Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Και στους τρεις Συνοπτικούς ευαγγελιστές το θαύμα αυτό* τοποθετείται στα ίδια τοπικά και χρονικά πλαίσια: συνδέεται τοπικά με την Ιεριχώ και χρονικά με την περίοδο της ανάβασης στην Ιερουσαλήμ για το πάθος.

Ενώ όμως ο Λουκάς τοποθετεί το γεγονός “εν τω εγγίζειν αυτόν (ενν. Ιησούν) εις Ιεριχώ”, οι Μάρκος και Ματθαίος το αφηγούνται μετά την έξοδο του Ιησού και των μαθητών Του από την Ιεριχώ. Επιπλέον, ο Ματθαίος ομιλεί για θεραπεία δύο τυφλών. Εύκολα λοιπόν γεννιέται το ερώτημα, εαν οι τρεις ευαγγελιστές διηγούνται το ίδιο γεγονός ή καθένας τους διαφορετικό γεγονός. Στο ερώτημα αυτό δόθηκαν από τους πρώτους αιώνες μέχρι σήμερα οι ακόλουθες απαντήσεις:
α) Σε πολλούς από τους αρχαιότερους ερμηνευτές επικρατεί η άποψη ότι ο Ματθαίος, που αναφέρει δύο τυφλούς, ανταποκρίνεται περισσότερο στα ιστορικά δεδομένα ως αυτόπτυς μάρτυς του γεγονότος. Από τους δύο αυτούς τυφλούς οι ευαγγελιστές Μάρκος και Λουκάς μνημονεύουν μόνο τον ένα, αυτόν που ήταν πιο γνωστός στην περιοχή (“εμνήσθησαν του επιφανεστέρου”) ή πιο γνωστός εξαιτίας της χριστιανικής ιδιότητος που απέκτησε μετά τη θεραπεία του (Βίκτωρ Αντιοχεύς, Θεοφύλακτος κ.α.).
β) Την άποψη αυτή απορρίπτει ο Ζιγαβηνός, ο οποίος εκθέτει κατόπιν τη δική του: “Εγώ δε στοχαζόμενος, έτερον είναι λέγω παρά τους δύο τούτους (ενν. του Ματθαίου) τον του Μάρκου, και έτερον πάλιν, παρά τον του Μάρκου, τον του Λουκά. Και γαρ ο μεν του Μάρκου και το ιμάτιον έρριψεν υπό της άγαν σπουδής και χωρίς επαφής την ίασιν έλαβεν, ο δε του Λουκά, ερχόμενου μάλλον εις Ιεριχώ του Χριστού και ουκ εκπορευομένου, της ιάσεως έτυχεν”. Επικαλείται μάλιστα ο Ζιγαβηνός ως συμφωνούντα προς την γνώμην του και τον Χρυσόστομο. Η άποψη αυτή περί τριών διαφόρων περιπτώσεων θεραπείας και περι τεσσάρων συνολικά τυφλών βρίσκεται ήδη στον Ωριγένη, ο οποίος τοποθετεί τα γεγονότα κατά την εξής σειρά: “Δύναται ουν το μεν κατά τον Λουκάν εγγίσας τη Ιεριχώ πεποιηκέναι, το δε κατά τον Μάρκον ελθών εις Ιεριχώ, το δε κατά Ματθαίον εκπορευθείς απ'αυτών”.  Ο Ωριγένης δίνει αυτή την ερμηνεία για τους ενδιαφερομένους απλώς για την “ψιλήν” ιστορία και την εναρμόνιση των ευαγγελικών διηγήσεων. Γι' αυτούς που αναζητούν όμως το βάθος αυτών των διηγήσεων τονίζει ότι “εν και το αυτό πράγμα διαφόροις λέξεσι παρίσταται”, και εκθέτει κατόπιν την αλληγορική του ερμηνεία, κατά την οποία Ιεριχώ (σύμφωνα και προς την αλληγορική εξήγηση της παραβολής του καλού Σαμαρείτη) είναι ο κόσμος, έξοδος απ'αυτήν η απομάκρυνση εκ του κοσμικού φρονήματος, δύο τυφλοί  τα βασίλεια του Ισραήλ και του Ιούδα, ένας τυφλός (κατά την διήγηση του Μάρκου και Λουκά) όλος ο λαός τους, που κάθεται “παρά την οδόν”, δηλ. παρά τον Νόμον και τους προφήτες, και ζητεί την ίαση της τυφλότητάς του από τον διερχόμενον Ιησούν ο οποίος και την παρέχει.
γ) Η άποψη του Αμβροσίου, κατά την οποία οι τυφλοί παρουσιάσθηκαν στον Ιησού κατά την είσοδο Του στην Ιεριχώ και ζήτησαν την θεραπεία των, αλλά την έλαβαν κατά την έξοδο Του από την πόλη, παραβιάζει όχι την μια μόνον από τις διηγήσεις των Συνοπτικών αλλά και τις τρεις.
δ) Κατά τον ι. Αυγουστίνο, δύο πράγματι τυφλοί θεραπεύτηκαν όπως διηγείται ο Ματθαίος, αλλά ο ένας θεραπεύτηκε κατά την είσοδο του Ιησού στην Ιεριχώ κι άλλος κατά την έξοδο από την πόλη.
ε) Το πρόβλημα λύνεται, κατ'άλλους, εάν λάβουμε υπόψη μας την πληροφορία του Ιωσήπου, ότι υπήρχαν δύο πόλεις με το όνομα Ιεριχώ, η παλαιά και η νέα πόλη. Το θαύμα έγινε κατά την έξοδο από την μία πόλη και την είσοδο στην άλλη, από τους ευαγγελιστές οι Ματθαίος και Μάρκος αναφέρονται στην παλαιά πόλη, ο Λουκάς στη νέα.
στ) Εαν λάβουμε, τέλος, υπόψη τις νεώτερες έρευνες για τη Μορφοϊστορία των ευαγγελίων και για την φιλολογική σχέση μεταξύ των διηγήσεών τους, δεν θα δυσκολευτούμε να αναγνωρίσουμε ότι ένα και το αυτό γεγονός, που μαρτυρεί τη μεσσιανική εξουσία του Ιησού και που έλαβε χώρα λίγο πριν από το πάθος, παρατίθεται με κάποιες παραλλαγές από τους τρεις Συνοπτικούς ανάλογα βέβαια με την παράδοση που είχε στη διάθεση του έκαστος εξ αυτών.
Την τελευταία αυτή άποψη στηρίζουν οι ακόλουθες σκέψεις. Και οι τρεις ευαγγελιστές θέλουν να υπογραμμίσουν με την διήγηση αυτή ότι ο Ιησούς, που δεν γίνεται κατανοητός από τον όχλο και τους μαθητές Του, αναγνωρίζεται ως Μεσσίας (“υιός Δαυίδ”) από τους τυφλούς, χαρακτηριστικό παράδειγμα των οποίων είναι και αυτό που παραδίδεται από τους ευαγγελιστές κατά την επίσκεψη τους στην Ιεριχώ προ του πάθους.

Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Ιησούς ένα μόνο τυφλό θεράπευσε. Απεναντίας σε πολλούς τυφλούς έδωκεν “ανάβλεψιν”. Οι ευαγγελιστές μάλιστα μιλούν αλλού για ομαδικές θεραπείες τυφλών (π.χ. Μθ 12, 22 ε.15, 30-31. 21, 14 κ.α.), δεν αποσκοπούν όμως με τα ευαγγέλια τους να μας δώσουν ένα ακριβές ημερολόγιο των κινήσεων του Ιησού και των θεραπειών του με τη διαδοχική τους σειρά. Από τις πολλές θεραπείες, που επιτέλεσε ο Ιησούς, εκλέγουν μερικές αντιπροσωπευτικές, για να τονίσουν μ'αυτές τη μεσσιανική εξουσία Του με την οποία πραγματοποιεί τις προφητείες της Π. Διαθήκης.

Όσο για την περίπτωση της διήγησής μας, παρατηρούμε ότι παρόλον που η παράδοση αποκρυσταλλώθηκε διαφορετικά σε μερικές πλευρές της διήγησης του θαύματος (θεραπεία δύο τυφλών κατά την έξοδο του Ιησού από την Ιεριχώ – θεραπεία ενός τυφλού κατα την έξοδο – θεραπεία ενός τυφλού πριν από την είσοδο του Ιησού στην Ιεριχώ), ένα πλήθος κοινών σημείων στις τρεις διηγήσεις οδηγεί στη διαπίστωση ότι πρόκειται για το ίδιο γεγονός: τη θεραπεία τυφλού που μαρτυρεί τη μεσσιανική εξουσία του Ιησού.

*V. K. Robbins, “The Healing of the Blind Bartimaeus in the Markan Theology”, JBL 92(1973),224-243. Kertelge, Die Wunder Jesu...179-182.

(Ιωάννου Καραβιδόπουλου,Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο,εκδ. Πουρναρα,1988, σελ. 355-358)

Την Πεντηκοστή εξεχύθη η χάρις του Θεού όχι μόνο στους αποστόλους, αλλά και σ’ όλο τον κόσμο που βρισκόταν γύρω τους. Επηρέασε πιστούς και απίστους. Πώς το λένε οι Πράξεις;…
Ενώ ο Απόστολος Πέτρος μιλούσε τη δική του γλώσσα, η γλώσσα του μεταποιούνταν εκείνη την ώρα στο νου των ακροατών. Με τρόπο μυστικό το Άγιο Πνεύμα τούς έκανε να καταλαβαίνουν τα λόγια του στη γλώσσα τους, μυστικά, χωρίς να φαίνεται. Αυτά τα θαυμαστά γίνονται με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος.

Παραδείγματος χάριν, η λέξη «σπίτι» σ’ αυτόν που ήξερε γαλλικά θα ακουγόταν «la maison». Ήταν ένα είδος διοράσεως· άκουγαν την ίδια τους τη γλώσσα. Ο ήχος χτυπούσε στο αυτί, αλλά εσωτερικά, με τη φώτιση του Θεού, τα λόγια ακούγονταν στη γλώσσα τους.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας αυτή την ερμηνεία της Πεντηκοστής δεν την αποκαλύπτουν πολύ φανερά, φοβούνται τη διαστρέβλωση. Το ίδιο συμβαίνει και με την Αποκάλυψη του Ιωάννου. Οι αμύητοι δεν μπορούν να καταλάβουν το νόημα του μυστηρίου του Θεού.
Παρακάτω λέει. «εγένετο δε πάση ψυχή φόβος…» (Πράξ. 2,43), δηλαδή κατέλαβε φόβος την κάθε ψυχή. Αυτός ο «φόβος» δεν ήταν φόβος. Ήταν κάτι άλλο, κάτι ξένο, κάτι ακατανόητο, κάτι, κάτι που δεν μπορούμε να το πούμε.

Ήταν το δέος, ήταν το γέμισμα, ήταν η χάρις. Ήταν το γέμισμα υπό της θείας χάριτος. Στην Πεντηκοστή, οι άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά σε μία τέτοια κατάσταση θεώσεως, που τα χάσανε.

Έτσι, όταν η θεία χάρις τους επεσκίαζε, τους ετρέλαινε όλους -με την καλή έννοια- τους ενθουσίαζε. Αυτό μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση. Ήτανε αυτό που λέγω καμιά φορά «κατάστασις». Ενθουσιασμός ήταν. Κατάσταση τρέλλας πνευματικής.


(Γέροντος Πορφυρίου, Βίος και Λόγοι, εκδ. Ι.Μ. Χρυσοπηγής, σελ. 207-209)

(Ιωάννου Καραβιδόπουλου,Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, εκδ.Πουρναρα, σελ.504-508).
Επίσκεψη των μυροφόρων στον κενό τάφο (Μάρκος 16, 1-8).
Όλα τα ευαγγέλιά μας τελειώνουν με την ανάσταση του Χριστού. Για την ακρίβεια αναφέρουν μαρτυρίες για αυτήν (επίσκεψη στον κενό τάφο, εμφανίσεις του Αναστάντος), χωρίς να περιγράφουν αυτό το ίδιο το γεγονός της Ανάστασης (περιγραφή της Ανάστασης με μυθικά χρώματα και διογκωμένες διαστάσεις δίνει το απόκρυφο Ευαγγέλιον Πέτρου. Βλ. Hennecke-Schneemelcher,Neutestamentliche Apokryphen 1959 I,122.). Δεν είναι δυνατόν να δει κανείς και να περιγράψει την ανάσταση, γιατί αυτή εγκαινιάζει ένα νέο κόσμο, που δεν υπάγεται στην νομοτέλεια του παρόντος κόσμου της φθοράς· την ανάσταση τη βλέπει ο πιστός με τα μάτια της πίστης, και τον Αναστημένο Κύριο τον συναντά στα μυστήρια της εκκλησίας (βλ. Λκ 24,30 όπου οι δύο μαθητές στην Εμμαούς αναγνωρίζουν τον Αναστημένο Χριστό όταν ευλόγησε τον άρτον).
Μετά το πέρας του Σαββάτου και «λίαν πρωί» της πρώτης ημέρας της εβδομάδας, της Κυριακής (η οποία πολύ νωρίς έλαβε το όνομα αυτό καθώς συνάγεται από το χωρίο Αποκ 1,10) έρχονται στο μνήμα τρεις γυναίκες: Μαρία η Μαγδαληνή, Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη, για να αλείψουν με αρώματα το σώμα του ενταφιασθέντος Ιησού (στιχ. 1-2). Ο εγγύτερος προσδιορισμός του χρόνου της επίσκεψης «ανατείλαντος του ηλίου» θεωρείται από πολλούς ερμηνευτές ως μη εναρμονιζόμενος προς το «λίαν πρωί» του ιδίου στίχου, γι΄αυτό και προτάθηκαν οι ακόλουθες λύσεις:
α) Οι γυναίκες ανεχώρησαν μεν «λίαν πρωί», έφθασαν όμως στο μνήμα όταν ανέτειλε ο ήλιος· β) η μνεία της ανατολής του ηλίου έχει θεολογική έννοια: συμβολίζει την εκ του τάφου έγερση και ανατολή του νοητού ηλίου της δικαιοσύνης·

γ) πιθανώς δεν εννοείται εδώ η πλήρης ανατολή του ηλίου αλλά το πριν από αυτή λυκαυγές· δ) οι γυναίκες δεν ήλθαν όλες μαζί αλλά μερικές «λίαν πρωί» και άλλες μετά την ανατολή του ηλίου·

ε) ο κώδικας D και μερικά άλλα χειρόγραφα με τη διόρθωση του «ανατείλαντος» σε «ανατέλλοντος» προσπαθούν να τοποθετήσουν την επίσκεψη νωρίτερα.

Νομίζουμε ότι οι χρονικοί προσδιορισμοί των ευαγγελιστών έχουν κάποια ελαστικότητα, γι΄αυτό και συνοδεύονται πολύ συχνά με τις λέξεις «ως», «ωσεί» κ.λ.π. (βλ. σχόλια στο στιχ. 15,25 όπου γίνεται λόγος για την ώρα της σταύρωσης). Ειδικότερα ο Μάρκος συνηθίζει να προσδιορίζει με ένα δεύτερο όρο το ευρύτερο διάστημα που καλύπτει ο αρχικός χρονικός προσδιορισμός (βλ. π.χ. 1,32 «οψίας δε γενομένης, ότε έδυσεν ο ήλιος» κ.α.) το ίδιο πράττει εδώ παρέχοντας με το «ανατείλαντος» τον εγγύτερο προσδιορισμό του χρόνου άφιξης των γυναικών στον τάφο.
Ενώ καθ΄οδόν διαλογίζονται οι γυναίκες πως ή μάλλον ποιος θα σύρει το μεγάλο λίθο, ο οποίος καλύπτει την είσοδο του τάφου, όταν πλησιάζουν διαπιστώνουν ότι ο λίθος «αποκεκύλισται» (στιχ. 2-4). Μόλις εισέρχονται στον τάφο καταλαμβάνονται από δέος, γιατί αντί του νεκρού Ιησού βλέπουν «νεανίσκον» (Τόσο οι πατέρες όσο και οι νεώτεροι ερμηνευτές με τη μορφή του νεανίσκου εννοούν την εμφάνιση αγγέλου: Taylor, Schweizer, Lane, Τρεμπέλας κ.α.) με στολή λευκή να κάθεται στα δεξιά (στιχ. 5). Ο νεανίσκος καθησυχάζει τις μυροφόρες με το «μη εκθαμβείσθε» και κατόπιν απευθύνει σ΄αυτές το μήνυμα της ανάστασης («Διότι πρώτα έπρεπε να τις απαλλάξει από το φόβο και τότε να τους μιλήσει για την ανάσταση»(Βίκτωρ Αντιοχείας)): Ο Ιησούς ο εσταυρωμένος δεν βρίσκεται μεταξύ των νεκρών, «ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε· ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν» (στιχ.6). Ο αρχηγός της ζωής (η «αυτοζωία», κατά τον ύμνον της εκκλησίας) δεν είναι δυνατόν να φυλακισθεί στον τάφο: Διήλθε μέσα από το βασίλειο των νεκρών, για να «πατήσει τον θάνατον», να καταλύσει το βασίλειο του Άδη και να χαρίσει στους ανθρώπους τη ζωή.

«Ο τάφος του Ιησού δεν είναι πια ο τόπος του θανάτου αλλά της ζωής και της δόξης… το πάθος με την έσχατη μορφή του, το θάνατο, αντιστρέφεται από την ανάσταση… Η Χριστολογία της εξουσίας εισβάλλει θριαμβευτικά για να πει τον τελευταίο λόγο στην ευαγγελική ιστορία» ( Δ. Τρακατέλλης). Κατόπιν, ο άγγελος παραγγέλλει στις γυναίκες, που είναι οι πρώτοι αποδέκτες του μηνύματος της ανάστασης, να αναγγείλουν το γεγονός τους μαθητές, καθώς επίσης να μεταφέρουν σ΄αυτούς  την πληροφορία ότι θα συναντήσουν τον Αναστημένο Χριστό στη Γαλιλαία, σύμφωνα με την υπόσχεσή του (βλ.14,18).
Από όλους τους μαθητές ονομαστικά αναφέρεται από τον άγγελο μόνο ο Πέτρος. Η ονομαστική αυτή αναφορά αποβλέπει στο να βεβαιωθεί ο μαθητής αυτός ότι παρά την τριπλή άρνησή του δεν έχασε την εμπιστοσύνη και στοργή του Κυρίου αφού ακολούθησαν μάλιστα, μετά την άρνησή του, τα δάκρυα της μετάνοιας. Άλλωστε στην Καινή Διαθήκη γίνεται λόγος για ιδιαίτερη εμφάνιση του Αναστάντος σ΄αυτόν (Λκ 24,34 και Α΄Κορ 15,5).
Οι τρεις γυναίκες εξέρχονται από τον τάφο με έντονη την αίσθηση «τρόμου και εκστάσεως». Το ευαγγέλιο του Μάρκου, στο οποίο συνεχώς γίνεται λόγος για το θάμβος, την έκσταση και τον θαυμασμό του λαού, που παρακολουθεί τα «σημεία» του Ιησού, κατακλείεται με τον τονισμό του τρόμου και της έκστασης ενώπιον του κατ΄εξοχήν «σημείου» που είναι η Ανάσταση.


(Υπόμνημα στο κατά Λουκάν ,Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 140-146 εκδόσεις «ο Σωτήρ», Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
(Οι παραπομπές των ονομάτων στο τέλος. Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
Λουκ. 3,23  Καὶ αὐτὸς(1) ἦν ὁ Ἰησοῦς ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα ἀρχόμενος(2), ὤν, ὡς ἐνομίζετο, υἱὸς Ἰωσήφ(3), τοῦ Ἡλί(4),
Λουκ. 3,23  Και αυτός ο Ιησούς, δια τον οποίον ελέχθησαν τα ανωτέρω, ήτο, όταν ήρχισε το δημόσιον έργον του, περίπου τριάκοντα ετών, υιός, όπως ενομίζετο από τους Εβραίους, του Ιωσήφ, ο οποίος ήτο υιός του Ηλί,
Στο Λουκά προχωράει η γενεαλογία από κάτω προς τα πάνω, φθάνοντας μέχρι τον πρωτόπλαστο και μέσω αυτού μέχρι το Θεό. Φαίνεται ότι και αυτή φτιάχτηκε με μέθοδο μνημονική, διαιρούμενη σε τμήματα ή 4 σειρές, από τις οποίες μία μεν αποτελείται (η από τον Δαβίδ μέχρι τον Αβραάμ) από δύο επτάδες ή 14 ονόματα, ενώ οι υπόλοιπες τρεις (η από τον Ιησού μέχρι τον Ζοροβάβελ και η από τον Σαλαθιήλ μέχρι τον Νάθαν και η από τον Θάρα μέχρι το Θεό) από τρεις επτάδες ή 21 ονόματα κάθε μία.
Εάν η επταδική αυτή κατάταξη δεν είναι σκόπιμη, παρουσιάζει τουλάχιστον συμπτώσεις και συνδυασμούς περίεργους, οι οποίες βάζουν τη σκέψη, ότι δεν είναι τυχαία. Η σειρά από τον Θάρα μέχρι τον Αδάμ αποτελείται από τους προκατακλυσμιαίους και μετακατακλυσμιαίους πατριάρχες μέχρι τον Αβραάμ, τους οποίους δεν αναφέρει η γενεαλογία του Ματθαίου που αρχίζει από τον Αβραάμ και μετέπειτα. Ανάμεσα στον Αρφαξάδ και τον Σαλά ο θείος Λουκάς ακολουθώντας τους Ο΄ παρεμβάλλει το όνομα του Καϊνάν, που δεν υπάρχει στο Εβραϊκό πρωτότυπο.
Η μεταξύ του Αβραάμ και του Δαβίδ σειρά ταυτίζεται πλήρως με αυτήν του Ματθαίου, με μόνη τη διαφορά ότι ο μεν Ματθαίος απαριθμεί τα ονόματα κατεβαίνοντας, ενώ ο Λουκάς προχωρά ανεβαίνοντας. Ως προς τα ονόματα των δύο άλλων σειρών οι δύο ευαγγελιστές έχουν κοινά μόνο δύο ονόματα, τα του Σαλαθιήλ και Ζοροβάβελ, διαφέροντας τελείως ως προς τα υπόλοιπα. Επιπλέον ο μεν Λουκάς αριθμεί συνολικά από τον Ιησού μέχρι τον Νάθαν 42 ονόματα, ενώ ο Ματθαίος από τον Σολομώντα μέχρι τον Ιησού 28 μόνο. Για συμβιβασμό των διαφορών αυτών δύο προτάθηκαν κύριες λύσεις.
Πρώτη λύση: Ο ευαγγελιστής Ματθαίος παρέχει τη γενεαλογία του Ιωσήφ και ο ευαγγελιστής Λουκάς αυτήν της Θεοτόκου. Ο Ιωσήφ κατάγεται από τον Δαβίδ μέσω του Σολομώντα ακολουθώντας κατευθείαν την προς τα κάτω γραμμή μέχρι τέλους της βασιλείας. Η Μαρία κατάγεται από τον Δαβίδ μέσω του Νάθαν και οι πρόγονοί της, με εξαίρεση ίσως τον Σαλαθιήλ και τον Ζοροβάβελ, είναι όλοι άγνωστοι στην ιστορία.
Το σύστημα αυτό έγινε δεκτό από τον 16ο αιώνα από μεγάλο αριθμό συγγραφέων, ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών, και υποστηρίχτηκε από αυτούς, ότι η παραδοχή αυτού σε τίποτα δεν προσκρούει.
Και μάλιστα α) συμφωνεί πλήρως με το κείμενο του Λουκά αρκεί στο στίχο 23 η φράση «όπως νομιζόταν γιος του Ιωσήφ» να μπει σε παρένθεση, οπότε η έννοια του στίχου θα ήταν: Ο Ιησούς, τον οποίον νόμιζαν γιο του Ιωσήφ, στην πραγματικότητα ήταν γιος του Ηλί.
β) Μία σεβαστή παράδοση αναφέρει, ότι ο πατέρας της Παρθένου λεγόταν Ιωακείμ, ενώ ο Λουκάς ονομάζει αυτόν Ηλί. Αλλά το Χηλί ή Ηλί είναι συντόμευση του Ελιαχείμ και Ελιακείμ, το οποίο έχει την ίδια σημασία με το Ιωακείμ. Στο βιβλίο Ιουδείθ (δ 5,7,11 και ιε 9) ο ίδιος αρχιερέας άλλοτε λέγεται Ιωακείμ (από τη λέξη Γιεχωβά) και άλλοτε Ελιακείμ (από τη λέξη Ελ.) (F.Prat στο  F.Vigouroux Dict. De la Bible ΙΙΙ 168-169). Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι το ίδιο το Ταλμούδ ονομάζει τη Μαρία θυγατέρα του Ηλί (Chagig. 77,4). Από πού οι ραββίνοι άντλησαν αυτήν την πληροφορία; Εάν από τον Λουκά, αποδεικνύει αυτό, ότι νωρίτατα έγινε αντιληπτό από αυτούς το κείμενο του Λουκά με την πρώτη αυτή λύση, μολονότι εκείνοι δεν οδηγούνταν από την προκατάληψη να εναρμονίσουν τα δύο ευαγγέλια. Εάν όμως πάλι άντλησαν την πληροφορία τους από άλλη πηγή, π.χ. την παράδοση, έχουμε πλέον σοβαρή επιβεβαίωση του γενεαλογικού καταλόγου της Παρθένου, τον οποίο ακολούθησε ο Λουκάς (g).
Εναντίον του συστήματος αυτού προβλήθηκε
α) ότι η παράδοση αντιτίθεται σε αυτήν τη λύση. Μολονότι ο Ιλάριος (Mai,Nov. Bibl. Patr.Ι 477) μνημονεύει αυτήν, όμως την αντικρούει. Η αρχαιότητα, όπως και ο μεσαίωνας την αγνοεί. Μόλις γύρω στο τέλος του 15ου αιώνα αρχίζει να αποκτά οπαδούς (Prat). Κανένας Πατέρας ούτε κάποιος θεολόγος πριν τον 15ο αιώνα δεν προσφεύγει σε αυτήν (L).
Η δεύτερη λύση:

Και οι δύο γενεαλογίες αναφέρονται στον Ιωσήφ, αλλά ο μεν Ματθαίος παρέχει τους φυσικούς προγόνους του Ιωσήφ, ενώ ο Λουκάς τους κατά νόμον προγόνους του. Η λύση σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή, αναλύεται σε πλάτος από τον Ιούλιο τον Αφρικανό στην προς Αριστείδην επιστολή του, την οποία αναγράφει και ο Ευσέβιος (Migne 20,89 και 22,965). Και αποδίδει ο Ιούλιος την προτεινόμενη από αυτόν λύση στην παράδοση των κατά σάρκα συγγενών του Κυρίου, των οποίων την αξιοπιστία θεωρεί ανώτερη από κάθε αμφιβολία (Prat). Τη λύση αυτή, την οποία με κάποια ελαφρά τροποποίηση δέχεται και ο Ζ. θα εκθέσουμε στην ερμηνεία.
Όσον αφορά τώρα στην ένσταση πώς η γενεαλογία του Ιωσήφ μπορούσε να είναι και γενεαλογία του Ιησού, αφού γεννήθηκε υπερφυσικά από μόνη τη Μαρία, σημειώνουμε, ότι η ένσταση αυτή καμία δεν θα προκαλούσε εντύπωση σε περιβάλλον εμποτισμένο με ιδέες ιουδαϊκές τόσο, ώστε ούτε οι Πατέρες, οι οποίοι ομόφωνα δέχονται και τις δύο γενεαλογίες ότι είναι του Ιωσήφ, δεν έδωσαν καμία προσοχή σε αυτήν την ένσταση, ούτε ο Ιούλιος ο Αφρικανός αναφέρει αυτήν. Ο Αυγουστίνος μάλιστα φθάνει μέχρι του να βεβαιώσει, ότι «εάν θα γινόταν δυνατόν να αποδείξει κάποιος ότι η Μαρία δεν συνδεόταν με κανέναν δεσμό συγγένειας με τον Δαβίδ, η μνηστεία (αρραβώνας) της με τον Ιωσήφ θα αρκούσε, για να ονομαστεί ο Ιωσήφ πατέρας του Ιησού και για να θεωρηθεί ο Ιησούς γιος του Δαβίδ» (De Cons. Evang. ΙΙ 1,2).
Με παρόμοιο τρόπο μιλούν και οι υπόλοιποι Πατέρες, διότι σύμφωνα με το νόμο μέσω της μνηστείας ο Ιησούς ανήκε στον Ιωσήφ και ο Ιησούς μπορούσε να τον αποκαλέσει πατέρα του, όπως και ο Ιωσήφ δικαιούνταν να ονομάσει τον Ιησού γιο του. Άλλωστε η παράδοση μάς πληροφορεί, και όλοι οι Πατέρες δέχονται αυτήν, ότι ο Ιωσήφ και η Μαρία συνδέονταν με στενή εξ’ αίματος συγγένεια. Ως μονογενής λοιπόν κόρη όφειλε να παντρευτεί τον Ιωσήφ σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου (Αριθμοί λστ 6-12), οι οποίοι υποχρέωναν τις κληρονόμους να παίρνουν σύζυγο από την οικογένειά τους.
Οπωσδήποτε οι Πατέρες από αυτόν τον Ιουστίνο (Διάλογ. Προς Τρύφωνα 100) και τον Ιγνάτιο το Θεοφόρο (επιστολή προς Εφεσ. 18) λένε ξεκάθαρα, ότι η Μαρία καταγόταν από το γένος του Δαβίδ (Prat). Και για να κλείσουμε τα εισαγωγικά αυτά με τον Ωριγένη:
«Γενεαλογείται ο Κύριός μας… ενώ είναι αγενεαλόγητος μεν όσον αφορά τη θεότητά του, αλλά έβαλε τον εαυτό του σε γενεαλογία για χάρη σου. Και γενεαλογείται όχι με όμοιο τρόπο από τους ευαγγελιστές, το οποίο τάραξε πολλούς από αυτούς που συνέβη να διαβάσουν τη Γραφή. Διότι ο μεν Ματθαίος αρχίζοντας από τον Αβραάμ, γενεαλογώντας τον Ιησού κατεβαίνει προς τα κάτω… Ο Λουκάς όμως γενεαλογώντας δεν κατεβάζει τη γενεαλογία, αλλά την ανεβάζει μέχρι τον ίδιο το Θεό…
Και δεν γίνεται με τα ίδια ονόματα η κατάβαση και η ανάβαση της γενεαλογίας. Διότι ο μεν Ματθαίος κατεβάζοντας τον λόγο κατεβάζει αυτόν και μέσω γυναικών αμαρτωλών, γράφοντας μόνο τις άξιες κατηγορίας… την Θάμαρ… την Ραχάβ… και τη γυναίκα του Ουρίου. Επειδή δηλαδή ερχόταν ο Ιησούς για να πάρει τις αμαρτίες των ανθρώπων… για αυτό κατεβαίνοντας πήρε πάνω του τα αμαρτωλά πρόσωπα και γεννιέται μέσω του Σολομώντα… και του Ροβοάμ… και των υπόλοιπων, από τους οποίους πολλοί έκαναν το πονηρό στα μάτια του Κυρίου. Αυτός όμως (ο Λουκάς) ανεβαίνει ανεβαίνοντας από το βάπτισμα και στην γενεαλογία ανεβαίνει όχι μέσω του Σολομώντα, αλλά μέσω του Νάθαν. Και εκεί μεν (στον Ματθαίο) συνεχώς αναφέρεται η λέξη της γέννησης, εδώ όμως η λέξη της γέννησης αποσιωπάται. Ο Αβραάμ γέννησε τον Ισαάκ, ο Ισαάκ γέννησε τον Ιακώβ… και μέχρι τέλους η φράση ο τάδε γέννησε τον τάδε. Εδώ όμως ανεβαίνει λέγοντας: ο Ιησούς, που ήταν υιός, όπως νομιζόταν, του Ιωσήφ, και πουθενά εδώ δεν υπάρχει γέννηση, αλλά μόνο νομίζεται» (Ω).
(1)   Μπαίνει μπροστά η αντωνυμία με έμφαση. Αυτός στον οποίο αναφέρονται τα θαυμαστά αυτά σημεία (p).
(2)   Υπάρχει και η γραφή των αλεξανδρινών κωδίκων: ἀρχόμενος  ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα. Αρχόμενος= όταν έκανε την αρχή του έργου του. Παραλείφθηκε το αντικείμενο ως ευκόλως νοούμενο. Δεν μπορεί πάντως το αρχόμενος να συνδεθεί με το ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα (=στην αρχή των τριάντα ετών), διότι τότε πώς ακολουθεί το ωσεί (=περίπου); (δ). Το ωσεί δεν θα άρμοζε σε ένδειξη τόσο ακριβή και καθορισμένη, την οποία θα δήλωνε η λέξη αρχόμενος (g).
(3)   Υπάρχει και η γραφή «ὤν υἱὸς, ὡς ἐνομίζετο, Ἰωσήφ». Η ορθή στίξη βάζει το «ως ενομίζετο» ανάμεσα σε δύο κόμματα. Είναι τελείως αφύσικο να μπει το κόμμα μετά το Ιωσήφ και όχι πριν από αυτό= που ήταν γιος (όπως νομιζόταν του Ιωσήφ) του Ηλί. Δηλαδή υποτίθεται μεν ότι ήταν γιος του Ιωσήφ, στην πραγματικότητα όμως ήταν εγγονός του Ηλί, πατέρα της Μαρίας. Δεν είναι πιθανόν η λέξη υιός στην ίδια πρόταση να έχει δύο διαφορετικές έννοιες, υιός του Ιωσήφ, εγγονός του Ηλί (p).
Η μετοχή ὤν είναι ρηματική και πρέπει να εξηγηθεί με το «και ήταν» (δ). Όπως νομιζόταν= «όπως νόμιζαν οι Ιουδαίοι. Όπως όμως ήταν η αλήθεια, δεν ήταν γιος του» (Ζ).
(4)   «Πώς ο μεν Ματθαίος είπε τον Ιωσήφ γιο του Ιακώβ, ενώ ο Λουκάς τώρα τον λέει γιο του Ηλί;» (Ζ). Για απάντηση γίνεται δεκτή η λύση του Ιουλίου του Αφρικανού που άκμασε τον Γ΄ αιώνα και είναι η ακόλουθη:
«Επειδή ο Ηλί πέθανε χωρίς παιδί, ο αδελφός του Ιακώβ με τον οποίο είχαν την ίδια μητέρα, παίρνοντας τη γυναίκα εκείνου σύμφωνα με το νόμο, γέννησε τον Ιωσήφ, και έγινε ο Ιωσήφ σύμφωνα με το νόμο μεν γιος του Ηλί, σύμφωνα όμως με τη φύση γιος του Ιακώβ. Και επομένως ο μεν Ματθαίος έγραψε το φυσικό του πατέρα, ενώ ο Λουκάς τον νομικό» (Ζ).
Αλλά εάν σταθούμε μόνο έως εδώ η διαφορά των δύο γενεαλογιών δεν εξηγείται. Διότι εάν δεχτούμε ότι ο Ηλί και ο Ιακώβ ήταν αδέλφια που είχαν όχι μόνο την ίδια μητέρα, αλλά και τον ίδιο πατέρα, τότε στο πρόσωπο του πατέρα τους οι δύο γενεαλογίες θα συναντιούνταν και δεν θα διέφεραν όπως διαφέρουν τώρα. Για αυτό ο Ιούλιος ο Αφρικανός συμπλήρωσε και με νέα υπόθεση τη λύση που πρότεινε, με το να εισηγηθεί ότι οι Ιακώβ και Ηλί ήταν ετεροθαλή από τον πατέρα αδέλφια (g) όπως αναπτύσσει στον επόμενο στίχο και ο Ζ.


Λουκ. 3,24  τοῦ Ματθάν(1), τοῦ Λευΐ, τοῦ Μελχί, τοῦ Ἰωαννᾶ, τοῦ Ἰωσήφ(2),
Λουκ. 3,24  ο οποίος ήτο υιός του Ματθάν, υιός του Λευϊ, υιού του Μελχί, υιού του Ιωννά, υιού του Ιωσήφ,

(1)   «Είναι άλλος αυτός ο Ματθάν»ή Ματθάτ «και άλλος εκείνος» ο Μαθθάν ή Ματθάν που γράφει ο Ματθαίος. «Δηλαδή τη μητέρα του Ηλί και του Ιακώβ πρώτα μεν την παντρεύτηκε αυτός ο Ματθάν που γράφει ο Λουκάς και γέννησε τον Ηλί. Έπειτα, επειδή πέθανε εκείνος και αυτή ήταν χήρα, την πήρε ως γυναίκα του εκείνος ο Ματθάν που γράφει ο Ματθαίος, που ήταν από την ίδια μεν φυλή, αλλά από άλλη συγγένεια, και γέννησε τον Ιακώβ. Επομένως λοιπόν ο Ηλί και ο Ιακώβ έχουν την ίδια μεν μητέρα αλλά διαφορετικό πατέρα· και ανεβάζουν την καταγωγή της γενιάς τους ο μεν πατέρας του Ηλί μέχρι τον Ρησά τον γιο του Ζοροβάβελ, ενώ ο πατέρας του Ιακώβ, μέχρι τον Αβιούδ, τον γιο ομοίως του Ζοροβάβελ» (Ζ).
Και για να γίνει ακόμη σαφέστερο, σύμφωνα με τον Ιούλιο τον Αφρικανό, ο Ματθάν, καταγόμενος από τον Σολομώντα, πήρε σύζυγο την Εσθάν, από την οποία γέννησε τον Ιακώβ. Μετά το θάνατο του Ματθάν η χήρα Εσθά πήρε σύζυγο τον Ματθάτ, που καταγόταν από τον Νάθαν, και γέννησε γιο τον Ηλί. Ο Ιακώβ και ο Ηλί ήταν αδέλφια με την ίδια μητέρα, και ο ένας από αυτούς καταγόταν από τον Σολομώντα (μέσω του Ματθάν), ενώ ο άλλος από τον Νάθαν (μέσω του Ματθάτ). Ο Ηλί πέθανε χωρίς παιδιά, και ο αδελφός του Ιακώβ σύμφωνα με το νόμο παντρεύτηκε τη χήρα του και γέννησε τον Ιωσήφ, που ήταν πραγματικός γιος του Ιακώβ και καταγόταν λοιπόν από τον Σολομώντα, αλλά ήταν νομικός γιος του Ηλί και καταγόταν έτσι και από τον Νάθαν (Prat).
«Ο Ιακώβ επομένως και ο Ηλί είναι αδέλφια από την ίδια μητέρα, την Εσθά. Όταν ο Ηλί πήρε γυναίκα, επειδή πέθανε άτεκνος, όπως πρόσταζε ο νόμος, την πήρε ο Ιακώβ γυναίκα του ως αδελφός για να κάνει παιδί για χάρη του νεκρού αδελφού του Ηλί. Ο Ματθαίος λέγοντας το φυσικό πατέρα του Ιωσήφ, τον Ιακώβ, είπε και το γένος από όπου ο Ιωσήφ κατάγεται, ενώ ο Λουκάς ανέφερε το νομικό πατέρα του Ιωσήφ, τον Ηλί, και είπε και το γένος από όπου ο Ηλί κατάγεται» (σχ.).
Έτσι εξηγούνται οι διαφορές των δύο γενεαλογιών μέχρι τον Ζοροβάβελ. Ο Ματθαίος έχει τη σειρά των ονομάτων αυτών που κατάγονταν από τον Σολομώντα, ενώ ο Λουκάς τη σειρά των ονομάτων των απογόνων του Νάθαν.
(2)   Διαφορετικές γραφές: του Ματθάτ και σύμφωνα με άλλα χειρόγραφα Μαθθάθ, του Λευεί, του Μελχεί, του Ιανναί ή σύμφωνα με άλλα χειρόγραφα του Ιαννά.
 
Λουκ. 3,25  τοῦ Ματταθίου, τοῦ Ἀμώς, τοῦ Ναούμ, τοῦ Ἐσλίμ, τοῦ Ναγγαί,
Λουκ. 3,25  υιού του Ματταθίου, υιού του Αμώς, υιού του Ναούμ, υιού του Εσλίμ, υιού του Ναγγαί,
Λουκ. 3,26  τοῦ Μαάθ, τοῦ Ματταθίου, τοῦ Σεμεΰ, τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Ἰωδᾶ(1),
Λουκ. 3,26  υιού του Μαάθ, υιού του Ματταθίου, υιού του Σεμεΰ, υιού του Ιωσήφ, υιού του Ιωδά,
(1)   Διαφορετικές γραφές: Ματατθίου… Εσλεί ή σύμφωνα με πολλά άλλα χειρόγραφα Εσλί, του Ναγαί… του Σεμεΐ ή Σεμεεί ή Σεμεείν, του Ιωσήφ, του Ιούδα.

Λουκ. 3,27  τοῦ Ἰωαννάν(1), τοῦ Ῥησᾶ, τοῦ Ζοροβάβελ, τοῦ Σαλαθιήλ, τοῦ Νηρί(2),
Λουκ. 3,27  υιού του Ιωαννάν, υιού του Ρησά, υιού του Ζοροβάβελ, υιού του Σαλαθιήλ, υιού του Νηρί,
(1)   Διαφορετικές γραφές: του Ιωαννά ή του Ιωανάν ή του Ιωνάν… του Νηρεί.
(2)   «Τον Σαλαθιήλ ο μεν Ματθαίος τον ονόμασε γιο του Ιεχονίου… ενώ ο Λουκάς γιο του Νηρί» (Ζ). Ομοίως στο Ματθαίο ο Ζοροβάβελ έχει γιο τον Αβδιού και στον Λουκά γιο τον Ρησά. Αλλά τα δύο αυτά ονόματα Ζοροβάβελ και Σαλαθιήλ που συναντιούνται και στους δύο καταλόγους περίπου στη μέση τους, παρουσιάζεται σχεδόν βέβαιο, ότι ανήκουν στην ίδια εποχή σύμφωνα και με το Λουκά και το Ματθαίο. Αλλά τα ονόματα αυτά είναι ελάχιστα κοινά και θα ήταν έκτακτη και εκ πρώτης όψης απίθανη σύμπτωση δύο πρόσωπα που ανήκουν σε διαφορετικούς οίκους να έχουν κατά την ίδια εποχή τα ίδια ονόματα, αλλά και οι διάδοχοί τους πάλι να είναι συνώνυμοι. Επομένως οι Ζοροβάβελ και Σαλαθιήλ του Λουκά είναι οι ίδιοι με αυτούς του Ματθαίου.
Παρόλ’ αυτά το συμπέρασμα αυτό δεν θεωρήθηκε από άλλους ως οριστικό και αδιαμφισβήτητο. Τα ονόματα Ζοροβάβελ και Σαλαθιήλ μπορούσαν μετά την αιχμαλωσία να γίνουν πολύ συνηθισμένα, όπως έγινε κοινότατο στους Γάλλους το όνομα Ναπολέων μετά την αυτοκρατορία. Εάν πάλι δεν συναντιούνται αυτά στα βιβλία της Π.Δ., αυτό εξηγείται από το ότι δεν έχουμε πολλά βιβλία, των οποίων η συγγραφή να ανάγεται στους μεταιχμαλωσιακούς χρόνους. Άλλωστε και τα ονόματα Ιακώβ και Λευΐ, που συναντούμε πολλές φορές στους καταλόγους, δεν εμφανίζονται στην Π.Δ. παρά μόνο όταν πρόκειται να δηλωθούν οι γνωστοί πατριάρχες. Κανείς από τους συνονόματούς τους δεν κατέκτησε τη λαμπρότητά τους.
Ως προς τη διαδοχή των ίδιων ονομάτων (ο Σαλαθιήλ γέννησε τον Ζοροβάβελ) πρέπει να έχουμε υπ’ όψη ότι και στους νεώτερους Ιουδαίους ο πατέρας που έχει το όνομα Αβραάμ συνηθέστατα ονομάζει το γιο του Ισαάκ και αυτός πάλι το γιο του Ιακώβ, έτσι ώστε σε οικογένειες διαφορετικές να βρίσκονται οι ίδιες βιβλικές σειρές που κατεβαίνουν γενεαλογικά. Αυτό μπορούσε κατά τα χρόνια της αιχμαλωσίας να συμβεί και ως προς τα ονόματα Σαλαθιήλ και Ζοροβάβελ (Prat).
Σύμφωνα λοιπόν με την εκδοχή αυτή, οι Σαλαθιήλ και Ζοροβάβελ του Λουκά είναι πρόσωπα διαφορετικά των συνονόματών τους στο Ματθαίο. Αυτή η εκδοχή παρόλ’ αυτά δεν έγινε δεκτή από όλους.
Αν υποτεθεί λοιπόν ότι οι Σαλαθιήλ και Ζοροβάβελ είναι τα ίδια πρόσωπα και στο Ματθαίο και στο Λουκά, η λύση δίνεται ως ακολούθως:
«Τον Σαλαθιήλ ο μεν Ματθαίος τον ονόμασε γιο του Ιεχονίου ως φυσικό γιο του, ενώ ο Λουκάς τώρα, τον ονόμασε γιο του Νηρί ως νομικό γιο του. Ανεβάζουν λοιπόν και αυτοί την καταγωγή, ο μεν Νηρί στον Νάθαν, τον γιο του Δαβίδ, ενώ ο Ιεχονίας στον Σολομώντα, τον γιο ομοίως του Δαβίδ και οι δύο πάλι στον Δαβίδ» (Ζ).
Και πλατύτερα. Σύμφωνα με το Α΄ Παραλειπ. γ 18-19 ο Φαδαΐας υπήρξε αδελφός του Σαλαθιήλ και πατέρας του Ζοροβάβελ. Οι κώδικες όμως Βατικανός και Αλεξανδρινός στο Α΄Παραλ. γ 19 ονομάζουν τον Σαλαθιήλ πατέρα του Ζοροβάβελ. Το τελευταίο αυτό επιβεβαιώνεται και από τα χωρία Αγγαίου α 1, Α΄ Έσδρα ε 5 κτλ.
Σύμφωνα με αυτά ο Ζοροβάβελ είναι φυσικός μεν γιος του Φαδαΐα και της συζύγου του Σαλαθιήλ, σύμφωνα με το νόμο όμως είναι γιος και κληρονόμος του Σαλαθιήλ που πέθανε άτεκνος. Ο Σαλαθιήλ, φυσικός γιος του Ιεχονία καταγόταν από τον Σολομώντα μέσω του Ροβοάμ σύμφωνα με το Ματθαίο και από τον Νάθαν σύμφωνα με το Λουκά ως γιος του Νερί είτε επειδή παντρεύτηκε την κόρη και κληρονόμο του Νερί και έχοντας πεθερό τον Νερί, είτε ως γιος της χήρας του Νερί, οπότε θα ήταν κατά νόμον γιος του Νερί.
Παραμένει ήδη η απορία του πώς σύμφωνα μεν με το Ματθαίο γιος του Ζοροβάβελ είναι ο Αβιούδ, ενώ σύμφωνα με το Λουκά ο Ρησά. Σύμφωνα με το Α΄Παραλ. γ 19 γιοι του Ζοροβάβελ υπήρξαν οι «Μοσολλάμ και Ανανίας και Σαλωμεθί η αδελφή τους». Ούτε το όνομα του Ρησά αναφέρεται, ούτε του Αβιούδ. Μπορεί κάποιος λοιπόν να υποθέσει ότι είχε και άλλα παιδιά ο Ζοροβάβελ που δεν αναφέρονται στον κατάλογο ή ότι οι Αβιούδ και Ρησά είναι εγγόνια του· ειδικά για τον Ρησά ότι είναι εγγόνι του από την κόρη του (g) που παντρεύτηκε με άνδρα από το γένος του Νάθαν.
 
Λουκ. 3,28  (1)τοῦ Μελχί, τοῦ Ἀδδί, τοῦ Κωσάμ, τοῦ Ἐλμωδάμ, τοῦ Ἤρ,
Λουκ. 3,28   υιού του Μελχί, υιού του Αδδί, υιού του Κωσάμ, υιού του Ελμωδάμ, υιού του Ηρ,
Λουκ. 3,29  τοῦ Ἰωσῆ, τοῦ Ἐλιέζερ, τοῦ Ἰωρείμ, τοῦ Ματθάτ, τοῦ Λευΐ,
Λουκ. 3,29  υιού του Ιωσή, υιού του Ελιέζερ, υιού του Ιωρείμ, υιού του Ματθάτ, υιού του Λευϊ,
Λουκ. 3,30  τοῦ Συμεών, τοῦ Ἰούδα, τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Ἰωνᾶ, τοῦ Ἐλιακείμ,
Λουκ. 3,30  υιού του Συμεών, υιού του Ιούδα, υιού του Ιωσήφ, υιού του Ιωνά, υιού του Ελιακείμ,
Λουκ. 3,31  τοῦ Μελεᾶ, τοῦ Μαϊνάν, τοῦ Ματταθᾶ, τοῦ Νάθαν(2), τοῦ Δαυΐδ,
Λουκ. 3,31  υιού του Μελεά, υιού του Μαϊνάν, υιού του Ματταθά, υιού του Ναθαν, υιού του Δαυΐδ,
(1)   Διαφορετικές γραφές: Μελχεί, Αδδεί… Ελμαδάμ… Ιησού (αντί Ιωσή)… Ιωρίμ του Μαθθάθ ή Μαθθάτ ή Ματτάθ, του Λευεί ή Λευί… του Ιωνάμ ή Ιωανάν (αντί του Ιωνά)… του Μελεά ή Μελέα, του Μεννά (αντί Μαϊνάν) του Ματαθά ή Μετταθά, του Νάθαμ ή Ναθάμ, του Δαυείδ ή Δαβίδ ή Δαυίδ.
(2)   Σύμφωνα με το Β΄Βασιλ. ε 14,16 «αυτά είναι τα ονόματα αυτών που γεννήθηκαν από τον Δαβίδ στην Ιερουσαλήμ· Σαμμούς και Σωβάβ και Νάθαν και Σαλωμών… και… Ιεσσιβάθ, Νάθαν…». Δύο γιοι λοιπόν με το όνομα Νάθαν γράφονται ότι είναι του Δαβίδ. Από το Ζαχαρ. ιβ 12 πληροφορούμαστε ότι μεταξύ των φυλών, οι οποίες θα διακρίνονταν, θα ήταν «η φυλή του οίκου του Δαβίδ χωριστά… και η φυλή του οίκου του Νάθαν… και η φυλή του οίκου του Λευί». Όχι μόνο λοιπόν διακρίνεται ως ξεχωριστή η οικογένεια του Νάθαν, αλλά και εκπροσωπεί μαζί με την οικογένεια του Δαβίδ τον βασιλικό οίκο, μπαίνοντας μπροστά και από τη φυλή του οίκου του Λευί.
Λουκ. 3,32   (1)τοῦ Ἰεσσαί, τοῦ Ὠβήδ, τοῦ Βοόζ, τοῦ Σαλμών, τοῦ Ναασσών,
Λουκ. 3,32   υιού του Ιεσσαί, υιού του Ωβήδ, υιού του Βοόζ, υιού του Σαλμών, υιού του Ναασσών,
Λουκ. 3,33   τοῦ Ἀμιναδάβ, τοῦ Ἀράμ, τοῦ Ἰωράμ, τοῦ Ἐσρώμ, τοῦ Φαρές, τοῦ Ἰούδα,
Λουκ. 3,33   υιού του Αμιναδάβ, υιού του Αράμ, υιού του Ιωράμ, υιού του Εσρώμ, υιού του Φαρές, υιού του Ιούδα,
Λουκ. 3,34  τοῦ Ἰακώβ, τοῦ Ἰσαάκ, τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Θάρα, τοῦ Ναχώρ(2),
Λουκ. 3,34  υιού του Ιακώβ, υιού του Ισαάκ, υιού του Αβραάμ, υιού του Θαρα, υιού του Ναχώρ,
(1)   Διαφορετικές γραφές: του Ιωβήδ (αντί Ωβήδ) ή Ωβήλ, του Βόος ή Βοός. Και αντί του Αράμ υπάρχουν οι γραφές «του Αδμίν του Αρνί» ή του Αμίν του Αράμ ή του Αμιναδάμ του Αράμ του Ιωράμ ή του Αδάμ του Αράμ ή του Αδάμ, του Αδμίν, του Αρνί. Και Εσρών αντί Εσρώμ· και Θάρρα αντί Θάρα.
(2)   Οι δύο γενεαλογίες, και του Ματθαίου και του Λουκά, συμφωνούν στο μέχρι τον Αβραάμ τμήμα τους και μεταξύ τους και με την Π.Δ.

Λουκ. 3,35  (1)τοῦ Σερούχ, τοῦ Ῥαγαῦ, τοῦ Φάλεκ, τοῦ Ἔβερ, τοῦ Σαλᾶ,
Λουκ. 3,35  υιού του Σερούχ, υιού του Ραγαύ, υιού του Φαλεκ, υιού του Εβερ, υιού του Σαλά,
Λουκ. 3,36  τοῦ Καϊνάν(2), τοῦ Ἀρφαξάδ, τοῦ Σήμ, τοῦ Νῶε, τοῦ Λάμεχ,
Λουκ. 3,36  υιού του Καϊνάν, υιού του Αρφαξάδ, υιού του Σημ, υιού του Νώε, υιού του Λαμεχ,
Λουκ. 3,37  τοῦ Μαθουσάλα, τοῦ Ἐνώχ, τοῦ Ἰάρεδ, τοῦ Μαλελεήλ, τοῦ Καϊνάν,
Λουκ. 3,37  υιού του Μαθουσάλα, υιού του Ενώχ, υιού του Ιάρεδ, υιού του Μαλελεήλ, υιού του Καϊνάν,
Λουκ. 3,38  τοῦ Ἐνώς, τοῦ Σήθ, τοῦ Ἀδάμ(3), τοῦ Θεοῦ(4).
Λουκ. 3,38  υιού του Ενώς, υιού του Σηθ, υιού του Αδάμ. τον οποίον ως τέκνον του έπλασε κατ' ευθείαν ο Θεός.
(1)   Διαφορετικές γραφές: του Σαρούχ, του Ραγάβ, του Φαλέκ ή Φαλέγ, του Έβερ ή του Εβέρ… του Καϊνάμ… του Λάμεκ, του Μαθουσαλά… του Ιάρετ ή Ιάρεθ, του Μαλελεήλ, του Καϊνάμ.
(2)   Σύμφωνα με τους Ο΄ «ο Αρφαξάδ γέννησε τον Καϊνάν, και ο Καϊνάν γέννησε τον Σαλά, ο Σαλά γέννησε τον Έβερ» (Γεν. ι 24). Το όνομα όμως του Καϊνάν δεν βρίσκεται σε κανένα από τα εβραϊκά χειρόγραφα, ούτε σε κάποια άλλη μετάφραση που έγινε από το εβραϊκό πρωτότυπο. Αυτοί που εκφράζουν την υπόνοια, ότι ίσως πρόκειται για παρεμβολή και νόθευση, θεωρούν ως απίθανη και αβάσιμη την υπόθεση, ότι η νόθευση αυτή έγινε με βάση την αναφορά του Καϊνάν σε αυτόν το στίχο (δες p). Όσον αφορά τα άλλα, το τμήμα αυτό της γενεαλογίας του Λουκά συμφωνεί πλήρως με τις πληροφορίες από την Π.Δ.
(3)   Η επέκταση της γενεαλογίας και πέρα από τους Δαβίδ και Αβραάμ μέχρι τον γενάρχη του όλου ανθρωπίνου γένους, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με την περί καθολικής σωτηρίας διδασκαλία του ευαγγελίου του Παύλου. Για τους Ιουδαίους απαραίτητο ήταν να γνωρίσουν ότι ο Χριστός καταγόταν από τον Αβραάμ και τον Δαβίδ. Για αυτό ο Ματθαίος βάζει πρώτο αυτό στην αρχή του ευαγγελίου του.
Ο Λουκάς γράφοντας εξίσου προς όλους δείχνει ότι ο Μεσσίας συγγενεύει και με τους εθνικούς όπως και με τους Ιουδαίους και όλη η ανθρωπότητα μπορεί να αξιώσει αυτόν ως αδελφό (p).
(4)   Σοφά ο Λουκάς πρόσθεσε και αυτό. Ο Αδάμ υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος. Δεν γεννήθηκε αυτόματα, ούτε από πατέρα και μητέρα, αλλά από το Θεό, όχι όπως οι γιοι του Αδάμ είναι από το Θεό, αλλά με τρόπο τελείως ειδικό. Διότι την ύπαρξη, την οποία οι γιοι του Αδάμ οφείλουν στους γονείς τους λόγω της αγαθότητας του Δημιουργού τους, αυτό ο Αδάμ το πήρε άμεσα από τον Θεό. Ο Αδάμ υπήρξε εξ’ ολοκλήρου δημιουργία του Θεού, και όχι απλώς όπως όλα τα δημιουργήματα, αλλά πιο εξαιρετικό από αυτά. Δες Γεν. α 26 (b).
Ο Λουκάς πιθανότατα πρόσθεσε αυτό για τους εθνικούς αναγνώστες του για να υπενθυμίσει σε αυτούς την από το Θεό καταγωγή του ανθρωπίνου γένους. Αναιρεί έτσι τους μύθους, που κυκλοφορούσαν μεταξύ των εθνικών σε σχέση με την καταγωγή του ανθρώπου (p). Η Γραφή και όσον αφορά στις πρώτες αρχές του ανθρωπίνου γένους καθορίζει και ικανοποιεί πλήρως τη γνώση μας. Αυτοί που περιφρονούν ή αγνοούν αυτήν βρίσκονται σε αμφιβολία και πλάνη μεταξύ των προκοσμικών και μετακοσμικών χρόνων (b). Ανεβάζοντας τη γενεαλογία του ο Λουκάς από το δεύτερο Αδάμ μέχρι τον πρώτο και από αυτόν μέχρι το Θεό, υποδήλωνε, ότι όπως ο Θεός είχε δημιουργήσει άμεσα τον πρώτο Αδάμ φυσώντας στο χώμα, έτσι και το Άγιο Πνεύμα παρήγαγε αμέσως την ανθρώπινη φύση του δεύτερου Αδάμ στον κόλπο της Παρθένου για να σώσει την όλη ανθρωπότητα (L).
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας              Θφ = Θεοφύλακτος
Β = Βασίλειος ο Μέγας                Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας            Σγ = Σεβηριανός
Ζ = Ζιγαβηνός                              Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Η = Ησύχιος                                 Ω = Ωριγένης
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
F. Godet, Commentaire sur l’ Evangile de S. Luc 1888 (σημειώνεται με το g)
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Luc, Deuxieme edition      Paris 1921 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer.   A critical and exegetical commentary on the Gospel according to S. Luc, Fifth edition (1928) (σημειωνεται με το p.)
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by A. Fausset. Τόμ. II (σημειώνεται με το b)
.J. Owen, A Commentary on the Gospel of Luc, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)

 

(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 25-33 εκδόσεις «ο Σωτήρ», Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
(Οι παραπομπές των ονομάτων στο τέλος Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
Ματθ. 1,1 Βίβλος γενέσεως(1) Ἰησοῦ Χριστοῦ(2), υἱοῦ Δαυΐδ(3), υἱοῦ Ἀβραάμ(4).
Ματθ. 1,1  Βιβλίον της γενεαλογίας του Ιησού Χριστού, απογόνου κατά το ανθρώπινον του βασιλέως Δαυΐδ, ο οποίος πάλιν υπήρξεν απόγονος του πατριάρχου Αβραάμ.
«Το Ευαγγέλιο είναι λόγος ο οποίος εύλογα περιέχει αναγγελία αγαθών πραγμάτων και επειδή ωφελεί αυτόν που το ακούει τον ευφραίνει, εφόσον βέβαια αποδεχτεί αυτό που αναγγέλλει, ή είναι λόγος που περιέχει την παρουσία αγαθών» (Κ).
«Ευαγγέλιο ονομάζεται το παρόν βιβλίο» (Χ), «διότι αναγγέλλει σε εμάς πράγματα που είναι καλά» (Θφ)· «διότι ευαγγελίζεται σε όλους, την κατάργηση της κόλασης, τη διάλυση των αμαρτιών, τη δικαιοσύνη, τον αγιασμό, την απολύτρωση, την υιοθεσία, την κληρονομία των ουρανών» (Χ).
(1)   Ειπώθηκε πολύ σωστά, ότι η γενεαλογία αυτή αποτελεί ενωτικό σημείο μεταξύ της Π. και της Κ. Διαθήκης (F). Φράση που χρησιμοποιείται από τους Ο΄(μετάφραση των 70) στα Γέν. β 4 και ε 1 (b). Το Γεν. β 4 περιλαμβάνει τις αφηγήσεις της δημιουργίας του ανθρώπου, του παραδείσου, της πτώσης, της γέννησης του Κάιν και του Άβελ και των απογόνων του Κάιν μέχρι του Λάμεχ (a). Το Γεν. ε 1 περιλαμβάνει όχι μόνο την γενεαλογία του Αδάμ μέχρι του Ιάφεθ αναμιγμένη με κάποιες αφηγήσεις, αλλά και την εξιστόρηση της κακίας των ανθρώπων επί των ημερών του Νώε ε 1-στ 8 (p). Θα ερμηνεύσουμε· βιβλίο, στο οποίο καταγράφονται οι πρόγονοι κάποιου (g).
Ο τίτλος αυτός αναφέρεται κυρίως σε ό,τι αμέσως ακολουθεί, μέχρι το στίχο 17 αν και, λιγότερο πιθανώς, μπορεί να εφαρμοστεί στο όλο βιβλίο, σκοπός του οποίου είναι να αποδείξει, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Υιός του Δαβίδ κλπ. (b).
«Και για ποιό λόγο την αποκαλεί Βίβλο γενέσεως του Ιησού Χριστού; Παρόλο βεβαίως που δεν περιέχει μόνο αυτό, τη γέννηση δηλαδή, αλλά όλη την οικονομία (=το θείο σχέδιο της σωτηρίας). Διότι εδώ υπάρχει η συγκεφαλαίωση όλης της οικονομίας και αποβαίνει σε εμάς η αρχή και η ρίζα όλων των αγαθών… για αυτό ονόμασε το βιβλίο από το πιο σημαντικό από τα κατορθώματα» (Χ).
Από την έννοια της φράσης στα χωρία που αναφέρθηκαν, του Γεν. β 4 και ε 1 θα μπορούσε να βγει ως συμπέρασμα, ότι ο τίτλος αποτελεί την επιγραφή ολόκληρου του περιεχομένου των κεφ. α και β, πιθανότερα όμως αναφέρεται στη γενεαλογία, που ολοκληρώνεται στο στίχο 17 (S).
Ο ευαγγελιστής αναμφίβολα είχε στο νου την Γένεση των Ο΄ όταν προτιμούσε τον τίτλο αυτόν και πιθανώς από τους Ο΄ δανείστηκε τη γενεαλογία, αν και θα μπορούσε να έχει βρει ήδη συλλεγμένη αυτήν σε κάποια από τα ιουδαϊκά αρχεία (p).
(2)   Η φράση «Ιησού Χριστού» συναντιέται στους συνοπτικούς μόνο εδώ και στα Ματθ. α 18 ιστ 21, Μάρκ. α 1.
«Χριστοί (=χρισμένοι) λέγονταν οι βασιλιάδες και οι ιερείς. Διότι χρίονταν με το άγιο λάδι που ανέβλυζε από το κεράτινο δοχείο που το έβαζαν πάνω στο κεφάλι. Λέγεται λοιπόν ο Κύριος Χριστός ως βασιλιάς και ως ιερέας… και χρίστηκε και αυτός κατεξοχήν με το αληθινό λάδι, το Άγιο Πνεύμα. Διότι ποιός άλλος είχε το Πνεύμα όπως ο Κύριος;» (Θφ).
Η λέξη Χριστός έχασε τη σημασία της ως επίθετο (=χρισμένος, δηλαδή Μεσσίας), την οποία εξέφραζε σε συνδυασμό με το άρθρο (ο Χριστός) και έγινε κύριο όνομα. Δες επίσης και Ιω. α 17, όπου χρησιμοποιείται με την ίδια έννοια (S). Από ονομασία που δήλωνε το προφητικό αρχιερατικό και βασιλικό αξίωμα του Κυρίου, έγινε κύριο όνομα (ο).
«Αυτό το Ιησούς, δεν είναι όνομα ελληνικό, αλλά στην εβραϊκή γλώσσα έτσι λέγεται, Ιησούς· το οποίο σημαίνει, αν το μεταφράσουμε στην ελληνική γλώσσα, Σωτήρας· και Σωτήρας από το ότι έσωσε το λαό του» (Χ).
Στην Κ.Δ. με το ίδιο όνομα αναφέρεται ο Ιησούς του Ναυή (Εβρ. δ 8) και ο συνεργός του Παύλου ο Ιησούς ο λεγόμενος Ιούστος (Κολ. δ 11) (ο).
(3)   «Και γιατί δεν είπε γιου του Αβραάμ και στη συνέχεια γιου του Δαβίδ; Τον Δαβίδ τον είχαν όλοι στο στόμα τους, και λόγω της λαμπρότητάς του και λόγω του χρόνου· διότι δεν είχε πεθάνει πριν από τόσα πολλά χρόνια όσο ο Αβραάμ» (Χ).
«Και κανείς δεν τον αποκαλούσε υιό Αβραάμ, αλλά όλοι υιό Δαβίδ. Έτσι λοιπόν άρχισε από τον πιο γνωστό και ανέβηκε στον παλαιότερο» (Ζ).
Ο Αβραάμ υπήρξε ο πρώτος, ο Δαβίδ ο τελευταίος από τους ανθρώπους, στους οποίους έγινε η υπόσχεση για τον Μεσσία. Για αυτό ονομάστηκε υιός Δαβίδ, εφόσον ο Δαβίδ υπήρξε και ο άμεσος πρόγονός του (b). Για κάθε Χριστιανό που προερχόταν από τους Ιουδαίους, η μεσσιακή ιδιότητα του Ιησού θα εξαρτιόταν από την καταγωγή του από τον Δαβίδ και είναι γεγονός, ότι τονίζεται ιδιαιτέρως αυτή η καταγωγή στα πρώτα αποστολικά κηρύγματα προς τους Ιουδαίους. Δες Πράξ. β 30,ιβ 23 και Ρωμ. α 3,Β΄Τιμ. β 8,Απ. κβ 16 (S).
(4)   «Ονόμασε το Χριστό γιο μεν του Δαβίδ, ενώ τον Δαβίδ γιο του Αβραάμ, οδηγώντας τη σκέψη των ακροατών στο να θυμηθούν τις υποσχέσεις. Διότι από παλιά ο Θεός υποσχέθηκε και στον Αβραάμ και στο Δαβίδ ότι θα αναστήσει από το σπέρμα τους το Χριστό. Επειδή οι ακροατές ήταν Ιουδαίοι, γνώριζαν αυτές τις υποσχέσεις» (Ζ).
«Όπως είναι πρέπον λοιπόν, από αυτόν (τον Αβραάμ) γενεαλογεί το Χριστό· διότι ο Χριστός είναι το σπέρμα του Αβραάμ, μέσω του οποίου ευλογηθήκαμε όλοι οι εθνικοί, οι πρώην καταραμένοι» (Θφ). Η καταγωγή του Μεσσία από τον Αβραάμ τονίζεται στη Διαθήκη των 12 Πατριαρχών, Λευΐ 8,15 (a). Ο Μάρκος αρχίζοντας το ευαγγέλιό του ονομάζει τον Ιησού γιο όχι του Δαβίδ αλλά του Θεού, διότι αρχίζει την αφήγησή του από το βάπτισμα του Ιησού από τον Ιωάννη, όπου ο Κύριός μας αποδείχτηκε Υιός του Θεού. Έτσι ο καθένας από τους ευαγγελιστές διακηρύσσει τον σκοπό του έργου του στον τίτλο (b).
«Ο Ματθαίος γράφοντας προς αυτούς που προέρχονταν από την περιτομή (τους Εβραίους), δεν ανέβασε τη γενεαλογία πιο πάνω από τον Αβραάμ… δείχνοντας μόνο ότι αυτός βλάστησε από το σπέρμα του Αβραάμ και του Δαβίδ σύμφωνα με τις υποσχέσεις σε εκείνους· διότι τίποτα δεν ανέπαυε τόσο πολύ τους πιστούς τους προερχομένους από τους Ιουδαίους, όσο το να μάθουν, ότι ο Χριστός ήταν από το σπέρμα του Αβραάμ και του Δαβίδ, μιας και πάντοτε τον προσδοκούσαν ότι από εκεί θα προέλθει· ο Λουκάς όμως, επειδή μέσω του Θεοφίλου μιλούσε γενικά σε όλους τους πιστούς, κάνει πλήρη τη γενεαλογία αρχίζοντας μάλλον από κάτω από το Χριστό και ανεβαίνοντας μέχρι τον Αδάμ» (Ζ)

Ματθ. 1,2  Ἀβραὰμ ἐγέννησε(1) τὸν Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ(2), Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰούδαν(3) καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ,
Ματθ. 1,2   Διότι ο Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, ο Ισαάκ δε εγέννησε τον Ιακώβ, ο δε Ιακώβ εγέννησε τον Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού.
(1)   «Υπήρχε συνήθεια να γενεαλογούνται οι άνδρες. Διότι ο άνδρας σπέρνει, και αυτός είναι αρχή και ρίζα του παιδιού και κεφαλή της γυναίκας· ενώ η γυναίκα με το να τρέφει και να θάλπει και να συναυξάνει το σπέρμα, έχει δοθεί ως βοηθός στον άνδρα» (Ζ).
Ο Ματθαίος απαριθμώντας τους προγόνους του Κυρίου μας χρησιμοποιεί την κατιούσα (=προς τα κάτω) σειρά (αν και στο στίχο 1 χρησιμοποίησε και την ανιούσα (=προς τα πάνω), και αρχίζει από τον Αβραάμ, αντί για τον Αδάμ, όχι για να αποκλείσει τα έθνη, αφού μέσω του Αβραάμ όλα τα έθνη ευλογήθηκαν (b). Το να είναι κάποιος γιος του Αβραάμ σήμαινε ότι ήταν ένας αληθινός Ιουδαίος και αποτελούσε αφορμή καύχησης. Δες και Ματθ. γ 8 (S). Ολόκληρος ο στίχος 2 προέρχεται από το Α΄ Παραλ. α 34 και β 1 (a).
(2)   «Για ποιο λόγο δεν ανέφερε και τον αδελφό του (τον Ησαύ) όταν ήλθε στον Ιακώβ, αλλά αναφέρει τον Ιούδα και τους αδελφούς του; Κάποιοι μεν λένε λόγω του κακού χαρακτήρα του Ησαύ… εγώ όμως δεν θα το έλεγα αυτό. Διότι αν ήταν αυτό, πώς ύστερα από λίγο ανέφερε τέτοιες (κακής φήμης) γυναίκες; Για ποιό λόγο λοιπόν δεν τον ανέφερε; Διότι δεν είχαν καμία σχέση με τους Ισραηλίτες οι Σαρακηνοί και οι Ισμαηλίτες και οι Άραβες, και όσοι έγιναν από τους προγόνους εκείνων. Για αυτό εκείνους μεν τους αποσιώπησε, σπεύδει δε να αναφέρει τους προγόνους του Χριστού και του ιουδαϊκού λαού» (Χ).
(3)   Από όλους τους γιους του ο πατριάρχης Ιακώβ πεθαίνοντας (Γεν. μθ 10) ξεχώρισε τον Ιούδα ως προορισμένο να πάρει το βασιλικό αξίωμα (S). Ανάμεσα στους 12 γιους του Ιακώβ, ο Ιούδας θα ήταν ο μόνος κληρονόμος της μεσσιανικής υπόσχεσης, από την άποψη ότι από αυτόν κατά το ανθρώπινο θα καταγόταν ο Μεσσίας. Δες Γεν. μθ 10 και Εβρ. ζ 14 και Αποκ. ε 5 (F).

Ματθ. 1,3  Ἰούδας δὲ ἐγέννησε(1) τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ(2) ἐκ τῆς Θάμαρ(3), Φαρὲς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐσρώμ(4), Ἐσρὼμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀράμ,
Ματθ. 1,3   Ο Ιούδας δε εγέννησε από την νύμφην αυτού Θάμαρ τους διδύμους Φαρές και Ζαρά, ο Φαρές δε εγέννησε τον Εσρώμ, ο Εσρώμ δε εγέννησε τον Αράμ.
(1)   «Ο Ιούδας πήρε την Θάμαρ νύφη για τον πρώτο του γιο τον Ηρ· επειδή αυτός πέθανε χωρίς παιδιά, την πάντρεψε με τον δεύτερο [Αυνάν] και όταν και αυτός ομοίως πέθανε, υποσχέθηκε να την παντρέψει και με τον τρίτο [Σηλώμ]· επειδή φοβήθηκε όμως μήπως και αυτός πεθάνει αμέσως, ανέβαλλε τον γάμο. Η νύφη όμως επειδή επιθυμούσε πάρα πολύ να πάρει σπέρμα από το γένος του Αβραάμ… μεταμφιεσμένη σε πόρνη κάθισε στις πύλες της πόλης με σκεπασμένο το πρόσωπο. Βλέποντας αυτήν ο Ιούδας και αγνοώντας μπήκε στο σπίτι της σαν σε πόρνη και αφού ενώθηκε σαρκικά μαζί της την κατέστησε έγκυο διδύμων τέκνων» (Ζ).
(2)   «Όταν γεννούσε αυτούς, πρόβαλλε το πρώτο από τα παιδιά από τη μήτρα δίνοντας την εντύπωση ότι θα γεννηθεί πρώτος· και η μαία σύντομα έδεσε με κόκκινη κλωστή το χέρι του παιδιού που βγήκε για να γνωρίζεται αυτός που γεννήθηκε πρώτος· αλλά μάζεψε το χέρι το παιδί μέσα… και γεννήθηκε πρώτο το άλλο παιδί και έπειτα εκείνο που άπλωσε το χέρι. Ονομάστηκε λοιπόν αυτός μεν που πρώτος γεννήθηκε Φαρές, το οποίο σημαίνει διακοπή, διότι διέκοψε τη φυσική σειρά» (Θφ). «Αυτό ήταν συμβολισμός των δύο λαών· κατά τους χρόνους δηλαδή του Αβραάμ εμφανίζεται η εκκλησιαστική πολιτεία, η οποία όμως παρήκμασε στο μεταξύ και παρουσιάστηκε ο ιουδαϊκός λαός και ο Μωσαϊκός νόμος και τότε έχουμε την εμφάνιση ολόκληρου του νέου λαού και των νόμων του» (Χ).
(3)   Είναι αξιοσημείωτο ότι τα ονόματα γυναικών, Θάμαρ, Ραχάβ, Ρουθ και της συζύγου του Ουρίου παρεμβάλλονται στη γενεαλογία. Η Ρουθ υπήρξε Μωαβίτισα και όχι Ιουδαία και οι άλλες τρεις υπήρξαν ένοχες βαρέων αμαρτημάτων. Η παράθεση ονομάτων, τα οποία μπορούσαν να θεωρηθούν ακατάλληλα για να μπουν στη γενεαλογία του Μεσσία έγινε σκόπιμα.
«Διότι για αυτό ήλθε, όχι για να αποφύγει τα δικά μας (κακά), αλλά για να τα εξαφανίσει… και αξίζει να τον θαυμάζουμε… ότι καταδέχτηκε να έχει τέτοιους συγγενείς, χωρίς καθόλου να ντρέπεται τα δικά μας κακά… διδάσκοντας και εμάς με αυτά, να μη σκεπάζουμε το πρόσωπό μας από ντροπή για την κακία των προγόνων μας, αλλά ένα μόνο να επιζητούμε, την αρετή. Διότι ένας τέτοιος άνθρωπος (ενάρετος), και αν ακόμη έχει πρόγονο αλλόφυλη, και αν πόρνη, και αν οτιδήποτε άλλο είναι, σε τίποτα δεν θα μπορέσει να βλαφτεί» (Χ).
«Η μεν Θάμαρ ήταν με παράνομο γάμο… η δε Ραχάβ ήταν πόρνη, η Ρουθ αλλόφυλη, η Βηρσαβεέ η γυναίκα του Ουρίου ήταν μοιχαλίδα… Ο Χριστός ήλθε ως γιατρός, όχι ως κριτής» (Ζ). Η φράση πάρθηκε από το Α΄ Παραλ. β 4 («και η Θάμαρ η νύφη του γέννησε σε αυτόν τον Φαρές και τον Ζαρά»), το οποίο δείχνει, ότι έβλεπε ο συγγραφέας το Α΄ Παραλ. β 4 (a).
(4)   Ο Εσρώμ γεννήθηκε στη Χαναάν, πριν ο Ιακώβ μεταναστεύσει στην Αίγυπτο (Γεν. μστ 12). Από την άλλη ο Ναασσών που αναφέρεται στο στίχο 4 ήταν αρχηγός της φυλής Ιούδα κατά την εποχή της εξόδου του Ισραήλ από την Αίγυπτο (Αριθμ. α 7 και Α΄ Παραλ. β 10). Ο κατάλογος λοιπόν αριθμεί μόνο τρεις γενεές για τα πάνω από 400 έτη, τα οποία διήρκεσε η παραμονή των Ιουδαίων στην Αίγυπτο. Πρέπει λοιπόν να παραλείφθηκαν στο μεταξύ κάποια πρόσωπα στον κατάλογο (F).

Ματθ. 1,4  Ἀρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμιναδάβ, Ἀμιναδὰβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ναασσών(1), Ναασσὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Σαλμών,
Ματθ. 1,4   Ο Αράμ δε εγέννησε τον Αμιναδάβ, ο Αμιναδάβ δε εγέννησε τον Ναασσών, ο Ναασσών δε εγέννησε τον Σαλμών.
(1)   Σύγχρονος του Μωϋσή. Η σιγή ως προς τον Μωϋσή, που τηρείται σε όλο τον κατάλογο, είναι αξιοσημείωτη (b). Ο κατάλογος περιορίζεται στα ουσιώδη και είναι πιο σύντομος και από αυτόν που βρίσκεται στο Α΄ Παραλ. β 10 (L). Τα ονόματα Ναασσών και Σαλμών τα πήρε από το Α΄ Παραλ. β 10 σύμφωνα με τους Ο΄. Και αυτά και το παραπάνω όνομα Εσρώμ δείχνουν ότι ο συλλογέας του καταλόγου χρησιμοποίησε τύπους των Ο΄(της μετάφρασης των 70) (a).

Ματθ. 1,5  Σαλμὼν(1) δὲ ἐγέννησε τὸν Βοὸζ(2) ἐκ τῆς Ῥαχάβ(3), Βοὸζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὠβὴδ(4) ἐκ τῆς Ῥούθ(5), Ὠβὴδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεσσαί,
Ματθ. 1,5   Ο Σαλμών δε εγέννησε τον Βοόζ από την τέως αμαρτωλήν Ραχάβ, ο Βοόζ δε εγέννησε τον Ωβήδ από την Μωαβίτιδα Ρούθ, ο Ωβήδ δε εγέννησε τον Ιεσσαί.
(1)   Η γέννηση του Βοόζ από τον Σαλμών συμφωνεί με τους καταλόγους που βρίσκονται στα χωρία Ρουθ δ 20 και Α΄ Παραλ. β 11, αλλά πουθενά αλλού στην Π.Δ. δεν αναφέρεται ότι η πόρνη Ραχάβ ήταν μητέρα του Βοόζ (S).
«Κάποιοι νομίζουν ότι αυτή είναι εκείνη η Ραάβ η πόρνη, η οποία δέχτηκε τους κατασκόπους του Ιησού του Ναυή. Και διέσωσε αυτούς και διασώθηκε και η ίδια» (Θφ). Από την κυρίευση της Ιεριχούς από τον Ιησού μέχρι τη γέννηση του Δαβίδ πέρασαν 350 έτη, περίοδος προφανώς πολύ μεγάλη για τρεις γενεές, όσες αριθμούνται στον κατάλογο του Ματθαίου ότι έζησαν κατά το διάστημα αυτό. Είναι λοιπόν πιθανόν, ότι ο κατάλογος και στο σημείο αυτό αποσιωπά κάποια ονόματα (F).
(2)    Αυθεντική γραφή Βόες. Στο Α΄ Παραλ. β 11 υπάρχει ο τύπος Βόος ή Βόοζ.
(3)   Η Ραχάβ εξαίρεται στα ιουδαϊκά συναξάρια. Δες και Εβρ. ια 31, Ιακ. β 25. Υποτίθεται, ότι έγινε προσήλυτη και σύμφωνα με κάποια παράδοση παντρεύτηκε τον Ιησού του Ναυή. Κάποιο χωρίο του Ταλμούδ (Τ.Β. Μegilla,14β) αναφέρει: «Οκτώ προφήτες, οι οποίοι συγχρόνως ήταν και ιερείς, κατάγονται από την Ραχάβ» (S).
(4)   Αυθεντική γραφή Ιωβήδ.
(5)   Άλλος τύπος προσηλύτου (L). Η ειδική σημασία της Ρουθ ήταν, ότι υπήρξε Μωαβίτισα και ανήκε λοιπόν σε έθνος ιδιαιτέρως μισητό στους Εβραίους. Δες Δευτερ. κγ 3, όπου κάποιος Μωαβίτης αποκλείστηκε από τη συναγωγή μέχρι δεκάτης γενεάς. Δες ομοίως Νεεμ. ιγ 1 (S).

Ματθ. 1,6  Ἰεσσαὶ δὲ ἐγέννησε τὸν Δαυΐδ τὸν βασιλέα(1). Δαυΐδ δὲ ὁ βασιλεὺς ἐγέννησε τὸν Σολομῶντα(2) ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου(3),
Ματθ. 1,6  Ο Ιεσσαί δε εγέννησε τον βασιλέα Δαυΐδ, ο δε βασιλεύς Δαυίδ εγέννησε τον Σολομώντα από την γυναίκα του Ουρίου.
(1)   Ο Δαβίδ ονομάζεται με τρόπο ειδικό «ο βασιλιάς» όχι μόνο διότι είναι ο πρώτος βασιλιάς από αυτούς που αναφέρονται σε αυτήν τη γενεαλογία, αλλά και διότι ο θρόνος του ήταν υπεσχημένος στον Μεσσία. Δες Λουκ. α 32 (b). Το βασιλικό αξίωμα που αποκτήθηκε από τον Δαβίδ και χάθηκε από τους απογόνους του στην αιχμαλωσία, ανακτήθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Με την αναφορά του Δαβίδ οι πρώτες 14 γενεές συμπληρώνονται. Είναι αξιοσημείωτο, ότι εκτός από την προσθήκη των ονομάτων των γυναικών και τη λέξη «τον βασιλέα» τα τελευταία δέκα ονόματα του καταλόγου του Ματθαίου συμφωνούν ακριβώς με τη μικρή γενεαλογία στο χωρίο Ρουθ δ 18-21. Η αρχική πηγή και για τις δύο είναι πιθανώς το Α΄ Παραλ. κεφάλαια α-β (S).
(2)   Αυθεντική γραφή Σολομώνα. Το δεύτερο τμήμα του καταλόγου αριθμεί τα ονόματα των βασιλέων από τον Σολομώντα μέχρι τον Ιεχονία, ο οποίος έχασε το θρόνο του και οδηγήθηκε στην εξορία. Και για να επιτευχθεί η επιζητούμενη συμμετρία των 14 γενεών αποσιωπούνται τρία ονόματα μετά τον Ασά. Πηγή του καταλόγου αυτού είναι το Α΄ Παραλ. γ 5,10-15 σύμφωνα με τους Ο΄(S).
(3)   «Αναφέρει και τη γυναίκα του Ουρίου, για να υποδηλώσει, ότι δεν πρέπει να ντρεπόμαστε για τους προγόνους μας, αλλά μάλλον να επιδιώκουμε με τη δική μας αρετή να λαμπρύνουμε και εκείνους· και ότι όλοι είναι δεκτοί για το Θεό, ακόμη και αν γεννηθούν από πόρνη, μόνο εάν έχουν αρετή» (Θφ).

Ματθ. 1,7  Σολομὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ῥοβοάμ, Ῥοβοάμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιά, Ἀβιὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀσά(1),
Ματθ. 1,7   Ο Σολομών δε εγέννησε τον Ροβοάμ, ο Ροβοάμ δε εγέννησε τον Αβιά, ο Αβιά δε εγέννησε τον Ασά.
(1)   Στο Α΄ Παραλ. γ 10-11 αναγράφεται το όνομα Ασά και ο Ιώσηπος ονομάζει αυτόν το βασιλιά Άσανον (a).

Ματθ. 1,8  Ἀσὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσαφάτ, Ἰωσαφάτ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωράμ, Ἰωρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὀζίαν(1),
Ματθ. 1,8  Ο Ασά δε εγέννησε τον Ιωσαφάτ, ο Ιωσαφάτ δε εγέννησε τον Ιωράμ, ο Ιωράμ δε εγέννησε τον Οζίαν.
(1)   Στο βιβλίο των Βασιλειών (Δ΄ Βασ. η 25) τον Ιωράμ διαδέχεται ο Οχοζίας, πατέρας του Ιωάς, ο οποίος υπήρξε πατέρας του Αμασίου, ο οποίος γέννησε τον Αζαρία ή Οζία. Ο Ματθαίος λοιπόν αποσιώπησε τρία ονόματα.
«Προσπέρασε τρεις βασιλιάδες λόγω της υπερβολικής τους ασέβειας. Διότι ο Οχοζίας, που ήταν γαμπρός του Αχάβ του βασιλιά του Ισραήλ, μιμήθηκε με ζήλο την ασέβειά του, όπως λέει το βιβλίο των Βασιλειών. Και ο Ιωάς αφού αρχικά ευαρέστησε το Θεό, ύστερα ειδωλολάτρησε, ο οποίος και τον Αζαρία τον γιο του Ιωδάε του ιερέα, ο οποίος τον έλεγξε για την ασέβειά του, διέταξε να τον λιθοβολήσουν όπως έχει γραφτεί στο δεύτερο βιβλίο Παραλειπομένων. Και ο Αμασίας, ενώ αρχικά ευαρέστησε το Θεό, όταν κυρίευσε την Ιδουμαία, θυσίασε στα λάφυρα που βρήκε, στα είδωλα της Ιδουμαίας, όπως και για αυτόν έχει γραφτεί στο Β΄ Παραλειπομένων» (Χ).
Σύμφωνα με τον Ιερώνυμο «εφόσον ο ευαγγελιστής είχε πρόθεση να τοποθετήσει τρεις δεκατετράδες στις διάφορες χρονικές εποχές και ο Ιωράμ είχε αναμιχτεί με το γένος της ασεβούς Ιεζάβελ, εξάλειψε τη μνήμη του μέχρι τρίτης γενεάς». Πράγματι η Αταλία, μητέρα του Οχοζίου, ήταν κόρη της Ιεζάβελ. Την τελευταία όμως αυτήν κάνει μισητή, όχι η εθνική καταγωγή της, αλλά οι διωγμοί της εναντίον των προφητών με σκοπό να καταργήσει τη λατρεία του Ιεχωβά. Είναι αλήθεια, ότι ο Μανασσής συμπεριφέρθηκε πολύ κακά, αλλά μετανόησε. Είναι επίσης δυνατόν η καταδίκη αυτή της εξάλειψης του ονόματος να έγινε από τη συναγωγή, έτσι ώστε τα ονόματα αυτά να μην εμφανίζονται στους γενεαλογικούς πίνακες (L).

Ματθ. 1,9  Ὀζίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωάθαμ, Ἰωάθαμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἄχαζ, Ἄχαζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐζεκίαν,
Ματθ. 1,9   Ο Οζίας δε εγέννησε τον Ιωάθαμ, ο Ιωάθαμ δε εγέννησε τον Αχαζ, ο Αχαζ δε εγέννησε τον Εζεκίαν.
(1)   Έτσι συλλαβίζεται το όνομα στην εβραϊκή. Οι Ο΄ παραλλάσσουν ανάμεσα στο Αμών και το Αμώς. Εδώ το Αμώς είναι η αυθεντική γραφή (S).

Ματθ. 1,10 Ἐζεκίας δὲ ἐγέννησε τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμών, Ἀμὼν(1) δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσίαν,
Ματθ. 1,10  Ο Εζεκίας δε εγέννησε τον Μανασσή, ο Μανασσής δε εγέννησε τον Αμών, ο Αμών δε εγέννησε τον Ιωσίαν.
(1)   Το κείμενο όπως έχει εδώ είναι γεμάτο δυσκολίες. Εάν υποθέταμε μαζί με τον Allen ότι το Ιεχονίας είναι παραφθορά του ονόματος Ιωαχίμ, η σύγχυση θα εκμηδενιζόταν, οπότε θα είχαμε «Ιωσίας δε εγέννησεν τον Ιωακίμ ή Ιωαχίμ», το οποίο θα ανταποκρινόταν στο Α΄ Παραλ. γ 15. Ο συγγραφέας όμως των Παραλειπομένων είχε ειδικό λόγο να σημειώσει τους αδελφούς του Ιωακίμ, χωρίς να αναφέρει αυτούς ονομαστικά, διότι δύο από αυτούς, ο Ιωανάν και ο Σεδεκίας βασίλευαν τότε, ο τελευταίος μάλιστα ήταν το τελευταίο μέλος της Δαβιτικής καταγωγής το οποίο έφερε το στέμμα. Επιπλέον οι δύο αυτοί δεν αναφέρονται ονομαστικά, διότι δεν αποτελούν κρίκους στη γενεαλογία.
Αλλά και άλλη δυσκολία θα απομακρυνόταν. Τώρα με τη διπλή απαρίθμηση του Ιεχονίου, το επόμενο τμήμα του γενεαλογικού καταλόγου (σ. 11-16) εμφανίζει 13 μόνο ονόματα. Ενώ εάν στο στίχο 11 αντικατασταθεί το όνομα Ιεχονίας με το Ιωακίμ, ώστε ο στίχος 12 να αρχίζει με τον Ιεχονία ως πρώτο στον κατάλογο που ακολουθεί μετά την αιχμαλωσία, τότε θα έχουμε και στο τελευταίο αυτό τμήμα του καταλόγου 14 νέα ονόματα (S). Ο Ιεχονίας άλλωστε ήταν, όπως φαίνεται, μόλις 18 ετών, όταν οδηγήθηκε στην αιχμαλωσία (L).
(2)   «Η φράση «κατά την αιχμαλωσία» σημαίνει κοντά στον καιρό της αιχμαλωσίας» (Ζ). Η λέξη μετοικεσία είναι σπάνια και συναντιέται 10 φορές στους Ο΄ (a). Πιο καλή είναι η λέξη μετοίκηση= μετανάστευση από έναν τόπο σε άλλον· ειδικότερα εκείνη, στην οποία κάποιος από άλλον εξαναγκάζεται, όσον αφορά την αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα (g).
«Μετοικεσία λέει την αιχμαλωσία, την οποία ύστερα υπέστησαν όταν όλοι μαζί οδηγήθηκαν στη Βαβυλώνα» (Θφ).
(3)   Δηλαδή στη Βαβυλώνα (b). Η αναφορά της αιχμαλωσίας κλείνει φυσικά το τμήμα αυτό του καταλόγου, δηλώνοντας ότι το βασιλικό αξίωμα που αποκτήθηκε από τον Δαβίδ χάθηκε τώρα για τους απογόνους του (S).

Ματθ. 1,11 Ἰωσίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεχονίαν(1) καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας(2) Βαβυλῶνος(3).
Ματθ. 1,11  Ο Ιωσίας δε εγέννησε τον Ιεχονίαν και τους αδελφούς αυτού κατά την εποχήν, που απήχθησαν αιχμάλωτοι εις την Βαβυλώνα οι Ιουδαίοι.
(1)   Δηλαδή αφού μετανάστευσαν στη Βαβυλώνα (b) και όχι μετά το τέλος της αιχμαλωσίας, διότι είναι βέβαιο, ότι ο Ζοροβάβελ γεννήθηκε ενώ διαρκούσε η αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα (F).
(2)   Ο Ιεχονίας κρατήθηκε φυλακισμένος για 37 έτη και αποκαταστάθηκε στο βασιλικό του αξίωμα από τον διάδοχο του Ναβουχοδονόσορα. Δες Δ΄ Βασ. κδ 8-17 και Ιερ. νβ 31-34 (L).
(3)   Στο Α΄ Παραλ. γ 19 κατά το εβραϊκό πρωτότυπο ο Ζοροβάβελ παρουσιάζεται ως γιος του Φαδαΐα, αλλά στους Ο΄ στο ίδιο χωρίο ο Ζοροβάβελ μαρτυρείται σαν ένας από τους γιους του Σαλαθιήλ. Αυτό αποτελεί άλλη ένδειξη, ότι ο Ματθαίος χρησιμοποιούσε τους Ο΄ (S). Η διαφορά με το εβραϊκό πρωτότυπο εξηγείται με την πιθανότατη εκδοχή, ότι ο Φαδαΐας πήρε σύζυγο την χήρα του Σαλαθιήλ όταν πέθανε (F).
(4)   Τα ονόματα που ακολουθούν μετά τον Ζοροβάβελ προέρχονται από άγνωστη πηγή, ίσως από την οικογένεια του Ιησού (S). Ο Ματθαίος και ο Λουκάς συναντιούνται στις γενεαλογίες τους στα δύο αυτά ονόματα (Ζοροβάβελ και Σαλαθιήλ), και έπειτα και οι δύο παραθέτουν σειρά ονομάτων που δεν αναφέρονται στη Βίβλο. Αλλά ο Λουκάς έχει 18 ονόματα που παρεμβάλλονται μεταξύ Ζοροβάβελ και Ιωσήφ. Είναι άγνωστο σε ποιο σημείο του καταλόγου ο Ματθαίος τον συντομεύει. Σαφές μόνο είναι, ότι ο Ματθαίος δεν υπολογίζει τους απογόνους του Ζοροβάβελ, των οποίων ο κατάλογος παρατίθεται στο Α΄ Παραλ. γ 21-24 (L).
Ματθ. 1,12 Μετὰ δὲ τὴν μετοικεσίαν(1) Βαβυλῶνος Ἰεχονίας(2) ἐγέννησε τὸν Σαλαθιήλ, Σαλαθιὴλ(3) δὲ ἐγέννησε τὸν Ζοροβάβελ(4),
Ματθ. 1,12  Επειτα δε από την βιαίαν αυτήν μετανάστευσιν των Ιουδαίων εις Βαβυλώνα και την ζωήν των εκεί ως αιχμαλώτων, ο Ιεχονίας εγέννησε τον Σαλαθιήλ, ο δε Σαλαθιήλ εγέννησε τον Ζοροβάβελ.
Ματθ. 1,13 Ζοροβάβελ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιούδ, Ἀβιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιακείμ, Ἐλιακεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀζώρ,
Ματθ. 1,13  Ο Ζοροβάβελ δε εγέννησε τον Αβιούδ, ο Αβιούδ δε εγέννησε τον Ελιακείμ, Ελιακείμ δε εγέννησε τον Αζώρ.
Ματθ. 1,14  Ἀζὼρ δὲ ἐγέννησε τὸν Σαδώκ, Σαδὼκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀχείμ, Ἀχεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιούδ,
Ματθ. 1,14  Ο Αζώρ δε εγέννησε τον Σαδώκ, ο Σαδώκ δε εγέννησε τον Αχείμ, ο Αχείμ δε εγέννησε τον Ελιούδ.
Ματθ. 1,15  Ἐλιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλεάζαρ, Ἐλεάζαρ δὲ ἐγέννησε τὸν Ματθάν, Ματθὰν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ,
Ματθ. 1,15   Ο Ελιούδ δε εγέννησε τον Ελεάζαρ, ο Ελεάζαρ δε εγέννησε τον Ματθάν, ο Ματθάν δε εγέννησε τον Ιακώβ.
Ματθ. 1,16  Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσὴφ(1) τὸν ἄνδρα(2) Μαρίας(3), ἐξ ἧς ἐγεννήθη(4) Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος(5) Χριστός.
Ματθ. 1,16  Ο Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιωσήφ, τον μνηστήρα της Μαρίας, από την οποίαν εγεννήθη ο Ιησούς ο ονομαζόμενος Χριστός.
(1)   «Δεν υπήρχε νόμος στους Ιουδαίους να γενεαλογούνται γυναίκες. Για να φυλάξει λοιπόν και τη συνήθεια και να μη φανεί ότι από την αρχή της εξιστόρησης την παραβαίνει και για να μας γνωρίσει και την κόρη, για αυτό το λόγο αφού αποσιώπησε τους προγόνους αυτής (της Μαρίας), γενεαλόγησε τον Ιωσήφ» (Χ).
«Επειδή δηλαδή αποδείχτηκε ότι ο Ιωσήφ ήταν από το γένος εκείνων, είναι προφανές, ότι και η Θεοτόκος από εκεί καταγόταν» (Ζ). «Διότι υπήρχε νόμος που πρόσταζε ότι δεν επιτρέπεται ο γάμος από άλλη φυλή αλλά από την ίδια» (Χ).
«Για αυτό και με το να γενεαλογήσει τον μνηστήρα της Θεομήτορος, με αυτό απέδειξε αυτό που είχε σκοπό. Αφού δηλαδή ο Ιωσήφ αποδείχτηκε ότι ήταν από τη γενιά εκείνων, είναι προφανές ότι από εκεί καταγόταν και η Θεοτόκος» (Ζ).
«Πώς όμως θα μάθουμε, ότι από τον Δαβίδ καταγόταν (η παρθένος); Άκουσε το Θεό να λέει στον Γαβριήλ να μεταβεί «σε Παρθένο μνηστευμένη με άνδρα, του οποίου το όνομα είναι Ιωσήφ, από τον οίκο και τη γενιά του Δαβίδ» (Λουκ. α 27). Τι πιο σαφές θέλεις από αυτό, όταν ακούσεις ότι η Παρθένος ήταν από τον οίκο και τη γενιά του Δαβίδ;» (Χ).
Απέναντι στο νόμο ο Ιησούς ήταν ο κληρονόμος του Ιωσήφ, και για αυτό και δόθηκε η γενεαλογία του Ιωσήφ. Ως κληρονόμος του Ιωσήφ, ο Ιησούς ήταν ο κληρονόμος του Δαβίδ, οπότε καμία ανακολουθία (ασυμφωνία) δεν υπάρχει στο γεγονός ότι τα δύο ευαγγέλια, τα οποία αναφέρουν τη γέννηση από την παρθένο, παραθέτουν τη γενεαλογία του Ιωσήφ. Άλλωστε ήταν τελείως δυνατόν και η Μαρία να καταγόταν από τον Δαβίδ. Κατά τον δεύτερο μάλιστα αιώνα πιστευόταν από όλους ότι η Μαρία καταγόταν από το γένος του Δαβίδ. Δες Ιουστίνου προς Τρύφωνα 43,45,100, Ειρην.ΙΙΙ,ΧΧΙ,5 Τερτυλλιανού Adv.Jud.9.Ανάληψη Ησαΐου Χ 2, Ευαγγέλιο της γεννήσεως Μαρίας Ι,1 (p).
«Είναι όμως ανάγκη να πούμε και άλλη αιτία περισσότερο μυστηριακή και απόρρητη, για την οποία γενεαλογείται ο Ιωσήφ, ενώ δεν συνέβαλε καθόλου στη γέννηση. Ποιά λοιπόν είναι αυτή; Δεν ήθελε να γνωρίζουν οι Ιουδαίοι κατά το χρόνο της γέννησης, ότι ο Χριστός γεννήθηκε από Παρθένο… Δεν είναι δικός μου αυτός ο λόγος, αλλά των (αποστολικών) Πατέρων μας, των θαυμαστών και σπουδαίων εκείνων ανδρών. Διότι, αφού κάλυψε με πυκνή σκιά πολλά από την αρχή και ονόμαζε τον εαυτό του υιό ανθρώπου και δεν μας αποκάλυψε καθαρά την ισότητά του σε όλα με τον Πατέρα, γιατί θαυμάζεις, επειδή κάλυψε μέχρις ορισμένου σημείου και αυτό, επειδή ήθελε να ρυθμίσει κάτι το σπουδαίο και αξιοθαύμαστο;
Αλλά ποιό είναι, θα πει κάποιος, αυτό το αξιοθαύμαστο; Το να διασωθεί η Παρθένος και να απαλλαχτεί από κάθε ανήθικη υποψία. Διότι, αν αυτό γινόταν γνωστό από την αρχή στους Ιουδαίους, και θα λιθοβολούσαν την Παρθένο… και θα την καταδίκαζαν για μοιχεία… Διότι εάν μετά από τόσα θαύματα, ακόμη τον αποκαλούσαν αυτόν (τον Ιησού) γιό του Ιωσήφ, πώς θα πίστευαν πριν από τα θαύματα ότι γεννήθηκε από Παρθένο;… Διότι θα τους συντάρασσε πολύ αυτούς (τους Ιουδαίους) το παράξενο και πρωτοφανές γεγονός, που όμοιό του ούτε καν είχε ακουστεί ότι έγινε στους προγόνους τους. Διότι αυτός μεν που μια και καλή πείστηκε, ότι είναι Υιός του Θεού, ούτε αυτό θα μπορούσε να το αμφισβητήσει λοιπόν· αυτός όμως που τον θεωρούσε πλάνο και αντίθεο, πώς δεν θα σκανδαλιζόταν περισσότερο από αυτό και δεν θα οδηγούνταν σε αυτήν την υποψία;» (Χ).
Άλλο ζήτημα προβάλλεται από το ότι ο Λουκάς αναφέρει τον Ηλί και όχι τον Ιακώβ ως πατέρα του Ιωσήφ. Η θεωρία, ότι η γενεαλογία του Λουκά είναι της Μαρίας, δεν είναι άξια λόγου. Η θεωρία είναι παλαιότερη του Annius του Viterbo (γύρω στο 1490 μ.Χ.). Δες στο Αποκ. δ 7, στο υπόμνημα που αποδίδεται στον Βικτωρίνο Mign.P.L.v 324 (p).
Η καλύτερη λύση είναι ότι ο Λουκάς παρέχει την πραγματική καταγωγή του Ιωσήφ, ενώ ο Ματθαίος δίνει την βασιλική καταγωγή του Ιωσήφ. Και οι δύο γενεαλογίες είναι του Ιωσήφ, αν και η γενεαλογία της Μαρίας μπορεί να συμπίπτει με αυτήν του Ιωσήφ σε κάποιον παλαιότερο πρόγονο. Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή ο Ηλί υπήρξε ο πραγματικός πατέρας του Ιωσήφ. Ο Ιακώβ, που γράφει ο Ματθαίος, μπορεί να είναι άλλος συγγενής του Ιωσήφ, του οποίου ο Ιωσήφ ήταν σύμφωνα με το νόμο κληρονόμος και μέσω του οποίου ο Ματθαίος αποδείκνυε την βασιλική καταγωγή του Ιωσήφ (S).
(2)   Η λέξη λέγεται και για τον μνηστήρα (αρραβωνιαστικό). Δες Αποκ. κα 2 και αλλού (g).
«Είπε τον Ιωσήφ άνδρα της, επειδή ήταν μνηστήρας της. Και πράγματι στη συνέχεια της εξιστόρησης την ονομάζει και αυτήν γυναίκα του, επειδή ήταν αρραβωνιαστικιά του. Διότι έτσι ήταν συνήθεια να ονομάζονται και πριν τη σαρκική ένωση του γάμου» (Ζ).
«Για να μη νομίσεις, όταν ακούσεις «τον άνδρα Μαρίας» ότι γεννήθηκε σύμφωνα με τον κοινό νόμο της φύσης, πρόσεξε πώς διορθώνει αυτό αμέσως κατόπιν. Άκουσες, λέει, άνδρα, άκουσες μητέρα, άκουσες για το όνομα που δόθηκε στο παιδί· άκουσε λοιπόν και τον τρόπο της γέννησης. «Του Ιησού Χριστού η γέννηση έτσι έγινε…»» (Χ).
Λόγω της επιθυμίας κάποιων, να αποφευχθούν λέξεις, οι οποίες, παρόλο που στην πρόθεση του συγγραφέα εξέφραζαν τη νομική συγγένεια και όχι την πατρότητα, μπορούσαν να παρανοηθούν από τον επιπόλαιο αναγνώστη, δημιουργήθηκαν οι μαρτυρούμενες από κάποιους κώδικες, αλλά όχι αυθεντικές γραφές: «Ο Ιακώβ γέννησε τον Ιωσήφ, με τον οποίο αφού μνηστεύθηκε η παρθένος Μαριάμ γέννησε Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν» και οι σχετικές με αυτήν γραφές (a).
(3)   «Με αυτό έδειξε, ότι εξαιτίας εκείνης γενεαλόγησε και αυτόν» (Χ).
(4)   Το παθητικό ρήμα εγεννήθη χωρίς κάποια δυσκολία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη γέννηση κάποιου παιδιού σε σχέση με τη μητέρα του (L).
(5)   Ο Ματθαίος μιλά στον Ιουδαίο αναγνώστη, ο οποίος πρέπει να πειστεί, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός με τέτοιες αποδείξεις, όπως είναι η γενεαλογία του. Ό,τι λοιπόν οι άλλοι ευαγγελιστές παίρνουν ως δεδομένο, αυτός ζητά να το αποδείξει (b). Λεγόμενος= ο οποίος έχει επώνυμο (g).

Ματθ. 1,17 Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραάμ ἕως Δαυΐδ γενεαὶ δεκατέσσαρες(1), καὶ ἀπὸ Δαυΐδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος(2) γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες(3).
Ματθ. 1,17  Ολαι λοιπόν αι γενεαί από τον Αβραάμ μέχρι του Δαυίδ είναι γενεαί δεκατέσσαρες και από Δαυίδ μέχρι της μετοικεσίας των Ιουδαίων ως αιχμαλώτων εις την Βαβυλώνα είναι γενεαί δεκατέσσαρες και από της μετοικεσίας εις την Βαβυλώνα μέχρι των ημερών του Χριστού γενεαί πάλιν δεκατέσσαρες.
(1)   «Σε τρεις ομάδες μοίρασε όλες τις γενιές εύλογα· διότι τρεις πολιτειακές καταστάσεις συνέβησαν σε αυτούς. Από μεν τον Αβραάμ έως τον Δαβίδ μετά τον Μωϋσή και τον Ιησού του Ναυή ηγεμονεύονταν από τους Κριτές· από τον Δαβίδ μέχρι την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας καθοδηγούνταν από βασιλιάδες· από την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας μέχρι το Χριστό, κυβερνούνταν από αρχιερείς. Όταν όμως ήλθε ο Χριστός, ο αληθινός κριτής και βασιλιάς και αρχιερέας, σταμάτησαν αυτές οι πολιτειακές καταστάσεις που αναφέρθηκαν» (Ζ).
Θέλει λοιπόν «να δείξει, ότι ούτε με τις μεταβολές της πολιτειακής τους κατάστασης βελτιώθηκαν οι Ιουδαίοι· αλλά παρέμεναν στα ίδια κακά και με το αριστοκρατικό πολίτευμα και με το βασιλικό και με το ολιγαρχικό· και ότι δεν έγιναν περισσότερο ενάρετοι ούτε υπό την ηγεσία μεγάλων αρχηγών ούτε ιερέων ούτε βασιλέων» (Χ).
«Διότι χρειάζονταν τον αληθινό και κριτή και βασιλιά και ιερέα, ο οποίος είναι ο Χριστός. Διότι όταν τούς τελείωσαν οι άρχοντες, ήλθε ο Χριστός σύμφωνα με την προφητεία του Ιακώβ» (Θφ). Η διαίρεση του καταλόγου σε τρία τμήματα, καθένα από τα οποία περιλαμβάνει 14 ονόματα, αποδεικνύει τον τεχνητό χαρακτήρα της γενεαλογίας (S).
Αλλά τα κύρια σημεία της διαίρεσης είναι αξιοσημείωτα. Στον Δαβίδ (σ. 6) ο οίκος έγινε βασιλικός· στην αιχμαλωσία ο βασιλικός θρόνος χάθηκε (σ.11)· και στον Ιησού, τον λεγόμενο Χριστό, η βασιλεία αποκτήθηκε ξανά (p). Η εκλογή του αριθμού 14 μπορεί να εξηγηθεί είτε με το ότι ο αριθμός αυτός αποτελείται από τον ιερό αριθμό 7 διπλασιασμένο, είτε ότι υπαγορεύτηκε από την αριθμητική αξία των τριών εβραϊκών γραμμάτων του ονόματος Δαβίδ (p) δηλαδή DWD= 4+6+4, αφού είναι γνωστό ότι τα φωνήεντα δεν αποτελούν μέρος του εβραϊκού αλφαβήτου (S).
(2)   «Γιατί όμως δεν ανέφερε και την κάθοδο των Ιουδαίων στην Αίγυπτο, όπως ακριβώς αναφέρει την αιχμαλωσία τους στη Βαβυλώνα; Διότι οι Ιουδαίοι δεν φοβούνταν πλέον τους Αιγυπτίους, έτρεμαν όμως ακόμη τους Βαβυλωνίους· και εκεί μεν στην Αίγυπτο δεν κατέβηκαν εξαιτίας των αμαρτιών τους, ενώ εδώ στη Βαβυλώνα σύρθηκαν από την ασέβειά τους» (Χ).
(3)   «Για ποιο λόγο ενώ στην τελευταία ομάδα έβαλε δώδεκα γενιές, είπε ότι είναι δεκατέσσερις; Νομίζω ότι στο σημείο αυτό υπολογίζει ως μία γενιά το χρόνο της αιχμαλωσίας και ως άλλη τον ίδιο το Χριστό, και έτσι τον συνδέει από παντού με εμάς τους ανθρώπους» (Χ). Ο Χριστός εκπροσωπεί την 14η γενεά, και ο Ιεχονίας του σ. 11 είναι διαφορετικό πρόσωπο από αυτόν του σ. 12 (L). Δηλαδή όπως ήδη είπαμε ο Ιεχονίας του σ. 11 είναι στην πραγματικότητα ο Ιωακίμ ή Ιωαχίμ.

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας                 Ζ = Ζιγαβηνός Ευθύμιος
Απ = Απολλινάριος                         Θφ = Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Αυ = Αυγουστίνος                           Ιε = Ιερώνυμος
Β = Βασίλειος ο Μέγας                   Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός           Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Γν = Γρηγόριος Νύσσης                 Ω = Ωριγένης
Δ = Δαμασκηνός Ιωάννης               DB=Dict. Of the Bible,Hastings
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας
(Σύγχρονοι Θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible, St Matthew Edited by G.H. Box on the      basis of the earlier edition by Prof  W.F. Slater, Edirburgh 1922 (σημειώνεται με το S)
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Matthieu, Deuxieme edition      Paris 1923 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer.   An exegetical commentary on the Gospel according to S. Matthew, London 1911 (σημειωνεται με το p.)
W. Allen    A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Matthew Third edition 1922 (σημειώνεται με το a).
A. Commentary critical, expository and practical κ.λ.π by I. Owen, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
L. Cl. Fillion    La sainte Bible commentee VII (σημειώνεται με το F).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm  Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)

(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον,Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 79-145 εκδόσεις «ο Σωτήρ», μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ. (Πατέρες Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας         Ζ = Ζιγαβηνός Ευθύμιος
Απ = Απολλινάριος               φ = Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Αυ = Αυγουστίνος                Ιε = Ιερώνυμος
Β = Βασίλειος ο Μέγας          Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός    Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Γν = Γρηγόριος Νύσσης         Ω = Ωριγένης
Δ = Δαμασκηνός Ιωάννης      DB=Dict. Of the Bible,Hastings
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας
(Σύγχρονοι Θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible, St Matthew Edited by G.H. Box on the basis of the earlier edition by Prof  W.F. Slater, Edirburgh 1922 (σηειώνεται με το S)
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Matthieu, Deuxieme edition      Paris 1923 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer.   An exegetical commentary on the Gospel according to S. Matthew, London 1911 (σημειωνεται με το p.)
W. Allen    A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Matthew Third edition 1922 (σημειώνεται με το a).
A. Commentary critical, expository and practical κ.λ.π by I. Owen, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
L. Cl. Fillion    La sainte Bible commentee VII (σημειώνεται με το F).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm  Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)

ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ. (Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
Ματθ. 5,1 Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους(1) ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος(2), καὶ καθίσαντος(3) αὐτοῦ προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ(4) αὐτοῦ,
Ματθ. 5,1 Οταν δε είδεν ο Ιησούς τα πλήθη, που είχαν έλθει να τον ακούσουν, ανέβη ολίγον εις την πλαγιάν του όρους και αφού εκάθισεν, ήλθαν πλησίον οι μαθηταί του.(μετάφραση Ι.Κολιτσάρα)
(1)   O τελευταίος σ. του προηγουμένου κεφαλαίου αποτελεί το τέλος μεν της περίληψης της δημόσιας δράσης του Κυρίου στη Γαλιλαία και εισαγωγή στην επακολουθούσα επί του όρους ομιλία. Μία συνέπεια της δράσης του Κυρίου ήταν, ότι όχλοι πολλοί ακολούθησαν αυτόν από διάφορα μέρη. Οι όχλοι αυτοί αποτελούσαν ευρύ ακροατήριο για διδασκαλία. Για αυτό ο ευαγγελιστής παρέχει πλούσιο δείγμα του ποια ήταν η διδασκαλία αυτή (p).
(2)   «Ανέβηκε στο όρος το κοντινό» (Ζ). Δεν αναφέρεται το όρος. Όπως και στο ιδ 23 και ιε 29 σημαίνει κάποιο ύψωμα δίπλα στη λίμνη της Γαλιλαίας. Η συρροή ήταν τέτοια ώστε η ακτή της λίμνης δεν ήταν πλέον κατάλληλος τόπος, για να γίνει η διδασκαλία, και ο Κύριος ανέβηκε σε κάποιο οροπέδιο από αυτά που υψώνονταν πάνω από τη λίμνη. Είναι δυνατόν να ήταν αυτό τόπος, στον οποίο ο Κύριος συχνά ανέβηκε κατόπιν μαζί με τους μαθητές του, για αυτό και αυτοί μιλούν για αυτό ως τ ο όρος. Δες και Μάρκ. γ 13,στ 46,Λουκ. στ 12,Ιω. στ 3,15.
(3)   Δείγμα οικειότητας (L), αλλά αυτή ήταν και η συνηθισμένη στάση προκειμένου να εκφωνηθεί μακρός λόγος. Δες Ματθ. ιγ 2,κδ 3,κστ 55 και Λουκ. δ 20 (S).
(4)   Μαθητές εδώ δεν είναι μόνο οι 4 που κλήθηκαν (δ 18-22), ούτε μπορεί να γίνει ακόμη λόγος για τους 12, αλλά η λέξη έχει γενικότερη έννοια (L) δηλώνοντας αυτούς που ακολούθησαν από την αρχή της περιοδείας αυτής, για να διδαχτούν από αυτόν (δ).
«Είδες την πρόοδο της αρετής τους και πόσο βελτιώθηκαν όλοι μαζί; Διότι οι μεν πολλοί έβλεπαν τα θαύματα, αυτοί όμως επιθυμούσαν επί πλέον να ακούσουν κάτι το μεγάλο και υψηλό» (Χ).
Ο Ματθαίος αποσιωπά κάθε ένδειξη για το χρόνο, κατά τον οποίο εκφωνήθηκε η επί του όρους ομιλία. Αλλά είναι προφανώς εσφαλμένο να πει κάποιος, ότι τοποθετεί την ομιλία στην αρχή της δημόσιας δράσης του Κυρίου. Σχετικά με αυτό υπάρχουν δύο αποδείξεις. Πρώτον οι όχλοι, οι οποίοι δεν ήταν δυνατόν να μαζευτούν πριν ακόμη ο Κύριος δράσει για κάποιο χρόνο και πριν ακόμη η φήμη του διαδοθεί σε όλη την Συρία, Περαία, Ιουδαία κλπ. Δεύτερον η διδασκαλία στην επί του όρους ομιλία δεν είναι κάποια στοιχειώδης, αλλά αφορά σε μαθητές προοδευμένους ήδη οι οποίοι έτυχαν προηγουμένως αρκετής διδασκαλίας (p).

Ματθ. 5,2 καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα(1) αὐτοῦ ἐδίδασκεν(2) αὐτοὺς λέγων(3)·
Ματθ. 5,2 Και ανοίξας το στόμα αυτού εδίδασκεν τους μαθητάς και τα πλήθη και έλεγε•
(1)   Η έκφραση «ανοίγω το στόμα» βρίσκεται και στους εθνικούς (μη Ιουδαίους) συγγραφείς, όπως και στην Π.Δ. (Ιώβ γ 1,Ψαλμ. οζ 2,Δαν. ι 16 κλπ) και δηλώνει το άνοιγμα του στόματος για να μιλήσει κάποιος, το οποίο είναι η εξωτερική ένδειξη της απόφασης, την οποία έχει κάποιος για να μιλήσει· ώστε καταντά εδώ στην σημασία: αποφάσισα να σας μιλήσω και επικαλούμαι την προσοχή σας (δ).
(2)   Ο ευαγγελιστής θεωρεί τη διδασκαλία όχι λιγότερο σπουδαία από τις θεραπείες. Για αυτό και στην περίληψη που προηγήθηκε, αναφέρει πρώτα τη διδασκαλία. Και εδώ λοιπόν πρώτα παρέχει λεπτομέρειες για αυτήν και έπειτα μιλά λεπτομερώς για τα θαύματα. «Διότι δεν θεράπευε σώματα μόνο, αλλά διόρθωνε και ψυχές» (Χ).
Και εδώ «μεταφέρθηκε από τη θεραπεία των σωμάτων», την οποία ανέφερε στο προηγούμενο κεφάλαιο «στη θεραπεία των ψυχών. Διότι πάντοτε έτσι έκανε, μεταβαίνοντας από εκείνην σε αυτήν, και πάλι από αυτήν σε εκείνην και παρείχε ποικίλη την ωφέλεια» (Ζ).
Δεν αποτελεί μεγάλης σπουδαιότητας ζήτημα να καθορίσουμε, εάν ο Ματθαίος και ο Λουκάς παρέχουν σε μας διαφορετικές εκθέσεις μίας και της ίδιας ομιλίας, όπως είναι η γνώμη που υποστηρίζεται από πολλούς· ή εκθέτουν δύο όμοιες μεν, αλλά διαφορετικές ομιλίες, που απευθύνθηκαν σε δύο διαφορετικά ακροατήρια σε δύο διαφορετικές περιστάσεις, το οποίο αποτελεί βάσιμη άποψη, που υποστηρίζεται ακόμη.
Το σπουδαίο είναι ότι ομιλία, σαν αυτή που αναφέρεται από τον Ματθαίο και τον Λουκά, δεν χωρά ούτε για μια στιγμή κάποια αμφιβολία, ότι εκφωνήθηκε από τον Κύριο. Το περιεχόμενό της υπερβαίνει τελείως την δύναμη οποιουδήποτε ευαγγελιστή, να επινοήσει αυτήν. Είναι επίσης εξ’ ολοκλήρου δυνατόν ο Κύριος να περιέλαβε σε κάποιο λόγο του ό,τι είχε πει σε άλλη ειδική περίπτωση ή και να επανέλαβε σε ειδική περίπτωση ό,τι είχε πει σε λόγο του παλαιότερο (p).

1) Οι μακαρισμοί (ε 3-12)
Ματθ. 5,3  (1)μακάριοι(2) οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι(3), ὅτι αὐτῶν ἐστιν(4) ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν(5).
Ματθ. 5,3  Μακάριοι και τρισευτιχισμένοι είναι εκείνοι, που συναισθάνονται την πνευματικήν πτωχείαν των, διότι ιδική των είναι η βασιλεία των ουρανών.
(1)   Σημειώθηκαν διάφορες γνώμες ως προς τον ακριβή αριθμό των μακαρισμών. Έχουν αριθμηθεί διαφορετικά από διαφόρους, ως 7 ή 8 ή 9 ή 10 στον αριθμό. Στον Λουκά δεν προκύπτει τέτοιο ζήτημα, διότι έχουμε εκεί 4 μακαρισμούς και 4 ουαί. Όλοι οι υπομνηματιστές συμφωνούν, ότι στους σ. 3-9 έχουμε 7 μακαρισμούς, που παρουσιάζουν περιληπτικά το ιδανικό χριστιανικού χαρακτήρα. Μετά από αυτό επακολουθεί διακήρυξη, ότι οι δεδιωγμένοι επειδή κατέχουν αυτόν τον χαρακτήρα, είναι μακάριοι. Και είναι πθανόν, ότι αποτελεί αυτή ξεχωριστό μακαρισμό. Είναι πολύ μακάριο το να κατέχει κάποιος τον ιδανικό χαρακτήρα. Αλλά είναι μακαριότερο το να διωχτεί κάποιος για τον χαρακτήρα του αυτόν. Ότι όμως αυτός αποτελεί όγδοο μακαρισμό, επειβεβαιώνεται και από το γεγονός, ότι περιλαμβάνεται αυτός στους 4 του Λουκά.
Ως προς τον στίχο 11 «μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι…», επαναλαμβάνεται μεν σε αυτόν η λέξη μακάριοι, αλλά αυτά που ακολουθούν αποτελούν εφαρμογή του προηγούμενου μακαρισμού στους παρόντες μαθητές. Ομοίως δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ξεχωριστός μακαρισμός το Χαίρετε και αγαλλιάσθε…, εφ’ όσον άλλωστε στον σ. αυτόν  δεν χρησιμοποιείται η λέξη μακάριοι, και ο όλος σ. αποτελεί συμπλήρωμα του προηγούμενου σ.. Πάντως οι 8 μακαρισμοί δεν περιγράφουν 8 διαφορετικές κλάσεις ανθρώπων, αλλά 8 διαφορετικά στοιχεία υπεροχής, τα οποία πρέπει να συνδυάζονται σε ένα και το ίδιο άτομο (p).
(2)   Από το μάκος, μάκαρ=μακρός, το οποίο ηλώνει τον μεγάλο και πολύ. Το μεγάλος, όταν λεγόταν ιδίως για θεούς, δήλωνε τον ισχυρό, ο οποίος έχει κατά τρόπο φυσικό όλα τα αγαθά δικά του. Οπότε το μάκαρ κατέληξε ίσο με το ευδαίμων, ευτυχής, το οποίο οι αρχαιότατοι ποιητές πρώτα και κύρια το απέδωσαν στους θεούς τους (δ).
«Μακαριότητα εἶναι… μία περίληψη ὅλων ἐκείνων ποὺ ἐννοοῦμε σχετικὰ μὲ τὸ ἀγαθό. Ἀπ' αὐτὴ δὲν λείπει τίποτε ἀπ' ὅσα ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἀγαθὴ ἐπιθυμία... Ἀληθινὰ δὲ μακαριστὴ ὕπαρξη εἶναι τὸ Θεῖο… Μακαριότητα εἶναι ἐκείνη ἡ καθαρὴ ζωή, τὸ ἀνεκδιήγητο καὶ ἀκατάληπτο ἀγαθό, τὸ ἀνέκφραστο κάλλος, αὐτὸ ποὺ εἶναι αυτό το ίδιο ὅλο χάρη καὶ σοφία καὶ δύναμη, τὸ ἀληθινὸ φῶς, ἡ πηγὴ κάθε ἀγαθότητας, ἡ ἀνώτερη ἐξουσία ὅλων, τὸ μόνο ποθητό, αὐτὸ ποὺ πάντα εἶναι τὸ ἴδιο, ἡ παντοτινὴ ἀγαλλίαση, ἡ αἰώνια εὐφροσύνη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ πολλά, κι ὅμως νὰ μὴν ἔχει πεῖ τίποτε τὸ ἰσάξιο» (Γν).
(3)   «Δεν είπε οι φτωχοί στα χρήματα, αλλά οι φτωχοί στο πνεύμα. Διότι δεν είναι μακαριστός αυτός που είναι ταπεινός εξ’ αιτίας κάποιας περίστασης· διότι τίποτα δεν είναι άξιο μακαρισμού από αυτά που δεν τα επέλεξε ελεύθερα κάποιος. Διότι κάθε αρετή χαρακτηρίζεται από την ελεύθερη βούληση» (Ζ).
Φτωχός στο πνεύμα είναι ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, «οι ταπεινοί και συντετριμμένοι στη διάνοια. Διότι πνεύμα εδώ, ονόμασε την ψυχή και την ελεύθερη βούληση» (Χ)·
Ή, πιο σωστά, φτωχοί στο πνεύμα σημαίνει τον χαρακτήρα εκείνων, οι οποίοι αισθάνονται τις μεγάλες τους ανάγκες και την από το Θεό εξάρτησή τους, ο οποίος είναι ο μόνος ικανός να εκπληρώσει ό,τι αυτοί ζητούν (p).
Η φράση «στο πνεύμα» χρησιμοποιείται, για να καταστήσει πνευματική την έννοια του φτωχός και να δώσει έμφαση μάλλον στη θρησκευτική και ηθική παρά στην κοινωνική κατάσταση αυτών που αναφέρονται εδώ. Το πνεύμα τους είναι φτωχό διότι αισθάνονται την ανάγκη της από το Θεό βοήθειας. Στην εσωτερικότερη πνευματική τους ζωή αισθάνονται, ότι έχουν ανάγκη το Θεό (a). Φτωχός και ευσεβής ταυτίζονται στο Ψαλτήρι (S).
Δες και Ησ. ξα 1. Φτωχοί σύμφωνα με τους Ψαλμούς, δεν είναι οι στερούμενοι χρημάτων, αλλά οι ευσεβείς που αισθάνονται τον εαυτό τους να καταπιέζεται στον κόσμο αυτόν, οι οποίοι συναισθανόμενοι την αδυναμία τους αναμένουν το παν από το Θεό (L).
Έτσι ή αλλιώς «φτωχό εδώ ονόμασε τον ταπεινό… Διότι ο ταπεινόφρων πάντοτε φοβάται το Θεό» (Ζ), «εννοεί αυτούς που διδάχτηκαν την επαινετή ταπεινοφροσύνη και ανέλαβαν την πτωχεία στο φρόνημα, σύμφωνα με την εξομοίωση με αυτόν (το Χριστό), που πτώχευσε για εμάς» (Β). «Την εκούσια (=θεληματική) ταπεινοφροσύνη ονομάζει ο Λόγος» (Γν), αυτούς που συναισθάνονται την πνευματική τους φτώχεια και γύμνωση και για αυτό αναζητούν και πρόθυμα τρέχουν προς τον ιατρό Σωτήρα (δ).
(4)   Ενώ στους άλλους μακαρισμούς όλα τα ρήματα είναι σε χρόνο μέλλοντα, στον πρώτο το ρήμα είναι σε ενεστώτα, διότι η βασιλεία, στην οποία θα μπουν οι φτωχοί, υφίσταται ήδη για αυτούς (L).
(5)   Η φράση έχει εδώ την ευρύτατη έννοιά της· δηλαδή, τις ευλογίες και τα προνόμια της βασιλείας αυτής πάνω στη γη και την αιώνια μακαριότητα στη μέλλουσα ζωή (ο).

Ματθ. 5,4  (1)μακάριοι οἱ πενθοῦντες(2), ὅτι αὐτοὶ παρακλήθησονται(3).
Ματθ. 5,4   Μακάριοι είναι όσοι πενθούν διότι αυτοί θα παρηγορηθούν.
(1)   Σε κάποιους απο τους κώδικες προηγείται ο τρίτος μακαρισμός και ακολουθεί ως τρίτος ο δεύτερος. Η μεταβολή φαίνεται να προήλθε από τη σχέση του πρώτου και του τρίτου μακαρισμού σύμφωνα με τον Γρηγόριο Νύσσης «διότι φαίνεται ότι ακολουθεί το ένα το άλλο» δηλαδή η πραότητα την ταπεινοφροσύνη (δ).
(2)   Παράδοξο= «Επειδή όλοι θεωρούσαν μακάριους μεν αυτούς που βρίσκονται στη χαρά, ενώ άθλιους όσους είναι στη θλίψη, κόβει από τη ρίζα της αυτή την αντίληψη, υποδεικνύοντας το αντίθετο» (Ζ).
«Μακάριοι αυτοί που πενθούν, παρόλο βεβαίως που όλοι τους ελεεινολογούν» (Χ).
Ο,τιδήποτε εμποδίζει την πραγματοποίηση της Βασιλείας και συγκρούεται με την πλήρη κυριαρχία του Θεού στη γη, πρέπει να είναι αιτία πένθους σε καθέναν που επιθυμεί να είναι πολίτης νομιμόφρων αυτής της Βασιλείας (p). Έτσι λοιπόν συνδέονται ο πρώτος και ο δεύτερος μακαρισμός.
Ειδικότερα «πενθούντες λέει όχι αυτούς που απλώς πενθούν, αλλά αυτούς που πενθούν για τα αμαρτήματα» (Ζ), «διότι το άλλο εμποδίζεται και πάρα πολύ, το να θρηνούμε δηλαδή για κάτι από τα βιοτικά. Το οποίο ακριβώς λοιπόν και ο Παύλος δήλωνε λέγοντας, ότι «η μεν του κόσμου λύπη έχει ως αποτέλεσμα το θάνατο, ενώ η κατά Θεόν λύπη έχει ως αποτέλεσμα μετάνοια, η οποία οδηγεί σε σωτηρία και για την οποία δεν μετανιώνει αυτός που την έχει (Β Κορ. ζ 10)». Αυτούς λοιπόν, που πενθούν για τα αμαρτήματά τους, μακαρίζει εδώ και δεν ανέφερε απλώς αυτούς που λυπούνται, αλλά αυτούς που λυπούνται πάρα πολύ. Για αυτό ακριβώς δεν είπε, Αυτοί που λυπούνται, αλλά που πενθούν» (Χ).
«Είπε επίσης «που πενθούν», δηλαδή παντοτινά και όχι μία φορά» (Θφ).
«Και πώς ο Παύλος πάλι είπε «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε;»… Έχει (το πένθος) αυτό συμμέτοχη τη χαρά. Διότι όπως ακριβώς όταν πέσει σφοδρή βροχή συνηθίζεται μετά να γίνεται ηρεμία, έτσι και όταν πέσουν δάκρυα, δημιουργείται γαλήνη και χαρά στην ψυχή» (Ζ).
(3)   «Πού θα παρηγορηθούν; Και εδώ και εκεί» (Χ).
«Εδώ μεν, με την ελπίδα της λύτρωσής τους» (Ζ), αλλά και με εσωτερική παρηγοριά από τον Παράκλητο, «ενώ εκεί, όχι μόνο με την άφεση αυτών, αλλά και με τη μακαριότητα» (Ζ).«Επομένως αν θέλεις να παρηγορείσαι, να πενθείς. Και μη νομίσεις ότι είναι αίνιγμα το λεγόμενο. Διότι όταν ο Θεός παρηγορεί, ακόμη και αν πέσουν πάνω σου βροχή τα λυπηρά, θα είσαι ανώτερος από όλα» (Χ)

Ματθ. 5,5 μακάριοι οἱ πραεῖς(1), ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι(2) τὴν γῆν(3).
Ματθ. 5,5 Μακάριοι είναι οι πράοι και ειρηνικοί, διότι αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη .
(1)   Αυτοί που φέρονται με επιείκεια και ημερότητα προς τους πλησίον και ανέχονται με υπομονή τις ύβρεις και προσβολές των πλησίων, οι ήσυχοι, οι υπομονητικοί (δ). «Αυτοί που έχουν συγκρατημένα τα ήθη τους και είναι απαλλαγμένοι από κάθε πάθος, αυτοί ονομάζονται πράοι επειδή δεν έχουν καμία ταραχή να κατοικεί μέσα στις ψυχές τους» (Β).
«Ο μακαρισμός επιβάλλει τη μετριοφροσύνη και την πραότητα, όχι την πλήρη απάθεια… Μακάριοι, λοιπόν, όσοι δεν είναι ευερέθιστοι από τα εμπαθή σκιρτήματα της ψυχής, αλλά είναι ήρεμοι με τη λογική. Σ' αυτούς ο λογισμός, σαν άλλο χαλινάρι, ανακόπτει τις ορμές και δεν αφήνει την ψυχή να εκτρέπεται προς την αταξία» (Γν).
Το πράοι δηλώνει γλυκύτητα· είναι η στάση των πτωχών στο πνεύμα απέναντι στους άλλους· είναι αυτοί αγαθοί, επιεικείς, εύκολοι (L).
«Πράοι λέγονται όχι αυτοί που δεν οργίζονται καθόλου· διότι αυτοί είναι αναίσθητοι· αλλά αυτοί που έχουν μεν θυμό, αλλά τον συγκρατούν και οργίζονται όταν πρέπει, όπως είπε και ο Δαβίδ, οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε» (Θφ).
(2)  «Επειδή νομίζεται ο πράος ότι χάνει όλα τα δικά του, το αντίθετο υπόσχεται, λέγοντας ότι αυτός μεν είναι που με ασφάλεια κατέχει τα αγαθά του, αυτός δηλαδή που δεν είναι θρασύς ούτε αλαζόνας· ενώ ο τέτοιος [ο θρασύς και αλαζών] θα χάσει πολλές φορές και όσα κληρονόμησε από τον πατέρα του και την ίδια την ψυχή του» (Χ).
Οι πράοι παρουσιάζονται παντού να υποχωρούν στην φορτικότητα των κατοίκων της γης· και όμως αυτοί θα πετύχουν την κατάκτηση της γης, όχι με το δικό τους χέρι, αλλά μέσω κληρονομίας, με τη βοήθεια του Πατέρα. Δες Αποκ. ε 10 (b).
(3)   «Ποιά γη; Κάποιοι μιλούν για νοητή (=πνευματική) γη. Αλλά δεν είναι αυτό· διότι πουθενά δεν βρίσκουμε στη Γραφή γη νοητή. Αλλά… ορίζει αισθητό έπαθλο… και ανέμιξε τα αισθητά με τα πνευματικά… Εξάλλου και επειδή στην Παλαιά Διαθήκη συνεχώς ο προφήτης έλεγε «οι πράοι θα κληρονομήσουν τη γη» (Ψαλμ. λστ 11), πλέκει τον λόγο με συγγενικές με αυτές λέξεις… Τα λέει όμως αυτά, όχι σταματώντας τις αμοιβές μέχρι τα παρόντα, αλλά παρέχοντας μαζί με αυτά (τα παρόντα) και εκείνα (τα μέλλοντα). Διότι και αν πει κάτι πνευματικό, δεν αφαιρεί τα της παρούσας ζωής· και αν πάλι υπόσχεται κάτι από τα της παρούσας ζωής, δεν σταματά την υπόσχεση μέχρι σε αυτήν τη ζωή» (Χ).
Σε όλους αυτούς τους μακαρισμούς οι ουράνιες ευλογίες συνυπονοούν αμοιβαία και τις επίγειες (b). Ο Ψαλμωδός (λστ 11) λέγοντας «οι πράοι θα κληρονομήσουν τη γη» εννοεί τη γη του Ισραήλ, αλλά στο λόγο του Ιησού η γη αποτελεί σύμβολο (L). Οπότε είναι σοβαρή και η εκδοχή, κατά την οποία γη εδώ είναι εκείνη, της οποίας την κληρονομία ο Θεός υποσχέθηκε στους πατέρες (Γεν. ιβ 7,ιγ 15 κλπ.)· και η υπόσχεση όμως αυτή, όπως και ο ίδιος ο Αβραάμ κατάλαβε αυτήν (Εβρ. ια 9,10) δεν αναφερόταν στην Παλαιστίνη, η οποία ήταν τύπος και αρραβώνας της αληθινής, αλλά στην επουράνια Ιερουσαλήμ, την καινούργια γη, στην οποία και μόνη αναφέρεται και η εδώ φράση του Σωτήρα (δ).
«Εμείς όμως κληρονομούμε την άνω (=ουράνια) πόλη, την επουράνια Ιερουσαλήμ, την εκκλησία των πρωτοτόκων και αυτή λέει ο Σωτήρας ότι είναι η γη, την οποία υποσχέθηκε στους πράους» (Κ).
«Διότι εκείνη η γη, η επουράνια Ιερουσαλήμ, δεν γίνεται λάφυρο αυτών που μάχονται, αλλά προβάλλεται ως κληρονομία μακρόθυμων και πράων ανδρών» (Β).

Ματθ. 5,6  μακάριοι(1) οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες(2) τὴν δικαιοσύνην(3), ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται(4).
Ματθ. 5,6  Μακάριοι όσοι πεινούν και διψούν δια να αποκτήσουν οι ίδιοι, να επικρατήση δε και στον κόσμον η δικαιοσύνη και η αρετή, διότι αυτοί θα χορτάσουν.
(1)   Ο τέταρτος μακαρισμός είναι πολύ λιγότερο παράδοξος στη μορφή από τους τρεις πρώτους (p).
(2)   «Πρόσεξε με πόση υπερβολή αναφέρει αυτό. Διότι δεν είπε Μακάριοι αυτοί που προσηλώνονται στη δικαιοσύνη, αλλά μακάριοι αυτοί που πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη, έτσι ώστε να την εξασκούμε όχι έτσι απλά, αλλά με κάθε επιθυμία» (Χ).
Είναι αξιοσημείωτο ότι μακαρίζεται η πείνα και η δίψα της δικαιοσύνης και όχι η κατοχή της. Το να πιστεύει κάποιος, ότι κατέκτησε τη δικαιοσύνη, όπως και ο Φαρισαίος της παραβολής, είναι απαίσιο. Αλλά και το να γνωρίζει κάποιος ότι στερείται αυτής, δεν είναι αρκετό. Πρέπει να αισθάνεται, ότι δεν έχει αυτήν και να κατέχεται από σφοδρή και επίμονη επιθυμία να την αποκτήσει, για να είναι μακάριος από τον Κύριο. Διότι όταν έχει τέτοια επιθυμία, τότε ασφαλώς θα καταβάλλει κάθε προσπάθεια για επίτευξή της (p).
(3)   «Ποιά δικαιοσύνη; Ή την αρετή συνολικά (γενικά), ή αυτήν με τη στενότερη έννοια, που είναι αντίθετη από την πλεονεξία» (Χ). Η πρώτη εκδοχή πιθανότερη.
Δικαιοσύνη εδώ δεν είναι ούτε η δικαιοσύνη του Θεού, της οποίας τον θρίαμβο θα εύχονταν οι μακαριζόμενοι, ούτε η δικαιοσύνη την οποία θα ήταν αυτοί διατεθειμένοι να αποδίδουν στους άλλους, αλλά η τελειότητα την οποία ο Θεός δίνει σε όλους εκείνους, οι οποίοι επιθυμούν αυτοί με όλη τους την ψυχή (L).
Αξιόλογη όμως και η εκδοχή σύμφωνα με την οποία δικαιοσύνη= το να απονέμει κανείς στον καθένα ό,τι ανήκει σε αυτόν. Αυτοί λοιπόν που πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη είναι όσοι σε καμιά περίπτωση δεν ανέχονται την καταπάτηση και παραβίαση του δικαίου, αλλά εξεγείρονται εναντίον κάθε αδικίας χωρίς να φοβούνται κανέναν προκειμένου να υποστηρίξουν με έργα το δίκαιο (δ).
(4)   Από δικαιοσύνη. Δες Ρωμ. ιδ 17. Αυτή ήταν και η τροφή του Ιησού (Ιω. δ 34 δες και Ματθ. γ 15)(b). Ο χορτασμός αναφέρεται στο μέλλον. Διότι ο πόθος της δικαιοσύνης και τελειότητας είναι πόθος του Θεού και η πείνα λοιπόν και δίψα της δικαιοσύνης θα χορταστεί με την κατοχή του Θεού (L). Σύμφωνα με την δεύτερη εκδοχή, θα χορτάσουν δικαιοσύνη, διότι θα δουν τέτοια άκρα δικαιοσύνη να απονέμεται στον καθένα στη βασιλεία του Θεού, ώστε το ζωηρότατο μέσα τους αίσθημα του δικαίου θα ικανοποιηθεί πληρέστατα (δ).

Ματθ. 5,7  μακάριοι οἱ ἐλεήμονες(1), ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται(2).
Ματθ. 5,7  Μακάριοι οι ευσπλαγχνικοί και ελεήμονες, διότι αυτοί θα ελεηθούν.
(1)   «Εδώ μου φαίνεται ότι εννοεί όχι μόνο αυτούς που ελεούν με χρήματα, αλλά και με πράγματα. Διότι είναι ποικίλος ο τρόπος της ελεημοσύνης και πλατιά αυτή η εντολή» (Χ).
Η λέξη ελεήμων συχνά αποδίδεται στην Π.Δ. στο Θεό, συνδυασμένη μάλιστα με τη λέξη οικτίρμων, ιδιαίτερα στους ψαλμούς (πε 15,ρβ 8,ρι 4,ρια 4,ριδ 5,ρμδ 8). Στην Κ.Δ. βρίσκεται μόνο εδώ και στο Εβρ. β 17, όπου αναφέρεται στο Χριστό που έγινε ελεήμων και πιστός αρχιερέας. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο μακαρισμός για την ελεημοσύνη ακολουθεί τον μακαρισμό για τη δικαιοσύνη. Οσοδήποτε μεγάλος και αν είναι ο ζήλος μας για τη δικαιοσύνη, δεν πρέπει να στερείται του στοιχείου του ελέους.
Εάν η δικαιοσύνη είναι ιδίωμα του Θεού, επίσης ιδίωμά του είναι και το έλεος. Και εκείνοι, οι οποίοι έχουν θέσει ενώπιόν τους τη θεία εξοχότητα ως ιδανικό, προς το οποίο τείνουν με διακαή πόθο, δεν πρέπει να λησμονούν, ότι ο Θεός είναι συγχρόνως δίκαιος και ελεήμων. Ο ψαλμωδός περιγράφοντας τον τέλειο άνθρωπο αποδίδει σε αυτόν ακριβώς τον συνδυασμό του ελέους και της δικαιοσύνης (Ψαλμ. ρια 5). Περιορίζουμε όμως το έλεος πολύ, όταν θεωρήσουμε αυτό ως συνώνυμο της συγχώρησης των πταισμάτων των άλλων σε μας (p).
Ο άνθρωπος έχει ανάγκη του θείου ελέους. Οφείλει λοιπόν να συγχωρεί και γενικώς να δείχνει συμπάθεια στις δυστυχίες και τα δεινά των άλλων. Δες Παροιμ. ιζ 5 («αυτός που σπλαγχνίζεται, θα ελεηθεί) και Ιακ. β 13 και προ παντός τον αγαθό Σαμαρείτη (L).
(2)   Θα τύχουν ελέους την ημέρα της κρίσης (S) ιδιαίτερα, αλλά και εδώ.
«Φαίνεται μεν σαν ίση ανταμοιβή, αλλά είναι πολύ μεγαλύτερη από το κατόρθωμα. Διότι αυτοί μεν ελεούν ως άνθρωποι, ελεούνται όμως από το Θεό των όλων. Δεν είναι όμως ίσο το ανθρώπινο έλεος και το θείο, αλλά όση είναι η απόσταση μεταξύ πονηρίας και αγαθότητας, τόσο διαφέρει αυτό από εκείνο» (Χ).

Ματθ. 5,8  μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ(1), ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται(2).
Ματθ. 5,8  Μακάριοι όσοι έχουν καθαράν την καρδίαν, διότι αυτοί θα ίδουν τον Θεόν.
(1)   «Καθαρούς εδώ ονομάζει ή εκείνους που έχουν την συνολική αρετή και η συνείδησή τους δεν τους ελέγχει για κανένα πονηρό ή αυτούς που ζουν με αγνότητα» (Χ),
«αυτοί που με την ένωσή τους με το Θεό που γίνεται μέσω του Υιού με το Πνεύμα, έφυγαν από κάθε αγάπη για τη σάρκα, και απομάκρυναν τελείως την κοσμική ηδονή, και κατά κάποιο τρόπο αρνήθηκαν τη ίδια τους τη ζωή και την αφιέρωσαν μόνο στο να θέλουν το Πνεύμα και έζησαν για το Χριστό καθαρά και ολοτελώς» (Κ).
Υπάρχει και εδώ ο κίνδυνος να περιορίσουμε  την έννοια του έκτου μακαρισμού. Συχνά θεωρήθηκε απλώς και πνευματικό αντίστοιχο και διεύρυνση της εβδόμης εντολής. Η καθαρότητα της καρδιάς με τη στενή αυτή έννοια αποτελεί αναμφιβόλως μέρος της έννοιας αυτού του μακαρισμού, αλλά δεν είναι και το σύνολό του. Ο «άνθρωπος που είναι αθώος στα χέρια και καθαρός στην καρδιά, ο οποίος δεν πήρε στα μάταια την ψυχή του και δεν ορκίστηκε με δόλο στον πλησίον του» (Ψαλμ. κγ 4) είναι ο χαρακτήρας που εννοείται εδώ.
Αυτός είναι αθώος από κάθε κακό, όχι μόνο στα έργα, αλλά και στην πρόθεση. Το μάτι του είναι απλό (Ματθ. στ 22) και δεν εισχωρεί σε αυτόν κάποια επιθυμία να προσβάλλει το Θεό ή τον πλησίον. Καθαρότητα διάνοιας και ειλικρίνεια προθέσεων είναι τα χαρακτηριστικά του (p). Καθαροί στην καρδιά είναι εκείνοι, τους οποίους δεν τύπτει η συνείδηση για κανένα αμάρτημα (Ιε).
(2)   «Αυτός που καθάρισε τελείως την καρδιά του από κάθε εμπαθή διάθεση, μέσα στη δική του ομορφιά βλέπει την εικόνα της θείας φύσης. Διότι είναι ικανή η καθαρότητα της ψυχής να καθρεπτίζει τον Θεό μέσα από τον εαυτό της» (Α).
«Διότι όπως ακριβώς ο καθρέπτης, εάν είναι καθαρός, τότε δέχεται τις αντανακλάσεις, έτσι και η καθαρή ψυχή δέχεται την όψη του Θεού» (Θφ).
«Θα δουν όμως το Θεό, όσο είναι δυνατόν στην ανθρώπινη φύση» (Ζ). «Διότι η θεότητα είναι καθαρότητα και απάθεια και αποξένωση από κάθε κακό… Όταν λοιπόν η σκέψη μέσα σου είναι ανόθευτη από κάθε κακία, ελέυθερη από πάθη και χωρισμένη από κάθε μπολυσμό, είσαι μακάριος, επειδή είσαι καθαρός και με την οξύτητα της όρασης βλέπεις το αθέατο για τους ακάθαρτους. Και επειδή έχει αφαιρεθεί από τα μάτια της ψυχής η υλική λάσπη, μέσα στον καθαρό ουρανό της καρδιάς βλέπεις καθαρά το μακάριο θέαμα» (Γν).
Σαφής γνώση του Θεού θα ακολουθήσει και τώρα σε αυτήν τη ζωή, αλλά θα ολοκληρωθεί στη μέλλουσα ζωή. Δες Α΄Ιω. γ 2,3,6 (b).

Ματθ. 5,9  μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί(1), ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ(2) κληθήσονται(3).
Ματθ. 5,9  Μακάριοι όσοι έχουν ειρήνην μέσα των και προσπαθούν να ειρηνεύουν τους ανθρώπους μεταξύ των, διότι αυτοί θα ανακηρυχθούν υιοί του Θεού.
(1)   «Εδώ σκοπό έχει όχι μόνο να εξαφανίσει τις μεταξύ τους έριδες και τα μίση, αλλά επιδιώκει και κάτι περισσότερο, να συμφιλιώνουν και τους άλλους που φιλονεικούν» (Χ).
Για να ειρηνεύει όμως κάποιος τους άλλους, πρέπει προηγουμένως να «έχει ειρηνεύσει το θέλημα της σάρκας του με το θέλημα της ψυχής του και να έχει υποτάξει το χειρότερο στο καλύτερο» (Ζ).
«Ειρηνοποιός είναι αυτός που δίνει την ειρήνη σε άλλον· δεν θα μπορούσε όμως κάποιος να δώσει σε άλλον, αυτό που δεν έχει ο ίδιος» (Γν).
Ως προς τη σχέση του έκτου και έβδομου μακαρισμού είναι αξιοσημείωτο, ότι έχουμε την ουσία τους σε στενή σύνδεση, αλλά με αντίστροφη σειρά στο Εβρ. ιβ 14. «Να επιδιώκετε την ειρήνη με όλους και τον αγιασμό, χωρίς τον οποίο κανείς δεν θα δει τον Κύριο». Η σειρά στον μακαρισμό είναι πιο φυσική. Ο αγιασμός έρχεται πρώτος για δύο λόγους. Δεν μπορεί κάποιος δηλαδή να είναι ειρηνοποιός, εάν ο βίος του δεν είναι από πριν καθαρός και τα ελατήριά του αγνά. Επιπλέον ο αγιασμός δεν πρέπει να θυσιάζεται, ακόμη και όταν πρόκειται να επιτευχθεί η ειρήνη (p).
(2)   «Διότι αυτό έγινε έργο και του Μονογενούς (Υιού), το να ενώσει δηλαδή αυτά που ήταν χωρισμένα και να συμφιλιώσει αυτά που είχαν πόλεμο μεταξύ τους» (Χ).
«Ειρηνοποιοί είναι οι μιμητές της θείας φιλανθρωπίας, αυτοί που δείχνουν στο δικό τους βίο το ιδιαίτερο γνώρισμα της θεϊκής ενέργειας» (Γν).
Ο Μεσσίας είναι ο άρχοντας της ειρήνης και το βασίλειο, το οποίο ήλθε να ιδρύσει είναι βασίλειο ειρήνης. Ο ειδικός αυτός τίτλος «υιοί Θεού» δείχνει ένα από τα μέσα, με τα οποία οι ειρηνοποιοί οφείλουν να ενεργούν· να προσπαθούν δηλαδή να ειρηνεύσουν το καθένα από τα αντιμαχόμενα  μέρη προς τον Θεό, πριν αποπειραθούν να ειρηνεύσουν αυτά μεταξύ τους (p).
Ο μακαρισμός αυτός αντιτίθεται και στην περί Μεσσίου αντίληψη των Ιουδαίων, που φρονούσαν ότι με σειρά επιτυχών πολέμων θα οδηγούνταν από αυτόν στη νίκη και την κυριαρχία (ο).
(3)   Θα είναι υιοί Θεού όνομα και πράγμα (b). Θα ονομαστούν όχι από τον κόσμο, αλλά από τον ίδιο το Θεό και από τον Μονογενή Του. Ο Μεσσίας θα δώσει σε αυτούς «εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού» (Ιω. α 12) και ο Πατέρας θα αναγνωρίσει αυτούς ως τέτοιους, διότι προσπάθησαν να κάνουν τα χωρισμένα μέλη της οικογένειάς του ενωμένα μεταξύ τους (p).
«Για να μη νομίσουν όμως ότι παντού η ειρήνη είναι καλό, πρόσθεσε: Μακάριοι οι δεδιωγμένοι, και τα υπόλοιπα» (Χ).

Ματθ. 5,10  μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι(1) ἕνεκεν δικαιοσύνης(2), ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν(3).
Ματθ. 5,10  Μακάριοι όσοι έχουν διωχθή ένεκα της αρετής και της πίστεώς των, διότι εις αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών.
(1)   Οι επτά πρώτοι μακαρισμοί εκθέτουν τα κύρια χαρακτηριστικά του ιδεώδους χριστιανικού χαρακτήρα και αυτά τα χαρακτηριστικά διαγράφουν σε ευρείες γραμμές τη συμπεριφορά του Χριστιανού απέναντι στο Θεό και τους ανθρώπους. Ο όγδοος μακαρισμός αφορά στη συμπεριφορά των ανθρώπων προς τον Χριστιανό. Η συμπεριφορά και στάση αυτή θα είναι στάση εχθρότητας. Ο αληθινός Χριστιανός είναι βέβαιο, ότι θα διωχτεί και θα επιδειχτεί σε αυτόν ψυχρότητα, περιφρόνηση και χλεύη, εάν όχι και κακομεταχείριση (p).
(2)  «Δηλαδή λόγω της αρετής, της προστασίας τους για τους άλλους, της ευσέβειας» (Χ). «Δικαιοσύνη λοιπόν τώρα ονόμασε κάθε αρετή συνολικά» (Ζ).
(3)   Οι οκτώ μακαρισμοί παρουσιάζονται να αποτελούν  πλήρη παράγραφο που αρχίζει και τελειώνει με την ίδια υπόσχεση «ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Είναι σαφές, ότι η τελευταία αυτή φράση, εμπεριέχει μέσα της όλες τις ευλογίες, τις οποίες υπόσχονται οι 6 ενδιάμεσοι μακαρισμοί (a).
«Εσύ όμως, ακόμη και αν δεν ακούς ότι σε καθέναν από τους μακαρισμούς δίνεται η βασιλεία, μη λυπάσαι· διότι αν και ονομάζει με διαφορετικό τρόπο τις αμοιβές, όμως όλους τους βάζει στη βασιλεία» (Χ).
«Διότι αν και φαίνεται ότι είναι διαφορετικές οι αναφερόμενες αμοιβές λόγω της διαφοράς των ονομασιών, αλλά όμως όλες υπαινίσσονται τη βασιλεία των ουρανών. Διότι όλοι όσοι αξιωθούν αυτών των αμοιβών, θα απολαύσουν και τη βασιλεία των ουρανών» (Ζ).
«Μη νομίζεις λοιπόν ότι το έπαθλο είναι μόνο των φτωχών στο πνεύμα, αλλά και αυτών που πεινούν τη δικαιοσύνη και των πράων και όλων των άλλων γενικώς. Διότι για αυτό χρησιμοποίησε για όλους την λέξη μακάριοι» (Χ).

Ματθ. 5,11  μακάριοί ἐστε(1) ὅταν ὀνειδίσωσιν(2) ὑμᾶς καὶ διώξωσι(3) καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν(4) ῥῆμα(5) καθ᾿ ὑμῶν ψευδόμενοι(6) ἕνεκεν ἐμοῦ(7).
Ματθ. 5,11  Μακάριοι είσθε, όταν σας εμπαίξουν και σας υβρίσουν οι άνθρωποι, και σας διώξουν και, ψευδόμενοι, είπουν παντός είδους κακολογίας και κατηγορίας ενάντιον σας, επειδή πιστεύετε εις εμέ.
(1)   Εδώ ο Κύριος εφαρμόζει τον όγδοο μακαρισμό στους μαθητές εξηγώντας τον πληρέστερα (p). Θα είστε εσείς οι μαθητές που είστε γύρω μου (δ).
(2)   Με λόγο (b).
(3)   Με πράξη (b).
(4)   «Δηλαδή είτε αγύρτες, είτε πλάνους, είτε διαφθορείς και οτιδήποτε άλλο σας ονομάσουν» (Χ).
(5)   Αυθεντική γραφή χωρίς αυτήν την λέξη.
(6)   «Για να μη νομίσεις, ότι είναι μακάριο απλώς το να δεχεται επίθεση κάποιος με πονηρά λόγια, πρόσθεσε δύο όρους, το να είναι ψευδή τα λεγόμενα και το να λέγονται αυτά εξ’ αιτίας του Χριστού. Διότι αν δεν είναι έτσι αυτά, μάλλον είναι άθλιος αυτός που ακούει κακά λόγια» (Ζ), «επειδή σκανδαλίζει πολλούς» (Θφ).
(7)   Είναι ισοδύναμο με το ένεκεν δικαιοσύνης του όγδοου μακαρισμού (p).
«Τι πιο καινοτόμο θα μπορούσε να υπάρξει από αυτές τις εντολές, όταν αυτά που για τους άλλους είναι αποφευκτέα, αυτά λέει ότι είναι ποθητά, το να πτωχεύει κάποιος, εννοώ, και να πενθεί και να διώκεται και να ακούει κακά;» (Χ).
«Αυτός όμως που έθεσε ως δόγματα πράγματα και φορτικά και αντίθετα στη μέχρι τότε συνήθεια των ανθρώπων, όμως και έπεισε και πείθει σχεδόν όλη την οικουμένη» (Ζ).

Ματθ. 5,12  χαίρετε(1) καὶ ἀγαλλιᾶσθε(2), ὅτι(3) ὁ μισθὸς ὑμῶν(4) πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς(5)· οὕτω(6) γὰρ ἐδίωξαν(7) τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν(8).
Ματθ. 5,12  Χαίρετε και γεμίστε από αγαλλίασιν, διότι η ανταμοιβή σας στους ουρανούς θα είναι μεγάλη και ανυπολόγιστος• έτσι κατεδίωξαν και τους προφήτας τους οποίους ο Θεός είχε στείλει ενωρίτερα από σας.
(1)   Τα ρήματα είναι χωρίς σύνδεση για μεγαλύτερη έμφαση (δ). Η χαρά δεν είναι μόνο συναίσθημα αλλά και καθήκον του Χριστιανού. Δες Φιλιπ. δ 4. Και στις αντιξοότητες είναι η χαρά ο ύψιστος βαθμός και το ισχυρό νεύρο της υπομονής (b).
(2)   Το αγαλλιάω είναι ρήμα της ελληνιστικής από το αγάλλομαι, που συναντιέται συχνά στους Ο΄ (μετάφραση των 70)=σκιρτώ, χαίρομαι πολύ (g). Στους Ο΄ λέγεται αντί για ένα από τα πολυάριθμα εβραϊκά ρήματα, τα οποία εκφράζουν τις εξωτερικές εκδηλώσεις της χαράς (L). Υπερβολικά να χαίρεστε, ώστε και οι άλλοι να αντιλαμβάνονται τη χαρά σας (b).
(3)   Πρέπει να χαίρεστε λόγω της ανταμοιβής, την οποία θα λάβετε (b).
(4)   Η αμοιβή την οποία για τους διωγμούς αυτούς επιφυλάσσει σε σας ο Θεός (δ).
(5)   Δεν αποτελεί ένδειξη τοπογραφική, αλλά καθιερωμένο τρόπο έκφρασης της μακαριότητας κοντά στο Θεό (L).
(6)   «Πώς έτσι; Κοροϊδεύοντας δηλαδή και διώκοντας και λέγοντας κάθε πονηρό λόγο εναντίον τους ψευδόμενοι εξ’ αιτίας του Θεού» (Ζ).
(7)   «Αφού είπε ότι ο μισθός σας θα είναι πολύς, πρόσθεσε και άλλη παρηγοριά λέγοντας, Έτσι καταδίωξαν τους προφήτες τους πριν από εσάς… Μη δηλαδή νομίσετε, λέει, ότι πάσχετε αυτά διότι λέτε και νομοθετείτε κάποια αντίθετα πράγματα… Διότι οι επιβουλές και οι κίνδυνοι δεν οφείλονται στην πονηρία των λεγομένων, αλλά στην κακία των ακροατών… Και μαρτυρεί αυτό όλος ο προηγούμενος χρόνος. Διότι και τους προφήτες άλλους μεν τους λιθοβολούσαν, άλλους δε τους καταδίωκαν και τους προξενούσαν μύρια άλλα κακά, όχι βεβαίως επειδή τους κατηγορούσαν για παρανομία και αντίθεο φρόνημα» (Χ).
(8)   «‘Όταν όμως λέει τους προφήτες τους πριν από εσάς, δείχνει ότι και αυτοί έγιναν ήδη προφήτες» (Χ). «Έτσι εξισώνοντας αυτούς με τους προφήτες, ανόρθωσε το φρόνημά τους» (Ζ).

2) Η χριστιανική ζωή ως αλάτι και φως (ε 13-16)    
Ματθ. 5,13  (1)Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας(2) τῆς γῆς(3)· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ(4), ἐν τίνι ἁλισθήσεται(5); εἰς οὐδὲν ἰσχύει(6) ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω(7) καὶ(8) καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων(9).
Ματθ. 5,13   Σεις οι μαθηταί μου είσθε το άλατι της γης. Αλλά εάν το άλατι χάση αυτήν την ιδιότητά του, με τι άλλο θα αλατισθή; Δεν έχει πλέον καμμίαν αξίαν και εις τίποτε άλλο δεν χρειάζεται, παρά να πεταχθή στον δρόμον και να καταπατήται από τους ανθρώπους.
(1)   Οι 4 στίχοι που ακολουθούν εδώ μπορούν να συνδεθούν ή με τα προηγούμενα, ως συνέχεια των προσόντων, τα οποία πρέπει να έχουν, όσοι θέλουν να μπουν στη βασιλεία των ουρανών, ή με τα επόμενα ως εισαγωγή στα καθήκοντα, τα οποία έχουν αυτοί. Η πρώτη σύνδεση είναι η καλύτερη = Μεγάλη αληθινά είναι η μακαριότητά σας, εάν διωχτείτε για το όνομά μου, αλλά μεγάλη είναι και η ευθύνη σας. Μπορείτε να γίνετε πρόξενοι μεγάλης ωφέλειας στους άλλους, αλλά μπορείτε να αποβείτε και αίτιοι μεγάλης ζημιάς σε αυτούς.
«Αναλαμβάνετε μεγάλα πράγματα» για αυτό «θα χρειαστείτε και μεγαλύτερη προσοχή… Διότι δεν πρέπει να σας φοβίζει το ότι θα ακούτε κακά, αλλά η υποκριτική συμμόρφωσή σας με τις απόψεις των άλλων· διότι τότε θα χάσετε τη δύναμή σας και θα καταπατηθείτε… Αν επειδή φοβηθείτε την κακολογία, προδόσετε τον ζήλο που πρέπει να έχετε, θα πάθετε πολύ χειρότερα και θα σας κακολογούν και θα σας περιφρονούν όλοι» (Χ).
(2)   Υπάρχει και η γραφή «άλα» σύμφωνα με το γάλα.
«Θα είστε το αλάτι των ανθρώπων, παίρνοντας από εμένα δύναμη λογική ώστε να τους συμμαζεύετε και να τους δένετε σφιχτά… και να τους απαλλάσσετε από τη δυσωδία των αμαρτημάτων» (Ζ).
«Διότι το αλάτι έχει αυτήν την ιδιότητα, να προξενεί πόνο και λύπη στους αποχαυνωμένους» (Χ) «με τη διδασκαλία και τους ελέγχους» (Θφ). Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή η ιδέα που εκφράζεται εδώ σχετίζεται με τη χρήση του αλατιού ως προφυλακτικού από τη σήψη. Οι μαθητές είναι στον κόσμο το στοιχείο, το οποίο τον διατηρεί σε υγεία (a) προλαβαίνοντας σε αυτόν την ηθική σήψη.
«Με το να πει δηλαδή: Εσείς είστε το αλάτι της γης, έδειξε… ότι όλη η ανθρώπινη φύση έπαθε σήψη από τα αμαρτήματα… και το να απαλλαχτούν μεν από τη σήψη των αμαρτημάτων, είναι κατόρθωμα του Χριστού· η αποφυγή όμως της επανόδου στην κατάσταση εκείνη, ήταν έργο της φροντίδας και του επίπονου αγώνα εκείνων» (Χ).
Άλλη εκδοχή. Το αλάτι διατηρεί, αλλά προ παντός νοστιμίζει. Κάνει τα εδέσματα ευχάριστα και έτσι ευνοεί τη θρέψη. Έτσι οι μαθητές είναι για την ανθρωπότητα ό,τι και το αλάτι για τις τροφές, το άρτυμα δηλαδή που κάνει αυτά εύγεστα και νόστιμα· δηλαδή οι μαθητές είναι η αρχή της ηθικής ζωής, η οποία μέλλει να εξυψώσει την ανθρωπότητα στην τελειότητα, στην οποία ευαρεστείται ο Θεός (L).
Άλλη εκδοχή που συνδυάζει και τις δύο: Το αλάτι κάνει εύγευστες τις τροφές και προφυλάσσει αυτές από τη σήψη. Κάνει την τροφή νοστιμότερη και υγιεινότερη. Ο μαθητής, του οποίου η ζωή συμμορφώθηκε με τους μακαρισμούς, θα κάνει το ευαγγέλιο πιο ευπρόσδεκτο και ωφέλιμο. Αλλά ο ιδιοτελής και αποστάτης γίνεται κάτι περισσότερο από άχρηστος. Πολλές ουσίες, όταν σαπίσουν είναι χρήσιμες ως λίπασμα. Το αλάτι που έχασε τη δύναμή του ούτε ως λίπασμα χρησιμεύει (p).
Άλλη εκδοχή: Αλάτι της γης= εκείνα τα είδη των αλατούχων υλών, τα οποία ριχνόμενα στη γη ως λίπασμα κάνουν αυτήν γόνιμη και όχι το μαγειρικό αλάτι, το οποίο ριχνόμενο στη γη στερεί αυτήν από την γονιμοποιό της δύναμη (g).
Πιο σωστή η πρώτη ή η τρίτη εκδοχή.
(3)   «Γη εδώ ονόμασε τους ανθρώπους» (Ζ). Κατ’ επέκτασιν αυτό που περιέχει αντί για το περιεχόμενο. «Διότι δεν θα είναι, λέει, διδάσκαλοι της Παλαιστίνης, αλλά όλης της γης» (Χ).
(4)   Μωραίνεται κάποιος = γίνεται μωρός, ανόητος, άχρηστος με πνευματική σημασία· με υλική σημασία = στέρηση της ιδιαίτερης δύναμης που έχει το κάθε πράγμα· και εδώ σημαίνει, όταν το αλάτι χάσει τη στυπτική του δύναμη. Μωραίνεται το αλάτι;
Ή, κάνει αυτήν την υπόθεση ο Σωτήρας όχι ως πραγματική, αλλά ως δυνατή χάριν της συνέπειας· διότι καμία άλλη ουσία δεν υπάρχει που να στύφει το αλάτι· εάν λοιπόν αυτό χάσει την δύναμή του, χάθηκε αυτή για πάντα (δ).
Ή, το αλάτι μπορεί να μολυνθεί και αναμιχτεί με ακάθαρτες και άλλες ξένες ουσίες ώστε να γίνει άχρηστο (a). Πράγματι, είδαν κάποιοι μεγάλες ποσότητες αλατιού που κατά γράμμα πετάχτηκαν στο δρόμο και καταπατούνταν από τους ανθρώπους και τα κτήνη (Thomson, Land and Book σ. 381). Εάν το αλάτι μαζευτεί αμέσως μόλις κρυσταλλοποιηθεί με την εξάτμιση του νερού, είναι καλό και χρήσιμο, αλλά εάν εγκαταλειφθεί εκτεθειμένο στον ήλιο για πολύ, χάνει τη δύναμή του και γίνεται άγευστο (ο).
(5)   Πώς θα αποκατασταθεί σε αυτό η δύναμή του να αλατίζει; (g).
«Δηλαδή, εάν εσείς αποχαυνωθείτε ή χάσετε την ωφέλιμη ποιότητά σας, με ποιό άλλο αλάτι θα αλατιστείτε, δηλαδή θα καρυκευθείτε;» (Ζ).
«Διότι οι μεν άλλοι μύριες φορές αν πέσουν, μπορούν να τύχουν συγγνώμης, ο διδάσκαλος όμως, εάν πάθει αυτό, έχει στερηθεί κάθε απολογίας» (Χ).
(6)   «Σε τίποτα πλέον δε χρησιμεύει» (Ζ). Ισχύω σε κάτι= είμαι ωφέλιμος σε κάτι (g)· καμία δύναμη δεν έχει (δ).
(7)   Μακριά από κάθε οικιακή χρήση (b)· έξω από το σπίτι (δ).
(8)   Και κατά συνέπεια (b).
(9)   «Το οποίο σημαίνει να καταφρονείται από τους ανθρώπους» (Ζ).

Ματθ. 5,14  Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς(1) τοῦ κόσμου(2). οὐ δύναται πόλις(3) κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη(4)·
Ματθ. 5,14  Εσείς είστε το φως του κόσμου. Μία πόλις που είναι κτισμένη επάνω στο όρος, δεν ημπορεί να κρυφθή.
(1)   «Έπειτα τους φέρνει σε άλλο υψηλότερο παράδειγμα. Εσείς είστε το φως του κόσμου… Πρώτα αλάτι και τότε φως» (Χ).
«Φως των ανθρώπων, ώστε να φωτίζετε τα μάτια των ψυχών τους και με το φως της διδασκαλίας και το φως της γνώσεως, να τους καθοδηγείτε στο σωστό δρόμο της ευσέβειας. Δύο λοιπόν υπηρεσίες ανέλαβαν, το να αλατίζουν και το να φωτίζουν. Διότι πρέπει πρώτα κάποιος να απαλλαχτεί από τη σαπίλα και έπειτα να συνετιστεί» (Ζ).
Φως όμως του κόσμου με την κύρια και απόλυτη σημασία είναι ο Σωτήρας (Ιω. η 12) ενώ με σχετική σημασία οι μαθητές (Εφεσ. γ 9), καθώς και όλοι οι πιστοί (Εφεσ. ε 8,Φιλιπ. β 15)(δ). Είναι ηθικά φώτα, διότι μεταδίδουν στους ανθρώπους την ηθική αλήθεια όπως αυτή φανερώθηκε στο Λόγο του Θεού (ο).
«Διότι εγώ μεν άναψα το φως, το να μείνει όμως αναμμένο ας γίνει έργο της δικής σας φροντίδας» (Χ), «έτσι ώστε και στους άλλους να λάμπει η λαμπρότητα της δικής σας ζωής» (Θφ).
(2)   «Πάλι λέει του κόσμου, όχι ενός έθνους, ούτε είκοσι πόλεων, αλλά όλης της οικουμένης» (Χ). Εάν ο Χριστιανός οφείλει να ζει στον κόσμο για να σώζει αυτόν από την ηθική σήψη και κατάπτωση, πρέπει επίσης να ζει και πάνω από τον κόσμο και σε απόσταση από τον κόσμο σαν φως σε υψηλό τόπο που φωτίζει μακριά και ευρέως. Με τη ζωή του θα δείξει ποια είναι η αληθινή ζωή. Ο άνθρωπος του οποίου ο χαρακτήρας αντικατοπτρίζει τους μακαρισμούς, δεν μπορεί να μην ασκήσει εξυγιαντική και φωτιστική επιρροή (p).
(3)   Τρίτη μεταφορά, η οποία όμως δεν είναι παράλληλη με τις άλλες δύο, διότι δεν προαβάλλει κάποιο καθήκον, αλλά εκθέτει γεγονός. Είναι καθήκον των μαθητών να είναι αλάτι και φως· αλλά δεν μπορούν να αποφύγουν το να είναι σαν πόλη που βρίσκεται πάνω σε όρος (p).
«Με αυτά τα λόγια πάλι τους οδηγεί σε ακρίβεια (τελειότητα) ζωής, διδάσκοντάς τους να εχουν την αγωνία ότι θα τους βλέπουν όλοι… Διότι μη δείτε αυτό, λεεει, ότι καθόμαστε εδώ τώρα και είμαστε σε μια μικρή γωνιά· διότι τόσο ολοφάνεροι θα είστε σε όλους σαν πόλη που βρίσκεται πάνω στην κορυφή του βουνού» (Χ).
(4)   Δες και το Λόγιον του Ιησού (Πάπυρος Οξυρύγχου 7) «πόλη που έχει οικοδομηθεί σε κορυφή όρους υψηλού και είναι στηριγμένη, ούτε να πέσει μπορεί ούτε να κρυφτεί». Η εικόνα έρχεται κατά τρόπο φυσικό στη σκέψη σε χώρα όπου τα χωριά βρίσκονται συνήθως σε υψηλές κορυφές. Αυτό ισχύει περισσότερο για την Ιουδαία παρά για τη Γαλιλαία (L). Ίσως από τη θέση, από την οποία εκφωνούσε την επί τους όρους ομιλία ο Κύριος, υπήρχε απέναντι κάποια κωμόπολη, που βρισκόταν μπροστά στη θέα και των ακροατών του (ο).
«Θα είστε περίβλεπτοι, επομένως προσέχετε πώς να ζείτε άμεμπτα για να μην σκανδαλίζετε και άλλους» (Θφ).

Ματθ. 5,15  οὐδὲ καίουσι λύχνον(1) καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον(2), ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν(3), καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ(4).
Ματθ. 5,15  Και όταν ανάπτουν λύχνον οι άνθρωποι, δεν τον θέτουν κάτω από τον κάδον, αλλά επάνω στον λυχνοστάτην, ώστε να φωτίζη όλους εκείνους που ευρίσκονται μέσα στο σπίτι.
(1)   Τεκμήριο από το ισχυρότερο: Εάν οι άνθρωποι δεν βάζουν ποτέ το λυχνάρι κάτω από τον κάδο, πολύ περισσότερο τα ηθικά φώτα που είναι προορισμένα να φωτίζουν όχι ένα σπίτι αλλά τον κόσμο ολόκληρο, δεν επιτρέπεται να κρύβονται (ο). Λύχνος είναι το πήλινο ή γυάλινο αγγείο που έχει μέσα του λάδι και φιτίλι (δ), το οποίο όταν ανάβει φωτίζεται το σπίτι.
(2)   Ρωμαϊκό μέτρο των υλικών, το ένα έκτο του ελληνικού μεδίμνου (δ).
(3)   Είναι νεώτερη ελληνική λέξη αντί για την παλαιότερη λυχνίον= ο λυχνοστάτης (g).
(4)   «Ούτε εγώ αφού άναψα σε σας φως θεογνωσίας, θέλω εσείς να κρύβεστε· αλλά να, σας βάζω στο λυχνοστάτη, εννοώ δηλαδή πάνω στον υψηλό τόπο τη διδασκαλίας, ώστε να φωτίζετε όλους όσους είναι στην οικουμένη» (Ζ).
Κανόνας γενικός: το λυχνάρι έχει λόγο υπάρξεως το να φωτίζει· αυτός είναι και ο προορισμός των μαθητών, εκτός και αν παραλείπουν το καθήκον τους και παύουν να είναι λυχνάρι, οπότε το φως τους δεν ωφελεί κανέναν (L).

Ματθ. 5,16  οὕτω(1) λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν(2) ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων(3), ὅπως(4) ἴδωσιν ὑμῶν(5) τὰ καλὰ ἔργα(6) καὶ δοξάσωσι(7) τὸν πατέρα(8) ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς(9).
Ματθ. 5,16  Το φως λοιπόν έτσι ας λάμψη εμπρός στους ανθρώπους, δια να ίδουν τα καλά σας έργα και δοξάσουν τον Πατέρα σας τον ουράνιον.
(1)   Όπως σε πολλά άλλα χωρία του Ματθαίου (γ 15,ε 12,στ 30,ζ 12,17 κλπ.) το «ούτως» αναφέρεται μάλλον στα προηγούμενα παρά στα επόμενα. Η έννοια είναι: Όπως ένα καλά τοποθετημένο λυχνάρι φωτίζει όλους στο σπίτι, έτσι ας λάμψει… (p).
(2)    «Η καθαρότητα του βίου και του λόγου σας». «Όταν θα εργάζεστε τα καλά, ας λάμψει το από αυτά φως σας» (Ζ). Αναμφίβολα στην ακόλουθη φράση «τα καλά σας έργα» περιλαμβάνεται και το κήρυγμα (Ιω. ι 32) αλλά ο βίος μάλλον παρά τα λόγια που κηρύττονται τονίζεται τώρα από το Χριστό (p).
«Δεν θα μπορέσουν οι κατηγορίες να συσκιάσουν τη λάμψη σας, εάν εσείς ζείτε με ακρίβεια, και έτσι, σαν να πρόκειται να επιστρέψετε όλη την οικουμένη… Να είναι πολλή η αρετή και πλούσια η φωτιά… διότι όταν είναι τόση η αρετή, είναι αδύνατον να κρυφτεί, έστω και αν μύριες φορές προσπαθεί να την κρύψει αυτός που την ασκεί. Η ζωή σας να είναι αδιάβλητη και μην τους δίνετε καμία αφορμή να σας κακολογούν και… κανείς δεν θα μπορέσει να σας επισκιάσει. Και καλά είπε το φως. Διότι τίποτα δεν κάνει τόσο επίσημο τον άνθρωπο όσο η άσκηση της αρετής, έστω και αν μύριες φορές θέλει αυτός να κρύβεται» (Χ).
(3)   Το φως πρέπει να λάμπει μπροστά στους ανθρώπους, το οποίο δεν είναι το ίδιο με το  «θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις (να φαίνεστε στους ανθρώπους)» (p). «Να λάμψει μπροστά στους ανθρώπους όχι λόγω ανθρωπαρέσκειας» (Ζ).
«Τι λοιπόν; Μας διατάζεις να ζούμε για επίδειξη και για να αποκτούμε τιμές; Μακριά από μας! Δεν εννοώ αυτό. Διότι δεν είπα· Προσπαθείστε να κάνετε γνωστά τα κατορθώματά σας, ούτε είπα· Δείξτε αυτά, αλλά ας λάμψει το φως σας» (Χ).
(4)   Ο τόνος του μορίου αυτού δεν αναφέρεται τόσο στο να δουν, όσο στο να δοξάσουν (b).
(5)   Όχι εσάς, αλλά τα έργα σας. Το φως, όχι το λυχνάρι (b).
(6)   «Τα έργα τα με πράξεις και λόγους» (Ζ). Η ζωή η χριστιανική είναι συχνά για τον κόσμο η καλύτερη απόδειξη υπέρ της χριστιανικής διδασκαλίας (L).
(7)   Το να πράττουμε για τη δόξα του Πατέρα, ως χορηγού κάθε αγαθού, είναι το τελειότερο ελατήριο (L).
(8)   «Δηλαδή τον Θεό, του οποίου γίνατε γιοι μέσω της πίστης» (Ζ). «Δεν είπε τον Θεό, αλλά τον Πατέρα, διότι ήθελε να ρίξει από τώρα τα σπέρματα της υψηλής καταγωγής που επρόκειτο να τους δοθεί» (Χ).
(9)   Δείχνει ο προσδιορισμός αυτός τον τόπο, στον οποίο ο Θεός με εξαίρετο τρόπο θεωρείται παρών, διότι εκεί εκπληρώνεται το θέλημά του το άγιο. Επειδή λοιπόν εκεί ο Πατέρας μένει, εκεί οφείλουν να έχουν στραμμένα τα μάτια και τα παιδιά (δ).

Το γενικό αντικείμενο του τμήματος αυτού είναι ότι το χριστιανικό ιδεώδες είναι αμέτρητα υψηλότερο από το αντίστοιχο ιουδαϊκό. Αποκλείει κάθε βαθμό αμαρτήματος, ακόμη και στη σκέψη και το συναίσθημα, ενώ το παλαιό ιδεώδες απέκλειε μόνο τις πράξεις και από αυτές εκείνες μόνο, οι οποίες απαγορεύονταν από το νόμο. Η αλήθεια αυτή αποδεικνύεται σε σχέση με το φόνο (21-26), τη μοιχεία (27-30), το διαζύγιο (31-32), τον όρκο (33-37), την εκδίκηση (38-42), την προς τους άλλους αγάπη (43-47)(p).

Ματθ. 5,17  Μὴ νομίσητε(1) ὅτι ἦλθον(2) καταλῦσαι(3) τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας(4)· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι(5), ἀλλὰ πληρῶσαι(6).
Ματθ. 5,17  Μη νομίσετε ότι ήλθα να καταλύσω τον νόμον του Μωϋσέως η την διδασκαλίαν των προφητών. Δεν ήλθα να καταλύσω αυτά, αλλά να τα τηρήσω, να τα εκπληρώσω και να τα ολοκληρώσω εις ένα τέλειον νόμον.
(1)   «Για ποιό λόγο είπε αυτό; Όχι άσκοπα, ούτε μάταια, αλλά επειδή επρόκειτο να νομοθετήσει ανώτερα από τα παλαιά παραγγέλματα… και να χαράξει δρόμο ενός θείου και ουράνιου τρόπου ζωής, για να μην ταράξει το καινούργιο τις ψυχές των ακροατών… χρησιμοποιεί αυτήν την προδιόρθωση. Διότι αν και δεν εκπλήρωναν οι Ιουδαίοι το νόμο, αλλά όμως… ήθελαν τα γράμματα να μένουν ακίνητα και κανείς να μην προσθέτει παραπάνω σε αυτά, ή μάλλον όταν προστίθενταν ανέχονταν τους άρχοντες, αλλά οι προσθέσεις δεν γίνονταν προς το καλύτερο, αλλά προς το χειρότερο» (Χ).
Αξιόλογη και η εκδοχή: Η έκφραση αυτή υπονοεί, ότι ο Κύριος αντιλήφθηκε, ότι υπήρχε κίνδυνος να θεωρήσουν για αυτόν, ότι καταργεί το νόμο και ίσως μερικοί είχαν ήδη πει αυτό, (το οποίο αποτελεί απόδειξη ότι η επί του όρους ομιλία δεν εκφωνήθηκε στην αρχή της δημόσιας δράσης του Κυρίου). Οι Φαρισαίοι ασφαλώς θα έλεγαν αυτό. Διότι ο Κύριος παραθεωρούσε την προφορική παράδοση, την οποία εκείνοι θεωρούσαν ισόκυρη με το νόμο.
Επίσης ερμήνευε το νόμο κατά το πνεύμα του και όχι κατά το νεκρό γράμμα όπως εκείνοι. Περισσότερο από κάθε άλλο όμως, μιλούσε σαν κάποιος που έχει κύρος και εξουσία, ανεξάρτητη από το νόμο. Αλλά ο Κύριος δεν ήταν ένας φανατικός επαναστάτης, αλλά θείος ανορθωτής και μεταρρυθμιστής (p).
(2)   Υπονοεί ευθύς εξ’ αρχής ότι αυτός είναι ο ερχόμενος, ο Μεσσίας (p). Ο Κύριός μας λοιπόν υπήρχε πριν ακόμη έλθει στη γη (b).
(3)   =Αθετώ, ακυρώνω, κηρύττω ότι δεν ισχύει πλέον (δ).
(4)   Τον ηθικό νόμο, που δόθηκε στον Μωϋσή και την ηθική διδασκαλία των προφητών (δ).
(5)   «Δεν το ‘πε μία φορά, ότι δεν καταργώ το νόμο, αλλά και δεύτερη φορά πάλι το ανέφερε και πρόσθεσε και άλλο πιο σπουδαίο· διότι αφού είπε, μη νομίσετε ότι ήλθα να καταργήσω το νόμο, πρόσθεσε, δεν ήλθα να καταργήσω αλλά να συμπληρώσω» (Χ). Η αρνητική και η θετική μορφή της βεβαίωσης προσδίδει έμφαση στη διακήρυξη (ο).
(6)   «Αλλά πώς συμπλήρωσε το νόμο και τους προφήτες, ας το δούμε. Τους προφήτες μεν τους συμπλήρωσε, εκπληρώνοντας με πράξεις όλα όσα προφήτευσαν για αυτόν… ενώ τον νόμο τον συμπλήρωσε με ένα μεν τρόπο, με το να μην παραβεί τίποτα το νόμιμο… και με άλλο τρόπο, με το να προσθέσει σε αυτόν αυτά που του έλειπαν· το οποίο και περισσότερο αρμόζει να εννοήσουμε εδώ. Διότι ενώ ο νόμος εμπόδιζε τα τέλη των αμαρτημάτων, ο Χριστός εμπόδισε και τις αρχές.
Διότι ο φόνος μεν είναι καρπός αμαρτίας, ρίζα όμως αυτής είναι η οργή· και αν κάποιος δεν κόψει τη ρίζα, κάποτε θα καρποφορήσει. Αποδείχτηκε λοιπόν, ότι ήταν ελλιπής η εντολή του να μη φονεύουν· συμπλήρωσε λοιπόν αυτήν ο Χριστός διατάζοντας να μην οργίζονται. Αυτό λοιπόν προχωρώντας θα το βρεις και στις άλλες εντολές» (Ζ).
«Όσα δηλαδή ο νόμος σκιαγράφησε, αυτά ο Κύριος κατά τρόπο τέλειο τα ζωγράφισε. Όπως ακριβώς και ο ζωγράφος δεν καταργεί το σκιαγράφημα, αλλά μάλλον το συμπληρώνει» (Θφ). «Όπως ακριβώς δηλαδή στα σκιαγραφήματα (σκίτσα) που έχουν προσχεδιαστεί στους πίνακες, όταν έρθει η ώρα να μπουν τα κάθε είδους χρώματα, (αυτά τα χρώματα) καθόλου δεν καταστρέφουν τα σκίτσα, αλλά μάλλον τα μετατρέπουν να φαίνονται πιο λαμπρά, κατά τον ίδιο αυτόν τρόπο, λέμε ότι δεν ανατράπηκαν οι σκιές (σκιαγραφήματα) του νόμου, αλλά μάλλον συμπληρώθηκαν κατά τρόπο προοδευτικό που οδήγησε στην αλήθεια» (Κ).
«Αυτό όμως δεν εξουδετερώνει μόνο την αναίδεια των Ιουδαίων, αλλά ράβει και τα στόματα των αιρετικών εκείνων που λένε ότι η Παλαιά Διαθήκη είναι από τον διάβολο» (Χ).

Ματθ. 5,18  ἀμὴν(1) γὰρ λέγω ὑμῖν(2), ἕως ἂν παρέλθῃ(3) ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ(4), ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία(5) οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου(6) ἕως ἂν πάντα γένηται(7).
Ματθ. 5,18  Διότι σας διαβεβαιώ με πάσαν επισημότητα, ότι έως ότου υπάρχη ο ουρανός και η γη, ούτε ένα γιώτα η ένα κόμμα, δεν θα παραπέση από τον νόμον, μέχρι την στιγμήν που όλα θα επαληθεύσουν και θα πραγματοποιηθούν.
(1)   «Το αμήν είναι επίρρημα βεβαιωτικό που λέγεται αντί για το «αληθινά»»(Ζ). Χαρακτηριστικός τρόπος ομιλίας, ιδιαίτερος του Χριστού, που διατηρήθηκε πιστά από τη χριστιανική παράδοση. Εισάγει έκφραση με ειδική έμφαση και σοβαρότητα (S).
Ισοδυναμεί με το επίσημα σας βεβαιώνω (ο). Ο Ιησούς μόνος χρησιμοποιούσε τη λέξη αυτή στην αρχή των προσφωνήσεών του. Κανείς από τους αποστόλους δεν έπραξε έτσι. Στην Κ.Δ. δεν είναι, για να μιλήσουμε με ακρίβεια, όρκος, όπως μερικές φορές στους Ιουδαίους. Διότι είναι συνώνυμο με το ναι και αληθινά. Δες Λουκ. ια 51,κα 3,Ματθ. κγ 36 και Μάρκ. ιβ 43.
Πάντως όμως αποτελεί εντονότατη διαβεβαίωση που αποκλειστικά αρμόζει σε εκείνον, ο οποίος από μόνος του και από την δική του αλήθεια διαβεβαιώνει και λόγω του αξιώματος αυτού που μιλά ισοδυναμεί με όρκο, ιδιαίτερα όταν λέγεται δύο φορές, δηλαδή Αμήν αμήν (b). Εδώ για πρώτη φορά συναντιέται στον Ματθαίο, βρίσκεται όμως σε αυτόν 30 φορές, 13 στον Μάρκο και 6 στον Λουκά (p).
(2)   Η φράση λέγω υμιν, που συχνά χρησιμοποιείται από τον Κύριο και είναι χρακτηριστική σε αυτόν εγκλείει ύψιστο κύρος και δηλώνει συχνά αλήθεια που διακηρύσσεται από αυτόν, η οποία ούτε από την Π.Δ. ούτε από κάποια άλλη πηγή μπορεί σαφώς να αποδειχτεί, αλλά για πρώτη φορά λέγεται από αυτόν από τους απόκρυφους θησαυρούς της σοφίας και γνώσης έτσι ώστε η συμφωνία των ακροατών να μπορεί να βασιστεί σε μόνη τη διαβεβαίωσή του. Οι προφήτες αρκούνταν να λένε: λέει ο Κύριος, οι απόστολοι, έχει γραφτεί, αλλά ο Χριστός σε πρώτο πρόσωπο, εγώ σας λέω (b).
(3)   Το ρήμα παρέλθη αφήνει ακαθόριστο τον τρόπο του τέλους του κόσμου (b). «Η έννοια των επόμενων λόγων είναι η εξής, ότι έως ότου ο κόσμος παραμένει· διότι αυτό δηλώνει το έως ότου παρέλθει ο ουρανός και η γη, δεν θα παρέλθει απραγματοποίητο ούτε το πιο ασήμαντο παράγγελμα του νόμου» (Ζ).
(4)   Ο ουρανός και η γη, το όλο σύστημα της φύσης (b).
(5)   «Με το γιώτα και το κόμμα δήλωσε και το πιο ασήμαντο» (Ζ). Ιώτα είναι το γιώδ το μικρότατο και στοιχειοδέστατο γράμμα του εβραϊκού αλφαβήτου. Αλλά και οι Έλληνες γράφουν από κάτω το ιώτα ή και παραλείπουν το υπογεγραμμένο ιώτα εντελώς (b). Η κεραία είναι ένα σημάδι, σαν απόστροφος, το οποίο έβαζαν οι Εβραίοι πάνω σε κάποια γράμματα για διάκριση από άλλα όμοια. Και στην ελληνική γλώσσα κεραία σημαίνει τόνος (δ). Και τα δύο μοιάζουν με το ελληνικό κόμμα ή την ψιλή.
(6)   Κανένα από τα γράμματα του νόμου δεν θα καταργηθεί πριν το έργο του Θεού φθάσει στο τέρμα του (L).
(7)   Έως ότου το σύνολο του θείου σχεδίου εκπληρωθεί (p).
Ή, έως ότου όλα τα σχετικά με το νόμο πραγματοποιηθούν (a). Εκπληρώθηκαν και θα εκπληρωθούν από τον Ιησού Χριστό, όχι μόνο σε αυτόν αλλά και στους Χριστιανούς (b). Θα επληρωθούν, θα ικανοποιηθούν είτε με την εκπλήρωση από τον Σωτήρα και τους γνήσιους μαθητές του, είτε με την τιμωρία των παραβατών (δ).

Ματθ. 5,19  ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ(1) μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων(2) τῶν ἐλαχίστων(3) καὶ διδάξῃ(4) οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος(5) κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν(6)· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ(7), οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.
Ματθ. 5,19  Εκείνος λοιπόν, που θα παραβή μίαν από τας εντολάς αυτάς, που φαίνονται μικραί και ασήμαντοι, και διδάξη έτσι τους ανθρώπους, θα ονoμασθή ελάχιστος εις την βασιλείαν των ουρανών. Εκείνος όμως που θα αγωνισθή να τηρήση όλας τας εντολάς και διδάξη την τήρησιν αυτών και στους ανθρώπους, αυτός θα ανακηρυχθή μέγας εις την βασιλείαν των ουρανών.
(1)   Η αντίθετη λέξη είναι το ποιήση, το οποίο λέγεται μετά από λίγο στον σ. αυτόν (b).
(2)   «Δεν το είπε για τους παλαιούς νόμους, αλλά για αυτούς που ο ίδιος επρόκειτο να νομοθετήσει» (Χ).
(3)   Αυτοί δεν αντιτίθενται συστηματικά προς το νόμο, αλλά παραγνωρίζουν τη σπουδαιότητα των μικρότερων παραγγελμάτων (L). Τηρώντας τις μεγάλες εντολές νίκησαν το κακό στην εξωτερική του εμφάνιση ως πράξη πονηρή, δεν νίκησαν όμως την κακία και την αμαρτία και στην εσωτερική της εμφάνιση ως κακό πάθος και επιθυμία (δ).
(4)   Δεν πρόκειται λοιπόν για αθέτηση από αδυναμία ή επειδή παρασύρθηκε, αλλά για πλήρη παραγνώριση.
(5)   Όπως μεταχειριζόμαστε το λόγο του Θεού, έτσι και ο Θεός θα μας μεταχειριστεί (b). Το ελάχιστος ή σημαίνει «τελευταίος όλων, πάρα πολύ κακός, αυτός που έχει απορριφθεί, το οποίο σημαίνει ότι θα μπει στην κόλαση» (Ζ).
«Το είπε αυτό κατά τρόπο άνετο» (Σχ.π). Ή, δεν θα διωχτεί από τη βασιλεία, αλλά η θέση του σε αυτήν θα είναι λιγότερο ένδοξη (p)· θα αξιωθεί της τελευταίας βαθμίδας της μακαριότητας (δ). Έτσι ερμηνεύουν και ο L, και ο a.
(6)   Η οποία θα ακολουθήσει μετά τη μέλλουσα κρίση.
(7)   «Πρόσεξε πώς είπε, ότι πρέπει πρώτα να πράττει και μετά να διδάσκει και όχι μόνο να πράττει, αλλά και να διδάσκει» (Ζ).
«Διότι πώς θα οδηγήσω άλλον σε δρόμο, που εγώ δεν περπάτησα;» (Θφ).
«Διότι δεν πρέπει να είμαστε χρήσιμοι μόνο στους εαυτούς μας, αλλά και στους άλλους. Διότι δεν είναι ίσος ο μισθός για αυτόν που κατορθώνει κάτι για τον εαυτό του και για αυτόν που προσθέτει και άλλον μαζί του. Όπως ακριβώς δηλαδή το να διδάσκει χωρίς να πράττει καταδικάζει τον διδάσκοντα, «διότι εσύ που διδάσκεις, λέει, άλλον, τον εαυτό σου δεν τον διδάσκεις;», έτσι και το να πράττει μεν, αλλά να μην καθοδηγεί και άλλους ελαττώνει τον μισθό» (Χ).

Ματθ. 5,20  λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἐὰν μὴ περισσεύσῃ(1) ἡ δικαιοσύνη(2) ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων(3), οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.
Ματθ. 5,20  Διότι σας λέγω και τούτο• εάν η αρετή σας δεν ξεπεράση πολύ την επιφανειακήν και τυπικήν αρετήν των Γραμματέων και Φαρισαίων, δεν θα εισέλθετε εις την βασιλείαν των ουρανών.
(1)   Η δικαιοσύνη μας ουδέποτε μπορεί να περισσεύσει, ξεπερνώντας τις απαιτήσεις του νόμου. Αλλά οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι νόμιζαν, ότι η δικαιουσύνη τους περίσσευε από τα παραγγέλματα του νόμου. Είμαστε υποχρεωμένοι να ξεπεράσουμε τη δικαιοσύνη τους (b). Το περισσεύω εδώ είναι αμετάβατο= να περισσεύει, ξεπερνώντας ένα γνωστό όριο, εδώ εννοεί αυτό των γραμματέων και Φαρισαίων (δ).
«Ποιό ήταν το παραπάνω που περισσεύει; Το να μην οργιστεί κάποιος, το να μη δει γυναίκα ακόλαστα» (Χ).
(2)   «Εδώ δικαιοσύνη λέει την αρετή συνολικά» (Χ).
(3)   Δηλαδή περισσότερο από αυτήν των γραμματέων και Φαρισαίων (b).
Ή, «δεν είπε απλώς αυτών που παραβαίνουν, αλλά αυτών που κατορθώνουν· διότι αν δεν κατόρθωναν, δεν θα έλεγε ότι έχουν δικαιοσύνη, ούτε θα σύγκρινε τη αρετή που δεν υπάρχει με αυτήν που υπάρχει» (Χ).
Αλλά «εκείνοι μεν τα τέλη των αμαρτημάτων φυλάσσουν· εσείς όμως και τις αρχές οφείλετε να φυλάσσσετε» (Ζ).
Ή, οι Φαρισαίοι ήταν διδάσκαλοι της ακριβής τήρησης ελαχίστων (L). Παρέβλεπαν τα βαρύτερα του νόμου, δίνοντας το ένα δέκατο και από τον δυόσμο ακόμη και από το άνηθο (Ματθ. κγ 23). Βρίσκονταν σε πλάνη παραγνωρίζοντας και παρερμηνεύοντας την αληθινή φύση της δικαιοσύνης. Αυτή όμως ήταν πλάνη απαίσια, που απέκλειε από τη βασιλεία (p). Τηρούσαν την τελετουργική και τη νομική, αλλά όχι και την ηθική δικαιοσύνη. Οι Φαρισαίοι επέμεναν στις παραδόσεις, ενώ οι γραμματείς ήταν προσκολλημένοι στο γράμμα του νόμου (b).
Η δεύτερη ερμηνεία πιο σοβαρή.

Ματθ. 5,21  (1)Ἠκούσατε(2) ὅτι ἐῤῥέθη(3) τοῖς ἀρχαίοις(4), οὐ φονεύσεις(5)· ὃς δ᾿ ἂν φονεύσῃ, ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει(6).
Ματθ. 5,21  Ηκούσατε ότι ελέχθη από τον Θεόν στους αρχαίους, στους προγόνους σας• Δεν θα φονεύσης• εκείνος που θα φονεύση, θα είναι ένοχος και θα παραπεμθή στο μικρόν επταμελές συνέδριον, που λέγεται κρίσις.
(1)   «Αφού απείλησε λοιπόν αυτούς που παραβαίνουν και υποσχόμενος μεγάλα έπαθλα σε αυτούς που κατορθώνουν και αφού έδειξε ότι δίκαια απαιτεί από εμάς περισσότερο από τα παλαιά μέτρα, αρχίζει τη νομοθεσία λοιπόν όχι κατά τρόπο απόλυτο αλλά με σύγκριση με τις παλαιές εντολές, θέλοντας να αποδείξει δύο πράγματα, ότι και δεν μάχεται τα προηγούμενα (την Π.Δ.) αλλά αντιθέτως νομοθετεί συμφωνόντας και πάρα πολύ με αυτά και ότι σωστά και σε πολύ κατάλληλο χρόνο προσθέτει τα δεύτερα σε εκείνα» (Χ).
(2)   Ακούσατε ότι ειπώθηκε (σ. 21,27,33,38,43) όχι ξέρετε ότι γράφτηκε. Ο Χριστός απευθύνεται σε αγράμματα πλήθη, πολλοί από τους οποίους δεν μπορούσαν ούτε να διαβάσουν ούτε να γράψουν. Συνεπώς η γνώση τους για το νόμο προερχόταν από την δημόσια διδασκαλία στις συναγωγές, όπου το γράμμα του νόμου διαβαζόταν πιστά, αλλά το πνεύμα του ή έλειπε ή συσκοτιζόταν.
(3)   Απρόσωπη μορφή λόγου, στην οποία μεγαλοπρεπώς αντιτίθεται το «εγώ όμως σας λέω» (b).
(4)   «Ειπώθηκε από τον νομοθέτη προς τους αρχαίους Εβραίους» (Ζ). «Δείχνει, ότι έγινε παλαιός ο νόμος» (Θφ).
(5)   Παρατίθεται από το Εξοδ. κ 15,Δευτερ. ε 17, ενώ τα λόγια που ακολουθούν δεν είναι άμεση παράθεση, αλλά περίληψη της διδασκαλίας του νόμου. Δες Εξόδ. κα 12 (a).
«Είναι πολύ καλό που δεν αλλάζει τη σειρά των εντολών, αλλά άρχισε από την πρώτη, από την οποία και ο νόμος άρχισε. Διότι και αυτό δείχνει τη συμφωνία (με την Π.Δ.)» (Χ).
(6)   Σημαίνει και κριτήριο δικαστών, όπως εδώ· αποτελούνταν από 7 άνδρες ανά τις πόλεις της Παλαιστίνης και αντιτίθεται η λέξη κρίση με τη λέξη συνέδριο, το οποίο είχε την έδρα του στα Ιεροσόλυμα (g).

Ματθ. 5,22  Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν(1) ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος(2) τῷ ἀδελφῷ(3) αὐτοῦ εἰκῆ(4) ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει(5)· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ῥακά(6), ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ μωρέ(7), ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός(8).
Ματθ. 5,22   Εγώ όμως σας λέγω ότι καθένας που οργίζεται αδίκως και χωρίς σοβαρόν πνευματικόν λόγον ενάντιον του αδελφού του, έχει την ιδίαν ενόχην, όπως εκείνος που δικάζεται δια φόνον στο επταμελές συνέδριον. Εκείνος δε που θα υβρίση τον αδελφόν του και θα του είπη με περιφρόνησιν “ανόητε, τιποτένιε”, είναι ένοχος εγκλήματος βαρυτέρου, από εκείνά που δικάζει το μεγάλο συνέδριον. Εκείνος δε που θα είπη με μίσος στον αδελφόν του “αμυαλε, τρελλέ”, είναι βαρύτατα ένοχος και άξιος να τιμωρηθή με την στον Αδην γέενναν του πυρός.
(1)   «Είδες εξουσία απόλυτη; Διότι ποιος από τους προφήτες μίλησε ποτέ έτσι; Ποιος από τους δίκαιους; Ποιος από τους πατριάρχες; Κανείς, αλλά λένε, αυτά λέει ο Κύριος. Αλλά δεν μιλά έτσι ο Υιός. Διότι εκείνοι ανακοίνωναν τα λόγια του Δεσπότη, ενώ αυτός τα λόγια του Πατέρα» (Χ). «Εγώ λέω· δείχνοντας  το εξουσιαστικό της θεότητας» (Θφ).
(2)   Ο Χριστός δεν καταρρίπτει την παλαιά εντολή αλλά με τη δική του εξουσία προσθέτει ό,τι είναι εξίσου υποχρεωτικό με αυτήν και πρέπει να θεωρείται ότι εμπεριέχεται στο πνεύμα αυτής. «Ρίζα του φόνου είναι ο θυμός. Αυτός λοιπόν που κόβει τη ρίζα, πολύ περισσότερο θα καταστρέψει και τα κλαδιά· ή μάλλον δεν θα τα αφήσει ούτε καν να ξεφυτρώσουν από την αρχή. Δεν νομοθετούσε επομένως αυτά για να καταργήσει το νόμο, αλλά για να τον φυλάξει περισσότερο» (Χ).
(3)   Η ονομασία αυτή δείχνει το απρεπές και το άτοπο του θυμού (b). Αδελφός σύμφωνα με την επικρατούσα στους Ιουδαίους εκδοχή ήταν ο Ισραηλίτης. Αλλά στο σ. 47 ο Κύριος αν και χρησιμοποιεί τη λέξη όπως οι Ιουδαίοι, προσβλέπει σε ευρύτερο ορίζοντα. Ο σ. 47 λοιπόν οδήγησε τους Χριστιανούς να θεωρούν αδελφούς όλους τους ανθρώπους (L).
(4)   Παραλείπεται η λέξη στον βατικανό και σιναϊτικό κώδικα και σε λίγα άλλα χειρόγραφα. Εἰκῆ= παράλογα, χωρίς δίκαιη αιτία (g).
«Προσθέτοντας όμως το «εἰκῆ» δεν απέκλεισε τελείως την οργή, αλλά μόνο την άκαιρη απομάκρυνε, διότι η σε κατάλληλο χρόνο (οργή) είναι ωφέλιμη. Και οργή σε κατάλληλο χρόνο είναι αυτή που γίνεται εναντίον αυτών που ζουν αντίθετα με τις εντολές του Θεού, όταν δηλαδή όχι για εκδίκηση δική μας, αλλά για ωφέλεια αυτών που ζουν με κακό τρόπο, από αγάπη και φιλαδελφία οργιζόμαστε, με την αρμόζουσα ευπρέπεια. Διότι όργίζεσθε, λέει ο Ψαλμός, και μην αμαρτάνετε, δηλαδή να μην φταίτε με το να οργίζεστε, χρησιμοποιώντας με κακό τρόπο την οργή» (Ζ).
«Αλλά οι πολλοί κάνουν το αντίθετο, και γίνονται θηρία κάθε φορά που τυχόν αδικούνται, ενώ παραμένουν χαλαροί και μαλθακοί όταν βλέπουν να ενοχλείται άλλος» (Χ).
(5)   Ο σ. αυτός δεν δείχνει τρεις βαθμούς τιμωρίας πρόσκαιρης ή που επιβάλλεται από ανθρώπους· διότι ούτε η δικαιοδοσία του επαρχιακού δικαστηρίου και του συνεδρίου εκτεινόταν και στην τιμωρία της οργής ούτε η γέεννα, (κοιλάδα κοντά στα Ιεροσόλυμα), ήταν τόπος στον οποίο εκτελούνταν οι ποινές. Η κρίση λοιπόν και το συνέδριο καθορίζονται ως αρμόδια για την οργή και τον λόγο Ρακά, για να δηλωθεί, ότι αυτά αποτελούν τον πρώτο και δεύτερο βαθμό του φόνου και ότι επιφυλάσσεται για αυτά ο πρώτος και ο δεύτερος βαθμός της τιμωρίας στον Άδη· η γέενα όμως του πυρός επιφυλάσσεται για τον τρίτο βαθμό του φόνου, δηλαδή την ύβρη Μωρέ (b).
Η οργή, εφόσον περιορίζεται στο εσωτερικό του ανθρώπου ξεφεύγει από τη δικαιοδοσία κάθε επίγειου δικαστηρίου. Πρέπει λοιπόν η κρίση για την οποία γίνεται εδώ λόγος, να είναι πνευματικό δικαστήριο, όπου ο Θεός θα φανερώσει κάθε μυστικό της καρδιάς (ο). Ο Ιησούς μεταχειρίζεται τους δικαστικούς αυτούς όρους για να σημάνει τιμωρία όλο και πιο αυστηρή στη θεία τάξη. Εκείνος, ο οποίος οργίζεται είναι ήδη ένοχος στην πνευματική τάξη εγκλήματος εξίσου βαριού όπως εκείνο το οποίο θα δίκαζε το τοπικό δικαστήριο της κρίσεως επιβάλλοντας σε αυτό θάνατο κλπ (L).
Εφόσον ο φονιάς ήταν ένοχος στη κρίση, της ποινής που επιβάλλεται στον φονιά, ένοχος κηρύσσεται από τον Σωτήρα και ο οργιζόμενος, ως ένοχος και αυτός στην κρίση.
(6)   Λέξη αραμαϊκή= κενός, δηλαδή άνθρωπος κενός, ανόητος. Αυτή τη λέξη χρησιμοποιούσαν οι Ιουδαίοι στα χρόνια του Χριστού για να περιφρονήσουν κάποιον (g). Αλλά η ακόλουθη ύβρη μωρέ δεν είναι βέβαιο, ότι αποτελεί βαρύτερη ύβρη του ρακά (p).
Για αυτό προβλήθηκε η εκδοχή, κατά την οποία από το «όποιος όμως πει… ρακά», αρχίζει δεύτερη αντίθεση.= Επιπλέον ειπώθηκε στους αρχαίους, όποιος πει στον αδελφό του ρακά θα είναι ένοχος στο συνέδριο. Εγώ όμως σας λέω ότι οποιος πει μωρέ θα είναι ένοχος στη γέενα του πυρός (S). Εναντίον αυτής της εκδοχής αντιτίθεται ότι στο στίχο έχουμε κλίμακα ποινών, κρίση, συνέδριο, γέενα. Επιπλέον είναι αμφίβολο, εάν το συνέδριο θεωρούσε την ύβρη ρακά ως αξιόποινη (p).
Πιο σωστή λοιπόν η εκδοχή: «Είναι μέτριος υβριστικός τοπικός λόγος» (Β).
«Αυτή η λέξη ρακά, δεν είναι σπουδαία ύβρις, αλλά μάλλον δείχνει περιφρόνηση και έλλειψη εκτίμησης εκ μέρους εκείνου που τη λέει» (Χ).
«Κάποιοι λένε ότι το ρακά στη συριακή γλώσσα σημαίνει κατάπτυστος» (Θφ).
(7)   Εδώ δεν υβρίζεται πλέον από περιφρόνηση ο αδύνατος στο νου, αλλά ο νοήμων αδελφός από μίσος και κακία χαρακτηρίζεται μωρός, βλάκας (δ).
Ή, μωρός= ασεβής, διότι ο ασεβής περιφρονεί και παραμελεί αυτά που οδηγούν στη σωτηρία (g). «Αν όμως ο πιστός αδελφός είναι ανόητος, είναι ανόητη και η πίστη του» (Ζ).
(8)   Λέξη που σχηματίστηκε κατά το εβραϊκό γκε-χιννόμ= κοιλάδα του Χιννόμ (F) ή Εννόμ σύμφωνα με τους Ο΄. Ονομαζόταν έτσι μια κοιλάδα νοτιοανατολικά της Ιερουσαλήμ, η οποία ονομάστηκε και κοιλάδα θρήνου, από το θρήνο των μικρών παιδιών, τα οποία ως θυσία ρίχνονταν στους βραχίονες του ειδώλου του Μολόχ, το οποίο προηγουμένως θερμαινόταν έως ότου γινόταν πυρακτωμένο.
Τον τόπο αυτόν ο Ιωσίας τον κήρυξε βέβηλο και μολυσμένο (Δ Βασ. κγ 10) και έριχναν σε αυτόν όχι μόνο όλα τα ακάθαρτα, αλλά και τα πτώματα των ζώων, όπως και τους άταφους που υποβλήθηκαν στην εσχάτη των ποινών εκεί τους έριχναν. Και επειδή για καταστροφή των πτωμάτων, για να μη μολύνεται ο αέρας από τη σήψη του, διαρκώς εκεί χρησιμοποιούνταν φωτιές, συνέβη ώστε ο τόπος αυτός, να ονομαστεί γέενα του πυρός, και έπειτα το όνομα του τόπου αυτού μεταφέρθηκε και στον τόπο εκείνο του άδη, όπου οι ασεβείς πρόκειται να κολαστούν (g).

Ματθ.5,23   (1)Ἐὰν οὖν(2) προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου(3) ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον(4) κἀκεῖ μνησθῇς(5) ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ(6),
Ματθ. 5,23  Εάν λοιπόν προσφέρης το δώρον σου στο θυσιαστήριον και εκεί ενθυμηθής ότι ο αδελφός σου έχει κάτι ενάντιόν σου,
(1)   Στους σ. 23,24 έχουμε την πρώτη εφαρμογή των προηγουμένων, ενώ στους σ. 25,26 την δεύτερη εφαρμογή τους (a).
«Όλα όσα είπε παραπάνω και όσα λέει τώρα και όσα θα πει μετά από αυτό, είναι για την αγάπη, την οποία κατεξοχήν θεωρεί πολύ σπουδαία… Για αυτό και αποκόβωντας πρώτα τα νεύρα της διαμάχης, απομάκρυνε αυτά που καταστρέφουν την αγάπη» (Ζ).
«Ας διακοπεί, λέει, η δική μου λατρεία, για να παραμένει η δική σου αγάπη· διότι και αυτό είναι θυσία, η συμφιλίωση με τον αδελφό» (Χ).
(2)   Επειδή κάθε εναντίον του αδελφού προσβολή είναι άτοπη και αξιοτιμώρητη, για αυτό, εάν προσφέρεις το δώρο σου κλπ.
(3)   Η έννοια είναι, ότι οτιδήποτε και αν πράττετε, έστω και αν επιχειρείτε το καλύτερο και αγιότερο και αναγκαιότερο έργο, αφήστε οτιδήποτε μέχρις ότου συμφιλιωθείτε (b).
(4)   Το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων που βρισκόταν στην εσωτερική αυλή του ναού (F). Ο λαϊκός Ισραηλίτης δεν μπορούσε να βάλει το δώρο του πάνω στο θυσιαστήριο, αλλά μόνο να προσφέρει αυτό στους λευΐτες ή στους ιερείς. Αλλά αυτός που προσφέρει είναι ήδη κοντά στο θυσιαστήριο (L).
Έφερνε αυτό στην εσωτερική αυλή του ναού, αλλά στην αυλή αυτή μπορούσε να μπει μετά την εκπλήρωση ορισμένων διατυπώσεων, δηλαδή πλύσεων και αλλαγής ενδυμάτων (S).
«Δεν είπε, μετά αφού το προσφέρεις ή πριν ακόμη το προσφέρεις, αλλά ενώ το δώρο είναι μπροστά στο θυσιαστήριο και έχει αρχίσει η θυσία… στέλνει να συμφιλιωθεί με τον αδελφό… θέλοντας να δείξει ότι πολύ τιμά την αγάπη και αυτήν θεωρεί ότι είναι η μέγιστη θυσία… και για να κάνει την συμφιλίωση ανάγκη απαραίτητη» (Χ).
(5)   Στην διαξαγωγή κάποιας ιερής τελετής η ανάμνηση διαπραχθέντος αδικήματος προκαλείται φυσικότερα παρά στο θόρυβο των ανθρωπίνων υποθέσεων (b).
(6)   Έχει κάτι εναντίον σου, δηλαδή κάποια δίκαιη και εύλογη κατηγορία και μομφή (δ).
«Ο λόγος λέγεται χωρίς να γίνεται καθορισμός και προς αυτόν που αδίκησε και προς αυτόν που έπαθε κακά. Και αν μεν έπαθες κακώς, συγχώρεσε σε αυτόν την αδικία και συμφιλιώσου· εάν όμως αδίκησες, θεράπευσε την αδικία και μην παραλείψεις τίποτα από όσα οδηγούν στη συμφιλίωση» (Ζ). «Φρόντισε να συμφιλιωθεί αυτός μαζί σου» (Θφ).

Ματθ. 5,24  ἄφες ἐκεῖ τὸ δῶρόν σου ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου(1), καὶ ὕπαγε πρῶτον(2) διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου(3), καὶ τότε ἐλθὼν(4) πρόσφερε τὸ δῶρόν σου.
Ματθ. 5,24  άφησε εκεί το δώρον σου εμπρός στο θυσιαστήριον και πήγαινε πρώτον συμφιλιώσου με τον αδελφόν σου και έπειτα έλα να προσφέρης το δώρον σου στον Θεόν.
(1)   «Τα είπε όλα με πολλή έμφαση για να τον φοβίσει και να τον κινητοποιήσει. Διότι αφού είπε, άφησε το δώρο σου, δεν σταμάτησε σε αυτό, αλλά πρόσθεσε, μπροστά στο θυσιαστήριο, προκαλώντας του φρίκη (ρίγος) και από τον τόπο ακόμη» (Χ).
(2)   Μπήκε αντιθετικά με το ακόλουθο «τότε έλα» (b).
(3)   Για να μπορέσεις να συμφιλιωθείς με το Θεό (b).
(4)   Δεν λέει ξαναέλα, διότι η πρώτη έλευση ήταν μάταιη και δεν υπολογίζεται (b).

Ματθ. 5,25  (1)Ἴσθι εὐνοῶν(2) τῷ ἀντιδίκῳ(3) σου ταχὺ(4) ἕως ὅτου εἶ ἐν τῇ ὁδῷ(5) μετ᾿ αὐτοῦ, μήποτέ σε παραδῷ ὁ ἀντίδικος τῷ κριτῇ καὶ ὁ κριτής σε παραδῷ τῷ ὑπηρέτη(6), καὶ εἰς φυλακὴν βληθήσῃ(7)·
Ματθ. 5,25  Συμβιβάσου και συμφιλιώσου γρήγορα με τον αντίδικόν σου, εφ' όσον ευρίσκεσαι μάζή του στον δρόμον, που οδηγεί στο δικαστήριον. Πρόλαβε, μήπως σε παραδώση ο αντίδικος στον δικαστήν, και ο δικαστής σε παραδώση ως ένοχον στον εκτελεστήν των ποινών και ριφθής έτσι εις την φυλακήν.
(1)   Ο Σωτήρας εκθέτει το λόγο και δείχνει την αναγκαιότητα της συμφιλίωσης με τον αδικημένο αδελφό με εικόνα έξυπνη παρμένη από την καθημερινή ζωή (δ). Το θέμα είναι το ίδιο όπως και στους σ. 23-24. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για τη συμφιλίωση, αλλά στην πρώτη περίπτωση η συμφιλίωση παρουσιάζεται να επιβάλλεται από την αγάπη, ενώ στη δεύτερη ως λόγος της συμφιλίωσης προβάλλεται η αποφυγή βαριάς δυστυχίας. Η σύγκριση υπονοείται= Όπως σπεύδει κάποιος να συμβιβαστεί με κάποιον δανειστή, έτσι συμφέρει και να συμφιλιώνεται κάποιος (L).
Ο συνεκτικός κρίκος μεταξύ των δύο περιπτώσεων είναι το «ταχύ». Η έχθρα είναι μισητή στο Θεό. Βάλτε λοιπόν τέλος σε αυτήν χωρίς αναβολή (p).
(2)   Ευνοώ=Επιθυμώ καλά για κάποιον, είμαι ευνοϊκά διατεθειμένος (g). «Να καταδέχεσαι μάλλον να αδικείσαι· αυτό σημαίνει το να ευνοείς» (Σχ.π).
(3)   Ο αντίπαλος σε δίκη και δικαστήριο (g). Εδώ εννοείται ο δανειστής με τον οποίο ήλθε κάποιος σε διαμάχη.
(4)   «Δες και εδώ πώς τον πιέζει… πρόσθεσε «γρήγορα» και δεν αρκέστηκε σε αυτό, αλλά και αυτής της ταχύτητας ζήτησε αύξηση λέγοντας, έως ότου είσαι στο δρόμο μαζί του, και με τα λόγια αυτά τον παροτρύνει και του ζητά να βιαστεί πάρα πολύ» (Χ).
(5)   «Το δρόμο που φέρνει προς τον δικαστή» (Ζ).
«Πριν ακόμη φτάσεις στην πόρτα του δικαστηρίου, προτού να σταθείς μπροστά από την έδρα του δικαστή και να βρεθείς πλέον κάτω από την εξουσία του δικαστή» (Χ).
(6)   Λέγεται στην Κ.Δ. και για τους συνοδούς και ακολούθους των αρχόντων ή για τους εκτελεστές των ποινών όπως εδώ (g). Στον κλητήρα που επιβάλλει τις τιμωρίες (δ).
(7)   «Μπορείς τότε να συμφιλιωθείς έστω και πληρώνοντας χρήματα… Διότι είναι καλύτερο να ζημιωθείς παρά να δικαστείς. Διότι αν ζημιωθείς για την αγάπη κερδίζεις τρία κάλλιστα πράγματα, το να μην μπεις στη φυλακή, το να μη ζημιωθείς σε έσχατο βαθμό και το να συμφιλιωθείς με τον εχθρό· αν όμως δικαστείς θα υποστείς τρία αντίθετα κακά, το να μπεις στη φυλακή, το να ξεπληρώσεις και το τελευταίο δίλεπτο και το ότι ούτε έτσι θα συμφιλιωθείς» (Ζ). Αυτή είναι η γενική έννοια της παραβολής στους σ. 25-26.

Ματθ. 5,26  ἀμὴν λέγω σοι, οὐ μὴ ἐξέλθῃς ἐκεῖθεν(1) ἕως οὗ ἀποδῷς(2) τὸν ἔσχατον κοδράντην(3).
Ματθ. 5,26  Σε διαβεβαιώνω ότι δεν θα βγης από εκεί, έως ότου εξοφλήσης και το τελευταίον δίλεπτον.
(1)   «Είναι κάποιοι που ερμηνεύουν τα λόγια με τρόπο αναγωγικό (=ότι αναφέρεται συμβολικά στη μέλλουσα ζωή), το οποίο ο Χρυσόστομος εδώ δεν το δέχτηκε» (Ζ).
«Αυτός που ευνοεί τον αντίδικο πολύ περισσότερο θα ωφελήσει τον εαυτό του, αφού θα απαλλαχτεί από δικαστήρια και δεσμωτήρια και την εκεί ταλαιπωρία» (Χ).
Οι σ. 25-26 αποτελούν σαφώς προειδοποίηση κατά του κινδύνου του να εμφανιστούμε ενώπιον του Θεού κατά την ημέρα της κρίσης χωρίς να έχουμε συμφιλιωθεί (a).
(2)   Το χωρίο πρέπει να ερμηνευτεί μεταφορικά αλλά οι μεταφορές δεν πρέπει να συμπιέζονται (p). Η φράση δείχνει, ότι πρόκειται για χρέος, το οποίο δεν εξοφλήθηκε (S), ενώ τίποτα δε λέγεται για το αν είναι ή δεν είναι δυνατή η πληρωμή του στη φυλακή (p).
(3)   «Κοδράντης είναι δύο λεπτά» (Θφ), το ένα τέταρτο του ασσαρίου, ρωμαϊκό νόμισμα.

Ματθ. 5,27  Ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη τοῖς ἀρχαίοις(1), οὐ μοιχεύσεις(2).
Ματθ. 5,27  Ηκούσατε ότι ελέχθη στους αρχαίους• να μη μοιχεύσης.
(1)   Αυθεντική γραφή χωρίς το τοῖς ἀρχαίοις.
(2)   «Και στο νόμο, μετά του ου φονεύσεις βρισκεται το ου μοιχεύσεις. Αφού λοιπόν ολοκλήρωσε την προηγούμενη εντολή προχωρά και στην επόμενη από εκείνην και αφού ρύθμισε το θυμό, μετριάζει και την επιθυμία» (Ζ).
Δες Εξόδ. κ 13,Δευτερ. ε 17. Παρόλο που ο Κύριος δεν προσθέτει μαζί με την εντολή και κάποια περίληψη της ερμηνείας που δινόταν από τους γραμματείς, υπονοείται αυτή. Διότι οι γραμματείς ερμήνευαν αυτήν ότι αναφερόταν μόνο στη μοιχεία με παντρεμένη γυναίκα (S).

Ματθ.5,28   Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων(1) γυναῖκα(2) πρὸς τὸν ἐπιθυμῆσαι(3) αὐτὴν ἤδη(4) ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ(5) αὐτοῦ(6).
Ματθ. 5,28  Εγώ όμως σας λέγω ότι καθένας, ο οποίος βλέπει γυναίκα με την πονηράν επιθυμίαν προς αμαρτίαν, ήδη με την εμπαθή αυτήν ματιάν διέπραξε την αμαρτίαν της μοιχείας μέσα εις την ακάθαρτον καρδίαν του.
(1)   «Δεν είπε ότι τιμωρείται μόνο ο μοιχός, αλλά αυτό που έκανε στην περίπτωση του φονιά, αυτό κάνει και εδώ τιμωρώντας και το ακόλαστο κοίταγμα, για να μάθεις που βρίσκεται η ανωτερότητα σε σχέση με τους γραμματείς» (Χ).
(2)   «Γυναίκα λέει τώρα και την παντρεμένη με άνδρα και τη χωρισμένη και την παρθένα» (Ζ).
(3)   «Όπως ακριβώς στην προηγούμενη εντολή προσθέτωντας το «χωρίς λόγο» διαχώρισε την σε κατάλληλο καιρό οργή από την άκαιρη, έτσι λοιπόν και στην παρούσα εντολή, προσθέτοντας τη φράση «για να την επιθυμήσει» διαχώρισε το χωρίς πάθος κοίταγμα από το εμπαθές. Διότι δεν είπε αυτός που βλέπει απλώς, αλλά αυτός που βλέπει για να επιθυμήσει, δηλαδή αυτός που βλέπει περίεργα, αυτός που βλέπει με εμπάθεια ώστε να επιθυμήσει συνουσία (σεξουαλική ένωση)… Ή, αυτός που βλέπει με αυτόν τον σκοπό, για να επιθυμήσει δηλαδή… Ενώ αυτός που βλέπει περνώντας απλώς ή για κάποια άλλη ανάγκη, είναι ανένοχος» (Ζ).
«Δεν θα επιθυμήσεις, ανάβοντας το πάθος με περίεργο και πονηρό βλέμμα» (Γ).
Αυτός που βλέπει για να επιθυμήσει· δηλαδή «αυτός που κάνει έργο του το να περιεργάζεται τα λαμπρά σώματα και να κυνηγά τα όμορφα πρόσωπα και να τρέφει με τα θεάματα αυτά την ψυχή του και να καρφώνει τα βλέμματά του στα ωραία πρόσωπα… Διότι αυτός που προσπαθεί να βλέπει τα όμορφα πρόσωπα, αυτός κατεξοχήν ανάβει το καμίνι του πάθους και κάνει αιχμάλωτη την ψυχή και γρήγορα έρχεται και στην πράξη… Και απαγορεύει και το ακόλαστο βλέμμα και πριν την πράξη… Διότι αυτός που άναψε μία φορά τη φλόγα, ακόμη και όταν απουσιάζει η γυναίκα που είδε, πλάθει συνεχώς με τη φαντασία του είδωλα αισχρών πραγμάτων και από αυτά προχωρεί πολλές φορές και στην πράξη» (Χ).
«Αυτός αυτομόλησε (=πήγε με το μέρος, συμμάχησε) προς την επιθυμία και πρόδωσε τον εαυτό του στο πάθος, και αν δεν άγγιξε τη γυναίκα με το σώμα, το κανε όμως με την προαίρεση» (Ζ).
«Διότι αν και δεν την άγγιξες με το χέρι, αλλά την ψηλάφισες με τα μάτια» (Χ).
«Μοιχεύει με γυναίκα μέσα στην καρδιά εκείνος, που συμφώνησε με την πράξη, αλλά τον εμπόδισε αυτόν ή ο τόπος ή ο χρόνος ή ο φόβος των ρωμαϊκών νόμων. Ότι όμως πολλοί που δεν διέπραξαν την ασέβεια τιμωρήθηκαν ως μοιχοί εύκολα μπορούν οι πάντες να το πληροφορηθούν από τον Ολοφέρνη (=στρατηγός του Ναβουχοδονόσορα (4ος αιών π.Χ. που επιθύμησε την Ιουδίθ και αποκεφαλίστηκε από αυτήν. Η ιστορία περιγράφεται στο βιβλίο της Π.Δ. Ιουδίθ)… Ομοίως και οι δύο πρεσβύτεροι που είπαν στη Σωσάννα, να! σε επιθυμούμε, παρόλο που δεν έπραξαν αυτό, τιμωρήθηκαν ως μοιχοί» (Α).
«Δεν είναι ένοχος αυτός που επιθύμησε κατά τύχη, αλλά αυτός που από πονηρία προσέλκυσε το πάθος. Διότι το να δημιουργηθεί μεν μέσα μας κάποτε μία τέτοια ορμή αυτό το προκαλεί πολλές φορές και χωρίς να το θέλουμε η ασθένεια που έχει αναμιχτεί με τη φύση μας· το να μην παρασυρθεί όμως κάποιος σαν σε χείμαρρο από την ορμή του πάθους, αλλά κατά τρόπο ανδρείο να αντισταθεί σε αυτή τη διάθεση και να διώξει το πάθος με τους λογισμούς, αυτό είναι έργο της αρετής» (Γν).
«Δεν απαγορεύει απλώς την επιθυμία, αλλά την επιθυμία που δημιουργείται από το βλέμμα… Διότι δεν είπε απλώς όποιος επιθυμήσει. Διότι είναι δυνατόν και σε βουνό να κάθεται κάποιος και να επιθυμεί, αλλά είπε, όποιος βλέπει για να επιθυμήσει, δηλαδή αυτός που μαζεύει μέσα του την επιθυμία» (Χ).
(4)   Με αυτήν ακριβώς την ενέργεια (b).
(5)   «Αυτός ήδη γέμισε την καρδιά του με το πάθος και επομένως με την προαίρεσή του μοίχευσε» (Ζ).
«Διότι οι μεν πράξεις του σώματος από πολλά διακόπτονται, αυτός όμως που αμαρτάνει με την πρόθεση, μαζί με την ταχύτητα των σκέψεων έχει ολοκληρωμένη και την αμαρτία» (Β)
(6)   «Πρέπει να ξέρουμε ότι αυτού του είδους οι εντολές, αν και φαίνονται ότι απευθύνονται σε άνδρες, αλλά βεβαίως αφορούν και τις γυναίκες» (Ζ).
«Διότι παντού βάζει κοινούς τους νόμους» (Χ). «Και η γυναίκα που καλλωπίζεται με σκοπό να παρακινήσει τις επιθυμίες των ακολάστων σε αυτήν, ήδη έχει μοιχευτεί μέσα στην καρδιά της» (Β).
«Και εάν καλλωπίζονται για να αρέσουν σε κάποιους, έστω και αν δεν αρέσουν, όμως εκείνες κέρασαν το φαρμάκι, έστω και αν δεν πίνει κανείς» (Θφ).
 
Ματθ. 5,29  εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς(1) σκανδαλίζει(2) σε, ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ(3)· συμφέρει(4) γάρ σοι ἵνα ἀπόληται(5) ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμα σου(6) βληθῇ εἰς γέενναν.
Ματθ. 5,29  Εάν δε ο δεξιός σου οφθαλμός νοσή και σε ενοχλή και υπάρχη φόβος να βλάψη όλον το σώμα, βγάλε τον και πέταξέ τον μακρυά από σε. Διότι συμφέρει εις σε να χαθή ένα μέλος του σώματος, παρά να ριφθής μαζή με όλον το σώμα εις την γέενναν του πυρός.
(1)   Το δεξί, κυρίως στην περίπτωση του χεριού είναι κατεξοχήν χρήσιμο και πολύτιμο. Για αυτό και μνημονεύεται και για το μάτι και για το πόδι. Δες Ζαχ. ια 17,Εξόδ. κθ 20 (b). «Είναι από τη φύση του καλύτερο το δεξί από το αριστερό και ξεχωριστό» (Αριστοτ. Περί πορείας των ζώων  4).
«Δεν μιλά για τα μέλη του σώματος· διότι είναι αθώα τα μέλη του σώματος· διότι από την ψυχή οδηγούνται και κινούνται όπου αυτή διατάξει· αλλά οφθαλμό δεξιό ονομάζει κατά κάποιο τρόπο τον δεξιό φίλο που τον αγαπούμε σαν το δεξί μας μάτι· ενώ χέρι δεξί ονομάζει τον δεξιό υπηρέτη που είναι χρήσιμος όπως το δεξί χέρι, και είτε άνδρες είναι είτε γυναίκες» (Ζ).
«Διότι αν μιλούσε για μέλη σωματικά, δεν θα έλεγε για ένα μάτι, ούτε για το δεξί μόνο, αλλά και για τα δύο. Διότι αυτός που σκανδαλίζεται από το δεξί είναι προφανές ότι το ίδιο θα πάθει και από το αριστερό. Για ποιο λόγο λοιπόν είπε το δεξί μάτι και πρόσθεσε και το χέρι; Για να μάθεις ότι δεν μιλά για μέλη σωματικά αλλά για αυτούς που έχουν σχέση μαζί μας. Αν δηλαδή, λέει, αγαπάς κάποιον τόσο πολύ ώστε να τον βάζεις στην ίδια μοίρα με το δεξί μάτι ή νομίσεις για κάποιον ότι είναι τόσο χρήσιμος, ώστε να τον βάζεις στην τάξη του χεριού, και αυτός βλάπτει την ψυχή σου, απόκοψέ τους και αυτούς» (Χ).
Αξιοσημείωτη και η επόμενη ερμηνεία: «Καθώς βαδίζουμε τον δρόμο που είναι χωρίς πλάνη και παρέχει ζωή, ας κόψουμε το μάτι που σκανδαλίζει όχι το αισθητό αλλά το νοητό. Για παράδειγμα, εάν ο επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος, που είναι οφθαλμοί της εκκλησίας, ζουν με κακό τρόπο και σκανδαλίζουν το λαό, πρέπει να τους διώχνουμε. Διότι συμφέρει καλύτερα να μαζευόμαστε χωρίς αυτούς σε οίκο προσευχής, παρά μαζί με αυτούς να μπούμε σαν μαζί με τον Άννα και τον Καϊάφα στη γέενα του πυρός» (Α).
(2)   «Σε σκανδαλίζουν ώστε να σου προκαλούν εμπάθεια» (Ζ). Το ρήμα προέρχεται από τη λέξη σκάνδαλον και σκανδάληθρον, που δηλώνουν το κυρτωμένο ξύλο της παγίδας, πάνω στο οποίο μπαίνει το δόλωμα, όπως επίσης σημαίνει και την ίδια την παγίδα και την πτώση και σύλληψη σε αυτήν… και κάθε εμπόδιο. Στην αλεξανδρινή μόνο γλώσσα και σε αυτήν της Κ.Δ. σημαίνει δίνω αφορμή για πτώση και σύλληψη στην παγίδα της αμαρτίας (δ).
«Με το σκανδαλίζει εννοεί το να ερεθίζει για αμαρτία» (Σχ.π).
(3)   «Και πρόσεξε την έμφαση. Διότι δεν είπε απομακρύνσου, αλλά φανερώνοντας τον έντονο χωρισμό, λέει «βγάλε και πέταξέ το μακριά σου»» (Χ), «ώστε μη τυχόν με το να είναι κοντά σου, σου γίνει πάλι οικείος» (Ζ).
(4)   «Επειδή διέταξε με απότομο τρόπο, δείχνει και το κέρδος που προέρχεται και από τα δύο, και από τα καλά και από τα κακά» (Χ).
(5)   «Διότι αν αυτός που σε βλάπτει με τη φιλία μένει αθεράπευτος, με το να αποκοπεί έτσι και εσένα σε απαλάσσει από την ζημιά και ο ίδιος θα απαλλαχτεί από μεγαλύτερες κατηγορίες, αφού δεν θα τον βαρύνει μαζί με τα δικά του κακά και η ευθύνη της δικής σου απώλειας» (Χ).
(6)   «Αν σου δινόταν η δυνατότητα να διαλέξεις και ήταν ανάγκη ή έχοντας το μάτι σου να ριχτείς μέσα σε ένα χαντάκι και να χαθείς ή να το βγάλεις και να σώσεις το υπόλοιπο σώμα σου, δεν θα δεχόσουν άραγε το δεύτερο;» (Χ).
Η έννοια της όλης μεταφοράς= Το κακό από τον χωρισμό πάρα πολύ αγαπητού και χρήσιμου προσώπου είναι μικρότερο, το κακό όμως από τη συμβίωση μαζί του μέσα σε αμαρτία, είναι αιώνιο και ανεπανόρθωτο. Για αυτό πρέπει να προτιμούμε το πρώτο (δ).

Ματθ. 5,30  καὶ εἰ ἡ δεξιά σου χεὶρ σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον(1) αὐτὴν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν.
Ματθ. 5,30  Και εάν πρόσωπον χρήσιμον εις σε, όπως το δέξι σου χέρι, γίνεται πειρασμός να πέσης εις την αμαρτίαν, κόψε κάθε σχέσιν μαζή του και χωρίσου απ' αυτό• διότι σε συμφέρει να χαθή ένα από τα μέλη σου και να μη ριφθής μαζή με εκείνον στο πυρ της κολάσεως.
(1)   «Και δεν είπε κόψε, αλλά κόψε τελείως, φανερώνοντας τον πλήρη διαχωρισμό» (Ζ).

Ματθ.5,31  Ἐῤῥέθη δε(1)· ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ(2), δότω αὐτῇ ἀποστάσιον(3).
Ματθ.5,31  Ακόμη ελέχθη, όποιος χωρίση την γυναίκα του, ας της δώση γραπτόν διαζύγιον.
(1)   Αξιοσημείωτη η αλλαγή της φράσης (S).
(2)   Η φράση που ακολουθεί μετά το «ερρέθη δε», αποτελεί πιθανώς περίληψη της επικρατούσας στους γραμματείς ερμηνείας, που βασιζόταν στο Δευτερ. κδ 1-3. Η διάταξη του Δευτερονομίου δεν εγκαθιδρύει διαζύγιο, αλλά διαπραγματεύεται τα σχετικά με αυτό, σύμφωνα με την ισχύουσα ήδη συνήθεια και προβαίνει σε καθορισμούς που τείνουν να περιορίσουν και να αποκλείσουν την κατάχρησή του (S).
«Υπήρχε νόμος παλαιός, αυτός που μισούσε τη γυναίκα του για οποιαδήποτε αιτία, να μην εμποδίζεται να την διώχνει και να βάζει στο σπίτι άλλη αντί για αυτήν» (Χ).
Στο Δευτερονόμιο ως λόγος διαζυγίου αναφέρεται «εάν η γυναίκα του δεν του αρέσει, επειδή βρήκε σε αυτήν άσχημο πράγμα». Επαφιόταν λοιπόν στην εκτίμηση του άνδρα να ορίσει το άσχημο. Από αυτό, διάφορες εκδοχές επικράτησαν στους ραββίνους ως προς το λόγο του διαζυγίου.
Έτσι η μεν σχολή του Σαμμαΐ, με αυστηρότερη εκδοχή ως μόνο λόγο διαζυγίου δεχόταν την πορνεία, ενώ η σχολή του Χιλλέλ ως λόγο διαζυγίου δεχόταν και το ότι η σύζυγος χαλούσε το γεύμα· τέλος ο ραββίνος Άκιβα θεωρούσε ότι επιτρέπεται ο χωρισμός και στην περίπτωση που άλλη ωραιότερη γυναίκα άρεσε σε αυτόν περισσότερο (L).
(3)   «Το οποίο σημαίνει έγγραφο απολύσεως» (Ζ)· «έγγραφο χωρισμού» (Χ). Το αποστάσιο αυτό εκδιδόταν για το συμφέρον της γυναίκας και για πρόληψη συγχύσεων και εγκλημάτων. «Έτσι ώστε μετά από αυτό, αν αυτή παντρευτεί με άλλον άνδρα να μην μπορέσει ο πρώτος να την πάρει πάλι σαν δική του γυναίκα» (Ζ).
«Διότι αν δεν διέταζε αυτό ο νόμος, αλλά επιτρεπόταν να διώξει αυτήν και να φέρει άλλη, έπειτα να φέρει πίσω την προηγούμενη, θα γινόταν πολλή σύγχυση, αφού συνεχώς όλοι θα έπαιρναν ο ένας τη γυναίκα του άλλου… Για αυτό δεν επινόησε μικρή βοήθεια το έγγραφο του χωρισμού. Έγιναν όμως αυτά και για άλλη πολύ μεγαλύτερη κακία. Διότι αν υποχρέωνε κάποιον να κρατά στο σπίτι γυναίκα που την μισούσε, θα την έσφαζε αυτός που τη μισούσε» (Χ)·
«Διότι ήταν πολύ δύσκολοι στη συμφιλίωση οι Ιουδαίοι όχι μόνο προς τις συζύγους, αλλά και προς τα παιδιά» (Ζ). Επιπλέον αν δεν είχε η γυναίκα το έγγραφο χωρισμού κανείς δεν θα τολμούσε να την παντρευτεί φοβούμενος αντεκδίκηση από τον πρώην σύζυγο (L).

Ματθ. 5,32  Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ(1) τὴν γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου(2) πορνείας(3), ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι, καὶ ὃς ἐὰν ἀπολελυμένην γαμήσει(4), μοιχᾶται(5).
Ματθ. 5,32  Εγώ όμως σας λέγω ότι όποιος χωρίσει την γυναίκα του χωρίς την αιτίαν της μοιχείας, την σπρώχνει εις την μοιχείαν. Και εκείνος που θα λάβη ως σύζυγον διεζευγμένην γυναίκα, διαπράττει μοιχείαν.
(1)   «Αυτός που διώχνει τη γυναίκα του και αν ακόμη δεν πάρει άλλη, αυτή η ίδια η πράξη του τον κατέστησε υπεύθυνο εγκλήματος, αφού έκανε εκείνην μοιχαλίδα» (Χ), αφού ενώ ζει ο άνδρας της παίρνει αυτή άλλον (δ).
(2)   Το παρεκτός έχει τη σημασία του, παρά μόνο για… (δ). Και η λέξη «λόγου» με την έννοια της αιτίας= παρά μόνο για πορνεία. «Χωρίς την αιτία της πορνείας» (Ζ).
(3)   «Πορνεία εδώ ονόμασε την μοιχεία» (Ζ). Η λέξη ερμηνεύτηκε διαφορετικά, από άλλους μεν ότι σημαίνει την προ του γάμου αμαρτία ή πορνεία, από άλλους δε ότι δηλώνει την μετά το γάμο μοιχεία. Η δεύτερη εκδοχή είναι αυτή που υποστηρίζεται ευρύτερα (S).
Η πράξη των εκκλησιών στη Δύση σε αυτήν την περίπτωση, διαμορφώθηκε σύμφωνα με τη γνώμη του Αυγουστίνου, κατά την οποία «μόνο λόγω μοιχείας επιτρέπεται κάποιος να χωρίζει την μοιχαλίδα σύζυγο, αλλά εφόσον αυτή ζει δεν επιτρέπεται αυτός να πάρει άλλην. Αυτό βρίσκεται με ασάφεια στον Ματθαίο, εκτίθεται όμως από τους άλλους, όπως διαβάζουμε στο Μάρκο και τον Λουκά».
Υπέρ αυτής της εκδοχής τάσσεται σαφώς και ο Τερτυλλιανός (Adv. Marc. IV,34). Επηρεαζόμενος ίσως από την πράξη αυτή της Δυτικής εκκλησίας και ο Βάκων την φράση «παρεκτός λόγου πορνείας» την χαρακτήρισε με βεβαιότητα ως γλώσσα (φράση) που μπήκε κατόπιν στο κείμενο. Αλλά η φράση μαρτυρείται από όλους ανεξαιρέτως τους κώδικες. Για αυτό, πολλοί από τους νεώτερους ερμηνευτές, ιδιαίτερα διαμαρτυρόμενοι, αναγνωρίζουν μεν το αυθεντικό της φράσης αλλά ισχυρίζονται ότι «είναι τελείως απίθανο ο Χριστός να δίδαξε αυτό. Η αληθινή διδασκαλία του Χριστού βρίσκεται στους Μάρκο και Λουκά, κατά τους οποίους ο Κύριος κήρυξε αδιάλυτο το δεσμό του γάμου» (p).
«Η χριστιανική όμως εκκλησία με την εξουσία της να δένει και να λύνει (Ματθ. ιστ 19,ιη 18), πολύ νωρίς έκανε την εξαίρεση ανταποκρινόμενη σε επείγουσα ηθική ανάγκη» (Mc Neile). Δεν θα μπορούσαμε όμως να αποδεχτούμε τις παραπάνω επινοήσεις χωρίς να προσβάλουμε το δόγμα της θεοπνευστίας, και από την άλλη επίσης θα ήταν ελάχιστα σύμφωνο με την επιστήμη της κριτικής των κειμένων να απορρίπτουμε φράση επειδή δήθεν παρεμβλήθηκε, η οποία μαρτυρείται ισχυρότατα (L).
Την σοβαρότητα της τελευταίας αυτής παρατηρήσεως καταλαβαίνει κάποιος, να λάβει υπ’ όψιν ότι προέρχεται από καθολικό, ο οποίος αρνείται το στήριγμα το οποίο οι αναφερόμενες επινοήσεις παρέχουν στην πράξη της εκκλησίας του.
(4)   «Αυτός που παντρεύεται χωρισμένη, με το να πάρει την ξένη έγινε πάλι μοιχός. Διότι μη μου πεις αυτό, ότι δηλαδή την έδιωξε εκείνος· διότι ακόμη και αν διώχτηκε παραμένει να είναι γυναίκα αυτού που την έδιωξε» (Χ).
«Νομοθετώντας όμως αυτά έκανε σώφρονα και τη γυναίκα. Διότι ακούγοντας ότι αν χωρίσει κανείς δεν θα την παντρευτεί, θα αγαπήσει τον άνδρα της και θα τον φροντίσει. Έτσι με το να καταστήσει ενόχους μοιχείας και αυτόν που παράλογα έδιωξε τη γυναίκα του και αυτόν που παντρεύεται την χωρισμένη από άλλον, έδεσε πιο σφιχτά την ειρήνη των συζύγων και αύξησε περισσότερο το να μη μοιχεύουν» (Ζ).
 
Ματθ.5,33  Πάλιν ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη τοῖς ἀρχαίοις(1), οὐκ ἐπιορκήσεις(2), ἀποδώσεις(3) δὲ τῷ Κυρίῳ τοὺς ὅρκους σου(4).
Ματθ. 5,33 Παλιν έχετε ακούσει ότι ελέχθη στους προγόνους σας• δεν θα καταπατήσης τον όρκον σου, αλλά ως καθήκον ιερόν προς τον Κυριον θα τηρήσης τας υποσχέσεις και τας μαρτυρίας, που με όρκον ανέλαβες.
(1)   «Για ποιό λόγο δεν ήλθε αμέσως στην κλοπή, αλλά στην ψευδομαρτυρία, προσπερνώντας εκείνην την εντολή; Διότι αυτός μεν που κλέβει κάποτε συμβαίνει και να ορκίζεται, αυτός όμως που δεν ξέρει ούτε να ορκίζεται ούτε να ψεύδεται, πολύ περισσότερο δεν θα προτιμήσει να κλέψει. Επομένως μέσω αυτής, ανέτρεψε και εκείνη την αμαρτία· διότι το ψεύδος προέρχεται από την κλεψιά» (Χ).
Από την άλλη η τέταρτη αυτή διευκρίνιση για τους όρκους μοιάζει περισσότερο με το χωρίο περί διαζυγίου παρά με τα χωρία για το φόνο και τη μοιχεία. Στις περιπτώσεις του φόνου και της μοιχείας ο Κύριος ερμηνεύει το νόμο και δείχνει πόσο αυτός είναι ευρύτερος από όσο οι ραββίνοι υπέθεταν. Στις περιπτώσεις όμως του διαζυγίου και των όρκων ο Χριστός αντιτίθεται προς την ιουδαϊκή παράδοση.
(2)   Το τμήμα του σ. που ακολουθεί αποτελεί πιθανώς περίληψη της επικρατούσας ερμηνείας των γραμματέων χωρίων της Βίβλου όπως τα Εξόδ. κ 7,Λευϊτ. ιθ 12, Αριθμ. λ 3,Δευτερ. κγ 22-24. Επιορκία σημαίνει αθέτηση του όρκου. Και ο ιουδαϊκός νόμος απέβλεπε στο να προασπίσει την ιερότητα του όρκου εναντίον της συχνά μάταιης και αδιάκριτης χρήσης του, η οποία επικρατούσε στους Ιουδαίους (S). Για το ουκ επιορκήσεις δες Λευϊτ. ιθ 12.
(3)   Σαν κάτι που οφείλεται (δ).
(4)   Για το αποδώσεις… τους όρκους σου δες Δευτερ. κγ 21,Ψαλμ. μθ 14,Αριθμ λ 3 (a). «Δηλαδή όταν ορκίζεσαι, να λες αλήθεια» (Θφ).

Ματθ.5,34  Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν(1) μὴ ὀμόσαι ὅλως(2)· μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ(3), ὅτι θρόνος ἐστὶ τοῦ Θεοῦ(4).
Ματθ. 5,34 Εγώ όμως σας λέγω, να μην ορκισθήτε καθόλου, ούτε στον ουρανόν, διότι είναι θρόνος του Θεού,
(1)   Οι Ιουδαίοι νόμιζαν, ότι μόνο όρκοι πρέπει να τηρούνται και ότι δεν ήταν δεσμευτικές όλες οι μορφές του όρκου. Ο Χριστός λέει ότι τέτοιες διακρίσεις είναι παράνομες και ότι όλοι οι όρκοι είναι δεσμευτικοί. Επιπλέον ορίζει ότι δεν πρέπει να γίνονται όρκοι, διότι πρέπει να είναι αρκετός ο λόγος του ανθρώπου. Οι όρκοι μπήκαν σε χρήση, διότι συχνά οι άνθρωποι ψεύδονται. Αλλά είναι πλάνη να νομίζει κάποιος ότι το ψεύδος δεν είναι αμαρτία παρά μόνο όταν συνοδεύεται και από όρκο. Οι Ιουδαίοι προχωρούσαν και πέρα από αυτό νομίζοντας, ότι και η ψευδορκία δεν ήταν αμαρτία εκτός εάν ο όρκος δινόταν υπό ειδική μορφή. Δες Ματθ. κγ 16-22.
(2)   Θεωρήθηκε από επίσημους εξηγητές (Ειρηναίο, Ωριγένη, Χρυσόστομο, Ιερώνυμο και μεταγενέστερους ερμηνευτές) ότι με την εντολή του αυτή ο Κύριος απαγορεύει κάθε όρκο στους Χριστιανούς. Αλλά ο Παύλος δεν είναι δυνατόν να θεώρησε τους όρκους ως αμαρτία (Δες Α Θεσ. ε 27), και αληθεύει αυτό και για άλλους συγραφείς της Κ.Δ. (δες Εβρ. στ 13,17,Αποκ. ι 6)(S). Στη βασιλεία των ουρανών κυριαρχεί το κράτος του Θεού και όλοι λένε την αλήθεια.
Οι όρκοι λοιπόν θα αποτελούσαν ανόητη βεβήλωση. Στον κόσμο αυτόν, εφόσον το ψεύδος εξακολουθεί να χρησιμοποιείται τόσο συχνά, γίνεται μερικές φορές αναγκαία και η χρήση του όρκου, και για αυτό και επιτρέπεται αυτή. Ο Θεός ο ίδιος είχε κατά καιρούς αναγνωρίσει την ανάγκη αυτή (Λουκ. α 73,Πράξ. β 30,Εβρ. γ 11,18,δ 3,στ 13-18,ζ 20,21) και έτσι έπραξε και ο Ιησούς, όταν απάντησε στον όρκο που επιβλήθηκε από τον αρχιερέα (Ματθ. κστ 63). Επιπλέον προσέδιδε συχνά μεγαλύτερη δύναμη στα λόγια του με το «αμην αμην λέγω υμιν» και ο Ωριγένης σημειώνει, ότι το αμήν του Χριστού ήταν όρκος (p).
Ο Χριστιανός οφείλει να θεωρεί τον όρκο ως την σπανιότατη και δικαιολογημένη εξαίρεση του αρχικού και αιώνιου κανόνα, και δικαιολογημένη τότε μόνο, όταν υπάρχει πνευματική ανάγκη της πεποίθησης των αδελφών σε κάποια αλήθεια σωτήρια. Η χρήση όμως του όρκου για σαρκικό σκοπό είναι αξιοκατάκριτη (δ).
«Παντού ο Κύριος ακολουθεί τον ίδιο σκοπό προλαβαίνοντας τα αποτελέσματα και κόβοντας την πονηρία από την πρώτη της αρχή. Όπως δηλαδή ο μεν παλαιός νόμος έλεγε ου μοιχεύεσεις, ενώ ο Κύριος λέει ούτε να επιθυμήσεις… έτσι λοιπόν και εδώ, ο μεν νόμος αρκείται στην πιστή τήρηση των όρκων, αυτός όμως διακόπτει την αφορμή της καταπάτησης των όρκων. Διότι αυτός μεν που τηρεί τους όρκους ίσως κάποτε και να σφάλλει χωρίς να το θέλει, αυτός όμως που δεν ορκίζεται έχει ξεφύγει από τον κίνδυνο της επιορκίας (μη τήρησης των όρκων)» (Β).
(3)   «Για να μη νομίσουν, ότι εμπόδισε μόνο το να ορκίζονται κατά του Θεού, εννοώ δηλαδή τη φράση «μα το Θεό», προσθέτει λοιπόν και τα άλλα είδη των όρκων, με τα οποία οι Ιουδαίοι τότε ορκίζονταν. Διότι αυτός που ορκίζεται σε αυτά, ορκίζεται πάλι στο Θεό που γεμίζει αυτά και δεσπόζει σε αυτά» (Ζ).
(4)   «Εσύ όμως πρόσεξε, σε παρακαλώ, πώς τονίζει την αξία των στοιχείων· όχι από την ιδιαίτερη φύση του καθενός, αλλά από τη σχέση τους με το Θεό, σχέση που λέγεται με συγκατάβαση. Επειδή δηλαδή ήταν πολλή η τυραννία της ειδωλολατρείας, για να μην νομιστεί ότι τα στοιχεία είναι τίμια από τον εαυτό τους, ανέφερε αυτήν την αιτία, που μετέβαινε πάλι προς τη δόξα του Θεού. Διότι δεν είπε· «Επειδή είναι καλός και μεγάλος ο ουρανός», ούτε «επειδή είναι χρήσιμη η γη» αλλά «επειδή ο μεν είναι θρόνος του Θεού, ενώ η γη υποπόδιό του» ωθώντας αυτούς από παντού προς τον Δεσπότη» (Χ).
   
Ματθ.5,35  μήτε ἐν τῇ γῇ, ὅτι ὑποπόδιόν ἐστι τῶν ποδῶν αὐτοῦ(1)· μήτε εἰς Ἱεροσόλυμα, ὅτι πόλις ἐστὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως(2)·
Ματθ. 5,35 ούτε εις την γην, διότι είναι σαν άλλο υποπόδιον εις τα πόδια αυτού, ούτε εις τα Ιεροσόλυμα, διότι είναι πόλις του μεγάλου βασιλέως Θεού•
(1)   «Είναι προφητικός ο λόγος, ο ουρανός είναι θρόνος μου, ενώ η γη υποπόδιο των ποδιών μου (Ησ. ξστ 1) που δηλώνει ότι ο Θεός γεμίζει τα πάντα. Διότι λέει, δεν γεμίζω εγώ τον ουρανό και τη γη;» (Ιερεμ. κγ 24)(Ζ).
(2)   «Είναι του Δαβίδ η φράση, η πόλη του βασιλιά του μεγάλου (Ψαλμ. μζ 3)» (Ζ). Τα Ιεροσόλυμα ονομάζονται έτσι λόγω του ναού του κτισμένου σε αυτά, στα οποία έχει την έδρα του ο μεγάλος βασιλιάς των Ισραηλιτών δηλαδή ο Ιεχωβά (g).
Οι Ιουδαίοι ηθικολόγοι μερικές φορές δίδασκαν ότι μόνο οι όρκοι, στους οποίους αναφερόταν το όνομα του Θεού ή κάποιο μέρος αυτού, ήταν δεσμευτικοί· οι όρκοι όμως τους οποίους εδώ ο Χριστός παίρνει ως παράδειγμα δεν αναφέρουν το όνομα του Θεού. Αυτοί λοιπόν, εξ’ αιτίας αυτού, ήταν εκείνοι, τους οποίους πολλοί Ιουδαίοι χρησιμοποιούσαν και τους αθετούσαν χωρίς κάποια τύψη. Αυτούς τους όρκους που γίνονταν με επιπολαιότητα, ακόμη και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν επρόκειτο για ψευδορκία, ο Χριστός απαγορεύει απολύτως (p).

Ματθ. 5,36  μήτε ἐν τῇ κεφαλῇ σου(1) ὀμόσῃς, ὅτι οὐ δύνασαι μίαν τρίχα(2) λευκὴν ἢ μέλαιναν(3) ποιῆσαι.
Ματθ. 5,36 ούτε εις την κεφαλήν σου να ορκισθής, που είναι δημιούργημα του Θεού, διότι συ δεν μπορείς ούτε μίαν τρίχα να την κάμης μαύρην η άσπρη.
(1)   «Να μην ορκιστείς ούτε τον πιο ασήμαντο και για αυτό και πολύ εύκολο όρκο, εννοώ δηλαδή τον όρκο στο ίδιο σου το κεφάλι» (Ζ). Βαρύτερη λοιπόν είναι η αμαρτία αυτού που ορκίζεται στη ζωή του ή στην ψυχή του (b).
(2)   «Και εδώ πάλι δεν απομακρύνει τον όρκο από το κεφάλι, επειδή θαυμάζει τον άνθρωπο (διότι τότε θα λατρευόταν και ο άνθρωπος), αλλά αναφέρει την δόξα στο Θεό και δείχνει ότι ούτε του εαυτού σου δεν είσαι κύριος και επομένως ούτε των όρκων κατά του κεφαλιού σου… Διότι αν και είναι δικό σου το κεφάλι, η κτίση του ανήκει σε άλλον και τόσο πολύ απέχεις από το να είσαι κύριός του, αφού ούτε το τελευταίο από όλα δεν μπορείς να του κάνεις» (Χ).
(3)   «Δεν είπε, δεν μπορείς να αφαιρέσεις μία τρίχα, αλλά ούτε να αλλάξεις το χρώμα της» (Χ). Σύμφωνα με αυτά θα ερμηνεύσουμε όχι: δεν μπορείς να φτιάξεις μία λευκή τρίχα ή μία μαύρη τρίχα, αλλά: δεν μπορείς να κάνεις μία τρίχα μαύρη από λευκή ή λευκή από μαύρη (δ)· δεν μπορείς να μεταβάλλεις το χρώμα μιας τρίχας.
 
Ματθ. 5,37  ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ(1)· τὸ δὲ περισσὸν(2) τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ(3) ἐστιν.
Ματθ. 5,37  Ας είναι δε ο λόγος σας αληθινός πάντοτε, ώστε το ναι να είναι ναι και το όχι να είναι όχι. Διότι το παραπάνω από αυτά είναι από τον πονηρόν.
(1)   «Ας είναι ο λόγος σας ο βεβαιωτικός, όταν μεν συμφωνείτε, ναι, όταν πάλι αρνείστε, όχι· και αυτές τις λέξεις μόνο να χρησιμοποιείτε για βεβαίωση αντί για όρκους και τίποτα παραπάνω από το ναι και το όχι» (Ζ). «Όταν διαβεβαιώνεις για τέτοια πράγματα να συμφωνείς και για όσα δεν ισχύουν, ακόμη και αν όλοι οι άνθρωποι σε παρακαλούν, να μην πειστείς ποτέ μαζί τους να δώσεις διαβεβαίωση αντίθετη με την φύση της αλήθειας» (Β).
Υπάρχει μια λεπτή διαφορά ανάμεσα στη φράση του Ματθαίου και αυτήν του Ιακώβου αν και στην ουσία η έννοια είναι η ίδια. Θα ερμηνεύσουμε εδώ, ας είναι ο λόγος σας ναι, το οποίο να ανταποκρίνεται και στο ναι του νου σας, και όχι που να ανταποκρίνεται και στο εσωτερικό σας όχι (δ).
(2)   «Το παραπάνω και αυτό που πλεονάζει, το οποίο είναι ο όρκος» (Χ)= Ό,τι είναι περισσότερο από την απλή άρνηση και αποδοχή, η ένορκη δηλαδή βεβαίωση (δ).
(3)   Η λέξη εδώ είναι γένους ουδετέρου και σημαίνει το πονηρό αφηρημένα (b). Δεν φαίνεται πράγματι εδώ με την λέξη πονηρό να σημαίνεται ο διάβολος (Ιω. η 44), αλλά η πονηρή κατάσταση του κόσμου (L).
Σοβαρή όμως και η ερμηνεία= από τον διάβολο, τον πατέρα του ψεύδους, το οποίο είναι αιτία και αφορμή της δημιουργίας του όρκου (δ). «Και αν ο όρκος είναι από τον διάβολο, πώς ο παλαιός νόμος τον επέτρεψε;» (Ζ).
«Διότι αυτά που λέγονταν τότε ανταποκρίνονταν στην ασθένεια αυτών που δέχονταν τους νόμους» (Χ). «Διότι και ο θηλασμός στα μεν παιδιά αρμόζει, αλλά για τους άνδρες είναι ντροπή» (Θφ).

Ματθ. 5,38  Ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη(1), ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ(2) καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος(3)·
Ματθ. 5,38  Ηκούσατε ότι ελέχθη, οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος.
(1)   Η πέμπτη περίπτωση της υπεροχής του χριστιανικού ιδεώδους έχει παρθεί από το νόμο της ταυτοπάθειας, ο οποίος επιβεβαιώθηκε στο Εξόδ. κα 23-25,Λευϊτ. κδ 20,Δευτερ. ιθ 18-21. Εξίσου όμως το πνεύμα της εκδίκησης απαγορευόταν και στην Π.Δ. (Λευϊτ. ιθ 18,Παροιμ. κ 22,κδ 29), όπου η εκδίκηση επιφυλασσόταν στο Θεό (Δευτερ. λβ 35,Ψαλμ. 93 1). Αλλά οι Ιουδαίοι συχνότατα θυμούνταν το γράμμα του νόμου και λίγο σκέφτονταν τους περιορισμούς που επέβαλλε ο νόμος (p).
Αναμφίβολα η εντολή αυτή της ταυτοπάθειας, σύμφωνα με τον αρχικό σκοπό της, ήταν όπως και ο νόμος που αφορούσε στο διαζύγιο περιοριστική μάλλον παρά  για να επιτρέπει (S). Η πρώτη κίνηση αυτού που υβρίστηκε ή αδικήθηκε είναι να ανταποδώσει πολύ περισσότερα. Η εντολή λοιπόν αυτή περιορίζει την εκδίκηση στην ταυτοπάθεια (=παθαίνω τα ίδια). Και ενώ μας φαίνεται σκληρή, στις αρχές συντελούσε σε καταπράϋνση, διότι αυτός που επιτέθηκε άδικα μπορούσε να τύχει χειρότερης μεταχείρισης από όσο το θύμα του (L).
Επιπλέον «είναι κατεξοχήν φιλάνθρωπος αυτός ο νόμος· διότι αυτό το διέταξε, ώστε εξαιτίας του φόβου ότι θα πάθουν τα ίδια, να μη βγάζουν τα μάτια και τα δόντια ο ένας του άλλου οι τότε άνθρωποι, δείχνοντας πολύ μεγάλη λύσσα στο να πληγώνουν ο ένας τον άλλον» (Ζ).
(2)   Θα συμπληρώσουμε με το ρήμα «δώσει», το οποίο υπάρχει στους Ο΄ (δ).
(3)   Εάν ο καθένας οφείλει να θυσιάζει το δίκιο του, η εξουσία όμως δεν έχει το δικαίωμα να παραμελεί κάθετί που συντελεί στη διατήρηση της τάξης και αυτό απαιτεί την τιμωρία αυτών που κάνουν αδικίες (L).
Δεν πρέπει να υποθέσουμε ότι ο Κύριος καταδίκασε τους νόμους οι οποίοι είναι αναγκαίοι για τη διατήρηση της κοινωνίας. Καταδίκασε ο Κύριος όχι την ποινική καταδίωξη των ενόχων αρπαγής και βίας, αλλά το πνεύμα της εκδίκησης. Ο νόμος της βασιλείας των ουρανών δεν είναι φιλαυτία, αλλά αγάπη. Συνεπώς όταν οδηγούν στο δικαστήριο τους παραβάτες για να τιμωρηθούν, εκείνοι οι οποίοι αδικήθηκαν από αυτούς, δεν πρέπει να κυριεύονται από αίσθημα εκδίκησης, αλλά οφείλουν να εκπληρώνουν θλιβερό καθήκον και όχι να ικανοποιούν κάποιο αίσθημα οργής.

Ματθ.5,39  Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ(1)· ἀλλ᾿ ὅστις(2) σε ῥαπίσει(3) ἐπὶ τὴν δεξιὰν(4) σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην(5)·
Ματθ. 5,39  Εγώ όμως σας λέγω να μη καταληφθήτε από οργήν και εχθρότητα και να μη αντισταθήτε στον πονηρόν άνθρωπον, αλλά αν κανείς σε ραπίση στο δεξιόν μέρος του πρωσώπου σας, γύρισε και το άλλο μέρος του προσώπου.
(1)   «Πονηρό εδώ κάποιοι μεν λένε αυτόν που χτύπησε, ενώ ο Χρυσόστομος είπε τον διάβολο» (Ζ). Εναντίον της εκδοχής ότι πονηρός εδώ είναι ο διάβολος, προβλήθηκε ότι οφείλουμε να αντιστεκόμαστε εναντίον του διαβόλου σύμφωνα με το Ιακ. δ 7 (L).
Αλλά στην ένσταση αυτή δίνεται η απάντηση: «Τι λοιπόν; Δεν πρέπει να αντιστεκόμαστε στον πονηρό; Πρέπει μεν, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο» (Χ)· «όχι με το να επιτίθεσαι στον αδελφό· διότι αυτή την αντίσταση την εμπόδισε· αλλά με το να μακροθυμείς και να υπομένεις. Διότι ο θυμός δεν σβήνει με το θυμό, όπως ούτε η φωτιά με τη φωτιά» (Ζ).
Σοβαρή και η ερμηνεία, κατά την οποία το «τῷ πονηρῷ» είναι γένους ουδετέρου= το πονηρό και αμαρτωλό στοιχείο στη ζωή που γίνεται πράξη από κάποιο άτομο (a). Παντως εάν πάρουμε αυτό ως αρσενικό θα σήμαινε τον σατανά μάλλον παρά τον πονηρό άνθρωπο (p). Αντιστέκεται λοιπόν κάποιος στον πονηρό, όταν ανταποδίδει βρισιά στη βρισιά (b).
(2)   Η παρούσα πρόταση και οι ακόλουθες σχηματίζουν αντικλίμακα (από τα ισχυρότερα στα ασθενέστερα)= Πράξεις βιαιότητας (39 β), νομικές διαδικασίες (40), επίσημες αξιώσεις (41), απλές αιτήσεις (42)(S).
«Ο Χριστός και για αυτά νομοθέτησε αρχίζοντας μεν από το βαρύτερο και καταλήγοντας στο ελαφρότερο. Διότι βαρύτερο μεν από τα άλλα… είναι η ύβρις εναντίον του σαγονιού επειδή είναι πολύ ντροπιαστική· έπειτα έρχεται η αφαίρεση του χιτώνα και ελαφρότερο από αυτά είναι η αγγαρεία» (Ζ).
Ο Κύριος παρέχει εδώ 5 παραδείγματα. Όλα είναι μεταφορικά. Δεν παρέχουν κανόνες για το πώς να ενεργήσουμε, αλλά δείχνουν, ποια πρέπει να είναι η εσωτερική διάθεση. Για αυτό δεν πρέπει να θεωρήσουμε αυτούς ως κανόνες, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται κ α τ ά  γ ρ ά μ μ α (p).
(3)   «Όπως ακριβώς όταν λέει ότι αυτός που αποκαλεί τον αδελφό του ανόητο θα είναι ένοχος στη γέεννα, δεν το λέει μόνο για αυτήν την λέξη, αλλά και για κάθε κοροϊδία, έτσι λοιπόν και εδώ, δεν νομοθετεί αν μας ραπίζουν να το υποφέρουμε με γενναιότητα, αλλά και οτιδήποτε τυχόν πάσχουμε, να μην αναστατωνόμαστε. Για αυτό και εκεί επέλεξε την χειρότερη βρισιά, και εδώ το πιο ατιμωτικό θεωρούμενο χτύπημα, το χτύπημα στο σαγόνι, που είναι και το πιο υβριστικό» (Χ).
(4)   Ή, το δεξί σαγόνι αναφέρεται ως πιο ευγενές μέλος, παρόλο που πιο φυσικό είναι να χτυπηθεί από το δεξί χέρι αυτού που χτυπά το αριστερό μάγουλο αυτού που χτυπιέται (L).
Ή, εννοείται εδώ το δεξί χέρι που χτυπά με το εξωτερικό χέρι το δεξί μάγουλο και έπειτα το αριστερό μάγουλο με την παλάμη (δ). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(5)   «Διατάζει όχι μόνο να μην αμυνόμαστε, αλλά και περισσότερο να παραδίδουμε τον εαυτό μας σε αυτόν που χτυπά και να τον συγκρατούμε με την ανεξικακία και μεγαλοψυχία μας» (Ζ). Πρέπει αυτός που χαστουκίζεται να είναι διατεθειμένος να υπομείνει και άλλες ύβρεις, χωρίς να εκδικηθεί (L).
Καθόλου όμως αποκλείει και τη χρήση του λόγου προς αυτόν που φέρεται έτσι άτοπα, αλλά μάλιστα προϋποθέτει ότι αυτή ακολουθεί μαζί με την μη αντίσταση και εξηγεί τους λόγους και τα αίτια της υποχώρησης, ότι δηλαδή αυτή δεν γίνεται από φόβο, αλλά από αγάπη. Για αυτό και ο Σωτήρας τον δούλο του αρχιερέα που τον χαστούκισε από τυφλό ζήλο, αμέσως τον νουθέτησε (δ).

Ματθ. 5,40  καὶ(1) τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι(2) καὶ τὸν χιτῶνά(3) σου λαβεῖν, ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον(3)·
Ματθ. 5,40  Και εις εκείνον που θέλει να σε οδηγήση εις τα δικαστήρια, δια να σου πάρη το υποκάμισον, άφησέ του και το επανωφόρι σου.
(1)   «Θέλει να δείχνουμε αυτήν την ανεξικακία όχι μόνο στα χτυπήματα, αλλά και στα χρήματα. Για αυτό πάλι αναφέρει την ίδια υπερβολή. Διότι όπως ακριβώς εκεί διατάζει να νικάμε με το να πάσχουμε, έτσι και εδώ με το να αφαιρούμαστε περισσότερα από όσα περίμενε αυτός που απαιτεί» (Χ).
(2)   «Δηλαδή εάν κάποιος σε σέρνει σε δικαστήριο και σου δημιουργεί ζητήματα» (Χ).
(3)   «Ιμάτιο λέγεται αυτό που εμείς λέμε πανωφόρι, ενώ χιτώνας είναι το εσωτερικό» (Ζ).
«Αυτό που εμείς λέμε πουκάμισο» (Θφ). Κατά τον δικό μας τρόπο ομιλίας ο χιτώνας ή το πουκάμισο είναι το τελευταίο, από το οποίο θα σκεφτόταν κάποιος να γδύσει κάποιον και να αφαιρέσει από αυτόν. Αλλά για τον φτωχό αγρότη της Παλαιστίνης ο χιτώνας ήταν λιγότερο απαραίτητος από το ιμάτιο, το οποίο μπορούσε και μόνο να φορά, χωρίς να φαίνεται ότι ήταν γυμνός» (L).
Το ιμάτιο ήταν πολυτιμότερο από τον χιτώνα (b), διότι χρησίμευε και ως σκέπασμα τη νύχτα και ως πανωφόρι που κάλυπτε το σώμα την ημέρα. Για αυτό και ο παλαιός νόμος δεν επέτρεπε στον δανειστή να έχει αυτό παρά μόνο την ημέρα. Δες Εξόδ. κβ 26,Δευτερ. κδ 13 (δ). Το τελευταίο αυτό προσδίδει πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην προτροπή αυτή του Σωτήρα (ο). Ακόμη και το ιμάτιο, για το οποίο σε προστατεύει ο νόμος, δώσε το.

Ματθ. 5,41 καὶ ὅστις σε ἀγγαρεύσει(1) μίλιον(2) ἕν, ὕπαγε μετ᾿ αὐτοῦ δύο(3)·
Ματθ. 5,41 Και αν κανείς σε αγγαρεύση ένα μίλι πήγαινε μαζή του δύο.
(1)   Το αγγαρεύω βγαίνει από το άγγαρος, η οποία είναι περσική λέξη που δηλώνει τους από τον Κύρο εγκαταστημένους ταχυδρόμους, οι οποίοι μετέβαιναν από την πρωτεύουσα στις επαρχίες και το αντίστροφο για εκτέλεση εντολών του βασιλιά και του κράτους· αυτοί λοιπόν είχαν το δικαίωμα να παίρνουν και με τη βία στους σταθμούς στους οποίους κατέλυαν, κάθετί που ήταν αναγκαίο σε αυτούς για την οδοιπορία αυτή, όπως ζώα, οδηγούς κλπ. Αγγαρεύω λοιπόν= αναγκάζω κάποιον με τη βία σε οποιαδήποτε εργασία ή υπηρεσία. Δες και Ματθ. κζ 32 (δ).
(2)   Πρόκειται για το λατινικό μίλι που ισούνταν με 8 στάδια ή 1478 μέτρα (L) ή γύρω στις 1600 γιάρδες (S).
(3)   «Το να σε αγγαρεύσει σημαίνει το εξής, να σε σύρει άδικα και χωρίς κανένα λόγο και να σε κακοποιεί. Αλλά να είσαι έτοιμος και για αυτό, ώστε να πάθεις και περισσότερα από όσα εκείνος θέλει να κάνει» (Χ).

Ματθ. 5,42  τῷ αἰτοῦντί σε(1) δίδου(2) καὶ τὸν θέλοντα ἀπὸ σοῦ δανείσασθαι(3) μὴ ἀποστραφῇς.
Ματθ. 5,42  Εις εκείνον που έχει πράγματι ανάγκην και σου ζητεί ελεημοσύνην, δίδε με ειλικρινή αγάπην, και μη περιφρονήσης αυτόν, που θέλει να δανεισθή από σε χωρίς τόκον.
(1)   «Προστάζει να μην ξεχωρίζουμε τον άξιο από τον ανάξιο. Διότι από τη στιγμή που ζητά, έχει ανάγκη, όποιος και αν είναι. Επειδή και ο Θεός όλα τα απαραίτητα για τη ζωή σε όλους τους ανθρώπους ομοίως τα πρόσφερε, και σε αγαθούς και σε πονηρούς και σε πιστούς και σε απίστους» (Ζ).
«Ο λόγος μάς προσκαλεί στην κοινωνικότητα και φιλαλληλία και στη φυσική οικειότητα. Διότι ο άνθρωπος είναι πολιτικό (=κοινωνικό) ζώο και συναναστρέφεται με άλλους. Στην κοινή όμως πολιτεία και στην μεταξύ μας συναναστροφή είναι αναγκαίο το να προσφέρουμε εύκολα για επανόρθωση αυτού που έχει ανάγκη» (Β).
Όπως ο Αυγουστίνος απέδειξε, δεν μας παραγγέλλει να δίνουμε ό,τι μας ζητείται, αλλά σε καθέναν ο οποίος μάς ζητά. Μπορούμε να δώσουμε κάποιο σωτήριο λόγο ή να προσευχηθούμε για αυτόν. Ο Χριστός δεν συμφώνησε όταν του ζητήθηκε να παρέμβει στο μοίρασμα κληρονομιάς, αλλά προέβη σε σωτήριο έλεγχο και απειλή (Λουκ. ιβ 13-15).
(2)   Αυθεντική γραφή «δος» που συμφωνεί με το ακόλουθο «μη αποστραφείς». Για τη φράση «σε αυτόν που σου ζητά δίνε» δες Σοφ. Σειρ. δ 4,5 και κθ 2 («Μη απωθείς άνθρωπο, που θλίβεται και ο οποίος σε παρακαλεί. Και μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από πτωχό άνθρωπο. Μη απρστρέψης τα μάτια σου από άνθρωπον, που ευρίσκεται εις ανάγκην, και μη δίδης εις κανένα αφορμήν, να σε καταρασθή»).
(3)   «Τώρα διέταξε να δανείζουμε χωρίς τόκο» (Ζ).
«Αλλού όμως (Λουκ. στ 34) προχωράει το πράγμα ακόμη περισσότερο λέγοντας να δίνουμε σε εκείνους από τους οποίους δεν προσδοκούμε να πάρουμε πίσω» (Χ)

Ματθ. 5,43   Ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη, ἀγαπήσεις(1) τὸν πλησίον σου(2) καὶ μισήσεις(3) τὸν ἐχθρόν σου.
Ματθ. 5,43  Ηκούσατε ότι ελέχθη• θα αγαπήσης τον πλησίον σου και θα μισήσης τον εχθρόν σου.
(1)   «Δες πώς έβαλε τελευταίο το αποκορύφωμα των αγαθών. Διότι για αυτό διδάσκει όχι μόνο να δεχόμαστε τα ραπίσματα αλλά να παρέχουμε και το δεξί σαγόνι, επίσης όχι μόνο να δίνουμε μαζί με τον χιτώνα και το ιμάτιο, αλλά και να ακολουθούμε δύο μίλια όποιον μας αγγαρεύει για ένα, για να δεχτούμε το πολύ περισσότερο από αυτά με όλη την ευκολία» (Χ).
(2)   Η φράση αγαπήσεις τον πλησίον σου βρίσκεται στο Λευϊτ. ιθ 18, όπου πλησίον σημαίνει τον ομοεθνή Ισραηλίτη. Η όλη φράση αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου σαφώς αναφέρεται σε κάποια επικρατούσα ερμηνεία των γραμματέων. Οι λέξεις «και μισήσεις τον εχθρόν σου» δεν συναντιούνται έτσι ξεκάθαρα στο νόμο (S).
Το πνεύμα όμως των λέξεων αυτών μπορεί να βγει από άλλες διατάξεις της Π.Δ. Έτσι το Λευϊτ. ιθ 18 μπορεί εύκολα να θεωρηθεί ότι υπονοεί, ότι η εκδίκηση των αλλοεθνών ήταν επιτρεπόμενη. Ομοίως και τα Δευτερ. κγ 3,κε 19,Β Έσδρ. θ 1,12, τα αναφερόμενα στη συμπεριφορά απέναντι στους Αμμωνίτες, Μωαβίτες, Αμαληκίτες, θα ενθάρρυναν την αντίληψη αυτή. Ο αυστηρός χωρισμός μεταξύ του Ισραήλ και όλων των ειδωλολατρικών εθνών, ο οποίος καθίστατο αναγκαίος για αποφυγή του μολυσμού της ειδωλολατρικής ανηθικότητας, επόμενο ήταν να επιβεβαιώσει την πίστη, ότι ο νομιμόφρων δούλος του Ιεχωβά ήταν υποχρεωμένος να μισεί όλους όσοι ήταν εχθροί και του Θεού και δικοί του.
Και εύκολα μπορούσε να  οδηγηθεί στο φρόνημα, ότι οι δικοί του εχθροί ήταν και του Θεού εχθροί. Παρά ταύτα και αυτοί οι Ιουδαίοι μερικές φορές ξεπέρασαν το αίσθημα αυτό του μίσους προς τους εχθρούς. Δες Ιώβ λα 29,Παροιμ. ιζ 5,κδ 29,Ψαλμ. ζ 4-5,λδ 12-14. Το ζώο του εχθρού επιβαλλόταν να τύχει βοήθειας (Εξόδ. κγ 4,5) και υπήρξαν αυτοί που δίδαξαν, ότι, εάν κάποιος εχθρός και κάποιος φίλος βρίσκονταν σε ανάγκη, ο εχθρός έπρεπε να βοηθηθεί πρώτος, για να νικηθεί το κακό συναίσθημα.
Ο Κύριος διηύρυνε την έννοια του πλησίον. Και έτσι δεν ορίζει νέα εντολή σε αντίθεση με την παλαιά, αλλά το εμφανιζόμενο ως νέο παράγγελμα στην πραγματικότητα περιεχόταν στο παλαιό, αν κάποιος το κατανοούσε σωστά. Το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» καλύπτει τα πάντα, όταν η έννοια του πλησίον ερμηνευτεί σωστά. Διότι ένας άνθρωπος δεν παύει να είναι πλησίον ή αδελφός, επειδή έχει δυσμενείς διαθέσεις προς εμάς.
(3)   Έχει βεβαίως έννοια προστακτικής, αλλά ως παράλληλο του αγαπήσεις, πρέπει όμως να εννοήσουμε αυτό με την έννοια του επιτρέπεται να μισείς. Κανείς συνετός νομοθέτης ή ηθικολόγος δεν είναι δυνατόν να παραγγείλει το μίσος ως εντολή (L).
 
Ματθ. 5,44  Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς(1) ὑμῶν, εὐλογεῖτε(2) τοὺς καταρωμένους(3) ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε(2) τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε(4) ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων(5) ὑμᾶς καὶ διωκόντων(4) ὑμᾶς.
Ματθ. 5,44  Εγώ όμως σας λέγω, αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευλογείτε αυτούς, οι οποίοι σας καταρώνται, ευεργετείτε αυτούς, οι οποίοι σας μισούν, και προσεύχεσθε δι' εκείνους, οι οποίοι σας υβρίζουν και σας συκοφαντούν και σας καταδιώκουν αδίκως,
(1)   Το εχθρούς μπορούμε να το πάρουμε ότι περιλαμβάνει όλες τις κατηγορίες αυτών που εχουν κακή διάθεση, δηλαδή τον ιδιωτικό, τον εθνικό, τον θρησκευτικό εχθρό (S).
(2)   Το μεν «αγαπώ» αναφέρεται στην εσωτερική αγαθή διάθεση προς τους εχθρούς, ενώ το να ευλογούν αυτούς που τους καταριούνται λέγεται για να εύχονται στο Θεό αγαθά υπέρ αυτών, ενώ το καλώς ποιείτε λέγεται για να δείχνουν με καλά έργα αυτή τη διάθεση (δ). Αγαπάτε, ευλογείτε, καλώς ποιείτε, προσεύχεσθε. Τέσσερεις προτάσεις, οι οποίες πρέπει να διαβαστούν με χιαστό σχήμα, αν και η τρίτη περιλαμβάνεται σχεδόν στην πρώτη ενώ η δεύτερη στην τέταρτη (b).
Η φράση «εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς» όπως καὶ η «τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς» δεν μαρτυρούνται από τον σιναϊτικό κώδικα, τον βατικανό και κάποιους μικρογράμματους, και για αυτό θεωρήθηκαν ότι μπήκαν εδώ από το παράληλο χωρίο του Λουκά.
(3)   Καταριέμαι=επικαλούμαι κακά για κάποιον (g).
(4)   Διώκοντες, δηλαδή θρησκευτικοί διώκτες (S). Όταν οι εχθροί είναι διώκτες, το οποίο αναμφίβολα πρέπει να εννοηθεί για θρησκευτικό διωγμό (δες ε 10-12), εύκολα μπορεί κάποιος να νομίσει, ότι είναι επιτρεπόμενο να τους μισεί ως εχθρούς του Θεού, αφού το θέλημα του Θεού υπερασπίζεται ο διωκόμενος. Και βεβαίως οφείλει κάποιος να εύχεται να παύσουν να διώκουν την αλήθεια, δεν δικαιολογείται όμως να εμφιλοχωρεί κάποιο προσωπικό μίσος, αλλά εφόσον ο διωκόμενος έχει συνείδηση ότι βρίσκεται σε φιλία με το Θεό, να δέεται για χάρη τους. Το παράγγελμα αυτό είναι τόσο σπουδαίο και πρέπει να το παίρνουμε τόσο ακριβώς κατά γράμμα, όσο ο Κύριος έδωσε για αυτό το παράδειγμα (Λουκ. κγ 34), μιμούμενος από τον Στέφανο (Πράξ. ζ 60) (L)
(5)   Επηρεάζω= υβρίζω, προπηλακίζω, συκοφαντώ (g). Να προσεύχεστε για τέτοια πρόσωπα· και με τις προσευχές σας φέρτε ευλογίες για εκείνους, οι οποίοι αφαιρούν από σας τις ευλογίες (b).

Ματθ. 5,45  ὅπως γένησθε υἱοὶ(1) τοῦ πατρὸς ὑμῶν(2) τοῦ ἐν οὐρανοῖς(3), ὅτι(4) τὸν ἥλιον(5) αὐτοῦ(6) ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς(7) καὶ βρέχει(5) ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους.
Ματθ. 5,45  δια να αναδειχθήτε έτσι τέκνα του ουρανίου Πατρός σας. Διότι και αυτός τον ζωογόνον ήλιόν του ανατέλλει εις πονηρούς και αγαθούς και στέλνει την βροχήν στους δικαίους και στους αδίκους.
(1)   «Επειδή ήταν μεγάλη η εντολή και απαιτούσε γενναία ψυχή και πολύ ζήλο, βάζει και μισθό τέτοιο, όσο για κανένα από τα προηγούμενα. Διότι εδώ δεν ανέφερε τη γη, όπως στους πράους, ούτε την παρηγοριά και το έλεος, όπως στους πενθούντες και ελεήμονες, ούτε τη βασιλεία των ουρανών, αλλά αυτό που ήταν πιο φρικτό από όλα αυτά, το να γίνουν όμοιοι με το Θεό, στο βαθμό βεβαίως που είναι λογικό να γίνουν οι άνθρωποι» (Χ).
(2)   «Ο Θεός είναι πατέρας μεν των ανθρώπων, επειδή τους έπλασε… αλλά επίσης και επειδή φροντίζει και προνοεί για αυτούς· διότι είναι ιδιαίτερο γνώρισμα του πατέρα το να φροντίζει και να προνοεί για το παιδί του· υιοί του Θεού γίνονται αυτοί που εξομοιώνονται με αυτόν μέσω της αρετής, όσο είναι δυνατόν σε άνθρωπο· διότι είναι γνώρισμα του γιου να εξομοιώνεται με τον πατέρα του. Για να γίνετε, λέει, υιοί του Θεού όχι ως προς τη φύση, αλλά μέσω της ομοίωσης, με το να αγαπάτε τους εχθρούς σας» (Ζ).
Η αγάπη είναι η ουσία του Θεού· η αγάπη που επεκτείνεται προς τους εχθρούς, κάνει περισσότερο από κάθετί άλλο αυτόν που αγαπά όμοιο με το Θεό· και αφού ο γιος είναι η εικόνα του πατέρα, κάνει η αγάπη αυτή τον άνθρωπο γιο του Θεού (L).
(3)   «Διασκορπίζει πολύ παντού το όνομα των ουρανών, υψώνοντας το φρόνημά τους και από τον τόπο» (Χ).
(4)   «Έπειτα αναφέροντας την ομοιότητα λέει, ότι ανατέλλει τον ήλιο του σε πονηρούς και αγαθούς και βρέχει σε δικαίους και αδίκους. Διότι αυτός, λέει, όχι μόνο δεν μισεί, αλλά και ευργετεί αυτούς που υβρίζουν. Παρόλο που αυτό που γίνεται δεν είναι καθόλου ίσο, όχι μόνο λόγω της υπερβολής της ευεργεσίας αλλά και λόγω της υπεροχής της αξίας. Διότι εσύ μεν καταφρονείσαι από τον ομόδουλό σου, ενώ εκείνος (ο Θεός) από τον δούλο και αυτόν που ευεργετήθηκε μύριες φορές· και εσύ μεν του χαρίζεις μόνο λόγια, προσευχόμενος για αυτόν, ενώ αυτός πράγματα πολύ μεγάλα και θαυμαστά, ανάβοντας τον ήλιο και δίνοντας τις ετήσιες βροχές» (Χ).
(5)   «Με τον ήλιο και τη βροχή δήλωσε όλα τα απαραίτητα για τη ζωή. Διότι από αυτά τα δύο όλα τα προερχόμενα από τη γη γεννιούνται και τρέφονται και αυξάνονται και τελειοποιούνται» (Ζ).
(6)   Αυτός και δημιούργησε και κυβερνά τον ήλιο και έχει αυτόν αποκλειστικά στη δική του δύναμη (b).
(7)   Πονηρούς και αγαθούς-δικαίους και αδίκους, χιαστό σχήμα.

Ματθ. 5,46   ἐὰν γὰρ(1) ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας(2) ὑμᾶς, τίνα μισθὸν ἔχετε(3); οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι(4) τὸ αὐτὸ ποιοῦσι;
Ματθ. 5,46   Διότι, εάν αγαπήσετε εκείνους μόνον που σας αγαπούν, ποίαν ανταμοιβήν έχετε να περιμένετε από τον Θεόν; Μηπως και οι τελώναι δεν κάμνουν το ίδιο;
(1)   «Οδηγεί σε αυτό όχι μόνο από το παράδειγμα το σχετικό με το Θεό, αλλά και από το αντίθετο=Αν μεν λοιπόν κάνεις αυτά, στέκεσαι με το μέρος του Θεού, αν όμως εγκαταλείπεις αυτά, με τους τελώνες» (Χ).
(2)   «Δεν είναι αρετή το να αγαπάς αυτόν που σε αγαπά, αλλά φυσική συνέπεια. Διότι και οι τελώνες κάνουν αυτό, στους οποίους δεν υπάρχει ούτε ίχνος αρετής» (Ζ).
(3)   Η φράση «έχουν μισθό» λέγεται για εκείνους, στους οποίους βραβείο επιφυλάσσεται από το Θεό· τους οποίους αναμένει θεία αμοιβή (g). Ποιά ανταμοιβή έχετε από το Θεό; (δ).
(4)   «Τελώνες είναι οι φορολόγοι… Αυτά τα επαγγέλματα κατηγορούνταν πάρα πολύ, ως άδικα και πλεονεκτικά και ασυμπαθή» (Ζ). Οι εισπράκτορες των φόρων, όχι οι αξιωματούχοι οι αποκαλούμενοι στους Ρωμαίους publicani (S).
Στην υπηρεσία των αξιωματούχων αυτών βρίσκονταν οι εισπράκτορες των φόρων, οι οποίοι για τη φιλαργυρία, την σκληρότητα, την δολιότητα περιφρονούνταν όχι μόνο στους Ιουδαίους αλλά και στα άλλα έθνη. Έτσι ο Αρτεμίδωρος (1,23. 4,57) τοποθετεί αυτούς μαζί με τους «κάπηλους και αυτούς που ζουν με αναίδεια και τους ληστές και με ανθρώπους που έκλεβαν στο ζύγι και εξαπατούσαν στους λογαριασμούς», ενώ στον Λουκιανό (νεκυομ. 11) αναφέρονται μαζί στη σειρά «μοιχοί, πορνοβοσκοί (=μαστρωποί, προαγωγοί, κάτοχοι πορνείου) και τελώνες και κόλακες». Στους συνοπτικούς ευαγγελιστές συχνά η ονομασία τελώνες συνδέεται με το αμαρτωλοί (Ματθ. θ 10,Μάρκ. β 15,Λουκ. ε 30,ζ 34,ιε 1) και με τη λέξη πόρνες (Ματθ. κα 31). Δες και τη φράση όπως ο εθνικός και ο τελώνης (Ματθ. ιη 17)(g).

Ματθ. 5,47  καὶ ἐὰν ἀσπάσησθε(1) τοὺς αδελφούς(2) ὑμῶν μόνον, τί περισσὸν(3) ποιεῖτε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι(4) οὕτω ποιοῦσιν;
Ματθ. 5,47  Και εάν χαιρετίσετε με εγκαρδιότητα τους φίλους σας τους Ιουδαίους, τι περισσότερον κάμνετε από τους άλλους; Το ίδιο δεν κάμνουν και οι τελώναι;
(1)   Ένδειξη ψυχρότητας είναι και η αποφυγή του χαιρετισμού. Το να χαιρετά λοιπόν κάποιος κάποιον εχθρό, και μάλιστα με τις τρυφερές εκδηλώσεις του ανατολικού χαιρετισμού, ισοδυναμεί με το να συγχωρεί αυτόν από καρδιάς (L). Ασπασμό λοιπόν ονομάζει εδώ τον κατά τη συνάντηση χαιρετισμό, που δείχνει την αμοιβαία των συναντωμένων αγάπη και φιλική διάθεση (δ).
(2)   Αδελφοί εδώ σε αντίθεση με τους εθνικούς ονομάζονται οι ομοεθνείς και ομογενείς, οι Ιουδαίοι όπως και στην Π.Δ. Δες Λευϊτ. κε 35,Αριθμ. κζ 3,Δευτερ. ιε 2,3 (δ)
(3)   Τέτοιο, όπως αρμόζει στους υιούς του Θεού (b). Παραπανω, εξαιρετικό, εξέχον (g).
(4)   Αυθεντική γραφή εθνικοί. Οι εθνικοί αναφέρονται διότι περιφρονούνταν και αυτοί από τους Ιουδαίους ως αμαρτωλοί και μολυσμένοι (δ). Και οι ίδιοι οι εθνικοί χαιρετούν εγκάρδια τους αδελφούς τους, δηλαδή αυτούς που ανήκουν στον ίδιο εθνικό ή θρησκευτικό όμιλο (L).

Ματθ. 5,48  (1)Ἔσεσθε(2) οὖν ὑμεῖς(3) τέλειοι(4), ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν(5) ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν(6).
Ματθ. 5,48   Αγωνισθήτε λοιπόν να γίνετε σεις τέλειοι με την αγάπην προς όλους, όπως τέλειος είναι και ο ουράνιος Πατέρας σας.
(1)   Ο σ. αυτός μπορεί να θεωρηθεί ή ως συμπέρασμα του όλου τμήματος της επι του όρους ομιλίας, που αφορά στη νέα τελειότητα, δηλαδή των σ. 17-47 (L).=Τηρώντας το νόμο όπως συμπλήρωσα αυτόν, ας γίνεστε τέλειοι·
ή, τα συμφραζόμενα φαίνεται να δείχνουν, ότι σημαίνεται εδώ ειδικά η τελειότητα στην αγάπη. Το να αποδίδει κάποιος κακό αντί καλού είναι διαβολικό· το να αποδίδει καλό αντί καλού είναι ανθρώπινο· το να αποδίδει καλό αντί κακού είναι θείο. Το να αγαπάμε όπως ο Θεός αγαπά είναι ηθική τελειότητα και προς την τελειότητα αυτή λέει σε μας ο Χριστός να αποβλέπουμε (p).
Η δεύτερη εκδοχή πιο σωστή.
(2)   Μέλλοντας χρόνος με σημασία προστακτική όπως και στις εντολές (ου φονεύσεις, ου μοιχεύσεις…). Εδώ όμως ο μέλλοντας εκφράζει την σχετικά με τους μαθητές προσδοκία του Σωτήρα = να είστε, όπως προσδοκώ και αναμένω από εσάς (δ).
(3)   Εσείς σε τιμητική αντίθεση με εκείνους (b).
(4)   Το τέλειος εδώ έχει βαθύτερη έννοια από εκείνη την οποία η ίδια λέξη έχει στην Π.Δ. Εκεί σημαίνει βίο δίκαιο, ελεύθερο από ηθικό ολίσθημα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον δίκαιο άνδρα όπως ήταν ο Νώε (Γεν. στ 9) ή ο Ιώβ (Ιώβ α 1)(S). Εδώ τα συμφραζόμενα καθορίζουν την έννοια της λέξης ως τελειότητα στην αγάπη, η οποία ζητά το καλό για όλους τους ανθρώπους (a).
«Αυτοί μεν που αγαπούν όσους τους αγαπούν, είναι ατελείς στην αγάπη· αυτοί όμως που αγαπούν τους εχθρούς, αυτοί είναι τέλειοι» (Ζ). Αλλά οι στην αγάπη τέλειοι, είναι τέλειοι και σε κάθε αρετή, αφού «η αγάπη είναι πλήρωμα του νόμου».
(5)   Η ομοιότητα αυτή του ανθρώπου με το Θεό πρέπει να θεωρείται με σχετική πάντοτε έννοια. «Διότι και εμείς, αν και δεν μπορούμε να γίνουμε όμοιοι με το Θεό κατά την ουσία του, όμως αν βελτιωνόμαστε με την αρετή, μιμούμαστε το Θεό… Το ότι όλα όσα γεννήθηκαν είναι τρεπτά (=μεταβάλλονται), κανείς δεν θα το αρνιόταν, αφού οι μεν άγγελοι έκαναν παράβαση, ο δε Αδάμ παράκουσε και όλοι χρειάζονται τη χάρη του Θεού. Ένα πλάσμα όμως τρεπτό δεν θα μπορούσε να είναι όμοιο με τον άτρεπτο Θεό, όπως ακριβώς ούτε το κτίσμα με τον κτίστη» (Α).
«Και πώς θα μπορούσε να γίνει η μακαριότητα που βλέπουμε στο Θεό να επεκταθεί και στην ανθρώπινη ταπεινότητα… και να μοιάσει ο γήινος με τον ουράνιο, αφού αυτή η φυσική διαφορά δείχνει ότι είναι αδύνατη η μίμηση;… Αλλά είναι σαφής ο λόγος για αυτό. Ότι δηλαδή, το ευαγγέλιο δεν διατάζει να συγκρίνουμε τη θεία με την ανθρώπινη φύση, αλλά να μιμηθούμε στη ζωή τις αγαθές ενέργειες του Θεού όσο είναι δυνατόν. Το να αποξενωθούμε από κάθε κακία, όσο είναι δυνατόν, και να είμαστε καθαροί από τους μολυσμούς της με έργα και λόγια και με τη διάννοια, αυτό είναι πραγματική μίμηση της θείας τελειότητας» (Γν).
(6)   Ο Θεός είναι τέλειος, διότι παρέχει τις εύνοιές του εξίσου σε όλους (a), είναι τέλειος διότι είναι αγάπη.   
 
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 6
Ματθ. 6,1 (1)Προσέχετε(2) τὴν ἐλεημοσύνην(3) ὑμῶν μὴ ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ θεαθῆναι(4) αὐτοῖς· εἰ δὲ μήγε(5), μισθὸν οὐκ ἔχετε παρὰ τῷ πατρὶ ὑμῶν τῷ ἐν τοῖς οὐρανοῖς(6).
Ματθ. 6,1   Προσέχετε να μην κάνετε την ελεημοσύνην σας εμπρός εις τα μάτια των ανθρώπων, δια να σας ίδουν και σας θαυμάσουν και να σας επαινέσουν• διότι έτσι δεν έχετε κανένα μισθόν από τον Πατέρα σας τον επουράνιον.
(1)   Ο πρώτος σ.  είναι εισαγωγή στην τριάδα που ακολουθεί (ελεημοσύνη, προσευχή, νηστεία) και δεν πρέπει να περιοριστεί σε μόνη την ελεημοσύνη, για την οποία γίνεται λόγος στους σ. 2-4 (p). Αρχή γενική που διακηρύσσεται εδώ είναι η: Η άσκηση της αρετής δεν πρέπει να είναι πράξη επίδειξης (F).
«Εξορίζει το πάθος το πιο τυραννικό από όλα, την λύσσα και την μανία που γίνεται για την κενή δόξα σε αυτούς που κατορθώνουν κάτι. Διότι από την αρχή μεν δεν μίλησε για αυτό… Διότι δεν γεννιέται αυτόματα αυτή η ασθένεια, αλλά όταν κατορθώσουμε πολλά από τα προστάγματα. Έπρεπε λοιπόν πρώτα να φυτεύσει την αρετή, και τότε να ξεριζώσει το πάθος που επηρεάζει τον καρπό της. Και δες από πού αρχίζει· από τη νηστεία και την προσευχή και την ελεημοσύνη. Διότι σε αυτά κατεξοχήν τα κατορθώματα συνηθίζει να εισέρχεται» (Χ).
(2)   Το «προσέχετε», μπαίνοντας μπροστά δείχνει, πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος. Τα ελατήρια και για τις καλύτερές μας πράξεις μπορούν να νοθευτούν και η σκέψη του να θαυμαστούμε από τους ανθρώπους είναι συχνότατη.
«Και πρόσεξε πώς άρχισε, μιλά σαν να πρόκειται για κάποιο θηρίο που δύσκολα γίνεται αντιληπτό και είναι φοβερό στο να εξαπατήσει όποιον δεν βρίσκεται σε άκρα εγρήγορση… Διότι το θηρίο τρυπώνει κρυφά και σκορπίζει χωρις θόρυβο τα πάντα και χωρίς να το καταλάβουμε όλα όσα έχουμε μέσα στο σπίτι τα πετά έξω» (Χ).
(3)   Αυθεντική και πιο σωστή γραφή: την δικαιοσύνην, η οποία αποτελεί το όλο, του οποίου τρεις διαιρέσεις ακολουθούν αμέσως, δηλαδή η ελεημοσύνη, ως καθήκον ειδικό προς τον πλησίον, η προσευχή ως καθήκον ειδικό προς τον Θεό, και η νηστεία που κατέχει την ίδια θέση αναφορικά με τον εαυτό μας. Οι τρεις αυτές σχέσεις, με το Θεό, με τον πλησίον και με τον εαυτό μας απαριθμούνται συχνά στις Γραφές (b).
Η δικαιοσύνη μας πρέπει να περισσεύει από αυτήν των γραμματέων και Φαρισαίων με την έννοια που εξηγήθηκε στο ε 21-48. Αλλά πρέπει επίσης να διαφέρει και στο είδος από αυτήν των γραμματέων και Φαρισαίων με την αποφυγή της επίδειξης. Η γραφή ελεημοσύνη, οφείλεται στο ότι οι αντίστοιχες εβραϊκές και αραμαϊκές λέξεις απέκτησαν και την έννοια της ελεημοσύνης οπότε το κάνω δικαιοσύνη σύμφωνα με τον εβραϊκό τρόπο ομιλίας μπορεί να σημαίνει και κάνω ελεημοσύνη, εφόσον τα συμφραζόμενα ζητούν μια τέτοια έννοια (a).
Υπάρχει και η γραφή δόσιν. Ο Zahn εισηγείται, ότι οι 3 γραφές είναι διαφορετικές προφορικές μεταφράσεις της ίδιας αραμαϊκής λέξης (p).
(4)   «Αφού είπε να μην κάνουν μπροστά στους ανθρώπους, πρόσθεσε, για να σας δουν» (Χ), «εννοώντας με αυτό· Προσέχτε, να μην κάνετε αυτήν για αυτόν το λόγο μπροστά στους ανθρώπους, για να σας δουν. Διότι αν δεν κάνετε αυτήν για αυτόν τον λόγο, τίποτα δεν εμποδίζει και μπροστά τους να την κάνετε. Διότι ο σκοπός της εξετάζεται, όχι ο τρόπος. Διότι είναι δυνατόν και μπροστά στους ανθρώπους να κάνει κάποιος και να μην το κάνει για επίδειξη, όταν κάποιος δηλαδή το κάνει μόνο λόγω της συμπάθειας για τον άλλον» (Ζ)·
«και είναι επίσης δυνατόν πάλι να μην το κάνει μπροστά στους ανθρώπους, και να το κάνει για να τον δουν. Για αυτό όχι απλώς την πράξη, αλλά τη διάθεση και τιμωρεί και στεφανώνει… Διότι θέλει να διαπλάσει την ψυχή και να την απαλλάξει από κάθε νόσημα» (Χ).
(5)   Αν όμως δεν κάνετε αυτό προσέχτε (δ). Ειδάλλως.
(6)   «Πάλι εξυψώνει το φρόνημά τους, θυμίζοντάς τους τον Πατέρα και τον ουρανό, για να μην τους ελέγξει μόνο με τη ζημιά [δεν έχετε μισθό], αλλά να τους κάνει να ντραπούν και με τη μνήμη αυτού που τους γέννησε» (Χ)· «κάνοντάς τους να ντραπούν διότι ενώ έχουν πατέρα ουράνιο, φρονούν γήινα και συγχρόνως παρακινώντας τους στο να ζουν αντάξια τέτοιου πατέρα» (Ζ).

Ματθ. 6,2  Ὅταν οὖν ποιῇς ἐλεημοσύνην, μὴ σαλπίσῃς(1) ἔμπροσθέν σου, ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ(2) ποιοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς ῥύμαις(3), ὅπως δοξασθῶσιν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων· ἀμὴν(4) λέγω ὑμῖν, ἀπέχουσι(5) τὸν μισθὸν αὐτῶν.
Ματθ.6,2  Όταν λοιπόν συ κάμνης ελεημοσύνην, μη την διαλαλής παντού διασαλπίζοντάς της, όπως κάμνουν οι υποκριταί εις τας συναγωγάς και τους πλατείς δρόμους, δια να δοξασθούν από τους ανθρώπους. Αληθινά σας λέγω ότι παίρνουν αυτοί ολόκληρον τον μισθόν των.
(1)   «Όχι ότι είχαν σάλπιγγες εκείνοι, αλλά το λέει θέλοντας να δείξει την πολλή τους μανία με την μεταφορά αυτή, διακωμωδώντας και διαπομπεύοντας αυτούς με αυτήν» (Χ).
«Μη σαλπίσεις λέει, αντί να πει μην δημοσιεύσεις ώστε να γίνεις γνωστός στους ανθρώπους. Διότι αυτοί που σαλπίζουν, σαλπίζουν για να ακουστούν από το πλήθος» (Ζ). Το σαλπίζω λοιπόν λέγεται μεταφορικά (p)=κάνω θόρυβο για να ελκύσω την προσοχή (F).
(2)   «Όπως ακριβώς παραπάνω ανέφερε τελώνες και εθνικούς, ντροπιάζοντας με την ποιότητα των προσώπων αυτούς που έπρεπε να τους μιμηθούν, έτσι και εδώ αναφέρει τους υποκριτές… και σωστά είπε υποκριτές· διότι το μεν προσωπείο ήταν ελεημοσύνη, η διάνοιά τους όμως είχε ωμότητα και απανθρωπιά. Διότι δεν ελεούν για τους πλησίον, αλλά για να απολαύσουν αυτοί δόξα· το οποίο ήταν δείγμα έσχατης ωμότητας, ενώ ο άλλος πεθαίνει από την πείνα, αυτοί να ζητούν δόξα και να μη σταματούν τη συμφορά» (Χ).
«Υποκριτές είναι αυτοί που άλλο μεν είναι, άλλο όμως φαίνονται· και αυτοί λοιπόν φαίνονται μεν ελεήμονες, είναι όμως άλλοι» (Θφ).
Ο Κύριος έχει υπ’ όψη τους Φαρισαίους, οι οποίοι αξίωναν ότι ήταν και θεωρούνταν κοινώς υποδείγματα για καθέναν που επιθυμούσε να είναι ακριβής τηρητής του νόμου. Και δεν αναφέρει μεν αυτούς ονομαστικά, αλλά από το κεφ. κγ γίνεται φανερό, ότι αυτοί υπονοούνται και εδώ. Αλλά και χωρίς το κεφ. αυτό, δεν χωρά αμφιβολία, ότι για τους Φαρισαίους πρόκειται. Δες Ματθ. ιε 7,κβ 18 (p).
(3)   Ρύμη είναι επέκταση δρόμου σε πόλη που είναι περιφραγμένη και από τις δύο πλευρές με οικοδομήματα (g). Στο Λουκ. ιδ 21 μπαίνει σε αντίθεση με τις πλατείες. Εδώ όμως φαίνεται να σημαίνει μάλλον πλατιούς δρόμους (ο).
(4)   Ο Κύριος γνωρίζει τα μυστικά των θείων βουλών (b).
(5)   Η πρόθεση «από» στο ρήμα απέχουσι δηλώνει το τελείως, ολοτελώς (δ). Παίρνουν πλήρως την αμοιβή τους και ο Θεός δεν οφείλει σε αυτούς τίποτα (p). «Με το να επαινούνται δηλαδή, πήραν το παν από τους ανθρώπους» (Θφ).

Ματθ. 6,3  σοῦ δὲ ποιοῦντος(1) ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου(2),
Ματθ. 6,3  Συ δε, όταν κάνης ελεημοσύνην, να την προσφέρης με τόσην μυστικότητα, ώστε το αριστερό σου χέρι να μη μάθη το καλό που κάνει το δεξί σου.
(1)   «Αφού είπε πώς δεν πρέπει να κάνουν, δείχνει πάλι πώς πρέπει να κάνουν» (Χ).
(2)   «Πάλι εδώ δεν υπαινίσσεται χέρια, αλλά το είπε αυτό υπερβολικά. Αν είναι δυνατόν, λέει, να αγνοήσεις τον εαυτό σου, φρόντισέ το αυτό με κάθε τρόπο, ακόμη και αν είναι δυνατόν να κρυφτούν τα χέρια που διακονούν» (Χ).
Συνήθως την ελεημοσύνη τη δίνουμε με το δεξί. Χρησιμοποιεί λοιπόν ο Σωτήρας πολύ έξυπνη εικόνα, κατά την οποία μόνο το απαραίτητο της ελεημοσύνης όργανο, όπως είναι το δεξί χέρι, οφείλει να ξέρει μαζί μας ό,τι πράξαμε· ούτε το ίδιο το άλλο χέρι ας μην ξέρει τι κάνει το δεξί (δ). «Αυτός που κάνει κρυφά το καλό και δεν δημοσιεύει αυτό, αλλά ζητά να διαφύγει την προσοχή και του ίδιου του ευεργετουμένου, αυτός είναι για τον οποίο λέει ο Κύριος, να μη γνωρίζει το αριστερό σου τι κάνει το δεξί σου» (Σευήρου).
Σοβαρή και η ερμηνεία: «Με το αριστερό χέρι υπαινίχτηκε αυτούς που μας είναι πολύ κοντινοί και οικείοι. Διότι τίποτα δεν είναι πιο κοντινό και οικείο σε σένα από το χέρι σου. Ούτε αυτοί, λέει, να γνωρίζουν την ελεημοσύνη του δεξιού σου χεριού» (Ζ).
Αξιοσημείωτη και η: «το αριστερό χέρι γνωρίζει το δεξιό και καθήκον έργο, όταν μολύνεται από φιλοδοξία» (Ω).
 
Ματθ. 6,4  ὅπως ᾖ σου ἡ ἐλεημοσύνη ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου(1) ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ(2).
Ματθ. 6,4  Δια να μείνη έτσι η ελεημοσύνη σου μυστική και άγνωστος• και ο Πατήρ σου, που βλέπει και τα πλέον απόκρυφα έργα, θα σου δώση την αμοιβήν ενώπιον όλου του κόσμου.
(1)   «Ετοιμάζει σε αυτόν μεγάλο και σεμνό θέατρο και δίνει σε αυτόν άφθονα ό,τι ακριβώς επιθυμεί. Διότι, τι θες, λέει. Δες θες να έχεις κάποιους θεατές των πράξεων; Ορίστε λοιπόν, έχεις όχι αγγέλους και αρχαγγέλους αλλά το Θεό των όλων… Αν είναι ανάγκη να κάνεις επίδειξη, πρέπει να επιδεικνύεσαι στον Πατέρα προ πάντων· και μάλιστα πολύ περισσότερο όταν κύριος και του στεφανώματος και της τιμωρίας είναι ο Πατέρας» (Χ).
(2)   «Αν όμως επιθυμείς να έχεις και ανθρώπους θεατές, ούτε αυτής της επιθυμίας σε αποστερεί, αλλά στον κατάλληλο καιρό, αλλά και σου παρέχει αυτό και με μεγαλύτερη υπερβολή. Διότι τώρα μεν αν κάνεις επίδειξη, θα μπορέσεις να επιδειχτείς μόνο σε δέκα και είκοσι ή και εκατό ανθρώπους· αν όμως επιδιώκεις να κρυφτείς τώρα, τότε ο ίδιος ο Θεός θα σε ανακηρύξει, όταν θα είναι παρούσα όλη η οικουμένη… Και τώρα μεν θα σε κατηγορήσουν οι θεατές ως κενόδοξο· όταν όμως σε δουν να στεφανώνεσαι, όχι μόνο δεν θα κατηγορήσουν, αλλά και θα θαυμάσουν όλοι» (Χ).

Ματθ. 6,5  Καὶ ὅταν προσεύχῃ(1), οὐκ ἔσῃ(2) ὥσπερ οἱ ὑποκριταί(3), ὅτι φιλοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς(4) καὶ ἐν ταῖς γωνίαις τῶν πλατειῶν(5) ἑστῶτες(6) προσεύχεσθαι, ὅπως ἂν φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν(7).
Ματθ. 6,5  Και όταν προσεύχεσαι, δεν πρέπει να μιμήσαι τους υποκριτάς. Διότι αυτοί ευχαριστούνται και επιδιώκουν να στέκουν όρθιοι και να προσεύχωνται εις τας συναγωγάς και εις τας γωνίας των πλατειών,δια να επιδειχθούν. Αληθινά σας λέγω, ότι παίρνουν έτσι την ανταμοιβήν των.
(1)   Αυθεντική γραφή: όταν προσεύχησθε ουκ έσεσθε ως οι…
(2)   Ο μέλλοντας εδώ όπως και στο ε 48= δεν πρέπει να είσαι τέτοιος (δ).
(3)   «Πάλι και αυτούς τους ονομάζει υποκριτές και πολύ λογικά· διότι προσποιούνται ότι προσεύχονται στο Θεό αλλά κοιτάζουν γύρω τους ανθρώπους και δεν στέκονται όπως οι ικέτες αλλά όπως άνθρωποι καταγέλαστοι. Διότι αυτός που πρόκειται να ικετέψει, αφού τους αφήσει όλους, προς εκείνον μόνο βλέπει, αυτόν που είναι κύριος να δώσει το αίτημα» (Χ).
(4)  Στα χρόνια του Κυρίου δεν υπήρχε εξ’ επαγγέλματος αρχηγός στην προσευχή στις προσευχές στις τελετές των συναγωγών, αλλά το καθήκον αυτό αναλαμβανόταν από κάποιο μέλος της συναγωγής, ο οποίος στεκόταν μπροστά στο κιβώριο (=κουβούκλιο) που περιείχε τα ειλητάρια (παπύρους) του νόμου (S). Οι Φαρισαίοι λοιπόν επεδίωκαν να προΐστανται στην προσευχή στις συναγωγές.
(5)   Πλατεία με την ίδια έννοια όπως και σε μας, οπότε η φράση στις γωνίες των πλατειών= στα άκρα των πλατειών, για να μην ενοχλούνται από τα αχθοφόρα ζώα που περνούσαν από τη μέση τους (L).
Ή, πλατεία εννοείται η οδός, οπότε γωνίες των πλατειών, εκεί όπου οι δρόμοι συναντιούνται (b), τα σταυροδρόμια. Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
Δεν είναι ανάγκη να υποθέσουμε, ότι οι Φαρισαίοι έβγαιναν στις οδούς για να προσευχηθούν, αλλά ότι, όταν σε ώρα προσευχής βρίσκονταν σε κάποια πλατεία, επιδεικτικά εκδήλωναν την αφοσίωσή τους (p). Οι Μωαμεθανοί διατήρησαν στο σημείο αυτό, όπως και σε άλλα, την παλαιά παράδοση της Ανατολής. Όταν σημαίνει ώρα προσευχής, ο μουσουλμάνος, εφόσον βρίσκεται έξω από το σπίτι του, ζητά χαλί και παίρνει τη στάση της προσευχής στραμμένος προς την Μέκκα (L).
(6)   Μάλλον με την έννοια του δικού μας ποζάρω. Δηλώνει την επιτηδευμένη στάση, που αποσκοπεί στο να γίνουν ορατοί (L).
(7)   «Δεν είπε, ότι δεν θα πάρουν μισθό αυτοί, αλλά ότι παίρνουν, δηλαδή ότι θα πάρουν μεν, από αυτούς όμως που επιθυμούν αυτοί… Εφόσον ζητούν την από τους ανθρώπους αμοιβή, δεν θα ήταν δίκαιοι να πάρουν από το Θεό, για τον οποίο δεν έκαναν τίποτα» (Χ).

Ματθ. 6,6  σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ(1), εἴσελθε εἰς τὸν ταμιεῖόν(2) σου, καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ(3), καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει(4) σοι ἐν τῷ φανερῷ.
Ματθ. 6,6  Συ όμως, όταν θέλης να προσευχηθής, προτίμα το ιδιαίτερον δωμάτιόν σου, κλείσε την θύραν και κάμε την προσευχήν σου στον Πατέρα σου, που είναι αόρατος και σαν κρυμμένος. Και ο Πατήρ σου, που βλέπει και τα πλέον απόκρυφα, θα σου αποδώση εις τα φανερά την αμοιβήν σου.
(1)   =Όταν έχεις κατά νου να προσευχηθείς (δ) «Ομοίως και εδώ, αφού είπε πώς δεν πρέπει να κάνουμε, λέει και πώς πρέπει να κάνουμε» (Ζ).
(2)   Δηλώνει στους αρχαίους η λέξη την αποθήκη, το κελλάρι της οικίας και έπειτα το θησαυροφυλάκιο· στους Ο΄και την Κ.Δ. δηλώνει το εσωτερικότερο δωμάτιο του σπιτιού, το ιδιαίτερο δωμάτιο του ύπνου (δ).
«Τι λοιπόν; Σε εκκλησία δεν πρέπει να προσευχόμαστε; Και πάρα πολύ βέβαια, αλλά με τέτοια διάθεση… Διότι και αν ακόμη μπεις στο δωμάτιο και κλείσεις την πόρτα, αλλά το κάνεις αυτό για επίδειξη, τίποτα δεν σε ωφελούν οι πόρτες… Επομένως, και αν ακόμη κλείσεις τις πόρτες, αυτό θέλει να κατορθώσεις πριν το κλείσιμο των πορτών, το να κλείσεις δηλαδή και τις πόρτες του νου. Διότι παντού μεν είναι καλό να απαλλαχτεί κάποιος από την κενοδοξία, κατεξοχήν όμως στην προσευχή» (Χ).
Ο Κύριος δεν καταδικάζει εδώ τη δημόσια λατρεία, αλλά τις ιδιωτικές προσευχές, στις οποίες χωρίς ανάγκη δίνεται δημοσιότητα με σκοπό να επιτευχθεί φήμη για ειδική αγιότητα.
(3)   Ο Θεός και είναι και βλέπει στα κρυφά (b). «Λέει στον Πατέρα σου στα κρυφά, αντί να πει στον αόρατο» (Ζ).
«Επειδή λοιπόν αυτός είναι αόρατος, τέτοια θέλει να είναι και η προσευχή σου» (Χ).
(4)   «Δεν είπε θα σου χαρίσει, αλλά θα αποδώσει. Διότι έκανε τον εαυτό του χρεώστη σε εσένα και με αυτό σου έκανε μεγάλη τιμή» (Χ). Εδώ η έμφαση δεν είναι στο άκουσμα της προσευχής, αλλά στην αμοιβή για την αποφυγή της επίδειξης (a).

Ματθ.6,7  Προσευχόμενοι δὲ μὴ βαττολογήσητε(1) ὥσπερ οἱ ἐθνικοί(2)· δοκοῦσι(3) γὰρ ὅτι ἐν τῇ πολυλογίᾳ(4) αὐτῶν εἰσακουσθήσονται.
Ματθ. 6,7  Οταν δε προσεύχεσθε, μη πολυλογείτε και φλυαρείτε όπως κάνουν οι εθνικοί• διότι αυτοί φαντάζονται ότι θα εισακουσθούν χάρις εις την πολυλογίαν των.
(1)   Βαττολογέω και σύμφωνα με αυθεντική γραφή: βατταλογέω α) τραυλίζω, και επειδή αυτοί που τραυλίζουν συνηθίζουν να επαναλαμβάνουν τους ίδιους φθόγγους, σημαίνει β) μιλώντας επαναλαμβάνω τα ίδια, λέω πολλά και μάταια λόγια, φλυαρώ, πολυλογώ. Για αυτό και εδώ εξηγείται με τη λέξη πολυλογία. Το ρήμα αυτό άλλοι μεν το ετυμολογούν από τον Βάττο, βασιλιά της Κυρήνης, ο οποίος λέγεται ότι ήταν τραυλός (Ηροδότ. 4,155), άλλοι από κάποιον Βάττο συγγραφέα μακρών και πολυλόγων ποιημάτων.
Αλλά εάν συγκρίνει κάποιος αυτό με το βατταρίζω, το οποίο έχει την ίδια έννοια, και με το βάρβαρος, θα βρει πολύ πιθανότερο, ότι η λέξη είναι του γένους των ονοματοποιημένων (g), δηλαδή ετυμολογείται από το βατ, ήχο αυτών που ψελλίζουν και τραυλίζουν (δ). Η σιναϊτική συριακή μετάφραση αποδίδει τη λέξη «μη λέτε μπαττάλάθά» δηλαδή ανωφελή, ανόητα (a).
Μη βαττολογήσετε λοιπόν σημαίνει ή μη φλυαρήσετε «βαττολογία εδώ λέει τη φλυαρία, όπως όταν ζητάμε από το Θεό αυτά που δεν ταιριάζουν, δυναστείες και δόξες και το να νικάμε τους εχθρούς και περιουσίες χρημάτων» (Χ) «και τα παρόμοια όσα ούτε την ψυχή ωφελούν, ούτε για τη συντήρηση του σώματος είναι αναγκαία» (Ζ).
Ή, εδώ κυρίως καταδικάζεται η ιδέα ότι ο Θεός για να εισακούσει τις προσευχές μας, είναι ανάγκη να ενοχληθεί και είναι δυνατόν να ενοχληθεί και ότι οι αιτήσεις, εάν επαναληφθούν πολλές φορές, είναι πιθανότερο να εισακουστούν παρά εάν απευθυνθούν μόνο μία φορά. Δες την αντίθεση ανάμεσα στη σύντομη προσευχή του Ηλία (Γ΄Βασ. ιη 36,37) και σε αυτήν των ψευδοπροφητών του Βάαλ, οι οποίοι από το πρωί μέχρι το μεσημέρι επαναλάμβαναν στερεότυπα: Ω Βάαλ άκουσέ μας. Δεν πρέπει να νομίζουμε, ότι οι προσευχές είναι μαγικές επωδοί και ότι μπορεί να επιδράσουν στο Θεό σαν κάποια μαγεία που τον εξαναγκάζει να πράξει ό,τι δεν θέλει να πράξει.
Ο Κύριος δεν καταδικάζει εδώ κάθε επανάληψη στην προσευχή, διότι και ο ίδιος χρησιμοποίησε τα ίδια λόγια πάλι και πάλι στη Γεθσημανή (Ματθ, κστ 44,Μάρκ. ιδ 39), αλλά την δεισιδαιμονική και βέβηλη επανάληψη. Επαναλαμβάνουμε τις ικεσίες μας, όχι για να εξασφαλίσουμε την προσοχή του Θεού, σαν να είναι δυνατόν να μας χορηγήσει στην τρίτη επανάληψη ό,τι αρνήθηκε να μας παράσχει στην πρώτη, αλλά μόνο και μόνο για να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας. Ο Θεός είναι πάντοτε έτοιμος να ακούσει τις ανάγκες των παιδιών του, αλλά τα παιδιά του δεν προσέχουν πάντοτε σε ό,τι λένε, όταν αναφέρουν τις ανάγκες τους μπροστά του (p).
Αξιόλογη η ερμηνεία που συνδυάζει και τις δύο =βαττολογώ σημαίνει φλυαρώ για ασήμαντα και γελοία πράγματα και επαναλαμβάνω τα ίδια (δ).
(2)   «Εδώ γελοιοποιεί τους εθνικούς, κάνοντας σε κάθε περίπτωση τον ακροατή να ντραπεί από την μηδαμινότητα των προσώπων» (Χ). Και οι δικοί τους συγγραφείς, τούς κατηγορούσαν διότι κούραζαν τους θεούς τους (F).
(3)   «Νομίζουν μεν, αλλά όχι σωστά» (Ζ).
(4)   Οι εθνικοί «όχι μόνο ζητούν πράγματα αταίριαστα, αλλά κάνοντας και μακρές τις αιτήσεις για αυτά, νομίζουν ότι πείθουν με το να  μακρολογούν» (Ζ). Ο Αυγουστίνος λέει, ότι η παραγγελία του Κυρίου μας καταφέρεται εναντίον του να λέμε πολλά, όχι εναντίον του να προσευχόμαστε πολύ (ο).

Ματθ. 6,8  μὴ οὖν ὁμοιωθῆτε αὐτοῖς· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτόν(1).
Ματθ. 6,8  Μη ομοιάσετε λοιπόν με αυτούς• διότι ο Πατήρ σας γνωρίζει από ποιά πράγματα έχετε ανάγκην, πριν του τα ζητήσετε.
(1)   «Και αν ξέρει αυτά που χρειαζόμαστε, για ποιό λόγο πρέπει να προσευχόμαστε; Όχι για να διδάξεις αλλά για να τον λυγίσεις, για να γίνεις οικείος του με τη συνέχεια της προσευχής, για να ταπεινωθείς, για να θυμηθείς τα αμαρτήματά σου» (Χ).
«Έτσι ώστε αφού απομακρυνθούμε από τα βιοτικά να ωφεληθούμε μιλώντας σε αυτόν» (Θφ). «Η προσευχή γαληνεύει και καθαρίζει την καρδιά και κάνει αυτήν ικανότερη να δεχτεί τα θεία δώρα. Ο Θεός είναι πάντοτε έτοιμος να δώσει σε μας το φως του, αλλά δεν είμαστε και εμείς πάντοτε έτοιμοι να το δεχτούμε» (Αυγ. De Serm. Dom ΙΙ,ΙΙΙ 14).
Με την προσευχή ανοίγουμε τους αγωγούς, μέσω των οποίων ευλογίες, οι οποίες είναι πάντοτε έτοιμες, μπορούν να ξεχυθούν (p). Η προσευχή είναι αναγκαία για τον άνθρωπο, όχι για το Θεό. Ο Θεός δεν παρέχει αναγκαστικά τις δωρεές του στα παιδιά του που δεν θέλουν. Εάν τα παιδιά του επιθυμούν αυτά, θα τα ζητήσουν με προσευχή (S)

Ματθ. 6,9  οὕτως(1) οὖν προσεύχεσθε ὑμεῖς(2)· Πάτερ(3) ἡμῶν(4) ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς(5)· ἁγιασθήτω(6) τὸ ὄνομά σου(7)·
Ματθ. 6,9  Σεις λοιπόν έτσι να προσεύχεσθε• Πατερ ημών, που είσαι πανταχού παρών, αλλά εξαιρετικά στους ουρανούς κάνεις αισθητήν την παρουσίαν σου, ας αναγνωρισθή η αγιότης σου και ας δοξασθή και ας λατρευθή άξίως το όνομά σου απ' όλα τα λογικά όντα του ουρανού και της γης.
(1)   Κατά τον τρόπο αυτόν, όχι με τις λέξεις αυτές (a). Ο Κύριος παρέχει εδώ περίληψη όλων των προσευχών, η οποία δεν θέτει σε αχρηστία κάθε άλλη προσευχή, που καλύπτει όμως όλες τις επίγειες και πνευματικές ανάγκες του ανθρώπου και εκφράζει όλους τους ουράνιους πόθους της φιλόθεης ψυχής. Παρέχει επίσης υπόδειγμα και πρότυπο για όλες τις πρ&o