Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Ο διάσημος Ρώσος ιερέας, Δημήτριος Ντούτκο, στο βιβλίο του «Στο Σταυροδρόμι» (Μόσχα 1994), παραθέτει ένα σχετικό περιστατικό, που του το ανέφερε μια μορφωμένη γυναίκα.
«Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία. Ήταν μια γριούλα. Και ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.
Ο παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. Η γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο. Και να ξαφνικά ο παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με τον άρρωστο.
Ο άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει.
– Φύγε από εδώ! Ποιος σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ο παπάς τα έχασε.
– Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με κάλεσε η γριά!
– Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!
Ο παπάς, καθώς στέκει απέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του αρρώστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον κάλεσε.
Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο.
– Να αυτή!
– Ποια αυτή, ξέρεις, τί λες, παπά; Αυτή είναι η μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα!
Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ο άρρωστος άρχισε να κλαίει. Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε. Η μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας»
(αρχ. Παύλου Μπακογιάννη, Μετά θάνατον, εκδ. «Θαβώρ», σελ. 111-112)

Μια διαφορετική εμπειρία Χαράς!

(η προσωπική εξομολόγηση μίας αδελφής μας για το βίωμά της).

Στη ζωή μου από τα παιδικά μου χρόνια έμαθα να προσπαθώ και να επιδιώκω πάντα κάτι καλύτερο από αυτό που κάθε στιγμή είχα. Βιαζόμουν, έτρεχα, τελειοποιούσα, δημιουργούσα, διόρθωνα, αλλά αισθανόμουν μέσα μου κάτι ανικανοποίητο και μη ολοκληρωμένο. Αυτό με παρότρυνε για περαιτέρω δραστηριότητα και προσπάθεια αλλά ταυτόχρονα μεγάλωνε μέσα μου  η αγωνία και η αστάθεια της ψυχής μου. Πίστευα στις προσωπικές μου δυνάμεις και ζούσα μια πνευματικότητα καθοδηγούμενη από τη δική μου κοσμική «ηθική».
Ο Θεός υπήρξε ανέκαθεν στη ζωή μου ως «παντοδύναμος» και «πάνσοφος» αλλά όχι «πανταχού παρών» και «συνοδοιπόρος μου». Ο «Σταυρός Του» και ο «Σταυρός μου» ήταν δύο διακριτά και απομονωμένα μεταξύ τους «πράγματα». Τα προβλήματά μου έπρεπε να τα λύνω μόνη μου «γιατί ποιος θα μπορέσει να τα λύσει αφού είναι δικά μου προβλήματα και είναι μέρος των δικών μου επιλογών;», έτσι σκεφτόμουν.
Ώσπου με κάποιο ευλογημένο τρόπο οδηγήθηκα σε μία εκκλησία και συναντήθηκα με κάτι που δεν ήξερα πώς να το ονομάσω,  αλλά ασκούσε πάνω μου μια αδιόρατη και πρωτοφανή έλξη που με έκανε να αναθεωρήσω την μέχρι τώρα ζωή μου.
Τότε – ντρέπομαι που το λέω, γιατί ήμουν περασμένα σαράντα – άρχισα να εκκλησιάζομαι τακτικά και το σημαντικότερο άρχισα να συμμετέχω στα μυστήρια του Θεού, εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, είχα πνευματικό.
Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι είναι «πνευματικός αγώνας»  - δεν είχα ξανακούσει την έκφραση αυτή,  άρχισα να αισθάνομαι βαθιά στην καρδιά μου την ύπαρξη ενός άλλου βαθύτερου επίπεδου, μέσα στο οποίο άρχισε να γεννιέται ένα αίσθημα παράξενης «καυτής» ευφορίας, που πλημμύριζε όλο μου το σώμα και μου γεννούσε μνήμη Θεού, αγάπης και γλυκύτητας. Αυτό συνέβαινε στιγμές χρονικά ασυσχέτιστες με την παρουσία μου στην εκκλησία, συνήθως στιγμές που ήμουν απορροφημένη με άλλες εργασίες.

Προσπαθούσα για παράδειγμα να βοηθήσω την κόρη μου για τις εξετάσεις του σχολείου και κάτι μέσα μου με διέκοπτε και με ξεσήκωνε να προσευχηθώ, να θυμηθώ το Θεό, να δοξολογήσω.  Το αίσθημα αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσα να το εξηγήσω, ωστόσο ήταν κάτι συγκεκριμένο και υπαρκτό που δεν μπορούσα να αγνοήσω. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου να σκέφτομαι λογικά και να το προσπεράσω, γιατί «δεν γίνονται αυτά» αλλά η καρδιά μου επέμεινε να αισθάνεται τη ζεστή αύρα που πλημμύριζε όλη την ύπαρξη μου.

Αρχικά διαρκούσε κάποιες λίγες στιγμές μέσα στην ημέρα, έκτοτε με την πάροδο του χρόνου, με τη συχνή Θεία Κοινωνία και την παρουσία μου στην εκκλησία, διαρκούσε όλο και πιο πολύ και σταδιακά έγινε μια μόνιμη κατάσταση ευφορίας και «εσωτερικής χαράς».
Το συναίσθημα αυτό δεν ευθυγραμμιζόταν πάντα με το εξωτερικό μου συναίσθημα. Υπήρξαν στιγμές που εξωτερικά τσακιζόμουν ενώ ταυτόχρονα μέσα μου κάτι φτερούγιζε δυνατά. Έτσι αισθάνθηκα ότι ζω δύο ζωές, που αρχικά ήταν παράλληλες, αλλά ασυσχέτιστες μεταξύ τους. Στο βάθος της καρδιάς μου υπήρξε μια αδιόρατη χαρά και εξωτερικά ζούσα την κανονική μου ζωή με τα ποικίλα συναισθήματά της.
Μετά την πάροδο 3 ετών μέσα στην εκκλησία γνωρίζοντας αυτή τη διπλή μου «ιδιοσυγκρασία»,  προσπάθησα να ταυτίσω τις δύο ζωές μου. Να φέρω στην επιφάνεια την εσωτερική μου χαρά και να την κάνω οδηγό για κάθε εξωτερικό συναίσθημα. Ως μητέρα δύο παιδιών, σύζυγος, εργαζόμενη σε θέση καριέρας, μεσούσης της κρίσης, ζω μια ζωή χειμαρρώδη, σαρωτική, με μηδενικό ελεύθερο χρόνο και πολλές φορές «βίαιη».

Η χαρά στον πυρήνα της ψυχής μου, η γλύκα μιας απροσδιόριστης αγάπης, μια ζεστή αύρα που πλημμυρίζει όλο μου το σώμα, η προσευχή στα χείλη που έρχεται χωρίς να το επιλέξω είναι για μένα  «η χαρά του Χριστού μου».  Αισθάνομαι ότι είναι ένα δώρο από Εκείνον και όχι κάποια δική μου κατάκτηση γιατί πολύ απλά με τους ρυθμούς ζωής που ζω - έγνοιες, ευθύνες, τρεξίματα και φροντίδες και ποικίλες αδιέξοδες δυσκολίες – δεν προλαβαίνω να βάλω στη ζωή μου μνήμη Θεού.
Γνωρίζω ότι πρέπει να προσπαθήσω να ευθυγραμμίσω τις δύο ζωές μου, γιατί δύο παράλληλες ζωές  - όπως και δυο παράλληλες γραμμές – συμπορεύονται αλλά δεν συναντούνται γιατί τις χωρίζει μια απόσταση. Δεν είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρω. Εκείνο που έχω καταφέρει είναι να επικαλούμαι τη χαρά του Χριστού μου, σε κάθε δυσκολία της «επιδερμικής» ζωής και να λέω «δεν φοβάμαι, έχω το Χριστό μου και εκείνος μου έχει δώσει ένα δώρο, τι άλλο άραγε να θελήσω;».
Νομίζω ότι η πνευματική ζωή είναι μια πορεία ευθυγράμμισης της ζωής μας με την Αγάπη του Χριστού. Όταν οι δύο γραμμές της ζωής μας θα εφάπτονται, τότε θα πορευόμαστε πάνω στη γραμμή του Θεού.
Προσπαθώ να πλησιάσω όσο μπορώ περισσότερο, αλλά αυτό είναι ένας συνεχής αγώνας, μια διαδρομή δύσκολη, ένα μονοπάτι θυσίας, ένας δρόμος που οδηγεί την απόλυτη Αγάπη.
Θέλω να είμαι ευγνώμων για όλα τα καλά που μου έχει δώσει ο καλός Θεός. Με ευλόγησε να γίνω μητέρα, να έχω υγεία, να σπουδάσω να κάνω δημιουργικά πράγματα στη δουλειά μου. Δεν είναι όμως αυτά τα δώρα Του που επικαλούμαι όταν αισθάνομαι πληγωμένη και τσακισμένη.

Δε μου είναι αρκετό και δεν με αναπαύει τόσο αυτή η σκέψη. Ίσως να με αγχώνει λίγο γιατί με κάνει να αισθάνομαι αχάριστη. Εκείνο που με αναπαύει είναι να επικαλούμαι την εσωτερική μου «χαρά» το δώρο του Θεού μου, το εσωτερικό μου άδειασμα από τα κοσμικά και γέμισμα από τα Θεϊκά δώρα.
Αισθάνομαι κάποιες φορές ότι δεν χαίρομαι το Δώρο του Θεού όσο ίσως θα έπρεπε. Δεν τα καταφέρνω πάντα είναι προφανές.  Όμως αυτή η διαπίστωση της μικρότητά μου, με γεμίζει με την βεβαιότητα ότι είμαι ένας άνθρωπος που μέχρι «εκεί μπορώ να φτάσω», ίσως δεν μπορώ περισσότερο. Τότε έρχεται η στιγμή που ζητάω «συγνώμη» από το Θεό και τον παρακαλώ να μη μου πάρει το Δώρο Του.

Τις στιγμές αυτές αισθάνομαι αυτό το συναίσθημα στον πυρήνα της καρδιάς μου να γιγαντώνεται, και απορώ πως τη στιγμή των δακρύων, της θλίψης, της λύπης, της «πτώσης» Αυτός είναι εκεί. Η απάντηση  μέσα μου είναι: «η αγάπη του Χριστού  είναι αδιαμφισβήτητη  και δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τα πόσα μπορώ να καταλάβω ή πόσα μπορώ να καταφέρω». Αποδέχεται την μικρότητά μου γιατί «τόσο μπορώ».  Αυτό νομίζω σημαίνει Αγάπη Θεού, ανεξάρτητα της ασημαντότητας μου Εκείνος να είναι πάντα εκεί, και εγώ ευλογήθηκα να τον αισθάνομαι.
Αυτό το βίωμα μου αποτελεί για μένα την μεγαλύτερη απόδειξη ότι υπάρχει ο Θεός και ότι κατοικεί στην καρδιά μου, ακόμα και αν δεν το αξίζω. Αυτό με κάνει να θέλω συνεχώς να είμαι στη Θεία Λειτουργία, να θέλω να ρουφήξω Θεό όσο μπορώ περισσότερο στη ψυχή μου. Δεν χορταίνεται ο Θεός, δεν τελειώνει αυτή η δίψα, δεν μαθαίνεται ποτέ. Κάποια στιγμή νόμιζα ότι  πρέπει όλα αυτά να τα εξηγήσω να τα ερμηνεύσω και τα εκλογικεύσω. Τώρα ευτυχώς δεν θέλω καμιά εξήγηση. Θέλω μόνο να υπάρχουν.
Ακούω πολλές φορές ότι ο Θεός παίρνει τα δώρα Του και αφήνει πάλι μόνους τους ανθρώπους Του για να προσπαθήσουν  περισσότερο. Δεν νομίζω ότι θα το άντεχα αυτό, για αυτό τον παρακαλώ μέρα νύχτα να μη στερήσει από εμένα το Δώρο Του. Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς το Χριστό «μου».

Θέλω να το φωνάξω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Εγώ ο ίδιος άνθρωπος μέσα στον ίδιο αγώνα, με τον ίδιο Σταυρό όταν κοινώνησα πήρα ένα Δώρο και το πήρα άμεσα. Αυτό το δώρο είναι απόδειξη ότι υπάρχει Θεός, και ότι είναι εδώ και με αγαπάει πολύ και δεν θέλω να Τον χάσω. Αυτό το δώρο ίσως να είναι η απόδειξη ότι έκανα ήδη και εγώ έναν αγώνα «συν Θεώ» χωρίς να το έχω αντιληφθεί.
Κανένα δώρο δεν δίνεται χωρίς λόγο, το αντιλαμβάνομαι αυτό Θεέ μου, γιαυτό υπόσχομαι να συνεχίσω να είμαι πάντα «εκεί». Εκεί που με συνάντησες εκεί θα μείνω, αυτό αισθάνομαι να μου ζητάς. Υπόσχομαι να το κάνω αυτό Θεέ μου, και αυτό  θα είναι  το δικό μου μικρό «δώρο» και με τη δική Σου βοήθεια θα τα «καταφέρουμε» Θεέ μου. Έτσι δεν είναι ;
Σε παρακαλώ καλέ μου Θεέ, λατρεμένε μου Χριστέ, μη μου στερήσεις  τα Δώρα Σου!

Μ.Ψ.

(ένα συγκλονιστικό περιστατικό από την Ιστορία της Εκκλησίας μας γύρω στο 389 μ.Χ.)

Ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ζητών την αποφυλάκισιν ηνίοχου τινός του ιπποδρόμου, φυλακισθέντος δι’ αισχρόν έγκλημα, μη εισακουσθείς δε, κατήντησεν εις μανιακόν διάβημα, μαρτυρούν πόσον ανάγωγοι και συρφετώδεις ήσαν οι όχλοι των καιρών εκείνων. Προβάς δηλαδή εις στάσιν, εφόνευσε τον αρχιστράτηγον του εν Ιλλυρία στρατού  Βουθερίκον και πολλούς άλλους αξιωματικούς· προσθέτων δε εις την κακουργίαν κτηνώδη ύβριν, έσυρε τα σώματά των εις τας οδούς.
Η είδησις φυσικά εξώργισε τον Θεοδόσιον, όστις εις το βαρύτατον έγκλημα ηθέλησε να επιβάλη παραδειγματικήν ποινήν.
Ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τον παρακάλεσε να μη σπεύση εν τόσει εξάψει, να προσέξη δε προ παντός, όπως μη τιμωρήση αθώους μετά των ενόχων. Ο αυτοκράτωρ, όστις ενδιεφέρετο δια την δικαιοσύνην, υπεσχέθη· αλλ’ οι περί αυτόν άρχοντες του παρέστησαν πάλιν ότι εις τοιούτο έγκλημα, πραχθέν υπό χιλιάδων, η λεπτομερής ανάκρισις θα ανέβαλλεν επ’ αόριστον την τιμωρίαν και θα την εματαίωνε, πράγμα το οποίον θα εθράσυνε τους απανταχού της αυτοκρατορίας όχλους και θα διεκύβευε την δημοσίαν τάξιν.


Ο δε Θεοδόσιος παραπεισθείς εκ των παρατηρήσεων τούτων, φοβηθείς προσέτι μη ελαφροτέρα τιμωρία δεν θεωρηθή ικανοποιητική εκ του στρατού, εξαφθείς σφοδρότερον εκ νέων πληροφοριών περί των τολμηθέντων υπό του έκφρονος συρφετού, απέστειλε διάταγμα σφαγής κατά του λαού της Θεσσαλονίκης εν τω ιπποδρόμω εκείνω, η υπέρ του οποίου μανία επέφερε την σφαγή του Βουθερίκου και των αξιωματικών.

Προσεκλήθη λοιπόν ο λαός εις τον ιππόδρομον δήθεν δι’ αγώνας ότε δε επληρώθη ολόκληρος από συνωστιζόμενα πλήθη, οι στρατιώται, εφορμήσαντες με γυμνά ξίφη και πλήττοντες αδιακρίτως, εθανάτωσαν εις διάστημα τριών ωρών επτά χιλιάδας.
Η είδησις, φθάσασα εις Μεδιόλανα, κατελύπησε τον Αμβρόσιον. Και να μεταβή μεν προσωπικώς προς τον θεοδόσιον δεν έκρινε πρέπον και σκόπιμον· αφ’ ενός, διότι εφοβείτο μήπως εν τη συνδιαλέξει δοθή αφορμή σφοδροτέρων λόγων· αφ’ ετέρου, διότι δεν ήθελε να επικοινωνήση προς τον δώσαντα διαταγήν τόσης σφαγής. Μετέβη λοιπόν εις εξοχήν, αφήκε να παραδοθούν ημέραι τινές, και έπειτα έγραψεν επιστολήν προς τον αυτοκράτορα παριστώσαν πόσον τρομερόν υπήρξε το διαπραχθέν έγκλημα. Προσθέτετε δε:

«το αμάρτημα δεν εξαλείφεται ειμή δια δακρύων και μετάνοιας· ούτε άγγελοι ούτε αρχάγγελοι δύνανται να συγχωρήσουν αυτό άλλως.

Αυτός ο Κύριος δεν παρέχει την άφεσιν ειμή εις μόνους τους μετανοούντας. Σας συμβουλεύω· σε παρακαλώ· σε προτρέπω· σε παραινώ. Δεν τολμώ να επιτελέσω την αγίαν προσφοράν, εάν θελήσης να παρευρεθής εις αυτήν.

Ό,τι δεν είνε συγχωρημένον μετά το χυθέν αίμα ενός μόνου αθώου, είνε δυνατόν να συγχωρηθή, αφού δια σε εξεχύθη αίμα χιλιάδων;"
Ο Θεοδόσιος εταράχθη. Τι όμως έπρεπε να πράξη; εκκλησιαζόμενος τακτικά, εθεώρει βαρείαν στέρησιν την απουσίαν έστω και μιαν μόνην Κυριακήν εκ του ναού.

Έπειτα, φρονών ότι, διατάξας ως διέταξεν, υπέκυπτεν εις απαραίτητον ανάγκην του κράτους και εξασφάλισιν της δημοσίας τάξεως, άνευ της οποίας παντοία και αθεράπευτα θα εξαπελύοντο κακά, δεν εύρισκεν ορθάς κατά πάντα τας παρατηρήσεις του επισκόπου.
Μετέβη λοιπόν κατά το σύνηθες εις τον ναόν. Αλλ’ ο Αμβρόσιος επέβλεπε· πληροφορηθείς ότι ο αυτοκράτωρ έρχεται, σπεύδει, τον συναντά έξω από τα πρόθυρα, και του εμποδίζει την είσοδον· αιτιολογεί δε το διάβημά του.
«Ουκ οίσθα (είπεν), ως έοικεν, ω βασιλεύ, της ειργασμένης μιαιφονίας το μέγεθος, ουδέ μετά την του θυμού παύλαν ο λογισμός επέγνω το τολμηθέν· ουκ εά γαρ ίσως της βασιλείας η δύναμις επιγνώναι την αμαρτίαν, αλλ’ επιπροσθεί η εξουσία τω λογισμώ. Χρή μέντοι ειδέναι την φύσιν και το ταύτης θνητόν τε και διαρρέον, και τον πρόγονον χουν, εξ ου γεγόναμεν και εις ον απορρέομεν· και μη, τω άνθει της αλουργίδος αποβουκολούμενον, αγνοείν του καλυπτομένου σώματος την ασθένειαν. Ομοφυών άρχεις, ω βασιλεύ, και μεν δη και ομοδούλων. Εις γαρ απάντων δεσπότης και βασιλεύς, ο των απάντων δημιουργός. Ποίοις τοίνυν οφθαλμοίς όψει τον του κοινού δεσπότου ναόν; Ποίοις δε ποσί το δάπεδον εκείνο πατήσεις το άγιον; Πως δε τας χείρας εκτενείς, αποσταζούσας έτι του αδίκου φόνου το αίμα; Πως δε τοιαύταις υποδέξη χερσί του δεσπότου το πανάγιον σώμα; Πως δε τοις στόμασι προσοίσεις το αίμα το τίμιον, τοσούτον δια τον του θυμού λόγον εκχέας παρανόμως αίμα; Άπιθι τοίνυν, και μη πειρώ  τοις δευτέροις την προτέραν αύξειν παρανομίαν,  και δέχου  τον δεσμόν, ω ο Θεός, ο των όλων δεσπότης, άνωθεν γίνεται σύμψηφος· ιατρικός δε ούτος και πρόξενος υγείας»
(μετάφραση=Δεν κατάλαβες, όπως φαίνεται, βασιλιά μου, το μέγεθος  της δολοφονίας που διαπράχθηκε, ούτε μετά το τέλος του θυμού συνειδητοποίησε ο λογισμός αυτό που τολμήθηκε·

διότι δεν αφήνει ίσως η δύναμη της βασιλείας να καταλάβεις την αμαρτία, αλλά η εξουσία συσκοτίζει το λογισμό.

Πρέπει όμως να καταλάβεις τη φύση σου και την θνητότητα και προσωρινότητά της και το προγονικό χώμα από το οποίο γίναμε και στο οποίο διαλυόμαστε· και να μην παραπλανηθείς από το άνθος της βασιλικής αλουργίδας και αγνοήσεις την ασθένεια του σώματος που αυτή καλύπτει.

Εξουσιάζεις, βασιλιά, αυτούς που έχουν την ίδια φύση με εσένα και είναι μάλιστα ομόδουλοι. Διότι ένας είναι δεσπότης και βασιλιάς όλων, ο δημιουργός των όλων.

Με ποιά λοιπόν μάτια θα δεις το ναό του κοινού δεσπότη;

Με ποιά πόδια θα πατήσεις το άγιο εκείνο δάπεδο;

Πώς θα απλώσεις στον ουρανό τα χέρια, τη στιγμή που στάζουν ακόμα από το αίμα του άδικου φόνου;

Πώς με τέτοια χέρια θα υποδεχτείς το πανάγιο σώμα του δεσπότη;

Πώς θα φέρεις το τίμιο αίμα στο στόμα, αφού με τα λόγια του θυμού σου έχυσες παράνομα τόσο αίμα;

Φύγε λοιπόν και μην επιχειρήσεις με τη δεύτερη αυτή συμπεριφορά σου να αυξήσεις την προηγούμενη παρανομία·

και να δεχτείς τον δεσμό (του επιτιμίου), για τον οποίο από τον ουρανό συμφωνεί ο Θεός, ο των όλων δεσπότης· αυτός ο δεσμός είναι ιατρικός και πρόξενος υγείας).
Ο Θεοδόσιος εις την περίστασιν εκείνην εδείχθη άξιος εαυτού. Ενώ, μεταχειρισμένος την δύναμίν του, είχε το μέσον να αναστηλώση κοσμικώς το ταπεινούμενον βασιλικόν μεγαλείον του, δεν ωργίσθη δια την τόλμην του επισκόπου, δεν παρωξύνθη δια την δημοσία γενομένην προς αυτόν επιτίμησιν, αλλ’ υπενθύμισε μόνον προς τον Αμβρόσιον ότι ο Δαβίδ και εις μοιχείαν και εις ανθρωποκτονίαν υπέπεσεν.
Ο επίσκοπος έδραξε φιλοστόργως και ετοίμως την ευκαιρίαν.

«Καθώς λοιπόν εμιμήθης του Δαβίδ την αμαρτίαν, είπεν, ούτω μιμήθητι και αυτού την μετάνοιαν».

Ο βασιλεύς εύρεν την νουθεσίαν ορθοτάτην.
Ο πανίσχυρος αυτός σκηπτούχος έστρεψε το βήμα του ως ο έσχατος των υπηκόων του, εξέχυσε δε πικρά δάκρυα μετανοίας, και μόνον μετά μήνας οκτώ, την εορτήν των Χριστουγέννων, δημοσία εξομολογηθείς το αμάρτημά του, πρηνής δε, εζήτησε συγχώρησιν.

Ο Αμβρόσιος τότε τον εδέχθη εις την θείαν κοινωνίαν.

(Οι Βίοι των Αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, τόμος 4, Δεκέμβριος σελ. 46-48)

ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗ ιστορία διαβάζομε στη βιογραφία του Οσίου Μακαρίου του Αιγυπτίου:
Ένας άσωτος νέος στην Αλεξάνδρεια γοητεύτηκε από την ομορφιά μιας παντρεμένης γυναίκας, που ήταν παράδειγμα τιμιότητας και σωφροσύνης. Επειδή κατάλαβε πως ήταν αδύνατον να την παρασύρη στα δίχτυα του με άλλο τρόπο, πήγε σ’ ένα μάγο και του έταξε πολλά χρήματα, αν κατώρθωνε με τη σκοτεινή του τέχνη να τη φέρη στο σκοπό του. Ούτε έτσι όμως κατάφερε αυτό που ήθελε.

Ο μάγος τότε, από εκδίκησι, έκανε να φαίνεται η νέα στα μάτια των ανθρώπων σαν φοράδα. Έτσι τη βρήκε ο άνδρας της ένα βράδυ που γύρισε από τη δουλειά του στο σπίτι του. Απαρηγόρητος για τη συμφορά, φώναξε τους ιερείς να κάνουν αγιασμό και να προσευχηθούν γι’ αυτήν.

Καταλάβαινε πως όλα αυτά οφείλονταν σε διαβολική ενέργεια. Βλέποντας όμως πως δε γινόταν τίποτε, την τρίτη ημέρα έδεσε από το λαιμό τη δυστυχισμένη γυναίκα και την ωδήγησε στον Όσιο Μακάριο, που η φήμη του, σαν θαυματουργού, είχε απλωθή σ’ όλη την Αίγυπτο.
Στο δρόμο τον σταματούσαν οι Καλόγηροι και τον ρωτούσαν που πήγαινε εκείνη τη φοράδα. Έτσι ο δυστυχισμένος αναγκαζόταν να διηγήται σ’ όλους τη συμφορά του.
Σαν έφτασε στη σκήτη, είπαν οι Αδελφοί στον Όσιο, πως ένας άνθρωπος με μια φοράδα πήγαινε να τον επισκεφθή.
- Πως σας ξεγελά ο διάβολος, τους είπε εκείνος αυστηρά, και βλέπετε έτσι το λογικό πλάσμα του Θεού; Εγώ την βλέπω γυναίκα, όπως είναι στην πραγματικότητα.
Πήγε, τέλος, ο άνθρωπος, κι αφού έβαλε μετάνοια στον Γέροντα, του διηγήθηκε το κακό που τόσο ξαφνικά τον βρήκε. Ο Όσιος τον άκουσε με συμπόνια.

Ύστερα έβαλε νερό σ’ ένα μικρό δοχείο, προσευχήθηκε, το ευλόγησε κι ερράντισε μ’ αυτό τη δυστυχισμένη γυναίκα. Τότε την είδαν όλοι με την πραγματική μορφή της.

Ο Όσιος τους εξήγησε πως το φαινόμενο εκείνο δεν ήταν τίποτε άλλο από φαντασία διαβολική. Κατόπιν είπε στη γυναίκα συμβουλευτικά:
- Μη λείπης ποτέ από την Εκκλησία, όταν γίνεται Λειτουργία, και να κοινωνής συχνά, γιατί και τούτο το κακό σε βρήκε, επειδή έχεις μείνει πέντε εβδομάδες ακοινώνητη.

(Γεροντικόν,Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία, σελ. 228-229)


Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως Δ΄(13)86. Ἀπόδοση εἰς τὴν νέα ἑλληνική: Ἀρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης.
Ο αγαθός και πανάγαθος και υπεράγαθος Θεός, που έχει την πληρότητα της αγαθωσύνης, εξαιτίας της υπερβολικής αγαθότητός του, δεν ήθελε να υπάρχει μόνον η δική του αγαθή φύση και κανείς
να μην μετέχει σ’ αυτήν. Γι’ αυτό το λόγο πρώτα έπλασε τις νοερές και ουράνιες δυνάμεις, έπειτα τον ορατό και αισθητό κόσμο και τέλος τον άνθρωπο, που αποτελείται και από νοερό και από αισθητό μέρος.
Όλα όσα Αυτός δημιούργησε μετέχουν στη δική του αγαθότητα όσον αφορά στην ύπαρξή τους· διότι Αυτός τους χάρισε την ύπαρξη, επειδή «τα δημιουργήματα υπάρχουν απ’ αυτόν»· όχι διότι μόνον Αυτός
τα έφερε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, αλλ’ επειδή η δική του ενέργεια συντηρεί και συγκρατεί τα δημιουργήματά του. Περισσότερο βέβαια τα ζωντανά πλάσματά του· διότι μετέχουν στο αγαθό και
λόγω της υπάρξεώς τους και λόγω της μετοχής τους στο γεγονός της ζωής. Τα λογικά όντα πάλι μετέχουν περισσότερο, και στα προαναφερθέντα και στη λογική· διότι είναι πιο κοντά σ’ Αυτόν, αν και βέβαια Αυτός
τα ξεπερνά σε ασύγκριτο βαθμό.

Ο άνθρωπος, λοιπόν, με το να γίνει λογικός και αυτεξούσιος, έχει πάρει την εξουσία να ενώνεται συνεχώς με το Θεό μέσω της δικής του θελήσεως· με την προϋπόθεση βέβαια να παραμένει στο αγαθό, να υπακούει δηλαδή στο Δημιουργό. Επειδή, λοιπόν, έγινε παραβάτης της εντολής του Δημιουργού του και έπεσε στην κατάσταση του θανάτου και της φθοράς, ο Πλάστης και Δημιουργός του γένους μας, χάρη στην πολλή του ευσπλαγχνία, έγινε άνθρωπος όμοιος με μας σε όλα
–εκτός από την αμαρτία–, και ενώθηκε με τη φύση μας. Επειδή δηλαδή μας μετέδωσε την εικόνα του και το πνεύμα του και δεν το τηρήσαμε, γίνεται ο ίδιος μέτοχος της φτωχής και αδύναμης
φύσεώς μας, για να μας καθαρίσει και να μας κάνει άφθαρτους και μέτοχους και πάλι της θεότητός του.
Έπρεπε, λοιπόν, όχι μόνον η πρώτη αρχή της φύσεώς μας (ο Αδάμ) να μετάσχει στο ανώτερο (Θεό), αλλά και κάθε άνθρωπος που θέλει, να μπορεί να ξαναγεννηθεί για δεύτερη φορά και να τραφεί με ξένη τροφή
και κατάλληλη για την αναγέννησή του, και έτσι να φθάσει στην τελειότητα. Με τη γέννησή του βέβαια, δηλαδή με τη σάρκωση, το βάπτισμα, το πάθος και την ανάστασή του ελευθέρωσε τη φύση του προπάτορά μας
από την αμαρτία, το θάνατο και τη φθορά και έγινε η πρώτη αρχή της αναστάσεως· έκανε τον εαυτό του παράδειγμα, τύπο και υπογραμμό, ώστε κι εμείς ν’ ακολουθήσουμε στ’ αχνάρια του· και, ενώ αυτός είναι
φυσικός γιός, εμείς να γίνουμε θετοί γιοί και κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι δικοί του. Μας χάρισε, όπως είπα, δεύτερη γέννηση, ώστε όπως, όταν γεννηθήκαμε από τον Αδάμ, γίναμε όμοιοί του
και κληρονομήσαμε την τιμωρία και τη φθορά, έτσι και τώρα που γεννηθήκαμε απ’ Αυτόν, να γίνουμε όμοιοί δικοί Του και να κληρονομήσουμε την αφθαρσία, την ευλογία και τη δόξα του.
Ακόμη, επειδή ο ίδιος ο Αδάμ είναι πνευματικός, έπρεπε και η γέννησή του να είναι πνευματική· το ίδιο και η τροφή του. Αλλά επειδή ορισμένοι είμαστε διπλοί και σύνθετοι, πρέπει και η γέννησή μας να είναι διπλή, το ίδιο και η τροφή μας σύνθετη. Η γέννηση βέβαια μας δόθηκε με το νερό και το Άγιο Πνεύμα, εννοώ δηλαδή με το άγιο βάπτισμα· η τροφή μας όμως είναι ο ίδιος ο άρτος της ζωής που κατέβηκε από τον ουρανό, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Διότι, όταν επρόκειτο να καταδεχθεί τον εκούσιο θάνατο για χάρη μας, τη νύχτα που θα παρέδιδε τον εαυτό του άφησε νέα διαθήκη στους αγίους μαθητές και αποστόλους του και μέσω αυτών σε όλους όσοι πιστεύουν σ’ αυτόν. Στο υπερώο, λοιπόν, της αγίας και ενδόξου Σιών, αφού έφαγε το παλαιό Πάσχα με τους μαθητές του και ολοκλήρωσε την Παλαιά Διαθήκη, στη συνέχεια νίπτει τα πόδια των μαθητών του, παραδίδοντας σύμβολο του αγίου βαπτίσματος. Έπειτα έκοψε τον άρτο και τον μοίρασε σ’ αυτούς λέγοντας: «Πάρτε να φάτε, αυτό είναι το σώμα μου που κόπηκε (θυσιάστηκε) για τη συγχώρεση των αμαρτιών σας». Παρόμοια, πήρε και το ποτήριο με κρασί και νερό και τους το πρόσφερε λέγοντας: «Όλοι να πιείτε απ’ αυτό· αυτό είναι το αίμα της νέας διαθήκης που χύνεται για σας, να συγχωρεθούν οι αμαρτίες σας· αυτό να το κάνετε για να με θυμάστε. Όσες φορές δηλαδή τρώτε αυτόν τον άρτο και πίνετε αυτό το ποτήριο, κηρύσσετε το θάνατο του Υιού του ανθρώπου και ομολογείτε
την ανάστασή του, έως να έλθει (πάλι με τη δευτέρα παρουσία του).

Εάν, λοιπόν, «ο λόγος του Θεού είναι ζωντανός και δραστικός» και «ο Κύριος έκανε όλα όσα θέλησε», και ακόμη όταν είπε «να γίνει φως,
και έγινε και να γίνει το στερέωμα, και έγινε»· «εάν οι ουρανοί στερεώθηκαν με το λόγο του Κυρίου, και όλη η δύναμή τους στηρίζεται στο πνεύμα που βγήκε από το στόμα του»· εάν ο ουρανός, η γη, το νερό, η φωτιά,
ο αέρας και όλα τα συναφή τους δημιουργήθηκαν με το λόγο του Κυρίου, ακόμη και αυτή η αξιοθαύμαστη ύπαρξη, ο άνθρωπος· εάν με τη θέλησή του ο ίδιος ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος και έκανε χωρίς ανδρικό σπέρμα σάρκα του τα καθαρά και αμόλυντα αίματα της Αγίας Αειπαρθένου, πώς θα του είναι αδύνατο να μεταβάλει τον άρτο σε σώμα του και το κρασί και το νερό σε αίμα του;

Είπε στην αρχή (της δημιουργίας): «Η γη να βγάλει χορτάρι»· και μέχρι τώρα με τη βροχή που πέφτει η γη βγάζει τα ίδια χόρτα, διότι η θεία εντολή την παρακινεί και της δίνει δύναμη. Είπε ο Θεός: «Αυτό είναι το σώμα μου», και «αυτό είναι το αίμα μου»,
και «αυτό να το κάνετε για να με θυμάσθε»· και πράγματι, με το παντοδύναμο πρόσταγμά του, αυτό γίνεται έως να έλθει πάλι. Διότι έτσι είπε: «έως ότου έλθει». Και πέφτει βροχή για τη νέα καλλιέργεια με την επίκληση της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος που όλα τα σκεπάζει. Όπως δηλαδή όλα, όσα ο Θεός έφτιαξε, τα έφτιαξε με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, έτσι και τώρα η ενέργεια του Πνεύματος πραγματοποιεί τα υπερφυσικά, τα οποία δεν μπορεί να τα χωρέσει ο νους, παρά μόνον η πίστη. «Πώς θα μου συμβεί αυτό, αφού δεν έχω σχέση με άνδρα;», αναρωτιέται η αγία Παρθένος. «Της απαντά ο αρχάγγελος Γαβριήλ: «Το Άγιο Πνεύμα θα σε επισκεφτεί και η δύναμη του ύψιστου Θεού θα σε σκεπάσει». Και συ τώρα ρωτάς: πώς ο άρτος γίνεται σώμα Χριστού και το κρασί και το νερό αίμα Χριστού; Σου απαντώ εγώ: το Άγιο Πνεύμα τα επιφοιτά και τα μεταβάλλει υπερβαίνοντας τη λογική και τη σκέψη.

Παίρνουμε (στη μετάληψη) άρτο και οίνο· διότι ο Θεός γνωρίζει την ανθρώπινη αδυναμία, η οποία αποφεύγει συνήθως αυτά τα οποία δεν τα γνώρισε με τη χρήση, αφού τη στενοχωρούν. Δείχνοντας, λοιπόν, τη γνωστή του συγκατάβαση πραγματοποιεί
τα υπερφυσικά με μέσα γνωστά στη φύση μας. Και όπως στο βάπτισμα, επειδή οι άνθρωποι συνηθίζουν να λούζονται με νερό και να χρίονται με λάδι, σύνδεσε με το λάδι και το νερό τη χάρη του Αγίου Πνεύματος
και το έκανε λουτρό αναγεννήσεως, έτσι κι εδώ, επειδή οι άνθρωποι συνήθως τρώνε ψωμί και πίνουν νερό, σύνδεσε μ’ αυτά τα δύο τη θεότητά του και τα μετέβαλε σε σώμα και αίμα δικό του, ώστε με τα συνηθισμένα και φυσικά να οδηγούμαστε στα υπερφυσικά.

Το σώμα που (κοινωνάμε) και προήλθε από την αγία Παρθένο είναι αληθινά σώμα ενωμένο με τη θεία φύση· δεν κατεβαίνει από τον ουρανό το σώμα που
αναλήφθηκε, αλλά ο ίδιος ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα Θεού. Και εάν θέλεις να μάθεις τον τρόπο –πώς γίνεται–, σου αρκεί ν’ ακούσεις ότι γίνεται από το Άγιο Πνεύμα· όπως ακριβώς ο Κύριος πήρε για τον εαυτό του σάρκα από την αγία Θεοτόκο μέσω του Αγίου Πνεύματος. Και δεν γνωρίζουμε τίποτε περισσότερο, αλλά μόνον ότι ο Λόγος του Θεού είναι αληθινός, δραστήριος και παντοδύναμος,
ενώ ο τρόπος (της σαρκώσεως) ανεξερεύνητος. Καλό είναι να πούμε και το εξής, ότι, όπως είναι φυσιολογικό στο φαγητό το ψωμί, το κρασί και το νερό με την πρόσληψή τους να μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα αυτού που τα τρώει και τα πίνει, και δεν σχηματίζεται διαφορετικό σώμα από το προηγούμενο, έτσι και ο άρτος της προθέσεως, το κρασί και το νερό με την επίκληση και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος μεταποιούνται με υπερφυσικό τρόπο στο σώμα και το αίμα του Χριστού· και δεν είναι δύο σώματα, αλλά ένα και το ίδιο.

Και γίνεται σ’ αυτούς που με πίστη μεταλαμβάνουν επάξια άφεση των αμαρτιών, αιώνια ζωή και φυλακτήριο της ψυχής και του σώματός τους, ενώ, σε όσους με απιστία κοινωνούν ανάξια, γίνεται κολαστήριο και τιμωρία· όπως και ο θάνατος του Κυρίου έγινε στους πιστούς ζωή και αφθαρσία για ν’ απολαύσουν την αιώνια μακαριότητα, ενώ στους ανυπάκουους και φονιάδες του Κυρίου έγινε τιμωρία και αιώνια κόλαση.
Ο άρτος και ο οίνος δεν είναι πρότυπο του σώματος και αίματος του Χριστού –αλίμονο–, αλλά είναι το ίδιο το θεωμένο σώμα του Κυρίου, όπως το είπε ο ίδιος ο Κύριος: «Αυτό είναι το σώμα μου», όχι πρότυπο
του σώματος, και όχι πρότυπο του αίματος αλλά «το αίμα μου»· και πριν πει αυτό, είχε πει στους Ιουδαίους, ότι, «εάν δεν φάτε τη σάρκα του Υιού του ανθρώπου, δεν θα έχετε αιώνια ζωή. Διότι η σάρκα μου είναι αληθινό φαγητό και το αίμα μου αληθινό πιοτό»· και αλλού είπε: «Αυτός που με τρώει θα ζει».
Γι’ αυτό με κάθε φόβο, με καθαρή συνείδηση και αμετεώριστη πίστη ας πλησιάσουμε· και οπωσδήποτε, εάν δεν αμφιβάλλουμε, θα συμβεί σε μας ανάλογα με την πίστη μας. Και ας τιμήσουμε αυτό με κάθε καθαρότητα,
ψυχική και σωματική· διότι είναι διπλό. Ας το πλησιάσουμε με θερμό πόθο, και σταυρώνοντας τις παλάμες των χεριών μας να δεχθούμε το σώμα του σταυρωμένου (Κυρίου)· να προσηλώσουμε τα μάτια, τα χείλη
και τα μέτωπα και να μεταλάβουμε το θείο άνθρακα, ώστε η φωτιά του πόθου μας να ενωθεί με τη φωτιά του άνθρακα, να κατακάψει τις αμαρτίες μας και να φωτίσει τις καρδιές μας· έτσι, με τη μετοχή μας στη θεία φωτιά να πυρποληθούμε και να θεωθούμε. Ο Ησαΐας είδε άνθρακα· και ο άνθρακας δεν είναι απλό ξύλο, αλλά ενωμένο με φωτιά· έτσι και ο άρτος της θείας κοινωνίας δεν είναι απλός άρτος, αλλά ενωμένος με τη θεότητα. Και το σώμα που έχει ενωθεί με τη θεότητα, δεν είναι μία φύση, αλλά άλλη είναι η φύση του σώματος και άλλη η φύση της θεότητος που είναι ενωμένη μ’ αυτό· επομένως, είναι και τα δύο μαζί, όχι μία αλλά δύο φύσεις.

Ο Μελχισεδέκ, ο ιερέας του ύψιστου Θεού, φιλοξένησε τον Αβραάμ με άρτο και οίνο, όταν εκείνος επέστρεφε από τη σφαγή των αλλοεθνών. Η τράπεζα εκείνη προεικόνιζε αυτή τη μυστική τράπεζα, όπως ακριβώς εκείνος ο ιερέας ήταν τύπος και εικόνα του αληθινού αρχιερέα Χριστού. Διότι είπε (για το Χριστό): «Σύ είσαι αιώνιος ιερέας σύμφωνα με τον τύπο του Μελχισεδέκ». Και οι άρτοι της προθέσεως απεικόνιζαν αυτό τον άρτο. Διότι αυτή είναι η καθαρή θυσία, η αναίμακτη δηλαδή, την οποία μέσω του προφήτη όρισε ο Κύριος να του την προσφέρουμε από την ανατολή έως τη δύση του ήλιου.
Είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού που συνιστά την ψυχή και το σώμα μας, χωρίς να δαπανάται και να φθείρεται ή ν’ αποβάλλεται στον αφεδρώνα –ποτέ να μην γίνει κάτι τέτοιο– αλλά συνιστά την ουσία μας και τη συντηρεί· αποτελεί οχύρωμα για κάθε είδους βλάβη και καθαρτήριο κάθε ακαθαρσίας. Αν βέβαια δεχθεί νοθευμένο χρυσάφι, το καθαρίζει με την φωτιά της κρίσεως, για να μην καταδικασθούμε
στη μέλλουσα κρίση μαζί με τον κόσμο. Καθαρίζει δηλαδή με αρρώστιες και κάθε λογής επιθέσεις, όπως λέει ο θείος απόστολος: «Εάν κρίναμε τον εαυτό μας, δεν θα κρινόμασταν. Κι όταν κρινόμαστε, ο Κύριος μας τιμωρεί, για να μην κατακριθούμε μαζί με τον κόσμο». Και αυτό είναι εκείνο που λέει: «Επομένως, αυτός που κοινωνεί ανάξια το σώμα και το αίμα του Κυρίου, τρώει και πίνει καταδίκη για τον εαυτό του». Καθαριζόμαστε μ’ αυτό και ενωνόμαστε με το σώμα του Κυρίου και με το Πνεύμα του
και γινόμαστε σώμα Χριστού.

Αυτός ο άρτος είναι η πρώτη αρχή του μελλοντικού άρτου μας, ο οποίος είναι ο επιούσιος· η λέξη «επιούσιος» σημαίνει ή τον μελλοντικό άρτο, της μέλλουσας δηλαδή ζωής, ή αυτόν που τρώμε για τη συντήρηση της υπάρξεώς μας. Είτε έτσι, λοιπόν, είτε αλλιώς, το σώμα του Κυρίου θα εννοηθεί κατάλληλα· διότι η σάρκα του Κυρίου είναι πνεύμα που ζωοποιεί, επειδή συνελήφθη από το ζωοποιό Πνεύμα. «Διότι αυτό που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα είναι πνεύμα». Αυτό όμως το λέω χωρίς να καταργώ τη φύση του σώματος, αλλά θέλω να φανερώσω το ζωοποιό και θείο του γνώρισμα.
Αν και ορισμένοι ονόμασαν τον άρτο και τον οίνο αντίτυπα του σώματος και του αίματος του Κυρίου, όπως είπε ο θεοφόρος Βασίλειος, δεν τα ονόμασαν μετά τον αγιασμό, αλλά προτού ν’ αγιασθούν,
επειδή έτσι ονόμασαν την προσφορά. Λέγεται μετάληψη· διότι μ’ αυτήν μεταλαμβάνουμε τη θεότητα του Ιησού.

Λέγεται και είναι αληθινή κοινωνία, επειδή μέσω αυτής βρισκόμαστε εμείς σε κοινωνία με το Χριστό και μετέχουμε στη σάρκα και τη θεότητά του. Ακόμη μέσω αυτής είμαστε σε κοινωνία και ενότητα μεταξύ μας. Επειδή δηλαδή μεταλαμβάνουμε από τον ένα άρτο, όλοι γινόμαστε ένα σώμα και ένα αίμα Χριστού και μεταξύ μας μέλη, με το να γινόμαστε σύσσωμοι του Χριστού.

Γι’ αυτό, με όλη μας τη δύναμη ας προσέξουμε να μην παίρνουμε μετάληψη αιρετικών, ούτε να δίνουμε. Διότι ο Κύριος λέει, «μη δώστε τα άγια στους σκύλους μήτε τους μαργαρίτες σας να τους ρίψετε στα γουρούνια», για να μη γίνουμε συνένοχοι στην κακοδοξία τους και δεχθούμε τη δική τους τιμωρία. Διότι, αν (η μετάληψη) είναι βέβαιη ένωση με το Χριστό και μεταξύ μας, τότε οπωσδήποτε ενωνόμαστε με την προαίρεση με όλους όσοι μεταλαμβάνουν μαζί με μας·  αφού αυτή η ένωση δεν γίνεται χωρίς τη συγκατάθεσή μας, αλλά με τη θέλησή μας. «Όλοι, δηλαδή, είμαστε ένα σώμα, διότι κοινωνάμε από το ένα άρτο», όπως λέει ο θείος απόστολος.

Και λέγονται αντίτυπα των μελλοντικών, όχι διότι δεν είναι πραγματικά σώμα και αίμα Χριστού, αλλά διότι τώρα μόνο μ’ αυτά μετέχουμε στη θεία φύση του Χριστού, ενώ τότε νοητά με τη θέα του μόνον.

http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/paterikon/iwannhs_damaskhnos_ekdosis_akribhs.htm

Το έτος 1925 ήλθεν εις την ιεράν Μονήν Διονυσίου ένας δαιμονισμένος. Μετά το απόδειπνον ευρισκόμενος εις το δωμάτιόν του ήρχιζε να τραγουδά μεγαλοφώνως και να χορεύη μανιωδώς, κτυπών με θόρυβον τα πόδια του εις το πάτωμα, μέχρις εξαντλήσεως. Οι πατέρες και οι αδελφοί ηναγκάζοντο να του δένουν χέρια και πόδια, προς αναγκαστικήν, ούτως ειπείν, ανάπαυσιν. Αλλά ελύνετο, ωσάν να τον είχαν δέσει με μίαν κλωστήν. Μιαν ημέραν ένας έμπειρος αδελφός τον έδεσε με καινούριο σχοινί. Κατά την ώραν εκείνην το δαιμόνιον, που κατοικούσε μέσα του, εφώναζε: «Δέσε με, καλόγερε, και θα δης που θα πάνε τα σχοινιά». Όντως, μετά από δύο ώρας ευρέθη λυμένος και το σχοινί ήτο πεταγμένον εις τον κήπον. Μιαν ημέραν, μετά τον εξαντλητικόν χορόν, έτρεξεν ο γέρων Βησσαρίων να του δώση ένα κανάτι μερό να πιή, εις το οποίον έρριψαν αγιασμόν.

- Έλα Γιαννάκη, παιδί μου, να πιής κρύο νερό, του είπε.

Αυτός λαχανιασμένος καθώς ήτο, με λαχτάραν ήρχισε να πίνη. Με τας πρώτας σταγόνας, όμως, ησθάνθη, όπως έλεγεν, κάψιμον εις τον λαιμόν.

- Φτου, φτου, μ’ έκαψες καλόγερε, μ’ έκαψες, είπε και το έφτυσεν.

Ω του παραδόξου θαύματος! Όλοι εθαύμασαν την ενέργειαν της Χάριτος, που έχει ο αγιασμός.

Μετά εδοκίμασαν να του δώσουν άλλο νερόν, απλόν, χωρίς αγιασμόν. Το ήπιε με βουλιμίαν… Επί ένα μήνα του εδιάβαζαν τους εξορκισμούς και βελτιωθείς ανεχώρησεν.

Μιαν φορά τον ηρώτησαν:

- Τι φοβάσαι περισσότερον; Τον αγιασμόν, το αντίδωρον ή την Θείαν Κοινωνίαν; Το δαιμόνιον απεκρίθη:

- Εάν εφυλάγετε αυτό που μεταλαμβάνετε εις την Εκκλησίαν, κανένας από εμάς δεν θα μπορούσε να σας βλάψη.

- Γιατί, Γιάννη, την φοβάσαι την Θείαν Μετάληψιν;

- Άφησε τον Γιάννη, μην τον ερωτάς. Μόνο άκουσε εμένα τι σου ομιλώ, είπε. Δεν σου ομιλεί ο Γιάννης. Λύσε με να δώσω μια βουτιά στην θάλασσα και να βρεθώ αμέσως στην Αθήνα!

(Αθωνικό Γεροντικό, αρχ. Ιωαννικίου Κοτσώνη, σελ.208-209)

“O Θεός δεν πρόκειται να αφήσει τέτοια ελεημοσύνη δίχως μετάνοια…”
«Θέλω να σας μιλήσω πάτερ για κάτι σοβαρό».
Η κοπέλα στεκόταν στην είσοδο του ιερατικού γραφείου, περιμένοντας την άδεια για να προχωρήσει. Δεν είχε παρουσιαστικό «θρησκευόμενου» ανθρώπου. Φορούσε κολλητό παντελόνι και ήταν βαμμένη έντονα.
Ο ηλικιωμένος ιερέας την κοίταξε με καλοσύνη. «Παρακαλώ. Ό,τι θέλετε!».

Η κοπέλα προχώρησε και κάθισε μπροστά στο γραφείο του ιερέα.

«Θέλω τη συμβουλή σας», είπε κοφτά και με αποφασιστικότητα. «Η μητέρα μου είναι στα τελευταία της. Έζησε μεγάλο μέρος της ζωή της δουλεύοντας τη νύχτα σε άσχημα μέρη… Ξέρω… Ίσως να σας σκανδαλίζω λίγο…». Δίστασε κοιτάζοντας τον ιερέα εξεταστικά αλλά με ειλικρίνεια στα μάτια της.

«Παρακαλώ, συνεχίστε».

«Η μητέρα μου με τα χρήματα που κέρδιζε κατάφερε να μεγαλώσει εμένα και τον αδερφό μου χωρίς να χρειαστεί να μας δώσει σε ξένα χέρια. Πατέρα δε γνωρίσαμε…

Αλλά δε μεγάλωσε μονάχα εμάς. Τα μισά της χρήματα και παραπάνω τα έδινε πάντα σε ελεημοσύνες. Πολλά παιδιά μεγάλωσαν χάρη σ’ αυτή. Κάποια μάλιστα σπούδασαν κιόλας χάρη στη μητέρα μου. Σε όλη της τη ζωή, η ελεημοσύνη ήταν πρώτιστο καθήκον… Τώρα πεθαίνει. Με δυσκολία επικοινωνεί. Θα ήθελα να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει αλλά δεν ξέρω πώς να της το πω… Καταλαβαίνετε… δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία… Δεν ήταν τελείως αδιάφορη αλλά… καταλαβαίνετε…».

Ο ιερέας είχε το βλέμμα χαμηλωμένο και άκουγε με κατανόηση.

«Μη στενοχωριέστε», της είπε. «Κάνατε αυτό που έπρεπε. Τώρα θα κάνουμε και οι δυο προσευχή για τη μητέρα σας. Κι ο Θεός θα δείξει τον τρόπο. Πάντως όπως και να ’χει, να θυμάστε ότι ο Θεός δεν πρόκειται να αφήσει τέτοια ελεημοσύνη δίχως μετάνοια…».

Πέρασαν μέρες. Ο Ιερέας δεν είχε κανένα νέο από εκείνη την κοπέλα. Κι έξαφνα ένα πρωί είδε την αναγγελία θανάτου της μητέρας κολλημένη σε μια κολώνα. Πήρε απόφαση και πήγε στην κηδεία.

Στο τέλος της ακολουθίας τον πλησίασε η κοπέλα. Τον χαιρέτησε ευγενικά και τον ευχαρίστησε που ήρθε να τους συλλυπηθεί. Ήταν πολύ καταβεβλημένη.

«Στενοχωριέμαι πολύ για την ψυχή της μητέρας μου, πάτερ», του είπε.

«Να μη στενοχωριέστε. Σας είπα: αφού η μητέρα σας έδειξε στη ζωή της τέτοια ελεημοσύνη, ο Θεός αποκλείεται να την άφησε χωρίς μετάνοια και συγχώρηση. Αυτό μονάχα μπορώ να σας πω εγώ. Τα υπόλοιπα τα ξέρει μονάχα Εκείνος…».

Τους πλησίασε ένας νεαρός.

«Πάτερ, να σας γνωρίσω τον αδερφό μου». Ακολούθησαν συστάσεις. «Ο πάτερ από δω είναι στην αγία Φωτεινή… ξέρεις… λίγο πιο πάνω από το σπίτι της μαμάς…», είπε στον αδερφό. «Πάντως, πάτερ, δε σας το κρύβω πως λυπάμαι που έφυγε έτσι», ξαναστράφηκε στον ιερέα. «Ίσως έπρεπε να ήμαστε πιο επίμονοι. Δεν ξέρω… καταλαβαίνω τι μου λέτε αλλά δεν έχω τόση πίστη για να παρηγορηθώ από αυτό…».

«Τι συνέβη;», παρενέβη ο αδερφός.

«Να, είχα πάει πριν αρκετές μέρες στον πάτερ να του ζητήσω να έρθει να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τη μαμά αλλά διστάσαμε κάπως… δεν ξέραμε πώς θα το πάρει εκείνη… και να που τώρα δεν προλάβαμε…».

Ο αδερφός έδειξε να ξαφνιάζεται. Χαμογέλασε και είπε:
«Μη στενοχωριέσαι, προλάβαμε… Προχθές τo βράδυ που έλειπες, η μαμά σαν να ξύπνησε αίφνης από το λήθαργό της, γύρισε προς το μέρος μου και -λες και δεν ήταν άρρωστη- μου είπε: «Πήγαινε γρήγορα στον άγιο Δημήτριο και φέρε εδώ τον παπά»… Αρχικώς απόρησα. Δεν ήθελα να της χαλάσω το χατήρι αλλά δεν περίμενα και να βρω κανέναν εκείνη την ώρα στην Εκκλησία… Εντούτοις ο παπάς ήταν εκεί. Του εξήγησα και ήρθε χωρίς καθυστέρηση… Πού να φανταστώ ότι εσύ είχες έρθει σε επικοινωνία με τον ιερέα της αγίας Φωτεινής… Συγγνώμη που δε σου είπα τίποτα αλλά με την κηδεία και τις μέριμνες το παρέλειψα… ή μάλλον για να είμαι ειλικρινής, δεν ήξερα πώς θα το πάρεις κιόλας… Δε μου είχες πει ότι θα πας σε παπά… Πάντως κοινώνησε…».

Ο ιερέας χαμογέλασε. Τους χαιρέτησε ευγενικά και αποχώρησε. «Δεν αφήνει ο Θεός την ελεημοσύνη ασυνόδευτη από μετάνοια», έλεγε και ξανάλεγε μέσα του με συγκίνηση…

Απόσπασμα από το Μικρό Γεροντικό Πόλεων «Όσο μπορείς», του Βασίλη Αργυριάδη

πηγή: www.orthmad.gr

Μια Κυριακή ο Άγιος Σπυρίδων λειτουργούσε μόνος του. Όλο το εκκλησίασμα έψαλλε. Μετά το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα αμέτρητες αγγελικές φωνές άρχισαν να ψάλλουν. Οι πάντες βουβάθηκαν. Και από την έκπληξη, και από το θαυμασμό, και από το δέος, και από τον φόβο. Και όταν ο Άγιος Σπυρίδων είπε προς τον λαόν «Ειρήνη πάσι», άγγελοι και αρχάγγελοι, Σεραφείμ και Χερουβείμ, Θρόνοι, Κυριότητες, Εξουσίες, Δυνάμεις, όλες οι ουράνιες δυνάμεις, με μια φωνή απάντησαν: «Και τω Πνεύματί Σου». Έτσι οι πιστοί εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί, εκείνη την αξέχαστη Κυριακή, έζησαν την ουράνια λατρεία της θριαμβεύουσας Εκκλησίας να ενώνεται με την επί γης Στρατευομένη Εκκλησία. Τη μια Εκκλησία, με τον Έναν ποιμένα, τον Χριστόν.

Είναι αυτό που ζούσε ο παπα-Τύχων ο Αγιορείτης ασκητής, στο Χερουβικό ύμνο. Άγγελοι τον άρπαζαν στον ουρανό, για μισή ώρα περίπου. Και κει πάνω ζούσε, βίωνε, την ουράνια Λατρεία της Βασιλείας του Θεού. Όταν συνήρχετο μονολογούσε θαμπωμένος, από τα Μεγαλεία του Θεού, Πω πώωω, παράδεισος. Πωπώωω, Χερουβείμ, Σεραφείμ, Χαρά Θεού. Δόξα Θεού, πλούτος Θεού, άγγελος με ανεβάζει, άγγελος με κατεβάζει. Τι πλούτος, τι μεγαλείον Θεού. Ο παπα-Τύχονας είναι ένας από τους νεοτέρους οσίους λειτουργούς, και ασκητάς Αγιορείτας των ημερών μας, και εκοιμήθη οσιακώς μόλις το 1968.

Αλλά μήπως το ίδιο δε συνέβαινε και με τον Άγιο Νεκτάριο, όταν ελούζετο στον Χερουβικό ύμνο και στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων από ανέσπερο, ολόλαμπρο, ολόλευκο, άκτιστο φως, μέσα σε αγγελικές ψαλμωδίες;

Και ο Άγιος Γεώργιος Καρσλίδης ζούσε, όταν ζούσε στο μοναστηράκι έξω από τη Δράμα, ζούσε λειτουργικά με αγγέλους και αρχαγγέλους. Τα Λειτουργικά Πνεύματα πολλές φορές εθεάθησαν να θυμιάζουν την Μεγάλη Είσοδο ευλαβών ιερέων. Και άλλα πάλι να συνωστίζονται στο Άγιον Βήμα δια τα τελούμενα. Πολλές οι παρόμοιες αγγελικές και Χερουβικές συλλειτουργίες από ιερείς ασκητάς του Αγίου Όρους.

Ο ΦΩΣΤΗΡΑΣ της οικουμένης, ο ιερός Χρυσόστομος (40ς αί.), με το διορατικό του χάρισμα είδε πολλές φορές τούς άγίους αγγέλους νά επιτηρούν και νά φυλάνε ακατάπαυστα την εκκλησία, και μάλιστα την ώρα της αναίμακτης θυσίας.
Όταν αρχίζει ο ιερέας νά προσκομίζει", διηγήθηκε ο άγιος στους πνευματικούς του φίλους, "κατεβαίνουν αμέσως Αγγελικές δυνάμεις από τον ουρανό με λαμπρές και θαυμαστές ενδυμασίες. με πόδια γυμνά και σκυμμένο πρόσωπο περιτριγυρίζουν το άγιο θυσιαστήριο, και στέκονται έκει ήσυχοι και σιωπηλοί μέχρι το τέλος της θείας λειτουργίας.
Ύστερα σκορπίζονται σ' όλο το ναό, β0ηθουν τούς κληρικούς πού μεταδίδουν ατό λαό τ' άχραντα Μυστήρια, και τούς δυναμώνουν στην πίστη".

ΣΤΟ βίο τού άγίου Ευθυμίου τού μεγάλου (4ος αι) αναφέρεται μία εντυπωσιακή εμφάνιση θεϊκής φωτιάς σε ώρα θείας λειτουργίας.
Μια Κυριακή λειτουργούσε ο όσιος με το μαθητή του Δομετιανό. Κάποια στιγμή ο Τερέβωνας, πού ήταν πριν Σαρακηνός και στεκόταν εκεί κοντά, βλέπει νά κατεβαίνει φωτιά από τον ουρανό, ν' απλώνεται πάνω στο θυσιαστήριο σαν ένα μεγάλο λευκόϋφασμα και νά σκεπάζει τον μεγάλο Ευθύμιο και το Δομετιανό. Βλέποντας το εξαίσιο θαύμα ο Τερέβωνας φοβήθηκε κι έκανε πίσω. Η θεϊκή φωτιά διατηρήθηκε από την αρχή μέχρι το τέλος τού τρισάγιου ύμνου.
Έκτός από τον μεγάλο Ευθύμιο και το Δομετιανό, πού βρέθηκαν μέσα ατή φωτιά, το θαύμα το είδε και ο μοναχός Γαρβιήλιος, πού είχε τότε είκοσι πέντε χρόνια στο μοναστήρι και διακρινόταν για την ψυχική του καθαρότητα.
Πολλές φορές, όταν λειτουργούσε ο όσιος Ευθύμιος, έβλεπε άγίους αγγέλους νά συλλειτουργούν μαζί του.
Συχνά επίσης, όταν μετέδιδε στους μοναχούς τη θεία Κοινωνία, έβλεπε άλλους νά φωτίζονται και άλλους νά κατακρίνονται απ' αυτήν σαν ανάξιοι τού θείου φωτισμού.

Ο ΟΣΙΟΣ Σέργιος του Ραντονέζ (1392) είναι ο ιδρυτής της περίφημης Λαύρας της Αγίας Τριάδος, ατό Ζαγκόρσκ της Μόσχας, κι ένας από τούς πιο αγαπημένους άγίους του ρωσικού λαού.
Κάθε φορά πού λειτουργούσε, τον αξίωνε ο Θεός νά έχει συλλειτουργό έναν άγγελο.
Κάποτε ο π. Συμεών, πού υπηρετούσε σαν εκκλησιαστικός_ είδε μια φλόγα νά βγαίνει από την άγία τράπεζα και νά περιβάλλει τον όσιο τον είδε ολόκληρο λουσμένο σ' αυτό το υπερκόσμιο Φως.
Όταν ο όσιος ετοιμάστηκε νά μεταλάβει, ή φλόγα υψώθηκε, μαζεύτηκε σαν ένα πέπλο και βυθίστηκε ατό άγιο ποτήριο. Αφού κοινώνησε, απομακρύνθηκε από την άγία τράπεζα και ρώτησε τον κατάπληκτο μοναχό:
Γιατί, παιδί μου, φαίνεσαι τόσο ταραγμένος;
- Αξιώθηκα, γέροντα, νά δω τη χάρη του Αγίου Πνεύματος νά σε περιβάλλει!...
Τότε ο όσιος του είπε επιτακτικά:. Όσο ζώ, νά μη φανερώσεις σε κανέναν αυτό πού είδες!

Ο ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ άγιος Ιάκωβος ο αγιορείτης (lη Νοεμ6ρίου) διηγήθηκε κάποτε στο μαθητή του Μαρκιανό όσα θαυμαστά είδε στη διάρκεια μιας θείας λειτουργίας:
Καθώς φορούσε ο ιερέας την ιερατική του στολή, έφεξε μπροστά του το φως των αγγέλων, ‘όπως φέγγει ο ήλιος την αυγή, πριν ανατείλει. όταν άρχισε νά προσκομίζει, τέσσερα αγγελικά τάγματα πήγαν και στάθηκαν στα τέσσερα σημεία του ναού.
Τελειώνοντας την προσκομιδή, σκέπασε με τα ιερά καλύμματα τα τίμια Δώρα, πού συνάμα καλύφθηκαν από μια λάμψη.
Την ώρα της μεγάλης εισόδου, όταν βγήκαν τα Αγια, προπορευόταν ένα φως, πού σκέπαζε το λαό. το ίδιο φως περικύκλωσε αργότερα την άγία τράπεζα, όταν τοποθετήθηκε το δισκοπότηρο πάνω σ' αυτήν. 'Έξω από τον φωτεινό αυτό κύκλο στέκονταν οι άγγελοι ευλαβικά, χωρίς να τολμούν νά πλησιάσουν. το φως δεν έφυγε από τον ιερέα σ` όλη τη διάρκεια της λειτουργίας. .
Από το στόμα του έβγαινε αόρατη φλόγα, όταν εκφωνούσε τις ευχές και διάβαζε το Ευαγγέλιο.
Επίσης, όταν ύψωνε τα χέρια του, από τα δάχτυλά του ξεχυνόταν φως.
Μετά τον καθαγιασμό, είδα τον Κύριο, ως βρέφος καθισμένο ατό δισκάριο μέσα σε φωτεινή δόξα. 'Ο ιερέας τον μέλισε σε τέσσερα μέρη, και το τίμιο Αίμα Του χύθηκε στο άγιο ποτήριο, από το όποίο μετάλαβε ο λειτουργός.
Όταν τελείωσε ή μυσταγωγία, είδα πάλι το θείο Βρέφος ακέραιο ν' ανεβαίνει με δόξα και τιμή στον ουρανό, συνοδευόμενο από τούς άγίους αγγέλους".

Ο ΟΣΙΟΣ Σεραφείμ του Σάρωφ (1759-1833), ο τόσο προσφιλής αυτός άγιος των 'Ορθοδόξων, ενισχυόταν στους αγώνεςτου από τη θεία πρόνοια με πνευματικά οράματα, πού παρηγορούσαν την ψυχή του.
Σαν διάκονος έβλεπε κατά καιρούς στις ακολουθίες τούς άγίους αγγέλους νά ψάλλουν και να διακονούν μαζί με τούς μοναχούς.
Κάποτε, διηγείται ο ίδιος, λειτουργούσα τη Μεγάλη Πέμπτη.
Μετά τη μικρή είσοδο και τα αναγνώσματα, είπα, ο ταπεινός, πλάι ατό άγιο θυσιαστήριο την εκφώνηση: «Κύριε, σώσον τούς ευσεβείς και επάκουσον ημών».
Ύστερα βγήκα στην ωραία πύλη και, υψώνοντας το οράριο προς το εκκλησίασμα, συμπλήρωσα την ευχή του Τρισάγιου ύμνου: «και εις τους αιώνας των αιώνων».
Τη στιγμή εκείνη έλαμψε μπροστά μου ένα φως.
Κοιτάζω προς τα εκεί, και βλέπω τον Κύριό μας 'Ιησού Χριστό, με τη μορφή του γιου του ανθρώπου ν' αστράφτει πιο πολύ κι απ' τον ήλιο μέσα σε άπλετο φως.
Τον τριγύριζαν σαν σμήνος από μέλισσες οι ουράνιες δυνάμεις των αγγέλων, αρχαγγέλων, χερουβείμ και σεραφείμ.
Είχε μπει από τη δυτική πύλη, και βαδίζοντας ανάερα στάθηκε απέναντι από τον άμβωνα.
Υψώνοντας μάλιστα το χέρι Του Ευλόγησε τούς λειτουργούς και τούς προσευχομένους.
Τέλος, μπήκε στη θέση πού βρίσκεται ή εικόνα Του, πλάι στην ωραία πύλη.
Η καρδιά μου σκίρτησε από αγαλλίαση, από γλυκύτατη αγάπη για τον Κύριο".
Αξιοσημείωτο εΙναι ότι το όραμα σύνεση την ώρα της εισόδου των ιερέων στο άγιο βήμα, πού συμβολίζει την είσοδό τους στον ίδιο τον ουρανό.
«Ποίησον, Κύριε», δέεται χαμηλόφωνα τη στιγμή εκείνη ο ιερέας, «συν τη είσόδω ημών είσοδον άγίων αγγέλων γενέσθαι, συλλειτουργούντων ημίν και συνδοξολογούντων την σήν αγαθότητα». Έξάλλου, μετά την είσοδο ψάλετε και ο αγγελικός ύμνος: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος ελέησαν ημάς».
Το όραμα αυτό φανερώνει πώς οι ουράνιες δυνάμεις συλλειτουργούν αόρατα μαζί μας.
Γι' αυτό κάθε πιστός ας γνωρίζει ότι προσεύχεται ανάμεσα στους αγγέλους, σαν νά βρίσκεται στον ουρανό.

Ο Άγιος Θεόφιλος (1788-1853), ένας δια Χριστόν σαλός ιερομόναχος του ρωσικού βορρά, πού ασκήθηκε σε διάφορα μοναστήρια και ερημητήρια του Κιέβου, δεν έπαυε, ακόμα και όταν λειτουργούσε, νά σκανδαλίζει τούς άλλους αδελφούς με την παράξενη συμπεριφορά του.
Ό τότε μητροπολίτης Κιέβου Φιλάρετος, ενοχλημένος απ' όλ' αυτά, κάλεσε τούς συμβούλους του, για νά εξετάσει μαζί τους την περίπτωση του ιερομόναχου. Σύντομα όμως έριξε φως στην υπόθεση ένας αδελφός, στον όποίο ο στάρετς είχε δώσει εξηγήσεις για την «ανάρμοστη» συμπεριφορά του στη διάρκεια των ιερών ακολουθιών:
Ο Θεός, του είχε πει εμπιστευτικά, βλέπει την απλότητά μου.
Λειτουργώ σύμφωνα με τη σωστή τάξη, διαβάζω όλες τις απαιτούμενες ευχές και τιμώ τον προεξάρχοντα ως ανώτερό μου.
Όσο όμως βυθίζομαι στη θεωρία της τελέσεως του μυστηρίου, ξεχνώ τον εαυτό μου και ότι ειναι γύρω μου.στη διάρκεια της θείας λειτουργίας βλέπω μια σταυρόσχημη ακτίνα νά κατεβαίνει από ψηλά και νά αιωρείται πάνω από τούς λειτουργούς.
Βλέπω επίσης κάποια δροσιά νά κατεβαίνει στα τίμια Δώρα, και λαμπρούς αγγέλους νά πετάνε πάνω από την άγία τράπεζα ψάλλοντας: « άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ' πλήρης ο ουρανός και ή γη της δόξης σου». Τότε όλη μου ή ύπαρξη αρπάζεται ανέκφραστα, και μου είναι αδύνατον νά τραβήξω την προσοχή μου από το πάντερπνο όραμα.
Αδελφέ, δεν σου λέω δικαιολογίες, άλλά την καθαρή αλήθεια. σε παρακαλώ όμως νά μη φανερώσεις όσα σου είπα, για νά μη σκανδαλιστούν οι άλλοι από μένα, τον βρωμερό αμαρτωλό".

Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ μας Άγιος Σάββας (1862-1948), προστάτης και πολιούχος της Καλύμνου, τελούσε τη θεία λειτουργία με τέλεια προσήλωση στο μυστήριο.
Πολλές φορές συλλειτουργούσε και συνομιλούσε με άγίους, κάποτε μάλιστα με τούς τρεις Ιεράρχες, ενώ συγχρόνως τον περιέβαλλαν χοροί αγγέλων.
Την ώρα της θείας μεταλήψεως, όπως είχαν παρατηρήσει συλλειτουργοί του ή και άλλοι πιστοί, φούσκωνε και ξεχείλιζε το άγιο ποτήριο, χωρίς όμως νά χύνεται ή θεία Κοινωνία.
Η Νίκη Κουτελαίνα, αργότερα μοναχή Σαλώμη, είδε κάποτε τον όσιο στην προσκομιδή πολύ υψωμένο, ενώ τριγύρω παραστέκονταν αγγελικά τάγματα. Παρατήρησε μάλιστα κι αύτή ότι το άγιο ποτήριο φούσκωνε.
Φοβήθηκε ή γυναίκα, αλλά δεν μίλησε. 'Αργότερα φανέρωσε στον άγιο Σάββα αυτά πού είδε. 'Εκείνος όμως της είπε:
Ω, παιδί μου, μη προς Θεού! μην τα πεις πουθενά!

Ο ΠΑΤΗΡ Αθανάσιος Χαμακιώτης (1967), ο σεμνός λευίτης της «Νεραντζιώτισσας» Αμαρουσίου, λειτουργούσε κάποια μέρα στο παρεκκλήσι της Παναγίας μία γυναίκα από το εκκλησίασμα, ή Ε.Μ., πού στεκόταν μπροστά στο ιερό βλέπει έναν ξανθό διάκονο με λευκή στολή νά υπηρετεί τον π. 'Αθανάσιο μπροστά στην άγία τράπεζα.
Μάλιστα στεκόταν πάντα στα δεξιά του στη διάρκεια της θείας λειτουργίας δεν βγήκε καθόλου από το άγιο βήμα.
Σκέφτηκε ή γυναίκα πώς θα ήταν νεοχειροτονημένος, και του μάθαινε ο ιερέας τη λειτουργική τάξη.
Ή λειτουργία τελείωσε και ο κόσμος έφυγε. Εκείνη όμως παρέμεινε για νά ικανοποιήσει την περιέργειά της, νά δει
Ποίος ήταν ο διάκονος. ο π. ' Αθανάσιος κατέλυσε κι έφυγε, αλλά ο διάκονος δεν έβγαινε από το ιερό.
Τότε ή γυναίκα άνοιξε το παραπέτασμα. Μα δεν είδε κανέναν. Ο διάκονος είχε εξαφανιστεί. και άλλη έξοδος δεν υπήρχε!
Όταν αργότερα διηγήθηκε στον π. Αθανάσιο το περιστατικό, εκείνος με απλότητα της είπε:
Αυτά, παιδί μου, συμβαίνουν, αλλά μη λες πουθενά τίποτα".

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ηγούμενος του όσίου Δαβίδ, γέροντας 'Ιάκωβος Τσαλίκης (1991), ζούσε θαυμαστές εμπειρίες σ' όλες τις ιερές ακολουθίες,
Μα ιδιαίτερα την ώρα της θείας λειτουργίας.
'Όταν λειτουργούσε, έλαμπε από καθαρότητα και μεγαλοπρέπεια.
Συχνά, ατή μεγάλη είσοδω ή στην άγία πρόθεση, τον έβλεπαν νά μην πατάει στό έδαφος, άλλά νά στέκεται και νά βαδίζει στον αέρα.
Πολλές φορές αντίκριζε πάνω στην άγία τράπεζα αγγέλους και αρχαγγέλους νά κρατούν το Σώμα του Κυρίου.
Οι άνθρωποι", έλεγε, "ειναι τυφλοί και δεν βλέπουν
Τι γίνεται μέσα ατό ναό, ατή διάρκεια της θείας λειτουργίας.
Κάποτε λειτουργούσα, άλλά δυσκολευόμουν νά ξεκινήσω για τη μεγάλη είσοδω, από τα θαυμαστά πού έβλεπαν τα μάτια μου.
'Ο ψάλτης έλεγε και ξανάλεγε: «Ως τον Βασιλέα των όλων ύποδεξόμενοι».
Ξαφνικά, νιώθω νά με σπρώχνει κάποιος από τον ώμο και νά με οδηγεί στην άγία πρόθεση. Νόμισα πώς ήταν ο ψάλτης.
Απόρησα, πώς τόλμησε ο ευλογημένος νά κάνει τέτοιον ασέβεια - νά μπει από την ωραία πύλη και νά με σπρώξει.
Γυρίζω, και τι νά δω! μία τεράστια φτερούγα, πού είχε περάσει ο αρχάγγελος στον ώμο μου, με οδηγούσε νά προχωρήσω για τη μεγάλη είσοδω...
Τι γίνεται ατό ιερό την ώρα της λειτουργίας! στο χερουβικό άγγελοι ανεβοκατεβαίνουν, και συχνά αισθάνομαι τις φτερούγες τους να χτυπούν πάνω στους ώμους μου...
Μερικές φορές δεν μπορώ ν' αντέξω και κάθομαι στην καρέκλα. οι άλλοι ιερείς νομίζουν πώς κάτι έπαθα, δεν νιώθουν όμως αυτά πού βλέπω και ακούω.
Τι φτερούγισμα, παιδί μου, οι άγγελοι! και μόλις ο ιερέας πει το «Δι' ευχών», φεύγουν οι ουράνιες δυνάμεις.
Τότε μέσα ατό ναό απλώνεται απόλυτη ησυχία!".
Απόψε παιδί μου", αποκάλυψε κάποτε σ' ένα μοναχό, "συλλειτουργούσα με άγίους και αγγέλους σε θυσιαστήρια πού δεν περιγράφονται.
Σαν πεθάνω, νά πεις πώς κάποιος γέροντας συλλειτουργούσε κάθε νύχτα και συζούσε με την Άγία Τριάδα".

O άγιος Νήφων, επίσκοπος Κωνσταντιανής (4ος αι.) αξιώθηκε να δει πολλά θεϊκά οράματα με τα φωτισμένα από το Άγιο Πνεύμα μάτια της ψυχής του.
Κάποτε, σε μια θεία Λειτουργία, μόλις ο λειτουργός εκφώνησε: «Ευλογημένη η βασιλεία...», ο άγιος είδε φωτιά να κατεβαίνει από τον ουρανό και να καλύπτει το άγιο θυσιαστήριο και τον ιερέα, χωρίς εκείνος να το αντιληφθεί. Αργότερα, όταν άρχισε να ψάλλεται ο τρισάγιος ύμνος από τον λαό, τέσσερις άγγελοι κατέβηκαν κι έψαλλαν μαζί τους. Στον «Απόστολο», φανερώθηκε ο μακάριος Παύλος να καθοδηγεί τον αναγνώστη.
Στο «Αλληλούια», μετά τον «Απόστολο», οι φωνές του λαού ανέβηκαν ενωμένες στον ουρανό σαν πύρινο σφιχτοπλεγμένο σχοινί. Και στην ανάγνωση του Ευαγγελίου κάθε λέξη έβγαινε σαν φλόγα από το στόμα του ιερέα και υψωνόταν στα επουράνια.
Λίγο πριν από την είσοδο των τιμίων Δώρων, βλέπει ξαφνικά ο άγιος να ανοίγει ο ουρανός και να ξεχύνεται μια άρρητη και υπερκόσμια ευωδία. Άγγελοι κατέβαιναν από ψηλά, ψάλλοντας ύμνους και δοξολογίες στον Αμνό, τον Χριστό και Υιό του Θεού και νά! Παρουσιάζεται ένα πεντακάθαρο και τρισχαριτωμένο Βρέφος! Το κρατούσαν στα χέρια τους άγγελοι, οι οποίοι το εναπόθεσαν στο άγιο δισκάριο, όπου βρίσκονταν τα τίμια Δώρα. Γύρω Του μαζεύτηκαν πλήθος ολόλαμπροι και λευκοφόροι νέοι, οι οποίο ατένιζαν με θαυμασμό και δέος τη θεϊκή Του ομορφιά. Ήρθε η στιγμή της μεγάλης εισόδου!
Ο λειτουργός πλησίασε για να πάρει στα χέρια του το άγιο δισκάριο και το άγιο Ποτήριο. Τα ύψωσε και τα έβαλε πάνω στο κεφάλι του, σηκώνοντας μαζί τους και το Βρέφος. 'Όταν βγήκαν τα Άγια, κι ενώ ο λαός έψαλλε κατανυκτικά, είδε αγγέλους να φτερουγίζουν κυκλικά πάνω από τον λειτουργό. Δύο Χερουβείμ και δύο Σεραφείμ προχωρούσαν μπροστά του και πλήθος αγγέλων τον συνόδευαν, ψάλλοντας με αγαλλίαση άρρητους ύμνους. Όταν ο ιερέας έφτασε στην αγία Τράπεζα κι ακούμπησε τα τίμια Δώρα, οι άγγελοι τη σκέπασαν με τις φτερούγες τους. Τα δύο Χερουβείμ στάθηκαν στα δεξιά του λειτουργού και τα δύο Σεραφείμ στα αριστερά του, χωρίς όμως εκείνος να τα βλέπει. Η θεία μυσταγωγία συνεχίστηκε. Είπαν το «Πιστεύω» κι έφτασαν στον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων. Ο λειτουργός τα ευλόγησε και είπε το «...μεταβαλών τω Πνεύματι σου τω Αγίω. Αμήν, Αμήν, Αμήν!» Τότε βλέπει πάλι ο δίκαιος έναν άγγελο να παίρνει μαχαίρι και να σφάζει το Βρέφος. Έχυσε το αίμα Του στο άγιο Ποτήριο, ενώ το σώμα Του το τεμάχισε και το τοποθέτησε στο δισκάριο.

«Όταν ο ιερέας λέει τα άγια τοις αγίοις, για μας όλους το λέει, παιδί μου. Σημαίνει: στα άγια μέλη του Χριστού να προσέλθει όποιος είναι άγιος!» -«Και τι είναι αγιοσύνη, πάτερ;» -«Αν είσαι ακόλαστος, μην τολμήσεις να γίνεις μέτοχος σε τόσο μεγάλο μυστήριο. Αν έχεις έχθρα με κάποιον, μην πλησιάσεις. Αν περιγελάς ή κατακρίνεις τον συνάνθρωπό σου, στάσου μακριά από τη θεία Κοινωνία. Πρώτα εξέτασε τον εαυτό σου, κι αν είσαι ενάρετος πλησίασε. Αν όμως δεν είσαι, φύγε…». Στο μεταξύ ο λειτουργός εκφώνησε: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Ο άγιος παρατηρούσε τώρα όσους κοινωνούσαν. Άλλων τα πρόσωπα μαύριζαν μόλις ελάμβαναν τα θεία Δώρα, ενώ άλλα έλαμπαν σαν τον ήλιο. Οι άγγελοι στέκονταν εκεί κοντά και παρακολουθούσαν με σεβασμό τη Μετάληψη. 'Όταν κοινωνούσε κάποιος ευσεβής, του έβαζαν στο κεφάλι ένα στεφάνι. Όταν, αντίθετα, πλησίαζε κάποιος αμαρτωλός, γύριζαν αλλού το πρόσωπό τους με φανερή αποστροφή.

Αρχ. Σεβαστιανού Τοπάλη

Και το θαύμα συνεχίζεται. Η γέννηση του Χριστού συντελείται σε κάθε Θεία Λειτουργία. Το θαύμα τελείται στην πιο κατανυκτική ώρα της, την ώρα του Καθαγιασμού, τότε που γονατίζουν οι καρδιές και τα γόνατα και κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα και μεταποιεί τον άρτο σε Σώμα Χριστού και το οίνο σε Αίμα Χριστού.
Και κατόπιν με την Θεία Μετάληψη ο Κύριος γεννιέται στην καρδιά του κάθε πιστού. Γεννιέται στην φάτνη της καρδίας του. Ζει το θαύμα προσωπικά και οντολογικά μέσα του.
Έτσι λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος «Άνοιξε τις πύλες του ουρανού και κοίτα εκεί μέσα στην Αγία Τράπεζα και θα ατενίσεις το Σώμα του βασιλέως Χριστού. Αυτό , το τιμιότερο από καθετί άλλο, το βλέπεις και στην γη. Και δεν το βλέπεις μόνον, αλλά και το ψηλαφείς. Και δεν το ψηλαφείς απλώς. Αλλά και το εσθίεις και το παίρνεις μαζί σου. Λοιπόν , καθάριζε την ψυχή σου, ετοίμαζε την σκέψη σου προκειμένου να υποδεχθείς το μυστήριο αυτό».

Η γέννηση του Χριστού πρόκειται να τελεστεί στις 25 Δεκεμβρίου,κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας στον Ιερό Ναό. Εκεί συνεχίζεται το μεγάλο Θαύμα της Γέννησης του Χριστού, που ξεκίνησε προ αιώνων με την προφητεία για τον ερχομό του και έγινε ιστορικά στην πόλη της Βηθλεέμ.
Ο Ιερός Ναός τώρα είναι το σπήλαιο και η Αγία Τράπεζα η φάτνη. Εκεί με την πίστη μας θα δούμε το Βρέφος Χριστό να ανακλίνεται. Εκεί και εμείς με καθαρή συνείδηση θα δεχτούμε στην καρδιά μας το βρέφος Χριστό και θα γεννηθεί μέσα μας. Θα κοινωνήσουμε των Αχράντων Μυστηρίων. Και αν και φέτος ο Χριστός γεννηθεί μέσα μας, σίγουρα θα φέρει την χαρά και την ειρήνη και την αγάπη.

Είς Επίγνωσιν Αληθείας
Κείμενα πνευματικής επίγνωσης

Το έτος 1780 ό Πρόχορος ασθένησε βαρειά. Πρήσθηκε όλο του το σώμα, ώστε υπέφερε φρικτούς πόνους και έμεινε ακίνητος επάνω στο σκληρό του κρεβάτι. Ιατρός δεν υπήρχε και κανένα φάρμακο δεν τον βοηθούσε. Κατά τα φαινόμενα έπασχε από υδρωπικία πού κράτησε τρία χρόνια, από τα όποια το ένάμισυ το πέρασε κατάκοιτος. Όλο αυτό το διάστημα δεν βγήκε από το στόμα του ούτε μία λέξι γογγυσμού· ολόκληρος, με την ψυχή και το σώμα, είχε παραδοθή στον Κύριο και προσευχόταν αδιάλειπτα, ποτίζοντας την κοίτη του με τα δάκρυα του. 

Όσο ήταν άρρωστος, ό πνευματικός του πατέρας και οδηγός π. Ιωσήφ τον υπηρετούσε σαν κοινός υποτακτικός· ό ηγούμενος π. Παχώμιος δεν απομακρύνθηκε από κοντά του· ό π. Ησαΐας και άλλοι γέροντες και αδελφοί τον φρόντιζαν επίσης πολύ.
Τελικά, φοβούμενος για την ίδια την ζωή τού άρρωστου, ό ηγούμενος π. Παχώμιος πρότεινε αποφασιστικά στον ασθενή να καλέσουν ιατρό, αλλά ό μακάριος ακόμη αποφασιστικότερα αρνήθηκε την ιατρική βοήθεια. «Πατερά άγιε, τού είπε, εγώ αφιερώθηκα στον Κυριών ημών Ιησού Χριστό και την Άχραντη Μητέρα του· και αν ή αγάπη σας εύαρεστήται, έφοδιάστε με το ουράνιο φάρμακο, την θεία Κοινωνία». Ό π. Ιωσήφ κατόπιν τής παρακλήσεως τού άρρωστου και επειδή και ό ίδιος πολύ το επιθυμούσε, έκανε ολονύκτια αγρυπνία και λειτουργία, οπού συγκεντρώθηκαν οι αδελφοί και προσευχήθηκαν για τον πάσχοντα. Μετά την θ. λειτουργία ό Πρόχορος, όπως ήταν κατάκοιτος, εξομολογήθηκε και κοινώνησε των Άχραντων τού Χρίστου Μυστηρίων.
Και να, μετά την θεία Μετάληψη τού εμφανίσθηκε ή Ύπεραγία Θεοτόκος μέσα σε άρρητο φως, συνοδευομένη από τους αγίους αποστόλους Ιωάννη τον Θεολόγο και Πέτρο. Στρέφοντας το θείο πρόσωπο Της προς τον Ιωάννη έδειξε τον Πρόχορο και είπε:
«αυτός είναι από το γένος μας».
Κατόπιν ακούμπησε το δεξί Της χέρι στο κεφάλι τού Προχόρου και αυτοστιγμεί το υγρό, το οποίο είχε γεμίσει το σώμα του, άρχισε να ρέει ποταμηδόν από ένα άνοιγμα πού δημιουργήθηκε στον δεξιό του μηρό. Ό Πρόχορος σύντομα θεραπεύθηκε εντελώς, και μόνον το σημάδι τής πληγής, από τήν οποία έτρεξε τό υγρό, έμεινε στό σώμα του γιά πάντα.
Μετά τό περιστατικό αυτό, στό σημείο οπού είχε εμφανισθεί ή Θεοτόκος κτίσθηκε διώροφος ναός, καί παραπλεύρως, στην θέση οπού υπήρχε τό κελί τού Προχόρου, κτίσθηκε νοσοκομείο.

Σελίδα 1 από 4

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (172) Αγάπη Θεού (46) αγάπη σε Θεό (11) αγάπη σε Χριστό (39) άγγελοι (8) Αγία Γραφή (47) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (13) άγιος (74) αγνότητα (7) άγχος (11) αγώνας (57) αγώνας πνευματικός (19) αθεΐα (81) αιρέσεις (63) αλήθεια (19) αμαρτία (55) Αμβρόσιος άγιος (1) Ανάσταση (63) ανασταση νεκρών (3) ανθρώπινες σχέσεις (129) άνθρωπος (17) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (53) ασθένεια (14) άσκηση (2) αστρολογία (1) αυτογνωσία (45) Β Παρουσία (9) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (35) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (27) γνώση (5) γονείς (36) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (7) δάκρυα (3) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (37) διάβολος (43) διάκριση (40) διάλογος (2) δικαιοσύνη (2) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (5) εγωισμός (87) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (52) Εκκλησιαστική Ιστορία (11) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (13) ελευθερία (11) Ελλάδα (14) ελπίδα (13) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (64) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (4) επιστήμη (58) εργασία (26) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (37) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (56) ευγένεια (4) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (21) ευχαριστία (5) ζώα (13) ηθική (5) ησυχία (4) θάνατος (87) θάρρος (13) θαύμα (61) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (40) Θεία Λειτουργία (37) θεία Πρόνοια (2) θέληση (4) θεολογία (6) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (96) θρησκείες (6) θυμός (30) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (1) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (15) ιερέας (41) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (4) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (7) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (18) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (34) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (2) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (76) κόλαση (8) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (41) λείψανα (2) λογισμοί (22) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (5) μελέτη (4) μετά θάνατον (26) μετά θάνατον ζωή (24) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (60) μητέρα (8) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (10) μοναχισμός (9) μόρφωση (9) μουσική (2) Ναός (2) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (10) Νικόλαος Άγιος (2) νους (8) οικονομία (2) Οικουμενισμός (2) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (48) πάθη (25) πάθος (2) παιδεία (7) παιδιά (16) Παΐσιος Όσιος (8) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (57) Παπαδόπουλος Στυλιανός (1) παράδειγμα (5) Παράδεισος (38) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (144) πλούτος (11) πνευματική ζωή (53) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (11) πόλεμος (13) πολιτική (9) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (22) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (38) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (121) προσοχή (2) προτεσταντισμός (17) προφητείες (1) ραθυμία (2) Ρωμαιοκαθολικισμός (12) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (18) Σταυρός (25) Σταύρωση (11) συγχώρηση (4) σχίσμα (1) σώμα (2) ταπεινοφροσύνη (54) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (7) υπαρξιακά (31) υποκρισία (1) υπομονή (36) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (9) φιλοσοφία (7) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (16) χαρά (23) χάρις θεία (9) χαρίσματα (1) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (19) Χριστός (9) Χριστούγεννα (32) χρόνος (13) ψεύδος (8) ψυχή (57) ψυχολογία (12)