμενος να πάει στην αγία Τράπεζα, τον βλέπει να στέκει δεξιά του, με τις χούφτες τη μία μέσα στην άλλη, όπως όταν κοινωνεί ο ιερέας το σώμα του Κυρίου. Στη μνημόνευση και στην προσευχή για τους «τεθνεώτες» ήτανε σχολαστικός. Μνημόνευε πάρα πολλούς. Και το μοναχό Άνθιμο, που τόσο τον ταλαιπώρησε. Κάποτε μάλιστα, παρακάλεσε το Θεό να του δείξει που πήγε μετά το θάνατό του ο Άνθιμος. Τον είδε μια νύχτα σε άθλιο σκοτεινό υπόγειο και πολύν θλιμμένον. Τον χαιρέτισε και ο Άνθιμος του είπε:
- Εδώ είμαι… όταν με μνημονεύεις περνάει μια ηλιαχτίδα και κάτι βλέπω.
Όλα γινόσανε με τρόπο απλό και εναργή. Την ώρα του Χερουβικού, πολλές φορές δε βρισκότανε στο Ιερό μόνος του ο μακαριστός λειτουργός. Άγγελοι, παρόντες, δοξολογούσανε το Θεό, χαροποιούσανε την ατμόσφαιρα, συνεργούσανε με το λειτουργό, τα φτερά τους αγγίζανε το λειτουργό, έβλεπε τη νεανική μορφή τους… Βγαίνει, κάνει τη Μεγάλη Είσοδο. Μια παριστάμενη μοναχή τον βλέπει να κινείται στον αέρα, να εισέρχεται στο Ιερό χωρίς να πατάει το δάπεδο. Θαύμασε κι έκανε το Σταυρό της, τα είχε χαμένα, πρώτη φορά έβλεπε θαύμα. Όταν τελείωσε η Λειτουργία και πήγε η μοναχή να πάρει την ευχή του να φύγει, της λέει αφελώς:
- Σήμερα η Λειτουργία ήτανε αλλιώς.
Εκείνη πήρε θάρρος και άνοιξε το στόμα της να περιγράψει πως τον είδε στη Μεγάλη Είσοδο. Πρόλαβε όμως ο γέροντας και της είπε να σιωπήσει, να μην ειπεί πουθενά τίποτα.
Εξηγούσε αργότερα τα διακονικά καθήκοντα. Για να κάνει προσεκτικό το διάκονο, του μίλησε για τις εμπειρίες και τις οπτασίες του με βαθιά κατάνυξη:
- Αχ, πάτερ μου, να βλέπατε τι γίνεται την ώρα του Χερουβικού, που ο ιερέας διαβάζει την Ευχή, θα φεύγατε όλοι… Αοράτως ανεβοκατεβαίνουν άγγελοι και πολλές φορές αισθάνομαι τις φτερούγες τους να χτυπούν στους ώμους μου!
Την ώρα της Λειτουργίας, του Χερουβικού και μάλιστα της Αναφοράς, έλαμπε και ακτινοβολούσε καθαρότητα, μακαριότητα και μεγαλοπρέπεια. Ναι, αυτός ο εξουθενωμένος ιερομόναχος, που από το 1960 κι έπειτα ζούσε και εργαζότανε πάντα με κάποια δύσκολη αρρώστια˙ αυτός, έκανε κινήσεις μεγαλόπρεπες, αλλά όχι προκλητικές. Είχε τελετουργικότητα βασιλική. Και ο καθένας ένιωθε ότι η μεγαλοπρέπεια τούτη βγαίνει από τον απέραντο σεβασμό, που είχε στο μυστήριο της Ευχαριστίας. Ακόμη περισσότερο: του επιβαλλότανε φυσικά από την παρουσία «επισήμων» αγγέλων και αρχαγγέλων και Αγίων στο ιερό. Είχε πει ότι στην Αγία Τράπεζα είναι πολλές φορές:
- Άγγελοι και αρχάγγελοι, παιδί μου, κρατούν το σώμα του Κυρίου!


(Ιάκωβος Τσαλίκης, Στυλιανού Παπαδοπούλου,Αθήνα 1994, σελ. 90-93)

Ο διάσημος Ρώσος ιερέας, Δημήτριος Ντούτκο, στο βιβλίο του «Στο Σταυροδρόμι» (Μόσχα 1994), παραθέτει ένα σχετικό περιστατικό, που του το ανέφερε μια μορφωμένη γυναίκα.
«Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία. Ήταν μια γριούλα. Και ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.
Ο παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. Η γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο. Και να ξαφνικά ο παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με τον άρρωστο.
Ο άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει.
– Φύγε από εδώ! Ποιος σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ο παπάς τα έχασε.
– Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με κάλεσε η γριά!
– Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!
Ο παπάς, καθώς στέκει απέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του αρρώστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον κάλεσε.
Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο.
– Να αυτή!
– Ποια αυτή, ξέρεις, τί λες, παπά; Αυτή είναι η μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα!
Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ο άρρωστος άρχισε να κλαίει. Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε. Η μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας»
(αρχ. Παύλου Μπακογιάννη, Μετά θάνατον, εκδ. «Θαβώρ», σελ. 111-112)

Μια διαφορετική εμπειρία Χαράς!

(η προσωπική εξομολόγηση μίας αδελφής μας για το βίωμά της).

Στη ζωή μου από τα παιδικά μου χρόνια έμαθα να προσπαθώ και να επιδιώκω πάντα κάτι καλύτερο από αυτό που κάθε στιγμή είχα. Βιαζόμουν, έτρεχα, τελειοποιούσα, δημιουργούσα, διόρθωνα, αλλά αισθανόμουν μέσα μου κάτι ανικανοποίητο και μη ολοκληρωμένο. Αυτό με παρότρυνε για περαιτέρω δραστηριότητα και προσπάθεια αλλά ταυτόχρονα μεγάλωνε μέσα μου  η αγωνία και η αστάθεια της ψυχής μου. Πίστευα στις προσωπικές μου δυνάμεις και ζούσα μια πνευματικότητα καθοδηγούμενη από τη δική μου κοσμική «ηθική».
Ο Θεός υπήρξε ανέκαθεν στη ζωή μου ως «παντοδύναμος» και «πάνσοφος» αλλά όχι «πανταχού παρών» και «συνοδοιπόρος μου». Ο «Σταυρός Του» και ο «Σταυρός μου» ήταν δύο διακριτά και απομονωμένα μεταξύ τους «πράγματα». Τα προβλήματά μου έπρεπε να τα λύνω μόνη μου «γιατί ποιος θα μπορέσει να τα λύσει αφού είναι δικά μου προβλήματα και είναι μέρος των δικών μου επιλογών;», έτσι σκεφτόμουν.
Ώσπου με κάποιο ευλογημένο τρόπο οδηγήθηκα σε μία εκκλησία και συναντήθηκα με κάτι που δεν ήξερα πώς να το ονομάσω,  αλλά ασκούσε πάνω μου μια αδιόρατη και πρωτοφανή έλξη που με έκανε να αναθεωρήσω την μέχρι τώρα ζωή μου.
Τότε – ντρέπομαι που το λέω, γιατί ήμουν περασμένα σαράντα – άρχισα να εκκλησιάζομαι τακτικά και το σημαντικότερο άρχισα να συμμετέχω στα μυστήρια του Θεού, εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, είχα πνευματικό.
Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι είναι «πνευματικός αγώνας»  - δεν είχα ξανακούσει την έκφραση αυτή,  άρχισα να αισθάνομαι βαθιά στην καρδιά μου την ύπαρξη ενός άλλου βαθύτερου επίπεδου, μέσα στο οποίο άρχισε να γεννιέται ένα αίσθημα παράξενης «καυτής» ευφορίας, που πλημμύριζε όλο μου το σώμα και μου γεννούσε μνήμη Θεού, αγάπης και γλυκύτητας. Αυτό συνέβαινε στιγμές χρονικά ασυσχέτιστες με την παρουσία μου στην εκκλησία, συνήθως στιγμές που ήμουν απορροφημένη με άλλες εργασίες.

Προσπαθούσα για παράδειγμα να βοηθήσω την κόρη μου για τις εξετάσεις του σχολείου και κάτι μέσα μου με διέκοπτε και με ξεσήκωνε να προσευχηθώ, να θυμηθώ το Θεό, να δοξολογήσω.  Το αίσθημα αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσα να το εξηγήσω, ωστόσο ήταν κάτι συγκεκριμένο και υπαρκτό που δεν μπορούσα να αγνοήσω. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου να σκέφτομαι λογικά και να το προσπεράσω, γιατί «δεν γίνονται αυτά» αλλά η καρδιά μου επέμεινε να αισθάνεται τη ζεστή αύρα που πλημμύριζε όλη την ύπαρξη μου.

Αρχικά διαρκούσε κάποιες λίγες στιγμές μέσα στην ημέρα, έκτοτε με την πάροδο του χρόνου, με τη συχνή Θεία Κοινωνία και την παρουσία μου στην εκκλησία, διαρκούσε όλο και πιο πολύ και σταδιακά έγινε μια μόνιμη κατάσταση ευφορίας και «εσωτερικής χαράς».
Το συναίσθημα αυτό δεν ευθυγραμμιζόταν πάντα με το εξωτερικό μου συναίσθημα. Υπήρξαν στιγμές που εξωτερικά τσακιζόμουν ενώ ταυτόχρονα μέσα μου κάτι φτερούγιζε δυνατά. Έτσι αισθάνθηκα ότι ζω δύο ζωές, που αρχικά ήταν παράλληλες, αλλά ασυσχέτιστες μεταξύ τους. Στο βάθος της καρδιάς μου υπήρξε μια αδιόρατη χαρά και εξωτερικά ζούσα την κανονική μου ζωή με τα ποικίλα συναισθήματά της.
Μετά την πάροδο 3 ετών μέσα στην εκκλησία γνωρίζοντας αυτή τη διπλή μου «ιδιοσυγκρασία»,  προσπάθησα να ταυτίσω τις δύο ζωές μου. Να φέρω στην επιφάνεια την εσωτερική μου χαρά και να την κάνω οδηγό για κάθε εξωτερικό συναίσθημα. Ως μητέρα δύο παιδιών, σύζυγος, εργαζόμενη σε θέση καριέρας, μεσούσης της κρίσης, ζω μια ζωή χειμαρρώδη, σαρωτική, με μηδενικό ελεύθερο χρόνο και πολλές φορές «βίαιη».

Η χαρά στον πυρήνα της ψυχής μου, η γλύκα μιας απροσδιόριστης αγάπης, μια ζεστή αύρα που πλημμυρίζει όλο μου το σώμα, η προσευχή στα χείλη που έρχεται χωρίς να το επιλέξω είναι για μένα  «η χαρά του Χριστού μου».  Αισθάνομαι ότι είναι ένα δώρο από Εκείνον και όχι κάποια δική μου κατάκτηση γιατί πολύ απλά με τους ρυθμούς ζωής που ζω - έγνοιες, ευθύνες, τρεξίματα και φροντίδες και ποικίλες αδιέξοδες δυσκολίες – δεν προλαβαίνω να βάλω στη ζωή μου μνήμη Θεού.
Γνωρίζω ότι πρέπει να προσπαθήσω να ευθυγραμμίσω τις δύο ζωές μου, γιατί δύο παράλληλες ζωές  - όπως και δυο παράλληλες γραμμές – συμπορεύονται αλλά δεν συναντούνται γιατί τις χωρίζει μια απόσταση. Δεν είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρω. Εκείνο που έχω καταφέρει είναι να επικαλούμαι τη χαρά του Χριστού μου, σε κάθε δυσκολία της «επιδερμικής» ζωής και να λέω «δεν φοβάμαι, έχω το Χριστό μου και εκείνος μου έχει δώσει ένα δώρο, τι άλλο άραγε να θελήσω;».
Νομίζω ότι η πνευματική ζωή είναι μια πορεία ευθυγράμμισης της ζωής μας με την Αγάπη του Χριστού. Όταν οι δύο γραμμές της ζωής μας θα εφάπτονται, τότε θα πορευόμαστε πάνω στη γραμμή του Θεού.
Προσπαθώ να πλησιάσω όσο μπορώ περισσότερο, αλλά αυτό είναι ένας συνεχής αγώνας, μια διαδρομή δύσκολη, ένα μονοπάτι θυσίας, ένας δρόμος που οδηγεί την απόλυτη Αγάπη.
Θέλω να είμαι ευγνώμων για όλα τα καλά που μου έχει δώσει ο καλός Θεός. Με ευλόγησε να γίνω μητέρα, να έχω υγεία, να σπουδάσω να κάνω δημιουργικά πράγματα στη δουλειά μου. Δεν είναι όμως αυτά τα δώρα Του που επικαλούμαι όταν αισθάνομαι πληγωμένη και τσακισμένη.

Δε μου είναι αρκετό και δεν με αναπαύει τόσο αυτή η σκέψη. Ίσως να με αγχώνει λίγο γιατί με κάνει να αισθάνομαι αχάριστη. Εκείνο που με αναπαύει είναι να επικαλούμαι την εσωτερική μου «χαρά» το δώρο του Θεού μου, το εσωτερικό μου άδειασμα από τα κοσμικά και γέμισμα από τα Θεϊκά δώρα.
Αισθάνομαι κάποιες φορές ότι δεν χαίρομαι το Δώρο του Θεού όσο ίσως θα έπρεπε. Δεν τα καταφέρνω πάντα είναι προφανές.  Όμως αυτή η διαπίστωση της μικρότητά μου, με γεμίζει με την βεβαιότητα ότι είμαι ένας άνθρωπος που μέχρι «εκεί μπορώ να φτάσω», ίσως δεν μπορώ περισσότερο. Τότε έρχεται η στιγμή που ζητάω «συγνώμη» από το Θεό και τον παρακαλώ να μη μου πάρει το Δώρο Του.

Τις στιγμές αυτές αισθάνομαι αυτό το συναίσθημα στον πυρήνα της καρδιάς μου να γιγαντώνεται, και απορώ πως τη στιγμή των δακρύων, της θλίψης, της λύπης, της «πτώσης» Αυτός είναι εκεί. Η απάντηση  μέσα μου είναι: «η αγάπη του Χριστού  είναι αδιαμφισβήτητη  και δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τα πόσα μπορώ να καταλάβω ή πόσα μπορώ να καταφέρω». Αποδέχεται την μικρότητά μου γιατί «τόσο μπορώ».  Αυτό νομίζω σημαίνει Αγάπη Θεού, ανεξάρτητα της ασημαντότητας μου Εκείνος να είναι πάντα εκεί, και εγώ ευλογήθηκα να τον αισθάνομαι.
Αυτό το βίωμα μου αποτελεί για μένα την μεγαλύτερη απόδειξη ότι υπάρχει ο Θεός και ότι κατοικεί στην καρδιά μου, ακόμα και αν δεν το αξίζω. Αυτό με κάνει να θέλω συνεχώς να είμαι στη Θεία Λειτουργία, να θέλω να ρουφήξω Θεό όσο μπορώ περισσότερο στη ψυχή μου. Δεν χορταίνεται ο Θεός, δεν τελειώνει αυτή η δίψα, δεν μαθαίνεται ποτέ. Κάποια στιγμή νόμιζα ότι  πρέπει όλα αυτά να τα εξηγήσω να τα ερμηνεύσω και τα εκλογικεύσω. Τώρα ευτυχώς δεν θέλω καμιά εξήγηση. Θέλω μόνο να υπάρχουν.
Ακούω πολλές φορές ότι ο Θεός παίρνει τα δώρα Του και αφήνει πάλι μόνους τους ανθρώπους Του για να προσπαθήσουν  περισσότερο. Δεν νομίζω ότι θα το άντεχα αυτό, για αυτό τον παρακαλώ μέρα νύχτα να μη στερήσει από εμένα το Δώρο Του. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς το Χριστό «μου».

Θέλω να το φωνάξω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Εγώ ο ίδιος άνθρωπος μέσα στον ίδιο αγώνα, με τον ίδιο Σταυρό όταν κοινώνησα πήρα ένα Δώρο και το πήρα άμεσα. Αυτό το δώρο είναι απόδειξη ότι υπάρχει Θεός, και ότι είναι εδώ και με αγαπάει πολύ και δεν θέλω να Τον χάσω. Αυτό το δώρο ίσως να είναι η απόδειξη ότι έκανα ήδη και εγώ έναν αγώνα «συν Θεώ» χωρίς να το έχω αντιληφθεί.
Κανένα δώρο δεν δίνεται χωρίς λόγο, το αντιλαμβάνομαι αυτό Θεέ μου, γιαυτό υπόσχομαι να συνεχίσω να είμαι πάντα «εκεί». Εκεί που με συνάντησες εκεί θα μείνω, αυτό αισθάνομαι να μου ζητάς. Υπόσχομαι να το κάνω αυτό Θεέ μου, και αυτό  θα είναι  το δικό μου μικρό «δώρο» και με τη δική Σου βοήθεια θα τα «καταφέρουμε» Θεέ μου. Έτσι δεν είναι ;
Σε παρακαλώ καλέ μου Θεέ, λατρεμένε μου Χριστέ, μη μου στερήσεις  τα Δώρα Σου!

Μ.Ψ.

Σελίδα 1 από 5

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (205) Αγάπη Θεού (55) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (44) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (57) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (9) άγιοι (21) άγιος (90) αγνότητα (7) άγχος (14) αγώνας (65) αγώνας πνευματικός (32) αθεΐα (100) αιρέσεις (74) αλήθεια (29) αμαρτία (70) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Ανάσταση (72) ανασταση νεκρών (8) ανθρώπινες σχέσεις (152) άνθρωπος (20) αντίχριστος (7) αξιώματα (5) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (71) ασθένεια (21) άσκηση (4) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (59) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (7) βιοηθική (10) γάμος (46) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (32) γνώση (6) γονείς (50) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (9) δάκρυα (10) δάσκαλος (13) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (43) διάβολος (48) διάκριση (47) διάλογος (3) δικαιοσύνη (5) Δογματικα Θέματα (5) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (1) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (116) εικόνες (18) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (6) εκκλησία (67) Εκκλησιαστική Ιστορία (12) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (19) ελευθερία (17) Ελλάδα (16) ελπίδα (16) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (72) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (7) επιστήμη (69) εργασία (32) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (39) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (62) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (10) ευγένεια (5) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (26) ευχαριστία (9) ζήλεια (2) ζώα (14) ηθική (6) ησυχία (9) θάνατος (111) θάρρος (19) θαύμα (73) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (48) Θεία Λειτουργία (47) θεία Πρόνοια (3) θέληση (7) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (8) θεολογία (14) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (116) θρησκείες (8) θυμός (36) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (9) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (24) ιερέας (54) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (3) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (6) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (22) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (15) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (45) καταναλωτισμός (2) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (8) Κλίμακα (4) Κοίμησις Θεοτόκου (12) κοινωνία (96) κόλαση (13) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (7) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (53) λείψανα (4) λογισμοί (39) λύπη (1) μαγεία (6) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (8) μελέτη (11) μετά θάνατον (28) μετά θάνατον ζωή (35) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (76) μητέρα (12) μίσος (1) ΜΜΕ (1) μνημόσυνα (6) μοναξιά (11) μοναχισμός (12) μόρφωση (14) μουσική (3) Ναός (4) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (16) Νικόλαος Άγιος (2) νους (15) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομορφιά (8) όνειρα (22) οράματα (2) Ορθοδοξία (54) όρκος (1) πάθη (41) πάθος (4) παιδεία (10) παιδιά (24) Παΐσιος Όσιος (13) Παλαιά Διαθήκη (3) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (8) παλαιοημερολογίτες (6) Παναγία (60) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (12) Παράδεισος (46) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (1) Πεντηκοστή (5) πίστη (160) πλούτος (17) πνευματική ζωή (78) πνευματικός πατέρας (18) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (14) πολιτισμός (5) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (27) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (47) προορισμός (6) προσευχή (157) προσοχή (6) προτεσταντισμός (18) προφητείες (2) ραθυμία (4) Ρωμαιοκαθολικισμός (14) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (29) Σταύρωση (13) συγχώρηση (9) συνείδηση (2) σχίσμα (6) σώμα (7) Σωφρόνιος του Έσσεξ (22) ταπεινοφροσύνη (76) ταπείνωση (2) Τέλος Κόσμου (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (5) υπακοή (10) υπαρξιακά (47) υποκρισία (7) υπομονή (41) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (12) φιλοσοφία (13) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (24) φως (2) χαρά (32) χάρις θεία (14) χαρίσματα (2) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (7) χριστιανός (30) Χριστός (13) Χριστούγεννα (38) χρόνος (18) ψεύδος (12) ψυχαγωγία (2) ψυχή (80) ψυχολογία (15)