Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

"Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ". του Γ. Βερίτη. 

Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
κι ειν’ η λαχτάρα μου μεγάλη!
Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
γιατί θα κοινωνήσω πάλι.

Μαζί κι οι δυό μας θα γιορτάσουμε,
ω, πόσο τόχες πεθυμήσει.
«Επιθυμία επεθύμησα»,
μας είπες πριν το δείπνο αρχίσει.

Επιθυμία επεθύμησα!
-πως μας φλογίζ’ η επιθυμιά σου!
πως λαχταρήσαμε να γείρωμε
απόψε πάνω στην καρδιά σου!

Δέξου μας σαν τον άγιο Γιάννη σου,
πάνω στο στήθος σου σκυμμένους.
Δε θα σου πούμε ποιά άγρια κύματα
μας φέραν δω μισοπνιγμένους.

Τα ξέρεις όλα! Κι αν πονούσαμε,
πιότερο συ για μας πονούσες
και, σιωπηλός, - τα χρόνια ως διάβαιναν,-
στο δείπνο σου μας καρτερούσες.

Μαζί σου τώρα θα γιορτάσουμε,
και το τραπέζι ‘ναι στρωμένο.
Μα πως σε βλέπω, ω τρισελεύτερε,
τη δουλική ποδιά ζωσμένο;

-«Σταθήτε, φίλοι! Ο νους σας άγρυπνος
κι ολάνοιχτ’ η ψυχή σαν κρίνο,
για να δεχτή, δροσιά απριλιάτικη,
την ύστερη εντολή που αφήνω.

Εγώ ‘μαι ο Κύριος κι ο Διδάσκαλος.
Μαζί μου ως τ’ άστρα θ’ ανεβήτε,
μ’ αφού στα πόδια τ’ άλλου σκύψετε
και δουλική ποδιά ζωσθήτε.

Εγώ ‘μαι ο Κύριος κι ο Διδάσκαλος,
μα ταπεινώθηκα ως τα Βάθη.
Όποιος το Θρόνο μου λαχτάρησε,
το δρόμο τούτο πρώτα ας μάθη!

Μα ελάτε τώρα να γιορτάσουμε.
Χρείαν ουκ έχει ο λελουμένος.
Μαζί σας, η χαρά μου απέραντη,
κι ας είμαι κιόλα προδομένος»

Κύριε, τα λόγια σου αντηχήσανε
ως τα κατάβαθα του νου μας.
Εσύ διαβάζεις την αγάπη μας
μεσ’ στην καρδιά του καθενού μας.

Εσύ διαβάζεις την αγάπη μας,
και, πιο καλά από μας, το ξέρεις
Πόσο οι ψυχές μας νοσταλγήσανε
σ’ αυτό τ’ ανώγειο να μας φέρης.

Μαζί το Πάσχα θα γιορτάσουμε
και τον καινούργιο Αμνό θα φάμε,
Μαζί σου, ακόμα και στον θάνατο
- και στην ανάσταση - θα πάμε.

Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
γιατί θα κοινωνήσω πάλι!
Πάσχα θα κάμω πάλι σήμερα,
κι ειν’ η λαχτάρα μου μεγάλη!

Ο λειτουργός προβαίνει επίσημα
τ’ Άγια κρατώντας υψωμένα,
μα Εσύ μας κράζεις με τα χείλη του:
«πιστοί μου, ελάτε προς Εμένα».

Σεμνά κι αθόρυβα προσέρχονται
θερμός στα μάτια ο πόθος λάμπει
κι ανοίγουν οι καρδιές εφτάδιπλες,
ο Βασιλιάς των όλων νάμπη.

Ανοίγουν οι καρδιές ευφρόσυνα
καθώς στον ήλιο τα λουλούδια,
κι ανάερα φτερουγάνε γύρω μας,
αύρες των όρθρων, τ’ αγγελούδια.

Αύρες των όρθρων μας θωπεύουνε
μεσ’ στη σεμνή φωτοχυσία.
την εκκλησιά μας όλη γέμισε
χίλιων ψυχών η παρουσία.

Άκτιστε Λόγε και Συνάναρχε,
πόσους εκάλεσες σιμά σου!
Γύρω ένα πλήθος αναρίθμητο
σιμώνει προς την Τράπεζά σου.

Τούτη την ώρα που κυκλώνουμε
τ’ αφθαρτοπάροχο ποτήρι,
πνεύματα μύρια ολούθε κίνησαν
για να βρεθούν στο πανηγύρι.

Θα κοινωνήσω με τους Έντεκα
- στη νύχτα χάθηκε ο προδότης -
με την Παρθένα Μάνα που έσφιξε
στην αγκαλιά της τον Αμνό της.

Θα κοινωνήσω με τους Έντεκα
και με την πρώτην Εκκλησία.
Κοινή κι η πίστη κι η λαχτάρα μας
μπρος στην υπέρτατη Θυσία.

Να, με τους πρώτους, οι Εβδομήκοντα,
και να κι ο Παύλος πούχει φτάσει
στα τρίδιπλα φτερά του ζήλου του,
πέλαα περνώντας, κάμπους, δάση.

Γεμάτη δύναμη και θέληση
στράφτει η ματιά του, σαν ατσάλι.
Χαίρε, ω ποτήρι μυριολάτρευτο
που τον χαλύβδωσες στη πάλη.

Να των μαρτύρων τ’ αναρίθμητα
που φτερουγάνε πλήθη, γύρω,
κρατώντας, θησαυρό σε αλάβαστρα,
το αίμα τους, ουράνιο μύρο.

Πώς την θυμούνται την αξέχαστη,
των πιο μεγάλων θριάμβων, μέρα!
Στη φυλακή πρωί, μετάλαβαν,
το βράδυ στα θεριά τους φέραν.

Στη φυλακή, πρωί, μετάλαβαν
ελεύθεροι φυλακισμένοι.
το βράδι μπαίνουν αλαλάζοντας
στον ουρανό που τους προσμένει.

Χαίρε τροφή μαρτυροπλάστρα, Συ,
και χαίρε των ηρώων γεννήτρα!
Τα νύχια των θηρίων εσύντριψεν
η δύναμή σου η καταλύτρα.

Να κι ο Ταρσίζιος μεσ’ στους μάρτυρες,
ο μικρός φίλος κι αδερφός μας.
Γεια σου αδελφούλη, που ξεπέρασες
τους πιο τρανούς εσύ του κόσμου!

Στη δωδεκάχρονη καρδούλα του
σφίγγει ο Ταρσίζιος τ’ άγια Δώρα.
Δε θα τα ρίξη, κι ας ουρλιάζουνε
τριγύρω του σκυλιά αιμοβόρα.

Δε θα τα ρίξη στην ατίμωση,
- Θε μου, η καρδούλα του πως κάνει! -
κι ας τον χτυπούν, κι ας τον πληγώνουνε.
Με τ’ άγια Δώρα θα πεθάνη!

Να κι οι σεπτές χορείες προβαίνουνε
των ομολογητών της πίστης,
κι ο ιεράρχης κι ο σοφός ο δάσκαλος,
ο βάρδος, ο πνευματικός, ο μύστης.

Να κι οι παρθένες αστρομέτωπες
τ’ άφθαρτα φέρνοντας στεφάνια,
και να οι μανάδες των Χρυσοστόμων,
με την σεμνή τους περηφάνεια.

Η Φοίβη, η Πρίσκιλλα, η διακόνισσα,
η κατηχήτρα, η τίμια χήρα,
κι η δοξασμένη αυτοκρατόρισσα
που καταφρόναε την πορφύρα.

Θε μου τι πλήθος αναρίθμητο
μαζί μας ήρθε να δειπνήση!
Κι όλους, αυτό το θείο ποτήρι σου
τους έχει θρέψει και ποτίσει!

«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.

«Ιδού βαδίζω…» Γήινο τίποτα
δεν έχει τώρα ο λογισμός μου,
γιατί με κάλεσε συντράπεζο
ο Βασιλιάς όλου του κόσμου.

«Ιδού …» Στο βήμα των πατέρων μου
ρυθμίζω το δικό μου βήμα,
κι Εσύ με δέχεσαι ως τους δέχτηκες,
θύτης Εσύ μαζί και θύμα!

«Στώμεν καλώς!» Τα μάτια, ορθάνοιχτα,
την αγρύπνια του πνεύματος μας
ας δείχνουν, τούτη τη φριχτή στιγμή
που σφαγιάζετ’ ο Χριστός μας.

Ευλαβικά σαν τον προφήτη Σου
τον άνθρακα στα χείλη παίρνω,
κι ω καθαρμού φωτιά αδαπάνητη
που μεσ’ στην ύπαρξή μου παίρνω!

Είδες την δίψα μου την άσβηστη,
και να που μούχεις αναβρύσει
αθανασίας καθάρια νάματα
κι αλήθειας κρουσταλλένια βρύση.

Τώρα ξεχνώ του βίου τα βάσανα
και της ζωής κάθε φαρμάκι.
Δε χάνομαι άσωτα στα πέλαγα
μάταια ζητώντας κάποια Ιθάκη.

Ο δρόμος φέρνει προς τη θέωση,
διάπλατα μπρος μου τον ανοίγεις,
κι ως το στερνό – μου τόπες – βήμα μου,
απ’ το πλευρό μου δε θα φύγης.

Στην ομορφιά μας την πρωτόπλαστη
μας ξαναφέρν’ η δύναμή σου.
Στην ομορφιά μας την πρωτόπλαστη
και στις χαρές του παραδείσου.

Αγγέλων λύρες αρμονίζονται
και χερουβίμ δοξολογούνε,
κι αρχάγγελοι έσκυψαν, θαυμάζοντας,
τη μυστική ένωση να δούνε…

Σ’ ευχαριστώ που καταδέχτηκες
στη φάτνη τούτη να ξανάρθης.
Ω, μείνε χρόνια, χρόνια ατέλειωτα
μέσα μου, αφέντης και μονάρχης.

Μείνε για πάντα, όπως και σήμερα
μεσ’ στην καρδιά μου σ’ έχω πάρει
με την πλαστουργική σου δύναμη
και την αγνιστική σου χάρη.

Μείνε, το θάρρος μου κι η ελπίδα μου,
φίλος, παράκλητος, Θεός μου!
Με σένα θάμαι παντοδύναμος
και νικητής όλου του κόσμου.

Κι όταν στερνά θα πέφτη απάνω μου,
θα πέφτη ο ίσκιος του θανάτου,
στο φως μιας νέας ζωής, αθάνατης,
θ’ ανοίγη ο νους τα βλέφαρά του!

Ο Αλέξανδρος Γκιάλας (1915-1948) γνωστός με το φιλολογικό ψευδώνυμο «Γ. Βερίτης».

(Γ. Βερίτη, Άπαντα, Ποιήματα, εκδ. Η Δαμασκός, Αθήνα 1999, σελ. 34-41)

(Πνευματικός Λειμών, Ιωάννου Μόσχου, εκδ. ΕΠΕ,Φιλοκαλία τόμος 2, σελ. 319). 

Υπάρχει στη Θηβαΐδα μια πόλη που τη λένε Λυκώ. Σ’ αυτήν υπάρχει ένα βουνό έξι μίλια μακριά. Σ' αυτό το βουνό μένουν μοναχοί, άλλοι σε σπήλαια και άλλοι σε κελλιά.

Πηγαίνοντας εμείς εκεί επισκεφθήκαμε τον αββά Ισαάκ, Θηβαίο κατά το γένος. Μας διηγήθηκε ο γέροντας.
Πριν πενήντα δύο χρόνια, καθώς έκαμνα το εργόχειρό μου (έκαμνα μια κουνουπιέρα μεγάλη), έκανα λάθος και στενοχωριόμουν, γιατί δεν έβρισκα το λάθος μου. Πέρασα όλη την ήμερα μονολογώντας ανόητα και δεν ήξερα τι να κάνω. Και καθώς ήμουν στενοχωρημένος, να από το πορτάκι μπαίνει κάποιος νεανίσκος και μου λέει.
- Έκανες λάθος, αλλά δος το σε μένα να το διορθώσω.
Του λέγω.
- Φύγε συ από δω και ας μη γίνει ποτέ.
Μου αποκρίθηκε τότε αυτός
- Όμως θα ζημιώσεις τον εαυτό σου, αν δεν το κάνεις σωστά.
Του λέγω.
- Για αυτό μην σε ενδιαφέρει.
Πάλι μου λέει.
- Αλλά σε λυπάμαι, γιατί θα πάει στα χαμένα ο κόπος σου.
Τότε του είπα.
- Κακώς ήρθες εδώ μαζί μ’ αυτούς που σε έφεραν.
Τότε μου λέει.
- Στ’ αλήθεια, εσύ με ανάγκασες να έρθω, γιατί είσαι δικός μου.
Τού λέγω.
- Πώς το εννοείς αυτό;
Αυτός μου είπε.
- Έχεις τρεις Κυριακές που κοινωνάς, ενώ είσαι ψυχραμένος με το γείτονά σου.
Και εγώ τού είπα.
- Ψέματα μου λες.
Και αυτός.
- Δεν του κρατάς κακία για το «μάττιν» (αιγυπτιακή μονάδα χωρητικότητας) της φακής; Εγώ είμαι ο ειδικός για τη μνησικακία, και από τώρα είσαι δικός μου.
Μόλις άκουσα αυτά, άφησα το κελλί μου και πήγα στον αδελφό και έβαλα μετάνοια, και αφού συμφιλιωθήκαμε, επέστρεψα και βρήκα πώς έκαψε την κουνουπιέρα και την ψάθα που έκαμνα τις μετάνοιες, γιατί με φθόνησε για την δικιά μας αγάπη.


Σεμενὼφ-Τιὰν-Σάνσκυ Ἀλέξανδρος (Ἐπίσκοπος)

Πολλές ἀπό τίς θαυματουργικές θεραπεῖες τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης (1829­-1908), τοῦ σύγχρονου κοσμαγάπητου ἁγίου τοῦ ρωσικοῦ βορρᾶ, ἔγιναν μέ τή θεία μετάληψη. Ἡ ἰαματική του δύναμη ἐκδηλωνόταν κυρίως τήν ὥρα τῆς μεταδόσεως τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. Μέ τή βαθειά πίστη πού ἐνέπνεε, οἱ ἀσθενεῖς κοινωνοῦσαν πραγματικά «εἰς ἴασιν ψυχῆς τε καί σώματος». Ὁ ἱερέας Βασίλειος Σοῦστιν διηγεῖται πώς, ὅταν ἦταν πολύ νέος ἀκόμα, ὁ πατέρας του ἀρρώστησε βαριά ἀπό φυματίωση τοῦ λάρυγγα.

Ὁ καθηγητής Σιμανόφσκυ δήλωσε πώς ὁ ἀσθενής ἔχει ζωή μόνο γιά δέκα μέρες. Ὁ π. Ἰωάννης βρισκόταν τότε στήν Κρονστάνδη. Τοῦ ἔστειλαν τηλεγράφημα. Σέ πέντε μέρες ἔφτασε. -Γιατί δέν μέ πληροφορήσατε πὼς ἀρρώστησε τόσο βαριά; Θά ἔφερνα μαζί μου τή θεία Κοινωνία. Καί, γυρίζοντας στόν ἄρρωστο, ρώτησε: «Πιστεύεις πὼς μέ τή δύναμη τοῦ Χριστοῦ μπορῶ νά σέ βοηθήσω;». Ἐκεῖνος ἔγνεψε καταφατικά. Τότε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ φύσηξε στό στόμα του τρεῖς φορές σέ σχῆμα σταυροῦ. Ὕστερα χτύπησε μέ τό χέρι τό τραπεζάκι πού εἶχε τά γιατρικά καί εἶπε: «Πετάξτε τα αὐτά. Εἶναι ἄχρηστα. Ἔλα ὅμως στήν Κρονστάνδη νά σέ κοινωνήσω τά ἄχραντα Μυστήρια. Θά σέ περιμένω…».

Ὅταν τό ἔμαθε ὁ γιατρός, εἶπε πώς ὁ ἄρρωστος θά πέθαινε στό δρόμο. Ἐκεῖνος ὅμως πῆγε τελικά στήν Κρονστάνδη, ὅπου ὁ ἅγιος τόν κοινώνησε. Παρέμεινε ἐκεῖ δυό μέρες. Ὅλες οἱ πληγές του ἔκλεισαν καί μόνο ἡ φωνή του ἦταν ἀκόμη ἀδύνατη. Ὅταν γύρισε στό σπίτι, ὁ γιατρός ἀπόρησε.

- Αὐτό, δήλωσε μπροστά σέ ὅλους, εἶναι πρωτοφανές. Εἶναι ἕνα ὁλοφάνερο θαῦμα! Ὁ «ἑτοιμοθάνατος» πατέρας ἔζησε ἀκόμα 25 χρόνια! Σέ παλιές βιογραφίες τοῦ ἁγίου ἀναφέρεται καί ἡ ἀκόλουθη περίπτωση θεραπείας μίας ἡλικιωμένης γυναίκας, μετά ἀπό τή θεία μετάληψη. «Νά κοινωνήσετε, συνιστοῦσε ὁ π. Ἰωάννης, καί ὁ Κύριος θά σᾶς κάνει καλά. -Εἶμαι πολύ ἡλικιωμένη, ἔλεγε ἡ ἄρρωστη, καί γι’ αὐτό δέν θά μπορέσω νά γιατρευτῶ. -Δέν εἶναι δική μας δουλειά νά γνωρίζουμε τούς καιρούς καί τίς προθεσμίες τοῦ Θεοῦ, ἀπάντησε ἐκεῖνος. -Κοινώνησε στό παρελθόν•, συμπλήρωσαν οἱ συγγενεῖς της.

- Οἱ πρῶτοι χριστιανοί, δήλωσε τότε ὁ ἅγιος, κοινωνοῦσαν καθημερινά, κι ἐσεῖς δέν θέλετε νά τήν κοινωνήσετε τώρα, ποὺ ἔχει τόση ἀνάγκη; Τελικά ἡ ἄρρωστη κοινώνησε καί πολύ σύντομα γιατρεύτηκε». Χαρακτηριστική εἶναι καί ἡ θαυμαστή θεραπεία τῆς πριγκίπισσας Ζ.Ν. Γιουσούποβα, πού ἔπαθε μόλυνση τοῦ αἵματος ὕστερα ἀπό ἕνα πρόωρο τοκετό. Τήν ἐπισκέφθηκε ὁ ἅγιος, ὅπως διηγεῖται ἡ ἴδια, κάθησε στό κρεβάτι της καί τῆς εἶπε: «Ἄν θά ζήσετε ἤ ὄχι, εἶναι ὑπόθεση τοῦ Θεοῦ. Ἐσεῖς ὅμως πρέπει νά προετοιμασθεῖτε γιά μία νέα ζωή μέ τή μετάληψη τῶν ἀχράντων Μυστηρίων. -Ἐγώ, πάτερ, ἑτοιμάζομαι γιά νά κοινωνήσω πρίν τό Πάσχα. -Ἄν καί τό Πάσχα εἶναι κοντά, ἐπέμεινε τότε ἐκεῖνος, δέν πρέπει νά ἀναβάλετε. Εἶμαι ἕτοιμος νά φέρω ἀμέσως τά τίμια Δῶρα. Στήν ἐπιμονή τοῦ δέχτηκε, κι ἀφοῦ κοινώνησε μέ συναίσθηση καί χαρά, κοιμήθηκε γιά ἕξι ὧρες. Ὅταν ξύπνησε, ἦταν ἐντελῶς ὑγιής!».

Ὁ καθηγητής Μπότκιν, πού τήν παρακολουθοῦσε, βλέποντας τέτοια ἀλλαγή, ἔμεινε γιά πολλή ὥρα σιωπηλός. Δύο δάκρυα κύλησαν στό πρόσωπό του. Ὕστερα ψιθύρισε σκεφτικός: -Δέν κατορθώσαμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τή θεραπεία αὐτή.

Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος διηγεῖται καί τά ἀκόλουθα παρόμοια γεγονότα: «Ἕνας ἄρρωστος ἔπασχε ἀπό θανάσιμο ἕλκος στομάχου. Ὑπέφερε γιά ἐννιά μέρες, χωρίς τήν παραμικρή ἀνακούφιση ἀπό τούς γιατρούς. Προσευχήθηκα θερμά γι’ αὐτόν λέγοντας: Κύριε, εἶσαι ἡ ζωή μας! Ὅσο εὔκολα μπορῶ ἐγώ νά σκεφτῶ τή θεραπεία, τόσο εὔκολα μπορεῖς Ἐσύ νά τή χαρίσεις. Γιάτρεψε λοιπόν τό δοῦλο σου Βασίλειο ἀπό τή φοβερή του πάθηση. Ὕστερα τόν κοινώνησα, ἀλλά κι ἐκεῖνος δέχτηκε τή θεία Μετάληψη μέ σταθερή πίστη. Τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας ἔγινε καλά, καί τό βράδυ σηκώθηκε ἀπό τό κρεβάτι. Ὁ Δεσπότης Χριστός τόν εἶχε ἐλεήσει καί τοῦ εἶχε χαρίσει τήν ὑγεία…

Ἐκπλήσσομαι μέ τή ζωογόνο δύναμη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων!». -Μία γριούλα πάλι εἶχε αἱμοπτύσεις. Ἦταν πολύ ἀδύνατη καί δέν ἔτρωγε σχεδόν τίποτα. Μόλις ὅμως τήν κοινώνησα, ἄρχισε νά συνέρχεται. -Κάποια κοπέλα εἶχε φτάσει στά πρόθυρα τοῦ θανάτου. Τή θεράπευσε κι αὐτὴ ἡ θεία Μετάληψη. Δόξα στά ζωοποιά Σου Μυστήρια, Κύριε! Δέν παραλείπει, τέλος, ὁ ζηλωτής τῶν ἀχράντων Μυστηρίων νά διακηρύσσει τή θαυματουργική τους δύναμη μέ τήν ἀκόλουθη προτροπή: «Νά προσκαλεῖτε στό σπίτι σας τόν ἱερέα μέ τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Νά πιστεύετε, ὅπως πίστευε ὁ Ἰάειρος, ὅτι θά ἐκπληρωθοῦν οἱ ἐπιθυμίες σας.

Στήν ἱερατική μου διακονία ἔχω πολλά παραδείγματα ἀσθενῶν, πού σύντομα ἔγιναν καλά μέ τή βαθειά πίστη, τή μετάνοια καί τή θεία Κοινωνία».

ΠΗΓΗ www.agiazoni.gr


Υπάρχουν ζητήματα μέσα στον κύκλο των θεμάτων της άμωμήτου πίστεώς μας, τα όποια σου προκαλούν δέος καί μυστικό φόβο, όταν θελήσεις να τα προσεγγίσεις.

Αισθάνεσαι ότι ακούς να επαναλαμβάνεται εκείνη ή φοβερή φωνή, πού άκουσε κάποτε ό θεόπτης Μωυσής μέσα από τη "φλεγόμενη καί μη κατακαιομένη βάτο του Χωρήβ: «Μη έγγίσης ώδε- λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου ό γαρ τόπος, εν ω συ έστηκας, γη αγία έστι» ("Εξοδ. 3,5).
Τέτοιο είναι καί το θέμα, πού μας δίνει για μελέτη πνευματική το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Γι' αυτό καί οι γραμμές πού θα ακολουθήσουν δεν θα 'ναι καρπός της ταπεινής μας διανοίας, αλλά αγίου, ενδόξου και πανευφήμου άνδρα, πού είχε την πίστη καί την αγάπη του Μωυσή, του χρυσού στη γλώσσα, χρυσού καί οτήν καρδιά, του άγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Εκείνου τη Θεία Λειτουργία δεν τελέσαμε καί σήμερα; Υπάρχει, λοιπόν, πιο αρμόδιος να μας μιλήσει για το Μυστήριο της θ. Ευχαριστίας;

Ή απροσδόκητη τιμή

Βέβαια περιεχόμενο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής είναι ή παραβολή του μεγάλου δείπνου. Οϊ γνωστές εικόνες, πού μας προβάλλει, είναι του αγαθού καί μεγαλόδωρου οικοδεσπότη, των αγενών προσκεκλημένων, των δούλων των πειθαρχικών καί του εσμού των τελευταίων προσκεκλημένων με την πολυώνυμη δυστυχία, πτωχών, αναπήρων κ.λπ.
Το κεντρικό νόημα της παραβολής υποδηλώνεται με την εικόνα του μεγάλου, του πλούσιου δείπνου, πού δεν είναι άλλο από τα αγαθά της αιώνιας Βασιλείας του Ιησού Χριστού, πού δόθηκαν στους ανθρώπους. Αγαθά ύψιστα, ατίμητα καί αιώνια. Δηλαδή, «αμαρτιών άπόθεσις, Πνεύματος Αγίου μέθεξις, υιοθεσίας λαμπρότης» (Κύριλλος Αλεξανδρείας).
'Αλλά που θα βρούμε τα αγαθά αυτά; Πώς θα γίνουμε παιδιά του Θεού, πώς θ' απολαύσουμε τη χάρη του Αγ. Πνεύματος, πού θα πλύνουμε την ψυχή μας από το ρύπο της αμαρτίας; Πού άλλου, παρά στην Εκκλησία του Χριστού, το θεοΐδρυτο καί αιώνιο οργανισμό της σωτηρίας μας. Πού άλλου,παρά στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας, καί κυρίως ατό θεμέλιο της θείας Λατρείας μας, τη θεία Ευχαριστία.

Γι' αυτό, κάπως αναγωγικά, ή σημερινή ευαγγελική περικοπή προσανατολίζει τη σκέψη μας στο μεγάλο Δείπνο της Θείας Κοινωνίας. Εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο αγαθό, πού μπορούσε ό πανάγαθος Θεός να προσφέρει στα πλάσματα του, τους ανθρώπους. Καί το μεγαλύτερο αγαθό του Θεού είναι το πιο πολύτιμο πού είχε. Καί το πιο πολύτιμο πού είχε ό ύψιστος Θεός δεν ήταν άλλο από τον Υιό του τον Μονογενή, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.
Αυτόν μας έδωσε! Καί όχι μόνο! «Ουκ έδωκεν μόνον, αλλά καί μετά το δούναι τράπεζαν ήμϊν αυτόν παρέθηκεν» (Ι.Χρυσόστομος). Φρικτόν ειπείν! Μας τον παρέθεσε τραπέζι, «εις βρώσιν καί πόσιν!
Ώ! της άπειρης αγάπης του Θεού! Πώς να την παρομοιάσουμε; Με τη βαθειά άβυσσο, με ωκεανό απέραντο; Εδώ σταματά ό νους του ανθρώπου. «Ίλιγγιά δε νους καί ύπερκόσμιος...».

Αδιαφορία καί δικαιολογίες
Παρά ταύτα, όμως,παρά την απροσδόκητη καί ασύλληπτη τιμή του Θεού, ό άνθρωπος παρέμεινε ασυγκίνητος. Με ρεαλισμό μας περιέγραψε ό Κύριος το δράμα του ανθρώπου, να δείχνει δηλαδή τέτοια περιφρόνηση στις δωρεές της θείας αγάπης. Με συγκαλημμένη αποστροφή καί κακία αποποιήθηκαν την τιμή οι προσκεκλημένοι: «άγρόν ήγόρασα», θα δικαιολογηθεί ό πρώτος- «ζεύγη βοών ήγόρασα πέντε», ό δεύτερος, «γυναίκα έγημα», ό τρίτος, «έχε με παρητημένον». Οι άσύστατες δικαιολογίες προκαλούν την οργή του οίκοδεσπότου, ό όποιος καλεί άλλους στη θέση τους. «Άμεταμέλητα γαρ τα χαρίσματα καί ή κλήσις του Θεοϋ» (Ρωμ. 11,29).
Άλλα μήπως καί στο μεγάλο Δείπνο της Θ. Ευχαριστίας ή συμπεριφορά μας είναι καλύτερη; «Αυτή ή τράπεζα —ή Αγία Τράπεζα- θα μας τονίσει ό ί. Χρυσόστομος, της ψυχής ημών τα νεύρα, της διανοίας ό σύνδεσμος, της παρρησίας ή ύπόθεσις, ή έλπίς, ή σωτηρία, το φως, ή ζωή». Πόσα αγαθά έχουμε να αποκομίσουμε για την ψυχή καί για το σώμα μας! Καί εν τούτοις με πόσες δικαιολογίες καί ασυγχώρητη αδιαφορία, μένουμε μακριά της.
Προτιμούμε απερίσκεπτα την τράπεζα του κόσμου παρά την Αγία Τράπεζα. Να εντρυφά ή ψυχή μας στίς εφήμερες ηδονές, στα χρήματα, στίς μέριμνες, στη σάρκα, ώστε μολυσμένη να μη μπορεί να πλησιάσει τα Τίμια Δώρα του Θεού. Άλλα ποιο αγαθό αυτής της γης μπορεί να συγκριθεί με τη Θεία Κοινωνία, «τον άρτο της ζωής» (Ίω. 6,48), όταν την δεχόμαστε όπως πρέπει; Δικαιολογείται ή περιφρόνηση της, όσες θυσίες και αν απαιτεί;

«Μετά φόβου Θεού...»
Είναι αλήθεια ότι οί περισσότεροι χριστιανοί, ελάχιστες φορές στη ζωή προσέρχονται στο μεγάλο Δείπνο. Συνήθειες, όχι τόσο ευαγγελικές, έχουν εισχωρήσει καί σταθεροποιηθεί στη ζωή των χριστιανών, όπως ή σχετική με τη Θ. Κοινωνία. Να κοινωνούν δηλαδή δύο ή τρεις φορές το χρόνο.
Από ευλάβεια, άραγε; "Αν ναί, όχι πάντως καλή καί θεάρεστη. «Σατανική» την ονομάζει ό Ι. Χρυσόστομος, ερωτώντας, πώς πριν τα Χριστούγεννα ή πρίν το Πάσχα ξαφνικά γίνεσαι άξιος να κοινωνήσεις, ενώ όλο το χρόνο θεωρείς τον εαυτό σου ανάξιο να μεταλάβει Σώμα και Αίμα Χριστού του Θεού;
Φανερό, λοιπόν, είναι, ότι οδηγούμαστε προς τη φρικτή Τράπεζα από συνήθεια μάλλον παρά από ευλάβεια καί ιερό πόθο. Καί πολλές φορές με έλλειπέστατη προετοιμασία. Προσερχόμαστε στη Δεσποτική φιλοξενία καί στην αθάνατη Τράπεζα χωρίς το ανάλογο ένδυμα. Δεν φθάνει μόνο ή νηστεία λίγων ήμερων. «Εννόησον —συμβουλεύει ό ί. Χρυσόστομος— εννόησον ώ άνθρωπε, ποίας μέλλεις άπτεσθαι θυσίας, ποία προσέρχεσαι τραπέζη...». Σκέψου, συ το χώμα καί ή στάχτη πώς μεταλαμβάνεις Αίμα και Σώμα Χρίστου του Θεού.
Απαραίτητη, λοιπόν, είναι ή ψυχική προετοιμασία μας πριν τη Θεία Μετάληψη. Αδιαφορούμε ασυγχώρητα, όταν δεν προσερχόμαστε συχνά στο μεγάλο Δείπνο. Τουλάχιστον ας μην υποτιμούμε την ασύλληπτη τιμή του, όταν το πλησιάζουμε. "Ας προσερχόμαστε «ψυχαίς καθαραϊς και άρρυπώτοις χείλεσι...», «μετά φόβου Θεού, πίστεως καί αγάπης». Αμήν.

Αρχ.Χ.Π.Α.''''Φωνή Κυρίου'''13 Δεκεμβρίου 1992''

«Αυτά είναι του Θεού πράγματα»!
Επειδή ο π. Ιάκωβος ήτανε κι εφημέριος στα τρία χωριουδάκια, έπρεπε να πηγαινοέρχεται τις Κυριακές και μερικές ακόμα φορές, όταν το καλούσε η ανάγκη. Κι έπρεπε να πηγαίνει με το ζώο με κρύο, με χιόνι, με πάγους, με λιοπύρι… Δεν ήτανε λίγες οι φορές που παλιά το μουλάρι του, η Χάϊδω, τον ταλαιπωρούσε, γιατί κλώτσαγε και ήτανε νευρικό. Μια φορά μάλιστα, χειμώνα καιρό, με χιόνι πρόγκηξε στο δάσος το ζώο, πέταξε κάτω τον π. Ιάκωβο, που χτύπησε άσχημα κι έχασε και κάτι μάλλινα χοντρά γάντια, που του’ χε στείλει για τέτοιες περιστάσεις η Ζώη. Επειδή πάντα ήταν εξαντλημένος από την άσκηση, κρύωνε πολύ, ξυλιάζανε τα χέρια του και δυσκολευότανε να λειτουργήσει.
Πολλές φορές πήγαινε στα χωριά για διάφορους λόγους, χωρίς να παίρνει το μουλάρι. Έτσι, επέστρεφε από τα Δαμνιά και μάλιστα ήτανε φορτωμένος με αρκετά κιλά. Δύο περίπου χιλιόμετρα πριν φτάσει στο μοναστήρι, πέρασε ταξί με πελάτη, που γνώρισε τον π. ιάκωβο και πρότεινε στον οδηγό να τον πάρουνε κι αυτόν. Ο οδηγός απάντησε:
- Ας τους, οι καλόγεροι δεν έχουν ανάγκη.
Συνεχίσανε και μόλις φτάσανε στη Μονή χτυπήσανε και τους άνοιξε ο ίδιος ο π. Ιάκωβος. Ταξιτζής και πελάτης τα χάσανε. Ο πρώτος ζήτησε συγνώμη.
Τέτοια ήτανε πολύ συνήθη, μα καταγράφουμε ακόμα μία περίπτωση. Μητέρα είχε άρρωστο παιδάκι και έφερνε τα ρουχαλάκια του να τα «διαβάσει» ο π. Ιάκωβος. Τα ‘φερνε, το 1970 με το ταξί του Αθ. Βαρβούζου. Χειμώνας, λάσπες, δεν είχε γίνει ο καινούργιος δρόμος και το ταξί κόλλησε στις λάσπες ακριβώς στη διασταύρωση εκεί που στρίβει ο δρόμος για το Ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ. Κατεβήκανε και θα συνέχιζαν με τα πόδια, όταν πέρασε με μουλάρι ο π. Ιάκωβος πηγαίνοντας να κοινωνήσει στα Δαμνιά κάποιον ετοιμοθάνατο, απόσταση τουλάχιστον 6 με 7 χιλιόμετρα από τη Μονή. Η μητέρα ζήτησε να μιλήσει στον π. Ιάκωβο μα κείνος τις έδειξε «τα Άγια» (τη Θεία Κοινωνία), της είπε να κάνει το Σταυρό της και να πάει στη Μονή, όπου θα επιστρέψει και ο ίδιος. Μητέρα και ταξιτζής περπατήσανε δέκα με δεκαπέντε λεπτά και φτάσανε. Μπήκανε στο ναό, προσκυνήσανε κι έκπληκτοι βλέπουνε τον π. Ιάκωβο να βγαίνει από το Ιερό!
- Πάτερ Ιάκωβε, δε σε είδαμε πριν λίγο στο δρόμο;
- Ναι, παιδί μου.
- Δεν πήγαινες στα Δαμνιά να κοινωνήσεις ετοιμοθάνατο;
- Ναι, παιδί μου.
- Και πώς πηγές και γύρισες τόσο γρήγορα;
- Αυτά, παιδί μου, είναι του Θεού πράγματα!
( Το διηγήθηκε ο ταξιτζής ενώπιον του επισκόπου).


(Ιάκωβος Τσαλίκης, Στυλιανού Παπαδοπούλου, Αθήνα 1994, σελ. 104-105)

Όταν ένας μοναχός τον πίεσε πολύ, να του πει για τις εμπειρίες αυτές, πέρα από τα μισόλογα και τα υπονοούμενα, που κάποτε-κάποτε άφηνε, του είπε με ταπεινή αγαλλίαση:
- Απόψε, παιδί μου, βρισκόμουνα και συλλειτουργούσα με αγίους και αγγέλους! Σε θυσιαστήρια που δεν περιγράφονται.
Και το πρόσωπό του γινότανε φως. Ο μοναχός με αφέλεια ρώτησε «πώς γίνεται αυτό»; Και ο μακαριστός γέροντας:
- Πάτερ μου, μη ρωτάς, αυτά είναι πνευματικά θέματα.
Επέμενε όμως ο μοναχός και ο γέροντας υποχώρησε μ’ έναν όρο
- Πάτερ μου, να μην ειπείς τίποτα. Όταν πεθάνω καμμιά φορά, θα πεις ότι «κάποιος γέροντας μου είπε: ότι λειτουργούσε τις νύχτες, ότι συζούσε και συλλειτουργούσε με την Αγία Τριάδα καθημερινώς». (Αίσθηση δηλ. θείας παρουσίας).
- Είδες, πάτερ μου, τι ευτυχία έχουμε εμείς οι μοναχοί και ιδιαιτέρως οι κληρικοί;
Μ’ αυτά καταλαβαίνει κανείς, γιατί δε φοβότανε το θάνατο. Αντίθετα, τον περίμενε κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή. Παραξενεύονταν μερικοί, που τον άκουγαν πολύ συχνά να ψέλνει τη νεκρώσιμη Ακολουθία σε ώρες που έκανε διάφορες δουλειές. Συνήθιζε μάλιστα και κάτι άλλο, για να εξοικειωθεί με το θάνατο. Ξάπλωνε καταγής, σταύρωνε τα χέρια και άρχισε τη νεκρώσιμη Ακολουθία. Καμμιά φορά, θέλοντας να οικοδομήσει, έλεγε σε κάποιον:
- Έλα να σου πω ένα τραγουδάκι!
κι έψελνε τροπάρια της νεκρώσιμης Ακολουθίας.
Συγκλονιστικές και οι εμπειρίες του στο ναό, στη διάρκεια της θείας Λειτουργίας. Άρρητα κι εξαίσια όσα έβλεπε και ζούσε. Έκανε Προσκομιδή και συχνά έβλεπε την πνευματική κατάσταση των κεκοιμημένων που μνημόνευε. Από τη μισάνοιχτη μικρή θύρα του Ιερού, τον είδανε μπροστά στην Προσκομιδή να στέκει ψηλά, να μην πατάει στο δάπεδο. Λησμόνησε εκείνη τη φορά να μνημονεύσει τη μητέρα του και του εμφανίστηκε με παράπονο:
- Ιακωβάκι μου, σ’ όλους έδωσες τα δώρα σου, εμένα σήμερα δε μου έδωσες!
Διηγότανε ότι το ίδιο το συνέβη με τον Κύπρου Μακάριο. Τελειώνοντας την Προσκομιδή και στρεφόμενος να πάει στην αγία Τράπεζα, τον βλέπει να στέκει δεξιά του, με τις χούφτες τη μία μέσα στην άλλη, όπως όταν κοινωνεί ο ιερέας το σώμα του Κυρίου. Στη μνημόνευση και στην προσευχή για τους «τεθνεώτες» ήτανε σχολαστικός. Μνημόνευε πάρα πολλούς. Και το μοναχό Άνθιμο, που τόσο τον ταλαιπώρησε. Κάποτε μάλιστα, παρακάλεσε το Θεό να του δείξει που πήγε μετά το θάνατό του ο Άνθιμος. Τον είδε μια νύχτα σε άθλιο σκοτεινό υπόγειο και πολύν θλιμμένον. Τον χαιρέτισε και ο Άνθιμος του είπε:
- Εδώ είμαι… όταν με μνημονεύεις περνάει μια ηλιαχτίδα και κάτι βλέπω.
Όλα γινόσανε με τρόπο απλό και εναργή. Την ώρα του Χερουβικού, πολλές φορές δε βρισκότανε στο Ιερό μόνος του ο μακαριστός λειτουργός. Άγγελοι, παρόντες, δοξολογούσανε το Θεό, χαροποιούσανε την ατμόσφαιρα, συνεργούσανε με το λειτουργό, τα φτερά τους αγγίζανε το λειτουργό, έβλεπε τη νεανική μορφή τους… Βγαίνει, κάνει τη Μεγάλη Είσοδο. Μια παριστάμενη μοναχή τον βλέπει να κινείται στον αέρα, να εισέρχεται στο Ιερό χωρίς να πατάει το δάπεδο. Θαύμασε κι έκανε το Σταυρό της, τα είχε χαμένα, πρώτη φορά έβλεπε θαύμα. Όταν τελείωσε η Λειτουργία και πήγε η μοναχή να πάρει την ευχή του να φύγει, της λέει αφελώς:
- Σήμερα η Λειτουργία ήτανε αλλιώς.
Εκείνη πήρε θάρρος και άνοιξε το στόμα της να περιγράψει πως τον είδε στη Μεγάλη Είσοδο. Πρόλαβε όμως ο γέροντας και της είπε να σιωπήσει, να μην ειπεί πουθενά τίποτα.
Εξηγούσε αργότερα τα διακονικά καθήκοντα. Για να κάνει προσεκτικό το διάκονο, του μίλησε για τις εμπειρίες και τις οπτασίες του με βαθιά κατάνυξη:
- Αχ, πάτερ μου, να βλέπατε τι γίνεται την ώρα του Χερουβικού, που ο ιερέας διαβάζει την Ευχή, θα φεύγατε όλοι… Αοράτως ανεβοκατεβαίνουν άγγελοι και πολλές φορές αισθάνομαι τις φτερούγες τους να χτυπούν στους ώμους μου!
Την ώρα της Λειτουργίας, του Χερουβικού και μάλιστα της Αναφοράς, έλαμπε και ακτινοβολούσε καθαρότητα, μακαριότητα και μεγαλοπρέπεια. Ναι, αυτός ο εξουθενωμένος ιερομόναχος, που από το 1960 κι έπειτα ζούσε και εργαζότανε πάντα με κάποια δύσκολη αρρώστια˙ αυτός, έκανε κινήσεις μεγαλόπρεπες, αλλά όχι προκλητικές. Είχε τελετουργικότητα βασιλική. Και ο καθένας ένιωθε ότι η μεγαλοπρέπεια τούτη βγαίνει από τον απέραντο σεβασμό, που είχε στο μυστήριο της Ευχαριστίας. Ακόμη περισσότερο: του επιβαλλότανε φυσικά από την παρουσία «επισήμων» αγγέλων και αρχαγγέλων και Αγίων στο ιερό. Είχε πει ότι στην Αγία Τράπεζα είναι πολλές φορές:
- Άγγελοι και αρχάγγελοι, παιδί μου, κρατούν το σώμα του Κυρίου!


(Ιάκωβος Τσαλίκης, Στυλιανού Παπαδοπούλου,Αθήνα 1994, σελ. 90-93)

Ο διάσημος Ρώσος ιερέας, Δημήτριος Ντούτκο, στο βιβλίο του «Στο Σταυροδρόμι» (Μόσχα 1994), παραθέτει ένα σχετικό περιστατικό, που του το ανέφερε μια μορφωμένη γυναίκα.
«Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία. Ήταν μια γριούλα. Και ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.
Ο παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. Η γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο. Και να ξαφνικά ο παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με τον άρρωστο.
Ο άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει.
– Φύγε από εδώ! Ποιος σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ο παπάς τα έχασε.
– Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με κάλεσε η γριά!
– Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!
Ο παπάς, καθώς στέκει απέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του αρρώστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον κάλεσε.
Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο.
– Να αυτή!
– Ποια αυτή, ξέρεις, τί λες, παπά; Αυτή είναι η μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα!
Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ο άρρωστος άρχισε να κλαίει. Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε. Η μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας»
(αρχ. Παύλου Μπακογιάννη, Μετά θάνατον, εκδ. «Θαβώρ», σελ. 111-112)

Μια διαφορετική εμπειρία Χαράς!

(η προσωπική εξομολόγηση μίας αδελφής μας για το βίωμά της).

Στη ζωή μου από τα παιδικά μου χρόνια έμαθα να προσπαθώ και να επιδιώκω πάντα κάτι καλύτερο από αυτό που κάθε στιγμή είχα. Βιαζόμουν, έτρεχα, τελειοποιούσα, δημιουργούσα, διόρθωνα, αλλά αισθανόμουν μέσα μου κάτι ανικανοποίητο και μη ολοκληρωμένο. Αυτό με παρότρυνε για περαιτέρω δραστηριότητα και προσπάθεια αλλά ταυτόχρονα μεγάλωνε μέσα μου  η αγωνία και η αστάθεια της ψυχής μου. Πίστευα στις προσωπικές μου δυνάμεις και ζούσα μια πνευματικότητα καθοδηγούμενη από τη δική μου κοσμική «ηθική».
Ο Θεός υπήρξε ανέκαθεν στη ζωή μου ως «παντοδύναμος» και «πάνσοφος» αλλά όχι «πανταχού παρών» και «συνοδοιπόρος μου». Ο «Σταυρός Του» και ο «Σταυρός μου» ήταν δύο διακριτά και απομονωμένα μεταξύ τους «πράγματα». Τα προβλήματά μου έπρεπε να τα λύνω μόνη μου «γιατί ποιος θα μπορέσει να τα λύσει αφού είναι δικά μου προβλήματα και είναι μέρος των δικών μου επιλογών;», έτσι σκεφτόμουν.
Ώσπου με κάποιο ευλογημένο τρόπο οδηγήθηκα σε μία εκκλησία και συναντήθηκα με κάτι που δεν ήξερα πώς να το ονομάσω,  αλλά ασκούσε πάνω μου μια αδιόρατη και πρωτοφανή έλξη που με έκανε να αναθεωρήσω την μέχρι τώρα ζωή μου.
Τότε – ντρέπομαι που το λέω, γιατί ήμουν περασμένα σαράντα – άρχισα να εκκλησιάζομαι τακτικά και το σημαντικότερο άρχισα να συμμετέχω στα μυστήρια του Θεού, εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, είχα πνευματικό.
Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι είναι «πνευματικός αγώνας»  - δεν είχα ξανακούσει την έκφραση αυτή,  άρχισα να αισθάνομαι βαθιά στην καρδιά μου την ύπαρξη ενός άλλου βαθύτερου επίπεδου, μέσα στο οποίο άρχισε να γεννιέται ένα αίσθημα παράξενης «καυτής» ευφορίας, που πλημμύριζε όλο μου το σώμα και μου γεννούσε μνήμη Θεού, αγάπης και γλυκύτητας. Αυτό συνέβαινε στιγμές χρονικά ασυσχέτιστες με την παρουσία μου στην εκκλησία, συνήθως στιγμές που ήμουν απορροφημένη με άλλες εργασίες.

Προσπαθούσα για παράδειγμα να βοηθήσω την κόρη μου για τις εξετάσεις του σχολείου και κάτι μέσα μου με διέκοπτε και με ξεσήκωνε να προσευχηθώ, να θυμηθώ το Θεό, να δοξολογήσω.  Το αίσθημα αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσα να το εξηγήσω, ωστόσο ήταν κάτι συγκεκριμένο και υπαρκτό που δεν μπορούσα να αγνοήσω. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου να σκέφτομαι λογικά και να το προσπεράσω, γιατί «δεν γίνονται αυτά» αλλά η καρδιά μου επέμεινε να αισθάνεται τη ζεστή αύρα που πλημμύριζε όλη την ύπαρξη μου.

Αρχικά διαρκούσε κάποιες λίγες στιγμές μέσα στην ημέρα, έκτοτε με την πάροδο του χρόνου, με τη συχνή Θεία Κοινωνία και την παρουσία μου στην εκκλησία, διαρκούσε όλο και πιο πολύ και σταδιακά έγινε μια μόνιμη κατάσταση ευφορίας και «εσωτερικής χαράς».
Το συναίσθημα αυτό δεν ευθυγραμμιζόταν πάντα με το εξωτερικό μου συναίσθημα. Υπήρξαν στιγμές που εξωτερικά τσακιζόμουν ενώ ταυτόχρονα μέσα μου κάτι φτερούγιζε δυνατά. Έτσι αισθάνθηκα ότι ζω δύο ζωές, που αρχικά ήταν παράλληλες, αλλά ασυσχέτιστες μεταξύ τους. Στο βάθος της καρδιάς μου υπήρξε μια αδιόρατη χαρά και εξωτερικά ζούσα την κανονική μου ζωή με τα ποικίλα συναισθήματά της.
Μετά την πάροδο 3 ετών μέσα στην εκκλησία γνωρίζοντας αυτή τη διπλή μου «ιδιοσυγκρασία»,  προσπάθησα να ταυτίσω τις δύο ζωές μου. Να φέρω στην επιφάνεια την εσωτερική μου χαρά και να την κάνω οδηγό για κάθε εξωτερικό συναίσθημα. Ως μητέρα δύο παιδιών, σύζυγος, εργαζόμενη σε θέση καριέρας, μεσούσης της κρίσης, ζω μια ζωή χειμαρρώδη, σαρωτική, με μηδενικό ελεύθερο χρόνο και πολλές φορές «βίαιη».

Η χαρά στον πυρήνα της ψυχής μου, η γλύκα μιας απροσδιόριστης αγάπης, μια ζεστή αύρα που πλημμυρίζει όλο μου το σώμα, η προσευχή στα χείλη που έρχεται χωρίς να το επιλέξω είναι για μένα  «η χαρά του Χριστού μου».  Αισθάνομαι ότι είναι ένα δώρο από Εκείνον και όχι κάποια δική μου κατάκτηση γιατί πολύ απλά με τους ρυθμούς ζωής που ζω - έγνοιες, ευθύνες, τρεξίματα και φροντίδες και ποικίλες αδιέξοδες δυσκολίες – δεν προλαβαίνω να βάλω στη ζωή μου μνήμη Θεού.
Γνωρίζω ότι πρέπει να προσπαθήσω να ευθυγραμμίσω τις δύο ζωές μου, γιατί δύο παράλληλες ζωές  - όπως και δυο παράλληλες γραμμές – συμπορεύονται αλλά δεν συναντούνται γιατί τις χωρίζει μια απόσταση. Δεν είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρω. Εκείνο που έχω καταφέρει είναι να επικαλούμαι τη χαρά του Χριστού μου, σε κάθε δυσκολία της «επιδερμικής» ζωής και να λέω «δεν φοβάμαι, έχω το Χριστό μου και εκείνος μου έχει δώσει ένα δώρο, τι άλλο άραγε να θελήσω;».
Νομίζω ότι η πνευματική ζωή είναι μια πορεία ευθυγράμμισης της ζωής μας με την Αγάπη του Χριστού. Όταν οι δύο γραμμές της ζωής μας θα εφάπτονται, τότε θα πορευόμαστε πάνω στη γραμμή του Θεού.
Προσπαθώ να πλησιάσω όσο μπορώ περισσότερο, αλλά αυτό είναι ένας συνεχής αγώνας, μια διαδρομή δύσκολη, ένα μονοπάτι θυσίας, ένας δρόμος που οδηγεί την απόλυτη Αγάπη.
Θέλω να είμαι ευγνώμων για όλα τα καλά που μου έχει δώσει ο καλός Θεός. Με ευλόγησε να γίνω μητέρα, να έχω υγεία, να σπουδάσω να κάνω δημιουργικά πράγματα στη δουλειά μου. Δεν είναι όμως αυτά τα δώρα Του που επικαλούμαι όταν αισθάνομαι πληγωμένη και τσακισμένη.

Δε μου είναι αρκετό και δεν με αναπαύει τόσο αυτή η σκέψη. Ίσως να με αγχώνει λίγο γιατί με κάνει να αισθάνομαι αχάριστη. Εκείνο που με αναπαύει είναι να επικαλούμαι την εσωτερική μου «χαρά» το δώρο του Θεού μου, το εσωτερικό μου άδειασμα από τα κοσμικά και γέμισμα από τα Θεϊκά δώρα.
Αισθάνομαι κάποιες φορές ότι δεν χαίρομαι το Δώρο του Θεού όσο ίσως θα έπρεπε. Δεν τα καταφέρνω πάντα είναι προφανές.  Όμως αυτή η διαπίστωση της μικρότητά μου, με γεμίζει με την βεβαιότητα ότι είμαι ένας άνθρωπος που μέχρι «εκεί μπορώ να φτάσω», ίσως δεν μπορώ περισσότερο. Τότε έρχεται η στιγμή που ζητάω «συγνώμη» από το Θεό και τον παρακαλώ να μη μου πάρει το Δώρο Του.

Τις στιγμές αυτές αισθάνομαι αυτό το συναίσθημα στον πυρήνα της καρδιάς μου να γιγαντώνεται, και απορώ πως τη στιγμή των δακρύων, της θλίψης, της λύπης, της «πτώσης» Αυτός είναι εκεί. Η απάντηση  μέσα μου είναι: «η αγάπη του Χριστού  είναι αδιαμφισβήτητη  και δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τα πόσα μπορώ να καταλάβω ή πόσα μπορώ να καταφέρω». Αποδέχεται την μικρότητά μου γιατί «τόσο μπορώ».  Αυτό νομίζω σημαίνει Αγάπη Θεού, ανεξάρτητα της ασημαντότητας μου Εκείνος να είναι πάντα εκεί, και εγώ ευλογήθηκα να τον αισθάνομαι.
Αυτό το βίωμα μου αποτελεί για μένα την μεγαλύτερη απόδειξη ότι υπάρχει ο Θεός και ότι κατοικεί στην καρδιά μου, ακόμα και αν δεν το αξίζω. Αυτό με κάνει να θέλω συνεχώς να είμαι στη Θεία Λειτουργία, να θέλω να ρουφήξω Θεό όσο μπορώ περισσότερο στη ψυχή μου. Δεν χορταίνεται ο Θεός, δεν τελειώνει αυτή η δίψα, δεν μαθαίνεται ποτέ. Κάποια στιγμή νόμιζα ότι  πρέπει όλα αυτά να τα εξηγήσω να τα ερμηνεύσω και τα εκλογικεύσω. Τώρα ευτυχώς δεν θέλω καμιά εξήγηση. Θέλω μόνο να υπάρχουν.
Ακούω πολλές φορές ότι ο Θεός παίρνει τα δώρα Του και αφήνει πάλι μόνους τους ανθρώπους Του για να προσπαθήσουν  περισσότερο. Δεν νομίζω ότι θα το άντεχα αυτό, για αυτό τον παρακαλώ μέρα νύχτα να μη στερήσει από εμένα το Δώρο Του. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς το Χριστό «μου».

Θέλω να το φωνάξω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Εγώ ο ίδιος άνθρωπος μέσα στον ίδιο αγώνα, με τον ίδιο Σταυρό όταν κοινώνησα πήρα ένα Δώρο και το πήρα άμεσα. Αυτό το δώρο είναι απόδειξη ότι υπάρχει Θεός, και ότι είναι εδώ και με αγαπάει πολύ και δεν θέλω να Τον χάσω. Αυτό το δώρο ίσως να είναι η απόδειξη ότι έκανα ήδη και εγώ έναν αγώνα «συν Θεώ» χωρίς να το έχω αντιληφθεί.
Κανένα δώρο δεν δίνεται χωρίς λόγο, το αντιλαμβάνομαι αυτό Θεέ μου, γιαυτό υπόσχομαι να συνεχίσω να είμαι πάντα «εκεί». Εκεί που με συνάντησες εκεί θα μείνω, αυτό αισθάνομαι να μου ζητάς. Υπόσχομαι να το κάνω αυτό Θεέ μου, και αυτό  θα είναι  το δικό μου μικρό «δώρο» και με τη δική Σου βοήθεια θα τα «καταφέρουμε» Θεέ μου. Έτσι δεν είναι ;
Σε παρακαλώ καλέ μου Θεέ, λατρεμένε μου Χριστέ, μη μου στερήσεις  τα Δώρα Σου!

Μ.Ψ.

(ένα συγκλονιστικό περιστατικό από την Ιστορία της Εκκλησίας μας γύρω στο 389 μ.Χ.)

Ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ζητών την αποφυλάκισιν ηνίοχου τινός του ιπποδρόμου, φυλακισθέντος δι’ αισχρόν έγκλημα, μη εισακουσθείς δε, κατήντησεν εις μανιακόν διάβημα, μαρτυρούν πόσον ανάγωγοι και συρφετώδεις ήσαν οι όχλοι των καιρών εκείνων. Προβάς δηλαδή εις στάσιν, εφόνευσε τον αρχιστράτηγον του εν Ιλλυρία στρατού  Βουθερίκον και πολλούς άλλους αξιωματικούς· προσθέτων δε εις την κακουργίαν κτηνώδη ύβριν, έσυρε τα σώματά των εις τας οδούς.
Η είδησις φυσικά εξώργισε τον Θεοδόσιον, όστις εις το βαρύτατον έγκλημα ηθέλησε να επιβάλη παραδειγματικήν ποινήν.
Ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τον παρακάλεσε να μη σπεύση εν τόσει εξάψει, να προσέξη δε προ παντός, όπως μη τιμωρήση αθώους μετά των ενόχων. Ο αυτοκράτωρ, όστις ενδιεφέρετο δια την δικαιοσύνην, υπεσχέθη· αλλ’ οι περί αυτόν άρχοντες του παρέστησαν πάλιν ότι εις τοιούτο έγκλημα, πραχθέν υπό χιλιάδων, η λεπτομερής ανάκρισις θα ανέβαλλεν επ’ αόριστον την τιμωρίαν και θα την εματαίωνε, πράγμα το οποίον θα εθράσυνε τους απανταχού της αυτοκρατορίας όχλους και θα διεκύβευε την δημοσίαν τάξιν.


Ο δε Θεοδόσιος παραπεισθείς εκ των παρατηρήσεων τούτων, φοβηθείς προσέτι μη ελαφροτέρα τιμωρία δεν θεωρηθή ικανοποιητική εκ του στρατού, εξαφθείς σφοδρότερον εκ νέων πληροφοριών περί των τολμηθέντων υπό του έκφρονος συρφετού, απέστειλε διάταγμα σφαγής κατά του λαού της Θεσσαλονίκης εν τω ιπποδρόμω εκείνω, η υπέρ του οποίου μανία επέφερε την σφαγή του Βουθερίκου και των αξιωματικών.

Προσεκλήθη λοιπόν ο λαός εις τον ιππόδρομον δήθεν δι’ αγώνας ότε δε επληρώθη ολόκληρος από συνωστιζόμενα πλήθη, οι στρατιώται, εφορμήσαντες με γυμνά ξίφη και πλήττοντες αδιακρίτως, εθανάτωσαν εις διάστημα τριών ωρών επτά χιλιάδας.
Η είδησις, φθάσασα εις Μεδιόλανα, κατελύπησε τον Αμβρόσιον. Και να μεταβή μεν προσωπικώς προς τον θεοδόσιον δεν έκρινε πρέπον και σκόπιμον· αφ’ ενός, διότι εφοβείτο μήπως εν τη συνδιαλέξει δοθή αφορμή σφοδροτέρων λόγων· αφ’ ετέρου, διότι δεν ήθελε να επικοινωνήση προς τον δώσαντα διαταγήν τόσης σφαγής. Μετέβη λοιπόν εις εξοχήν, αφήκε να παραδοθούν ημέραι τινές, και έπειτα έγραψεν επιστολήν προς τον αυτοκράτορα παριστώσαν πόσον τρομερόν υπήρξε το διαπραχθέν έγκλημα. Προσθέτετε δε:

«το αμάρτημα δεν εξαλείφεται ειμή δια δακρύων και μετάνοιας· ούτε άγγελοι ούτε αρχάγγελοι δύνανται να συγχωρήσουν αυτό άλλως.

Αυτός ο Κύριος δεν παρέχει την άφεσιν ειμή εις μόνους τους μετανοούντας. Σας συμβουλεύω· σε παρακαλώ· σε προτρέπω· σε παραινώ. Δεν τολμώ να επιτελέσω την αγίαν προσφοράν, εάν θελήσης να παρευρεθής εις αυτήν.

Ό,τι δεν είνε συγχωρημένον μετά το χυθέν αίμα ενός μόνου αθώου, είνε δυνατόν να συγχωρηθή, αφού δια σε εξεχύθη αίμα χιλιάδων;"
Ο Θεοδόσιος εταράχθη. Τι όμως έπρεπε να πράξη; εκκλησιαζόμενος τακτικά, εθεώρει βαρείαν στέρησιν την απουσίαν έστω και μιαν μόνην Κυριακήν εκ του ναού.

Έπειτα, φρονών ότι, διατάξας ως διέταξεν, υπέκυπτεν εις απαραίτητον ανάγκην του κράτους και εξασφάλισιν της δημοσίας τάξεως, άνευ της οποίας παντοία και αθεράπευτα θα εξαπελύοντο κακά, δεν εύρισκεν ορθάς κατά πάντα τας παρατηρήσεις του επισκόπου.
Μετέβη λοιπόν κατά το σύνηθες εις τον ναόν. Αλλ’ ο Αμβρόσιος επέβλεπε· πληροφορηθείς ότι ο αυτοκράτωρ έρχεται, σπεύδει, τον συναντά έξω από τα πρόθυρα, και του εμποδίζει την είσοδον· αιτιολογεί δε το διάβημά του.
«Ουκ οίσθα (είπεν), ως έοικεν, ω βασιλεύ, της ειργασμένης μιαιφονίας το μέγεθος, ουδέ μετά την του θυμού παύλαν ο λογισμός επέγνω το τολμηθέν· ουκ εά γαρ ίσως της βασιλείας η δύναμις επιγνώναι την αμαρτίαν, αλλ’ επιπροσθεί η εξουσία τω λογισμώ. Χρή μέντοι ειδέναι την φύσιν και το ταύτης θνητόν τε και διαρρέον, και τον πρόγονον χουν, εξ ου γεγόναμεν και εις ον απορρέομεν· και μη, τω άνθει της αλουργίδος αποβουκολούμενον, αγνοείν του καλυπτομένου σώματος την ασθένειαν. Ομοφυών άρχεις, ω βασιλεύ, και μεν δη και ομοδούλων. Εις γαρ απάντων δεσπότης και βασιλεύς, ο των απάντων δημιουργός. Ποίοις τοίνυν οφθαλμοίς όψει τον του κοινού δεσπότου ναόν; Ποίοις δε ποσί το δάπεδον εκείνο πατήσεις το άγιον; Πως δε τας χείρας εκτενείς, αποσταζούσας έτι του αδίκου φόνου το αίμα; Πως δε τοιαύταις υποδέξη χερσί του δεσπότου το πανάγιον σώμα; Πως δε τοις στόμασι προσοίσεις το αίμα το τίμιον, τοσούτον δια τον του θυμού λόγον εκχέας παρανόμως αίμα; Άπιθι τοίνυν, και μη πειρώ  τοις δευτέροις την προτέραν αύξειν παρανομίαν,  και δέχου  τον δεσμόν, ω ο Θεός, ο των όλων δεσπότης, άνωθεν γίνεται σύμψηφος· ιατρικός δε ούτος και πρόξενος υγείας»
(μετάφραση=Δεν κατάλαβες, όπως φαίνεται, βασιλιά μου, το μέγεθος  της δολοφονίας που διαπράχθηκε, ούτε μετά το τέλος του θυμού συνειδητοποίησε ο λογισμός αυτό που τολμήθηκε·

διότι δεν αφήνει ίσως η δύναμη της βασιλείας να καταλάβεις την αμαρτία, αλλά η εξουσία συσκοτίζει το λογισμό.

Πρέπει όμως να καταλάβεις τη φύση σου και την θνητότητα και προσωρινότητά της και το προγονικό χώμα από το οποίο γίναμε και στο οποίο διαλυόμαστε· και να μην παραπλανηθείς από το άνθος της βασιλικής αλουργίδας και αγνοήσεις την ασθένεια του σώματος που αυτή καλύπτει.

Εξουσιάζεις, βασιλιά, αυτούς που έχουν την ίδια φύση με εσένα και είναι μάλιστα ομόδουλοι. Διότι ένας είναι δεσπότης και βασιλιάς όλων, ο δημιουργός των όλων.

Με ποιά λοιπόν μάτια θα δεις το ναό του κοινού δεσπότη;

Με ποιά πόδια θα πατήσεις το άγιο εκείνο δάπεδο;

Πώς θα απλώσεις στον ουρανό τα χέρια, τη στιγμή που στάζουν ακόμα από το αίμα του άδικου φόνου;

Πώς με τέτοια χέρια θα υποδεχτείς το πανάγιο σώμα του δεσπότη;

Πώς θα φέρεις το τίμιο αίμα στο στόμα, αφού με τα λόγια του θυμού σου έχυσες παράνομα τόσο αίμα;

Φύγε λοιπόν και μην επιχειρήσεις με τη δεύτερη αυτή συμπεριφορά σου να αυξήσεις την προηγούμενη παρανομία·

και να δεχτείς τον δεσμό (του επιτιμίου), για τον οποίο από τον ουρανό συμφωνεί ο Θεός, ο των όλων δεσπότης· αυτός ο δεσμός είναι ιατρικός και πρόξενος υγείας).
Ο Θεοδόσιος εις την περίστασιν εκείνην εδείχθη άξιος εαυτού. Ενώ, μεταχειρισμένος την δύναμίν του, είχε το μέσον να αναστηλώση κοσμικώς το ταπεινούμενον βασιλικόν μεγαλείον του, δεν ωργίσθη δια την τόλμην του επισκόπου, δεν παρωξύνθη δια την δημοσία γενομένην προς αυτόν επιτίμησιν, αλλ’ υπενθύμισε μόνον προς τον Αμβρόσιον ότι ο Δαβίδ και εις μοιχείαν και εις ανθρωποκτονίαν υπέπεσεν.
Ο επίσκοπος έδραξε φιλοστόργως και ετοίμως την ευκαιρίαν.

«Καθώς λοιπόν εμιμήθης του Δαβίδ την αμαρτίαν, είπεν, ούτω μιμήθητι και αυτού την μετάνοιαν».

Ο βασιλεύς εύρεν την νουθεσίαν ορθοτάτην.
Ο πανίσχυρος αυτός σκηπτούχος έστρεψε το βήμα του ως ο έσχατος των υπηκόων του, εξέχυσε δε πικρά δάκρυα μετανοίας, και μόνον μετά μήνας οκτώ, την εορτήν των Χριστουγέννων, δημοσία εξομολογηθείς το αμάρτημά του, πρηνής δε, εζήτησε συγχώρησιν.

Ο Αμβρόσιος τότε τον εδέχθη εις την θείαν κοινωνίαν.

(Οι Βίοι των Αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, τόμος 4, Δεκέμβριος σελ. 46-48)

ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗ ιστορία διαβάζομε στη βιογραφία του Οσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου:
Ένας άσωτος νέος στην Αλεξάνδρεια γοητεύτηκε από την ομορφιά μιας παντρεμένης γυναίκας, που ήταν παράδειγμα τιμιότητας και σωφροσύνης. Επειδή κατάλαβε πως ήταν αδύνατον να την παρασύρη στα δίχτυα του με άλλο τρόπο, πήγε σ’ ένα μάγο και του έταξε πολλά χρήματα, αν κατώρθωνε με τη σκοτεινή του τέχνη να τη φέρη στο σκοπό του. Ούτε έτσι όμως κατάφερε αυτό που ήθελε.

Ο μάγος τότε, από εκδίκησι, έκανε να φαίνεται η νέα στα μάτια των ανθρώπων σαν φοράδα. Έτσι τη βρήκε ο άνδρας της ένα βράδυ που γύρισε από τη δουλειά του στο σπίτι του. Απαρηγόρητος για τη συμφορά, φώναξε τους ιερείς να κάνουν αγιασμό και να προσευχηθούν γι’ αυτήν.

Καταλάβαινε πως όλα αυτά οφείλονταν σε διαβολική ενέργεια. Βλέποντας όμως πως δε γινόταν τίποτε, την τρίτη ημέρα έδεσε από το λαιμό τη δυστυχισμένη γυναίκα και την ωδήγησε στον Όσιο Μακάριο, που η φήμη του, σαν θαυματουργού, είχε απλωθή σ’ όλη την Αίγυπτο.
Στο δρόμο τον σταματούσαν οι Καλόγηροι και τον ρωτούσαν που πήγαινε εκείνη τη φοράδα. Έτσι ο δυστυχισμένος αναγκαζόταν να διηγήται σ’ όλους τη συμφορά του.
Σαν έφτασε στη σκήτη, είπαν οι Αδελφοί στον Όσιο, πως ένας άνθρωπος με μια φοράδα πήγαινε να τον επισκεφθή.
- Πως σας ξεγελά ο διάβολος, τους είπε εκείνος αυστηρά, και βλέπετε έτσι το λογικό πλάσμα του Θεού; Εγώ την βλέπω γυναίκα, όπως είναι στην πραγματικότητα.
Πήγε, τέλος, ο άνθρωπος, κι αφού έβαλε μετάνοια στον Γέροντα, του διηγήθηκε το κακό που τόσο ξαφνικά τον βρήκε. Ο Όσιος τον άκουσε με συμπόνια.

Ύστερα έβαλε νερό σ’ ένα μικρό δοχείο, προσευχήθηκε, το ευλόγησε κι ερράντισε μ’ αυτό τη δυστυχισμένη γυναίκα. Τότε την είδαν όλοι με την πραγματική μορφή της.

Ο Όσιος τους εξήγησε πως το φαινόμενο εκείνο δεν ήταν τίποτε άλλο από φαντασία διαβολική. Κατόπιν είπε στη γυναίκα συμβουλευτικά:
- Μη λείπης ποτέ από την Εκκλησία, όταν γίνεται Λειτουργία, και να κοινωνής συχνά, γιατί και τούτο το κακό σε βρήκε, επειδή έχεις μείνει πέντε εβδομάδες ακοινώνητη.

(Γεροντικόν,Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία, σελ. 228-229)

Σελίδα 1 από 5

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (183) Αγάπη Θεού (48) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (42) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (49) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (15) άγιος (75) αγνότητα (7) άγχος (11) αγώνας (60) αγώνας πνευματικός (22) αθεΐα (90) αιρέσεις (67) αλήθεια (26) αμαρτία (61) Αμβρόσιος άγιος (1) Ανάσταση (65) ανασταση νεκρών (5) ανθρώπινες σχέσεις (131) άνθρωπος (17) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (54) ασθένεια (17) άσκηση (3) αστρολογία (2) αυτογνωσία (47) Β Παρουσία (9) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (4) βιοηθική (9) γάμος (36) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (29) γνώση (5) γονείς (41) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (7) δάκρυα (3) δάσκαλος (10) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (41) διάβολος (44) διάκριση (41) διάλογος (2) δικαιοσύνη (3) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (94) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (56) Εκκλησιαστική Ιστορία (11) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (13) ελευθερία (15) Ελλάδα (15) ελπίδα (14) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (66) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (5) επιστήμη (65) εργασία (27) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (38) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (58) ευγένεια (4) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (23) ευχαριστία (7) ζήλεια (1) ζώα (13) ηθική (5) ησυχία (5) θάνατος (95) θάρρος (15) θαύμα (65) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (46) Θεία Λειτουργία (43) θεία Πρόνοια (2) θέληση (4) θεολογία (10) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (103) θρησκείες (7) θυμός (30) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (4) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (16) ιερέας (45) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (5) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (14) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (19) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (36) καταναλωτισμός (1) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (4) Κλίμακα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (80) κόλαση (11) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (3) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (44) λείψανα (2) λογισμοί (25) λύπη (1) μαγεία (5) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (6) μελέτη (6) μετά θάνατον (26) μετά θάνατον ζωή (27) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (62) μητέρα (9) μίσος (1) μνημόσυνα (4) μοναξιά (11) μοναχισμός (9) μόρφωση (9) μουσική (2) Ναός (2) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (13) Νικόλαος Άγιος (2) νους (8) οικονομία (2) Οικουμενισμός (2) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (50) όρκος (1) πάθη (31) πάθος (2) παιδεία (8) παιδιά (21) Παΐσιος Όσιος (9) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (57) Παπαδόπουλος Στυλιανός (1) παράδειγμα (6) Παράδεισος (43) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πεντηκοστή (4) πίστη (148) πλούτος (12) πνευματική ζωή (61) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (11) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (24) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (41) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (125) προσοχή (3) προτεσταντισμός (17) προφητείες (1) ραθυμία (3) Ρωμαιοκαθολικισμός (12) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (25) Σταύρωση (11) συγχώρηση (5) σχίσμα (1) σώμα (4) ταπεινοφροσύνη (61) ταπείνωση (2) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (7) υπαρξιακά (36) υποκρισία (2) υπομονή (39) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (10) φιλοσοφία (11) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (19) φως (1) χαρά (26) χάρις θεία (10) χαρίσματα (1) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (20) Χριστός (9) Χριστούγεννα (38) χρόνος (15) ψεύδος (10) ψυχαγωγία (1) ψυχή (62) ψυχολογία (13)