Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Κάποτε ο Κολοκοτρώνης φιλοξένησε εν γνώσει του το φονιά του αδελφού του, ο οποίος νόμιζε ότι δεν τον ξέρει ο «Γέρος».
- Παιδί μου! λέει η μάνα του, δίνεις να φάει ψωμί ο φονιάς του παιδιού μου;
- Σώπα, μάνα· είπε ο στρατηγός. Αυτό είναι το καλύτερο μνημόσυνο του σκοτωμένου.
(Βαγγέλη Μιλλεούνη, Ιστορικά Ανέκδοτα, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 273-274)

Ο Γερο-Χαράλαμπος ο Κομποσχοινάς «διηγήθηκε:
«Κατά το χειμώνα του 1943 στην Αθήνα, όπου διέμενα ως λαϊκός, υπήρχε μεγάλη στέρηση των αναγκαίων και σε συνδυασμό με το βαρύ χειμώνα πολύς κόσμος πέθαινε. Εκείνη την εποχή συνήθιζα να επισκέπτομαι αυτή την πολύ ευλαβή καλόγρια, η οποία είχε στο σπίτι της την παλαιά εικόνα της Παναγίας από τη Μ. Ασία. Η εικόνα αυτή έφερε επάνω της πολλά παλαιά τάματα, μερικά απ’ τα οποία ήταν πολύτιμα. Καθώς λοιπόν εστενοχωρούμεθα από την έλλειψη τροφίμων, μία ημέρα της λέω:
- Βρε Μαρία, δεν πουλάς το μάλαμα απ’ την εικόνα να αγοράσουμε τίποτα να φάμε;
Αυτή απάντησε:
- Το μάλαμα αυτό είναι της Παναγίας και δεν μπορώ να το πειράξω. Αν ήθελε η Παναγία να μας το δώσει θα μας το έδινε.
Μόλις, όμως, είπε αυτά τα λόγια ένα χρυσό βραχιόλι απ’ τα τάματα της εικόνας σηκώθηκε μόνο του απ’ την εικόνα και κόλλησε στο τζάμι της σαν να ήθελε να βγει έξω από το προσκυνητάρι. Αυτό το θεώρησε πως ήταν σημάδι από την Παναγία. Πούλησε το βραχιόλι και αγοράσαμε τρόφιμα, με τα οποία βγάλαμε το δύσκολο εκείνο χειμώνα»

(Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση, Αγ Όρος 2011, στο αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ GPS για τον Παράδεισο σελ. 206-207)

Τόνιζε ο π. Επιφάνιος : Αναλογιστήκατε  ποτέ τι προσφέρει η ορθόδοξη  Ελληνική Εκκλησία στο Έθνος;

Δεν εννοούμε τι πρόσφερε κατά το παρελθόν, και, μάλιστα, κατά τους ζοφερούς  χρόνους της Τουρκοκρατίας, αλλά τι προσφέρει  σήμερα.  Διατυμπανίστηκε κατά κόρον αυτές τις μέρες ότι το κράτος διαθέτει δεκατρία  περίπου δισεκατομμύρια για την Εκκλησία (μισθοδοσία κλήρου  και εκκλησιαστική εκπαίδευση). Δεν θα υπενθυμίσουμε ότι αν υπολογίσει η περιουσία της Εκκλησιάς την οποία από συστάσεως του Ελληνικού Κράτους άρπαξαν οι  κατά καιρούς  Κυβερνήσεις, τότε τα χρήματα  αυτά δεν  αποτελούν ούτε μικρό μέρος  των οφειλόμενων τόκων. 

Δεν θα υπομνήσουμε ούτε  την εισφορά  35% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων  των Ναών. Θα βροντοφωνήσουμε, όμως, ότι τα χρήματα αυτά, τα οποία δίνει το κράτος στην Εκκλησία επιστρέφουν πάλι σ’αυτό  και μάλιστα, με τόκο 1000%. Ας συνειδητοποιήσει το κράτος ,ότι το πελώριο ηθοπλαστικό έργο  της Εκκλησιάς είναι ο δίαυλος  της επιστροφής των χρημάτων αυτών και, μάλιστα, πολλαπλασίως. 

Η Εκκλησία πολιτογραφεί, βεβαίως ,ανθρώπους  στη βασιλεία των Ουρανών-και αυτό είναι το κύριο έργο της - , αλλά συγχρόνως διαμορφώνει πολίτες κάλους και νομοταγείς. Επειδή υπάρχει και εργάζεται  η Εκκλησία , υπάρχουν λιγότεροι κλέπτες, λιγότεροι διαρρηκτές, λιγότεροι ψευδομάρτυρες ,λιγότεροι ναρκομανείς, λιγότεροι φοροφυγάδες, λιγότεροι  γενικώς παραβάτες  του Ποινικού νομού. Αν δεν υπήρχε η Εκκλησία , το Κράτος θα χρειαζόταν πολλαπλάσιους  Αστυνομικούς και Δικαστές, Περισσότερα  Νοσοκομεία (για τα ναρκωτικά, τα αφροδίσια  νοσήματα κτ.τ.) περισσότερες φυλακές.

Τόσο οι άμβωνες, όσο και τα Εξομολογητήρια , είναι οι πανίσχυρες πνευματικές επάλξεις του αγώνα κατά του ηθικού κακού, που λυμαίνεται τις κοινωνίες. Πάνω σ΄ αυτές  τις επάλξεις φρουρεί ανύσταχτα η Εκκλησία και φυλάττει  πνευματικές Θερμοπύλες. 

Οι Άμβωνες και τα Εξομολογητήρια είναι τα εργαστήρια κοσμογονικών μεταβολών και αλλοιώσεων για κάθε ύπαρξη. Αναρίθμητα πλήθη ανθρώπων πείθονται και αποφασίζουν να μην καταθέσουν μηνύσεις να ανακαλέσουν τυχόν υποβληθείσες, να αποφεύγουν τις έριδες και τα μίση που ενίοτε οδηγούν και σε φόνους, να μην κάνουν έξωση στον πτωχό ενοικιαστή τους ,να μην καταφύγουν σε άμβλωση, να εκτινάξουν την απελπισία και να αποφύγουν την αυτοκτονία ,να συμφιλιωθούν με το σύντροφο τους και να μην φθαρούν στο διαζύγιο, να μην ανταποδίδουν κακό αντί κακού, να βοηθούν τους πτωχούς και αναξιοπαθούντες, να αποκαταστήσουν την υλική ή ηθική ζημία που προξένησαν στον πλησίον τουρνέ εργάζονται ευσυνείδητα και αποδοτικά στην υπηρεσία τουρνέ απαλλαγούν από πάθη, όπως το ποτό ΄΄χαρτι΄΄, και γενικώς τα τυχερά παιχνίδια ,να είναι έντιμοι στις συναλλαγές τους και να μην εξαπατούν τους πελάτες τους, και…και…και… Αυτό το ήρεμο και αθόρυβο και αφάνες, αλλά τόσο εθνωφελές (δεν μιλάμε για το ‘’ψυχωφελές’’) ,έργο, που διεξάγεται καθημερινά με κόπο και μόχθο, σε πόσα δισεκατομμύρια μπορεί να αποτιμηθεί:

Και ακόμη: Αν η Εκκλησία δεν ασκούσε το τεράστιο κοινωνικό έργο ,το όποιο ασκεί, με πόρους τους οποίους βρίσκει η ιδία, τότε το βάρος αυτό θα έπεφτε ολόκληρο στους ώμους του κράτους. Ας καταγράψει λεπτομερώς το Κράτος τον αριθμό των τροφίμων των Ιδρυμάτων της Εκκλησίας (Γηροκομείων, Οικοτροφείων ,Ορφανοτροφείων ,Ασύλων Ανιάτων κ.τ.λ.), τον αριθμό των βοηθουμένων από τα φιλόπτωχα ταμεία της ,τον αριθμό αυτών που συχνάζουν στα πνευματικά της Κέντρα ,των νέων που φιλοξενούνται στις Κατασκηνώσεις της κ.τ.λ ,κ.τ.λ., και ας υπολογίσει ποιο είναι το ποσό το οποίο θα διέθετε το ίδιο αν αναλάμβανε  όλα αυτά τα έργα στους ώμους του. 

Ας μην διατυμπανίζουμε, λοιπόν ,τα χρήματα που δίνονται για την Εκκλησία ,το υπ’ αριθμόν ένα στήριγμα του Έθνους. 

Τα χρήματα αυτά είναι η σπουδαιότερη  και αποδοτικότερη ‘’εθνική επένδυση’’. Και το διατεθειμένο χρηματικό ποσό, όσο κι αν διατυμπανίζεται ότι είναι μεγάλο, δεν είναι μεγαλύτερο απ’ το  ποσό, το οποίο διατίθεται για τη μισθοδοσία των καθαριστριών των Εκπαιδευτικών  Ιδρυμάτων της χώρας  μας. Δεν νομίζετε, Κύριοι Βουλευτές, ότι οι Ιερείς προσφέρουν στο Λαό μας- και το λέμε αυτό χωρίς να υποτιμούμε καθόλου ούτε τις έντιμες γυναίκες καθαρίστριες, ούτε το έργο τους-έργο σπουδαιότερο απ’ αυτές;»

(αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ,Η Μητέρα μας η Εκκλησία, σελ. 164-166)

 

Θέματα: Εκκλησία, κοινωνία, αρετή, ιερέας, Ελλάς

«Αυτό το οποίο θα σας πω τώρα έγινε την πρώτη Κυριακή του Δεκέμβρη: Ήταν και η τελευταία μου μέρα στο μέτωπο, γιατί κατά το μεσημέρι τραυματίστηκα. Ξημερώνοντας, λοιπόν, η Κυριακή μάς βρήκε να κατεβαίνουμε μια πλαγιά, στην οποία είχαμε φτάσει απ’ την προηγούμενη μέρα.

Όλο το Σάββατο ο παππούλης [π. Αχίλλειος, στον πόλεμο του ‘40] εξομολογούσε και μας είπε, όσοι ήθελαν, μπορούσαν να κοινωνήσουν την άλλη μέρα. Το Σύνταγμά μας θα έμπαινε σε καινούργιες μάχες. Σαν ξημέρωσε, το χιόνι είχε πάψει να πέφτει. Μερικοί στρατιώτες είχαν στολίσει με ελάτια και αγριορύκια, τα οποία είχαν κόψει από ένα χωριό, το μέρος στο οποίο θα έμπαινε η Αγία Τράπεζα. Το μάτι κουραζόταν να βλέπει αυτήν την απέραντη λευκότητα. Ο διοικητής, οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες, όλοι συγκεντρωθήκαμε όσο μπορούσαμε ο ένας κοντά στον άλλον. Τα ψαλσίματα αντιλαλούσαν στα γύρω υψώματα.

Είχε προχωρήσει η Λειτουργία αρκετά, όταν ακούσαμε ξαφνικά τον βόμβο πολλών αεροπλάνων και φάνηκαν σε λίγο στο βάθος καμιά πενηνταριά. Δεκαεπτά από τα δεξιά μας, είκοσι από πίσω μας, δώδεκα κατ΄ ευθείαν πάνω μας. Ξαπλωθήκαμε όλοι αμέσως, σαν να ήμασταν ένας άνθρωπος, μέσα στο χιόνι. Οι αναπνοές μας σταμάτησαν. Έλεγες πως σταμάτησαν και οι καρδιές μας.

Η Λειτουργία φυσικά διεκόπη. Έσβησαν απότομα τα ψαλσίματα. Έσβυσε και το θυμιατό. Οι βόμβες όργωναν γύρω μας το παχύ στρώμα του χιονιού. Σφύριζαν και βογγούσαν από πάνω μας σαν μανιασμένα τεράστια φίδια του ουρανού κι έσκαζαν με τον συνηθισμένο φοβερό τους κρότο που ξεκούφαινε. Φαίνεται πως μας είχαν καταλάβει, γιατί πρώτη φορά επέμεναν τόσο πολύ να ξεφορτώσουν συγκεντρωμένες τις βόμβες.

Ξαφνικά ένα τρομερό βουητό, σα να σηκώθηκε απότομα δυνατός αέρας, σίφουνας σωστός, μας έκανε όλους να ανατριχιάσουμε, καθώς ήμασταν χωμένοι μέσα στο χιόνι. Μια τεράστια βόμβα στρίγγλισε πάνω από τα κεφάλια μας και σφηνώθηκε μέσα στο χιόνι μπροστά, μα ακριβώς μπροστά στην Αγία Τράπεζα, χωρίς να σκάσει. Αν έσκαζε θα μας έκανε κομμάτια. Θα σκότωνε ποιος ξέρει πόσους από εμάς, καθώς ήμασταν μαζεμένοι ο ένας κοντά στον άλλον. Αυτή ήταν και η τελευταία βόμβα την οποία έριξαν. Θα νόμισαν πως μας έκαναν σμπαράλια και σηκώθηκαν και έφυγαν…

Πήραμε μια βαθειά ανάσα όλοι μαζί που ακούστηκε σαν στεναγμός. Σηκώσαμε σιγά τα κεφάλια μας περιμένοντας να αντικρύσουμε νεκρούς και τραυματίες. Να δούμε το χιόνι κοκκινισμένο από αίμα συντρόφων μας, κορμιά λιωμένα και σκορπισμένα απ’ τις βόμβες που έσκασαν. Ο καθένας μας δεν πίστευε πώς και ο ίδιος ήταν γερός. Κουνούσαμε τα χέρια μας και τα ποδάρια μας για να νοιώσουμε αν ήταν κολλημένα στο κορμί μας. Δεν είχαμε το θάρρος να σηκωθούμε ακόμη εντελώς όρθιοι. Έβλεπες ένα γύρω να φυτρώνουν σαν μανιτάρια μονάχα κεφάλια κι άκουγες ερωτήματα γεμάτα απορία: Ζεις, ωρέ Θανάση; Ζεις, Σταμάτη, και συ ζεις; Είσαι καλά; Ολόκληρος; Και συ Δημητρό; Ο ένας δεν μπορούσε να πιστέψει για τον άλλον πως ζούσε.

Πρώτος σηκώθηκε ο ιερέας. Τον είδαμε πώς σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό κι έκανε το σταυρό του. Κύτταξε γύρω του ερευνητικά και φώναξε δυνατά:

-             Σηκωθείτε όλοι να ευχαριστήσουμε το Θεό. Ζούμε όλοι. Δόξα τω Θεώ.

Όπως ορμούσαμε στη μάχη, σαν μας έδιναν το σύνθημα, έτσι πεταχτήκαμε όλοι άνω με αλαλαγμούς χαράς. Ούτε μια μύτη δεν είχε ανοίξει κανενός. Το χιόνι ήταν λευκό, κατάλευκο, χωρίς μια σταγόνα αίμα. Ολόγυρά μας μόνο ήταν γεμάτο λάκκους, πιτσιλισμένο με χώματα και πέτρες. Όλοι γονατιστοί συνεχίσαμε τη Λειτουργία. Θαύμα, μεγάλο θαύμα, έλεγαν όλοι».

(Ελένη Κούκκου, στο: Δημακοπούλου Θεοδώρου, ο Πατήρ Αχίλλειος Παπαθανασόπουλος (1891-1975), στο «Η μητέρα μας Εκκλησία» αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ σελ. 347-350)

Γράφει η Ελένη Κούκου: «Την άλλη μέρα, μετά τη στρατοπέδευση, ο ιερεύς [π. Αχίλλειος, στον πόλεμο του ‘40] προχώρησε μοναχός στο εσωτερικό του πυκνού δάσους. Με κόπο δρασκέλιζε τους θάμνους και τα χαμόδεντρα, για να βαδίζει. Είχε προχωρήσει αρκετά, όταν στάθηκε απότομα έκπληκτος, σαν τον εξερευνητή που ανακαλύπτει ξαφνικά στην έρημο χώρα ανθρώπους: Αρκετοί στρατιώτες φρουρούσαν την αρχή του δάσους απ’ την αντίθετη  πλευρά. Δυνατές κραυγές χαράς και εκπλήξεως βγήκαν απ’ τα στήθη τους κι έτρεξαν όλοι  με πηδήματα, να τον προϋπαντήσουν. Ήταν  120 Αιτωλοακαρνάνες  εύζωνοι  όλοι τους γεροδεμένα  παλληκάρια.

- Παππούλη, απ’ το  Μεσολόγγι έχουμε να δούμε  παπά. Τι χαρά  μας έδωσες μεσ’ τη μοναξιά μας!... έλεγαν.

Κάθισε κοντά τους πάνω στα βρεγμένα χορτάρια και τους μίλησε με λόγια τονωτικά. Όλοι  ζήτησαν να εξομολογηθούν, να κοινωνήσουν.

- Πόλεμος είναι παππούλη. Τώρα ζούμε κι έπειτα από μια ώρα πεθαίνουμε.

Η ώρα, όμως ήταν περασμένη .Δεν μπορούσε να τους εξομολογήσει όλους έναν–έναν.  Έπρεπε να γυρίσει στο σύνταγμά του πριν πέσει το σκοτάδι. Ούτε πάλι ήθελε ν’ αφήσει  κανένα παραπονεμένο. Μπροστά στην ανάγκη συλλογίστηκε ένα άλλο τρόπο: Κάθισαν όλοι  γύρω του. Ο ιερεύς ρωτούσε για ένα αμάρτημα και, όσοι  ήσαν ένοχοι, απαντούσαν καταφατικά. Οι ανένοχοι σιωπούσαν. Μεσ’ στην  ερημιά του πυκνού δάσους, με υπόκρουση το μακρινό βουητό  των κανονιών, ήταν κάτι βαθειά συγκινητικό η δημόσια αυτή εξομολόγηση 120 στρατιωτών, που ποιος ξέρει για πόσους θα ήταν και η τελευταία  της ζωής τους. 

Ακόμη, όμως συγκινητικότερο  ήταν όταν πλησίασαν, έπειτα από σύντομη ακολουθία της Μεταλήψεως, να λάβουν απ΄το χέρι του ιερέως, εκεί κάτω απ’τα δένδρα, σαν τελευταίο εφόδιο, αφού  περίμεναν  το θάνατο, τον Άρτο της  ζωής . Όταν  τέλειωσε η απλή κι απέριττος εκείνη ακολουθία, η τόσο κατανυκτική,ένας αλαλαγμός χαράς  γέμισε την ατμόσφαιρα :

- Παππούλη, μας έσωσες. Παππούλη, σ’ ευχαριστούμε .

Αργότερα  στην τρομερή οπισθοχώρηση, έμαθε ο ιερέας απ’ το λοχία εκείνου του λόχου των ευζώνων, ότι απ’τους 120 μοναχά οι 40 γλύτωσαν απ’ τη θύελλα του πολέμου. Οι άλλοι 80 έμειναν ανάμεσα  εκείνους που δεν θα γυρίσουν ποτέ …. Και ο ιερεύς δάκρυσε  τότε στην ανάμνηση  εκείνων των 120 ευζώνων, που κάποιο αόρατο  χέρι τον οδήγησε  μεσ’ στο έρημο δάσος για να τους  δώσει το τελευταίο εφόδιο για την άλλη ζωή».

(βιβλίο: Ο Πατήρ Αχίλλειος, Θεοδώρου Δημακοπούλου σελ. 65, στο ΄΄Η Εξομολόγηση΄΄ αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ σελ. 240-242)

Αγαπητά μου Παιδιά,
Μαζί με πολλούς άλλους άξιους και γενναίγους Έλληνες πολεμήσαμε και λευτερώσαμε τούτο τον τόπο που πατάτε εσείς, και να στοχάζεστε πως τον λευτερώσαμε για σας που γεννηθήκατε σε πατρίδα ελεύθερη, γιατί εμείς λίγο την απολάψαμε, ότι, μόλις εδιώξαμε τους Τούρκους, αρχίσαμε να τρώμε ο ένας τον άλλον κι έτσι μας βρήκαν διαιρεμένους οι Μπαυαροί και μας τζαλαπάτησαν.
Μα ο Θεός, το έλεός του μεγάλο, δεν συνερίστη τα κρίματά μας και στέριωσε το έθνος, όπου καταφανίστηκε τόσους χρόνους στη σκλαβιά και ήρθε ο καιρός πάλι να δικαιωθεί. Ότι το δίκιο μας μάς το ‘δινε ο  Θεός και το χαλούσαμε εμείς. Κι απ’ το λίγο που δεν προκάναμε να χαλάσουμε εστερεώθη το έθνος αυτό, που εγέννησε κι εσάς. Εσείς τώρα μάθατε και γράμματα, ότι σκολάσατε από τις αγγαρείες και τους κιντύνους και κατατρεγμούς οπού ‘χαμεν εμείς – εγώ εμεγάλωσα αγράμματος, με άσπρα τα μαλλιά, όψιμος έπιασα κοντύλι στο χέρι μου. Και τα γράμματα  που μάθατε σας δίδαξαν πως είστε Έλληνες και Χριστιανοί της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Αν ήθελ’ εμείς, για να γλυτώσουμε από την τυραγνία και τα βάσανα, να γίνουμε Τούρκοι, όπως έγιναν καμπόσοι τότε, θα σας είχαν γεννημένους χανούμισσες κι όχι Ρωμαίϊσσες Χριστιανές και με τούτο θα ήστενε κι εσείς Τούρκοι. Και θα παίρνατε πάνω σας και τα κρίματα του μολεμένου αυτού Έθνους, που εσώριασε τόσα αδικοχαμένων και ατιμασμένων κουφάρια απάνω στη γη.
Κι αν θέλαμε μεις να σεργιανάμε με τες καρρότσες της βασιλείας, φορτωμένοι τα παράσημα, και να μας φυλεύουν οι Μπαυαροί τιμές και περιουσίες, ήθελ’ αφήσομε τον Κωλέττη με τους μισσιονάριους και τους ξένους πρέσβεις να μας αλλάξουνε την πίστη και τότε κι εσείς θα ‘χατε γεννηθεί από μάννες Φράγκισες και θα κάνατε ανάποδα το σταυρό σας. Και θα στοχαζόσασταν ότι εχρειάστη να χυθεί ποτάμι το αίμα τόσων παλληκαριών και ηρώων της πατρίδος, για να χάσετε ελεύτεροι την πίστη που είχατε σκλαβωμένοι.
Τώρα όμως ζείτε πάνω σε τούτο το ματωμένο και καπνισμένο χώμα και λογαριάζεστε Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί και όσοι έχετε μέσα σας καρδιά και νου, το ‘χετε για την πιο τρανή χαρά σας, κορώνα στο κεφάλι. Να μη θαρρείτε όμως πως έτσι κοιμηθήκαμε από βραδίς Τούρκοι και ξυπνήσαμε Έλληνες. Εχρειάστηκε να θυσιάσουμε αρετή καντάρια και κόπους και αίματα γι’ αυτή την ελευθερία που έχετε εσείς. Ότι η επανάσταση δεν έγινε το ’21 μονάχα κάθε ώρα και στιγμή από τότε που πήρε ο Αγαρηνός την Πόλη, με κάθε σφαγή και αρπαγή και ατιμία που σήκωνε ο σβέρκος του σκλάβου, για να προσκυνήσει και δεν προσκύναγε, γίνονταν μια επανάσταση. Κι όλες αυτές οι επαναστάσεις γνωστών και αγνώστων ηρώων της πίστης και της πατρίδος έτρεξαν σαν τα ρυάκια στο μεγάλο ράμμα και έτσι έγινε το ’21 που ήθελε ο Θεός και μας έκανε λεύτερους.
Γι’ αυτό, παιδιά μου, τέτοιες μέρες, που γιορτάζετε το σηκωμό του γένους, να μνημονεύετε αυτούς τους ήρωες που θυσίασαν και τη ζωή τους και το βιος τους για πίστη και πατρίδα κι άφησαν τις φαμίλιες τους γυμνές να διακονεύουν. Και τούτη την πίστη να τη λογαριάζετε ως ένα τζιβαΐρι που το κρατά ο άνθρωπος και περπατεί και φόβος είναι να μην του πέσει. Και η πατρίδα δεν είναι ενός ούτε ολίγων αλλά την έχουμε όλοι μαζί, ότι όλοι μαζί την ελευτερώσαμε.
Ώστε αν αμελήσετε την πίστιν όπου σας παραδώσαμεν Ορθόδοξην Ανατολικήν και σας την κλέψουν, αν πέσετε στες παραλυσίες και αφήσετε τα κάστρα αφύλακτα και σας τα πάρουν, ούτε να ζήσετε μπορείτε ούτε να πεθάνετε παρηγοριέστε, ότι θα βρείτε εκεί που θα πάτε τους γενναίγους πατέρες σας, το Διάκο, τον Υψηλάντη, τον Κολοκοτρώνη, το Δυσσέα, και θα σας ζητήσουν τα αίματα πίσω που χύθησαν για την ελευθερία της πατρίδος. Και καθώς τα αίματα δεν γυρίζουν πλέον, θε να είστε καταδικασμένοι. Όθεν, αγαπητά μου Ελληνόπουλα, κάνετε τα καλά σας και μη σκολάτε τις μετάνοιες σας για τούτη την άγια πατρίδα, τηράτε να ‘χετε το νου καθαρό και Ορθόδοξο και το σώμα τυραννισμένο, για να αντέχει τους κόπους και να πηγαίνετε τούτες τις μέρες στους τάφους μας και να στοχάζεστε τα χρέη σας. Ότι εμείς από μέσ’ απ’ αυτούς τους τάφους μας μια μέρα θ’ αναστηθούμε και θα σας κρίνουμε.
Γιάννης Μακρυγιάννης

Παναγία Θεοτόκε, Άσπιλε και Αμόλυντε Πηγή της Ζωής μας,
πάλι σε σένα καταφεύγω, Βρεφοκρατούσα Δέσποινα,
Αειπάρθενε Μητέρα του Θεού μας,
πάλι νιώθω αδύναμος
και πάλι στενάζει η καρδιά μου κι υποφέρει.
Το γνωρίζω πως κι εσύ θλίβεσαι με την αμαρτωλότητά μας και γιατί δεν αγαπάμε τον Κύριο και Θεό μας,
όπως Αυτός μας αγάπησε,
όπως Αυτός μας ζήτησε και όπως εσύ Τον αγάπησες.
Εσύ, Παναγία μου γλυκειά, ως έχουσα μητρική παρρησία,
έλα και σώσε μας, σε παρακαλώ,
σώσε την πατρίδα μου, τους Έλληνες,
σώσε την Ορθοδοξία της χώρας μου,
που τόσο σε αγαπάει και σε τιμάει.
Είναι πολλοί που ξέχασαν, δε θέλουν να θυμούνται,
την υπέρτατη θυσία του Υιού σου,
είναι πολλοί που σταμάτησαν
και να ελπίζουν και να πιστεύουν και να αγαπούν.
 
Δεν ξέρω κι εγώ τι να κάνω!
Κι εγώ είμαι πάρα πολύ αμαρτωλός, αλλά δεν αφήνω το χέρι
του Κυρίου και το δικό σου και παίρνω δύναμη από σας!
Θέλω όλοι οι άνθρωποι ν’αγαπούν τον Τριαδικό Θεό μας
και να γίνουμε ένα μεταξύ μας
και με τη Χάρη του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού!
Βλέπω όμως ότι μόνοι μας δεν μπορούμε τίποτα και ο μισάνθρωπος έκπτωτος αλωνίζει και παίρνει συνέχεια ψυχές.
Ψυχές για τις οποίες έδωσε το Αίμα Του ο Χριστός μας!
Βλέπω ανθρώπους νεκρούς
ξεκομμένους απ’την Άμπελο της αιώνιας ζωής
και δεν ξέρω τι να κάνω!
Προσεύχομαι γι’αυτούς και προσπαθώ να τους μιλήσω,
Αλλά είμαι πολύ λίγος φαίνεται!
Όμως  εσύ είσαι η πλατυτέρα των Ουρανών
και του μιλάς του Υιού σου στ’αυτί και σ’ακούει!
 
Βλέπεις και συ τί γίνεται…οι άνθρωποι περπατάνε
στο δρόμο με το κεφάλι κάτω, όχι από ταπείνωση
αλλά από απελπισία.
Δε σηκώνουν το κεφάλι να δουν το Θεό παρά μόνο
για να βλασφημήσουν.
Τρώμε σκουπίδια, μ’αυτά ταΐζουμε και σώμα και ψυχή!
Αν οι άνθρωποι γνώριζαν το Θεό,
δε θ’αυτοκτονούσαν, γιατί θα γνώριζαν πόσο τους αγαπάει!
Αν οι μητέρες πίστευαν στο Χριστό, αν σ’έβλεπαν, πόσο γλυκά
σε φιλούσε, πόση Αγάπη έχετε, πόσο έκλαψες γι’αυτόν,
όταν τον έβλεπες Εσταυρωμένο,
δε θα έκαναν εκτρώσεις, ούτε θ’άφηναν τα παιδιά τους
στα νοσοκομεία, γιατί θα ήξεραν ότι εσύ δε θα τους αφήσεις.
ΜΑΣ ΛΕΙΠΕΙΣ ΠΟΛΥ, ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ!
Υπεραγία Θεοτόκε, δώσε μου τη δύναμη ν’αντέχω αυτό το πένθος και να μπορώ να κάνω κάτι γι’αυτούς
Σε παρακαλώ!
Παρακάλεσε τον Κύριο, ως έχουσα μητρική παρρησία,
να βοηθήσει και μένα και τους αδερφούς μου και όλους τους χριστιανούς και όλους τους ανθρώπους, που κι αυτοί πολύ ταλαιπωρούνται χωρίς τον αληθινό Θεό.
 
Βοήθησε μας, Βασίλισσα του ουρανού και της γης,
Βοήθησε αυτή την ταλαιπωρημένη χώρα, που έχει αγιαστεί απ’τα αίματα των Μαρτύρων, απ’τα πόδια των Αποστόλων που την πάτησαν,απ’το Περιβόλι σου…
Βοήθησε αυτή τη χώρα που είναι γεμάτη από εκκλησίες και σταυρούς να είναι και γεμάτη Χριστό, γιατί ΑΥΤΟΣ είναι το ΝΟΗΜΑ της ζωής μας, ΑΥΤΟΣ και ο ΠΑΤΕΡΑΣ ο πανάγαθος και το ΠΝΕΥΜΑ το ΑΓΙΟΝ και ζωοποιό.
Αυτός είναι η λύση! Ο Θεός μας!
Βοήθησε Παναγία μου Αγαπημένη, την πατρίδα μου!
Ξέρω ότι αυτή η πατρίδα είναι πρόσκαιρη και η παντοτινή είναι η Νέα Ιερουσαλήμ, και αυτήν ποθώ,
μα αν θες Παναγία μου εσύ, Μεγαλόχαρη,
βοήθησε την Ελλάδα μας να ξαναγίνει πάλι όλη ορθόδοξη
και οι καρδιές των Ελλήνων να είναι ευθείες
απέναντι στο Θεό.
Παρακάλεσε τον Κύριο για μας, να συγχωρήσει τα τόσα
λάθη  μας και να μας δίνει δύναμη και φωτισμό
για να μετανοήσουμε και να σωθούμε!
Συγνώμη, Παναγία μου Κεχαριτωμένη, που λέω
τόσα πολλά λόγια, πιστεύω στη βοήθειά σου.
 
Πιστεύω ότι όλα στο τέλος θα πάνε καλά!
Με τη βοήθεια του Φιλάνθρωπου Θεού μας!
Μακάρι η ηθική κατάντια μας, η εξαχρείωση μας, να σταματήσει, Υπερευλογημένη Μαρία, Άχραντε Θεοτόκε!
Μακάρι κανείς μας να μη χαθεί!
Μακάρι να συναντηθούμε με τον Κύριο!
Μακάρι να μη χαθεί ούτε μία σταγόνα απ’το Πάναγνο Αίμα
του Κυρίου μας,
που είναι και δικό σου Αίμα!
 
Αμήν! Σ’ευχαριστώ!

Αναδημοσίευση από http://www.sansimera.gr/
 
Αποτελεί την πνευματική παρακαταθήκη του Γέρου του Μωριά προς τη νέα γενιά. Εκφωνήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα και πρωτοδημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 1838 στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αιών», που εξέδιδε ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων.

Στις 7 Οκτωβρίου 1838 ο γηραιός στρατηγός και εν ενεργεία Σύμβουλος Επικρατείας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επισκέφθηκε το Βασιλικό Γυμνάσιο της Αθήνας (νυν 1ο Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθήνας) για να παρακολουθήσει τη διδασκαλία του γυμνασιάρχη Γεωργίου Γενναδίου (1784-1854) για τον Θουκυδίδη. Τόσο εντυπωσιάστηκε από την «παράδοσιν του πεπαιδευμένου γυμνασιάρχου και από την θέαν τοσούτων μαθητών», ώστε εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει και ο ίδιος προς τους μαθητές. Την πρότασή του απεδέχθη ο Γεννάδιος και λόγω της στενότητας του χώρου και του πλήθους των μαθητών η ομιλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ορίσθηκε για τις 10 το πρωί της 8ης Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα.

Το γεγονός μαθεύτηκε στη μικρά τότε Αθήνα και εκτός από τους μαθητές, πλήθος ανθρώπων «διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων» συνέρρευσε στην Πνύκα το πρωί της 8ης Οκτωβρίου για να ακούσει τον ηγέτη της Επανάστασης του '21. Ξαφνικά, στον χώρο της ομιλίας εμφανίσθηκε «σμήνος χωροφυλακής», αποφασισμένο να διαλύσει τη συγκέντρωση, επειδή προφανώς, ως βασιλικότερο του βασιλέως Όθωνα, τη θεώρησε αντικαθεστωτική. Όμως, μετά τη διαβεβαίωση του γυμνασιάρχη και των καθηγητών για το «αθώο της πράξεως», οι χωροφύλακες αποχώρησαν και η ομιλία έγινε κανονικά. Άλλωστε, ο Κολοκοτρώνης δεν αποτελούσε κίνδυνο για τη δυναστεία, αφού τα είχε βρει με τον Όθωνα και κατείχε μάλιστα το αξίωμα του Συμβούλου της Επικρατείας, δηλαδή του πολιτικού συμβούλου του βασιλιά. (Το Συμβούλιο της Επικρατείας εκείνης της εποχής, που ήταν πολιτικό σώμα, δεν πρέπει να συγχέεται με το σημερινό Συμβούλιο της Επικρατείας, που είναι δικαστικός σχηματισμός.)

Η Ομιλία

Παιδιά μου!
Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των.
Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα.

Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.
Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα.
Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

 

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν.
Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος.
Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού.
Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.
Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη.
Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!
Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν.
Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.
Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας.
Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε.
Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα.
Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.
Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!
 
Αναδημοσίευση από http://www.sansimera.gr/

αναδημοσίευση από τον Zoiforos.GR

Αξέχαστα Χριστούγεννα
Γραπτή μαρτυρία από το βιβλίο «Στην Εποποιία του 1940 – 41 με πίστη»,
της Μερόπης Ν. Σπυροπούλου,
Εκδόσεις Αρχονταρίκι, σειρά διδαχή, Αθήνα 2009
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΕΛΕΚΑΣ
Υπαξιωματικός Τ.Τ 724
Αναφέρεται στον Τόμο των Κώστα Ν. Χατζηπατέρα - Μαρίας Φαφαλιού
«ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ 40-41», 4η Έκδοση, ΚΕΔΡΟΣ 2005.

«Και του χρόνου με τη νίκη.
...Αλησμόνητη θα μας μείνη σ' όλη ίσως την ζωή, η ψυχική μας ανάταση κατά τα Χριστούγεννα. Καθισμένοι σκυφτοί μέσα σ' έναν αχυρώνα σκοτεινό, ενώ έξω το σκοτάδι με την χιονοθύελλα αγριεύουν περισσότερο την νύχτα - μια σκέψη κυριαρχεί στις χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις μας. «Αχ! νάχαμε ένα Ευαγγέλιο, μια Συνέκδημο σήμερα». Ξάφνου ένας συνάδελφος μπαίνει με μια "Νεολαία" στα χέρια πού στο εξώφυλλο της έχει την εικόνα της Θεομήτορος. Για πότε δημιουργήθηκε το εικόνισμα του αχυρώνα μας σε μια γωνιά του!
Μπροστά στην εικόνα ένα καντήλι - από άδειο κουτί κονσέρβας με λίγο λάδι και με φιτίλι από βαμπάκι ατομικού επιδέσμου - σκορπά το απλό φως του στο σκοτεινό αχυρώνα μας και ημερεύει το περιβάλλον του. Γαλήνεψε και η ψυχή μας και μια βαθειά ικανοποίησις ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο μας πού είναι πάντα στραμμένο προς το εικόνισμα για την επιτυχία μας - η ψυχή βρήκε στην κατάλληλη στιγμή εκείνα πού ποθούσε - την θρησκευτική ανάταση - από το σύμβολο. Με μιας άρχισαν τα χείλη μας να ψάλλουν τους γνωστούς μας θρησκευτικούς ύμνους γύρω στην Γέννηση του Σωτήρος και μείναμε σύμφωνοι όλοι να σηκωθούμε να τους ξαναψάλλουμε κατά τις 3 μετά τα μεσάνυχτα.
«Αι! παιδιά, ώρα είναι!», ακούστηκε μέσα στον ύπνο μας μια φωνή, πού μας έκανε να πεταχτούμε αμέσως επάνω. Ρίχνομε στην πλάτη την χλαίνη και αμέσως μπροστά στο εικόνισμα - το ωραιότερο του κόσμου - κάτω από το φως του καντηλιού αφήναμε τις ψυχές μας να ψάλλουν την Γέννηση του Χρίστου.
Ουδέποτε στη ζωή μας νοιώσαμε τέτοια θρησκευτική κατάνυξι, όση κείνη τη βραδυά μέσα στον αχυρώνα, τέτοια ψυχική αγαλλίασι. - Το «δόξα εν υψίστοις...», το «επεσκεψάτο ημάς...», έβγαιναν από ψυχές πού διψούσαν από τέτοιες στιγμές ιερές. Με μια χειραψία και με μια ευχή στα χείλη «και του χρόνου με τη νίκη, παιδιά, στα σπίτια μας», τελειώσαμε την προσευχή μας. Βωβοί μέσα στην κουβέρτα ενώ κυλούσε από τα μάτια ένα δάκρυ αναμνήσεων ορκιζόμαστε ακόμη μια φορά να θυσιαστούμε για την πίστι του Χριστού και για την τιμή της Πατρίδας μας. «Τι ωραία πού ήταν η χθεσινή βραδυά. Αξέχαστη θα μας μείνη», ήταν τα πρωινά λόγια πού ανταλλάζαμε. Αλήθεια, αξέχαστα θα μείνουν τα Χριστούγεννα του 1940».
Εφ. Εκκλησία, Αρ. 3, 1941
***

ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ΕΝΑ ΛΕΥΚΟ ΠΟΔΑΡΑΚΙ ΚΟΥΝΕΛΙΟΥ...
(Σελίδες Πολεμικού Ημερολογίου).
Περιοδικό «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ», Τεύχος 1ης Νοεμβρίου, 1949 (28 Οκτωβρίου 1940).
«ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 1940.

...Σήμερα το χιόνι είναι αραιό. Οι νιφάδες στροβιλίζουν στον αέρα ήρεμα, σαν λευκές στιγμές του χρόνου. Χιλιάδες χιλιάδες πέφτουν απαλά πάνω στην παγωμένη γη και στα πρόσωπα μας. Μέσα στη σιγαλιά μου φαίνεται πώς ακούω το τραγούδι τους. Πρώτη φορά ακούω τέτοιο τραγούδι. Υφαίνω το βλέμμα μου στον μολυβένιο ουρανό και αφουγκράζομαι. Και δεν είναι ψέματα. Οι νιφάδες χορεύουν και τραγουδούν, τραγουδούν και χορεύουν...
Όταν είμουνα μικρός, άκουγα για κάτι χερουβείμ τ' ουρανού πού τα στέλνει ο Θεός στους ανθρώπους. Ίσως να είναι αυτά πού τραγουδούν κι οι νιφάδες είναι τα μηνύματα του Χριστού... Σκέπτομαι: αλήθεια, σε λίγες μέρες γεννιέται ο Χριστός. Σε λίγες μέρες θα ψάλλουμε το "Χριστός γεννάται σήμερα"... Κι αύριο, μεθαύριο, κάποτε θα ψάλλουμε τη γέννηση της νίκης. Θυμάμαι τα λόγια της γυναίκας μου:
- Εσύ θα πολεμάς στην Αλβανία κι εγώ θα προσεύχομαι για τη νίκη, έτσι: Παναγιά μου, χάρισε τη νίκη στην πατρίδα μας...».

Γράμμα από τη Μόροβα
 
Ο Τάσος Ρηγόπουλος, στρατευμένος στην Αλβανία το 1940, έστειλε από το μέτωπο το παρακάτω γράμμα στον αδελφό του.
«Αδελφέ μου Νίκο.
Σου γράφω από μια αετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη από την κορυφή της Πάρνηθας. Η φύση τριγύρω είναι πάλλευκη. Σκοπός μου όμως δεν είναι να σου περιγράφω τα θέλγητρα μιας χιονισμένης Μόροβας με όλο το άγριο μεγαλείο της. Σκοπός μου είναι να σου μεταδώσω αυτό πού έζησα, πού το είδα με τα μάτια μου και πού φοβάμαι μήπως, ακούγοντας το από άλλους, δεν το πιστέψεις.
Λίγες στιγμές πριν ορμήσουμε για τα οχυρά της Μόροβας, είδαμε σε απόσταση καμιά δεκαριά μέτρων μια ψηλή μαυροφόρα να στέκει ακίνητη.
- Τις ει;
Μιλιά...
Ο σκοπός θυμωμένος ξαναφώναξε:
- Τις ει;
Τότε, σαν να μάς πέρασε όλους ηλεκτρικό ρεύμα, ψιθυρίσαμε: Η ΠΑΝΑΓΙΑ!
Εκείνη όρμησε εμπρός σαν να είχε φτερά αετού. Εμείς από πίσω της. Συνεχώς την αισθανόμασταν να μας μεταγγίζει αντρειοσύνη. Ολόκληρη εβδομάδα παλέψαμε σκληρά, για να καταλάβουμε τα οχυρά Ιβαν-Μόροβας.
Υπογραμμίζω πως η επίθεση μας πέτυχε τους ιταλούς στην αλλαγή των μονάδων τους. Τα παλιά τμήματα είχαν τραβηχτεί πίσω και τα καινούργια …κοιμόνταν! Το τι έπαθαν δεν περιγράφεται. Εκείνη ορμούσε πάντα μπροστά. Κι όταν πια νικητές ροβολούσαμε προς την ανυπεράσπιστη Κορυτσά, τότε η Υπέρμαχος έγινε ατμός, νέφος απαλό και χάθηκε ».
 
Το αδέσποτο μουλάρι
Ο Ν. Ντραμουντιανός διηγείται μία θαυμαστή εμπειρία του από τον πόλεμο του ’40:
«Ό λόχος μας πήρε διαταγή να καταλάβει ένα προ­χωρημένο ύψωμα για προγεφύρωμα. Στήσαμε ταμ­πούρι μέσα στα βράχια. Μόλις τακτοποιηθήκαμε, άρχι­σε να πέφτει πυκνό χιόνι. Έπεφτε αδιάκοπα δύο μερό­νυχτα κι έφτασε σε πολλά μέρη τα δύο μέτρα. Απο­κλειστήκαμε από την επιμελητεία. Καθένας είχε τροφές στο σακίδιο του για μία ημέρα. Από την πείνα και το κρύο δεν λάβαμε πρόνοια «διά την αυριον» και τις κα­ταβροχθίσαμε.
Από κει και πέρα άρχισε το μαρτύριο. Τη δίψα μας τη σβήναμε με το χιόνι, αλλά η πείνα μας θέριζε. Περάσαμε έτσι πέντε μερόνυχτα. Σκελετωθήκαμε. Το ηθι­κό μας το διατηρούσαμε ακμαίο, αλλά η φύση έχει και τα όρια της. Μερικοί υπέκυψαν. Το ίδιο τέλος περιμέ­ναμε όλοι «υπέρ πίστεως και πατρίδος ».
Τότε μία έμπνευση του λοχαγού μας έκανε το θαύ­μα! Έβγαλε απ’ τον κόρφο του μία χάρτινη εικόνα της Παναγίας, την έστησε στο ψήλωμα και μάς κάλεσε γύ­ρω του:
— Παλληκάρια μου! είπε. Στην κρίσιμη αυτή περί­σταση ένα θαύμα μόνο μπορεί να μάς σώσει. Γονατι­στέ, παρακαλέστε την Παναγία, τη μητέρα του Θεανθρώπου, να μάς βοηθήσει!
Πέσαμε στα γόνατα, υψώσαμε τα χέρια, παρακαλέσαμε θερμά. Δεν προλάβαμε να σηκωθούμε κι ακούσαμε κουδούνια. Παραξενευτήκαμε και πιάσαμε τα όπλα. Πήραμε θέση «επί σκοπόν».
Δεν πέρασε ένα λεπτό και βλέπουμε ένα πελώριο μουλάρι να πλησιάζει κατάφορτο. Ανασκιρτήσαμε! Ζώο χωρίς οδηγό να περνά το βουνό, μ’ ένα μέτρο χιόνι - το λιγότερο - ήταν εντελώς αφύσικο. Καταλά­βαμε: Το οδηγούσε η Κυρία Θεοτόκος. Την ευχαρι­στήσαμε όλοι μαζί ψάλλοντας σιγανά, μα ολόκαρδα, το «Τη υπερμάχω» και άλλους ύμνους της. Το ζώο είχε πάνω του μία ολόκληρη επιμελητεία από τρόφιμα: κου­ραμάνες, τυριά, κονσέρβες, κονιάκ και άλλα.
Πολλές κι απίστευτες κακουχίες πέρασα στον πόλε­μο. Αλλ’ αυτή μου μένει αξέχαστη, γιατί δεν είχε διέ­ξοδο. Την έδωσε όμως η Παναγία».

(Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας σελ. 174 & 178 Ιεράς Μονής  Παρακλήτου)

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (150) Αγάπη Θεού (35) αγάπη σε Θεό (9) αγάπη σε Χριστό (29) άγγελοι (6) Αγία Γραφή (44) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (7) άγιοι (8) άγιος (65) αγνότητα (3) άγχος (9) αγώνας (51) αγώνας πνευματικός (8) αθεΐα (70) αιρέσεις (57) αλήθεια (16) αμαρτία (47) Ανάσταση (56) ανασταση νεκρών (2) ανθρώπινες σχέσεις (112) άνθρωπος (15) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (12) αρετή (42) ασθένεια (10) άσκηση (1) αστρολογία (1) αυτογνωσία (39) Β Παρουσία (8) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (7) βία (1) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (31) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γλώσσα (25) γνώση (4) γονείς (32) γυναίκα (6) δάκρυα (1) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (35) διάβολος (39) διάκριση (35) διάλογος (1) δικαιοσύνη (1) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (4) εγωισμός (75) εικόνες (15) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (2) εκκλησία (47) Εκκλησιαστική Ιστορία (7) Εκκλησιαστική περιουσία (1) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (6) ελευθερία (11) Ελλάδα (10) ελπίδα (10) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (57) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (3) επιστήμη (54) εργασία (23) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (34) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (47) ευγένεια (2) ευσπλαχνία (4) ευτυχία (15) ευχαριστία (4) ζώα (11) ηθική (2) ησυχία (3) θάνατος (66) θάρρος (7) θαύμα (54) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (37) Θεία Λειτουργία (32) θεία Πρόνοια (2) θέληση (3) θεολογία (1) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (81) θρησκείες (5) θυμός (25) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (12) ιερέας (35) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (1) Ιστορία Παγκόσμια (3) Ιωάννης Χρυσόστομος (6) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (14) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (7) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (32) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (1) Κοίμησις Θεοτόκου (7) κοινωνία (65) κόλαση (7) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (34) λείψανα (1) λογισμοί (19) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (4) μελέτη (4) μετά θάνατον (25) μετά θάνατον ζωή (15) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (56) μητέρα (7) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (8) μοναχισμός (8) μόρφωση (6) μουσική (2) Ναός (1) νέοι (6) νεοπαγανισμός (3) νηστεία (10) νους (8) οικονομία (1) Οικουμενισμός (1) ομορφιά (5) όνειρα (20) οράματα (1) Ορθοδοξία (40) πάθη (23) πάθος (2) παιδεία (6) παιδιά (14) Παΐσιος Όσιος (2) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (45) παράδειγμα (3) Παράδεισος (32) Παράδοση Ιερά (1) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (124) πλούτος (5) πνευματική ζωή (35) πνευματικός πατέρας (10) πνευματισμός (7) ποίηση (11) πόλεμος (7) πολιτική (3) πολιτισμός (2) Πορφύριος Όσιος (20) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (30) προορισμός (5) προσε (1) προσευχή (101) προσοχή (2) προτεσταντισμός (14) προφητείες (1) Ρωμαιοκαθολικισμός (10) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (16) Σταυρός (19) Σταύρωση (10) συγχώρηση (3) σχίσμα (1) ταπεινοφροσύνη (40) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (3) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (4) υπαρξιακά (20) υποκρισία (1) υπομονή (28) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (8) φιλοσοφία (3) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (12) χαρά (16) χάρις θεία (8) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (18) Χριστός (9) Χριστούγεννα (31) χρόνος (9) ψεύδος (8) ψυχή (48) ψυχολογία (5)