Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

"Όταν λακτἰζεις σαν ὀνος,

και πηδἀς ὀπως ο ταὐρος

και χρεμετἰζεις για τις γυναἰκες ὀπως ο ἰππος

καἰ εἰσαι λαἰμαργος ὀπως η αρκοὐδα

καἰ παχαἰνεις το σὠμα σου ὀπως ο ημἰονος

καἰ μνησικακεἰς σαν καμήλα

και αρπἀζεις ὀπως ο λὐκος,

και οργἰζεσαι ὀπως το φἰδι,

και δαγκὠνεις ὀπως ο σκορπιὀς,

και εἰσαι ὐπουλος ὀπως η αλεποὐ,

και ἐχεις μἐσα στην ψυχἠ σου δηλητἠριο ὀπως η κὀμπρα και η ἐχιδνα

καἰ διεξἀγεις πὀλεμο κατἀ των αδελφὠν σου ὀπως ο πονηρὀς εκεἰνος διἀβολος,

πὠς εἰναι δυνατὀν να σε υπολογἰσω μεταξὐ των ανθρὠπων,αφου βλἐπω να ἐχεις αυτοὐ του εἰδους τα χαρακτηριστικἀ;

Νἀ σε ονομἀσω θηρἰο; Τα θηρἰα ἐχουν ἐνα απὀ αυτἀ τἀ ελαττὠματα.

Πὠς θα σἐ αποκαλὠ ἀνθρωπο,ὀταν ἐχεις περισσὀτερα ελαττὠματα απὀ τἀ θηρἰα και το σατανἀ;"

Λόγος του Ιερού Χρυσοστόμου.

Καλοκαίρι του Θεού!

Μέρα ήσυχη, μέρα άδολη και σιγαλή,
το νου μου οδηγείς σε δρόμους αθωότητας.
-Κι  είναι ο Αύγουστος γλυκός της πικρής Αθήνας.
Προσευχή και κατανόηση…
Μέχρι που σχίζεται η καρδιά,
στιγμούλα τη στιγμούλα,
μέσα στο φως, στη ζέστη, στα τζιτζίκια,
στο χέρι μέσα του καλού Θεού.

Με δάκρυα αισθάνομαι  το δώρο της ζωής
που έχω ξεχάσει, που έχω χάσει, σε κρύες μέριμνες, νεκρές.
Επιτέλους ήρθες και σ’ ευχαριστώ,
ήμερη μέρα, «καλοκαίρι» του Θεού.
Ε.Κ.


Στη Σκήτη των Ιβήρων, στην Καλύβη των Αγίων Αποστόλων, στην συνοδεία εκείνη ήταν και ο Γερο-Παχώμιος. Στο πρόσωπό του έβλεπε κανείς ολοφάνερα ζωγραφισμένη την αγιότητα. Το γεροντάκι αυτό ήταν πολύ απλό και τελείως αγράμματο, μα πολύ χαριτωμένο.

Όταν ερχόταν για να εκκλησιαστεί τις γιορτές στο Κυριακό της Σκήτης ποτέ του δεν καθόταν στο στασίδι, αλλά στεκόταν πάντα όρθιος (ακόμα και στις ολονυκτίες) και έλεγε την ευχή. Όταν τύχαινε να τον ρωτήσει κανείς “πού βρίσκεται η ακολουθία;” απαντούσε: “Ψαλτήρια! Ψαλτήρια λένε οι πατέρες”. Όλα τα έλεγε ψαλτήρια. Ούτε από ψαλτικά ήξερε εκτός απ’ το Χριστός Ανέστη που έψαλλε το Πάσχα.

Ήταν πάντα πρόθυμος να κάνει τα χατίρια των άλλων χωρίς να ’χει καθόλου δικό του θέλημα. Όση στεναχώρια και αν είχε κανείς, μόλις έβλεπε τον π. Παχώμιο του έφευγε και ειρήνευε. Όλοι τον αγαπούσαν. Ακόμη και τα φίδια που του ’χαν εμπιστοσύνη και δεν έφευγαν, όταν τον έβλεπαν. (Στην περιοχή της Καλύβης υπήρχαν πολλά φίδια, γιατί υπήρχαν πολλά νερά).

Οι άλλοι δύο πατέρες της συνοδείας πολύ φοβούνταν τα φίδια, μα ο γερο-Παχώμιος τα πλησίαζε χαμογελαστός, τα έπιανε και τα έβγαζε έξω από το φράχτη τους. Μια μέρα, ενώ πήγαινε βιαστικός σε μια άλλη Καλύβη, στο δρόμο βρήκε ένα μεγάλο φίδι, το οποίο τύλιξε στη μέση του σαν ζώνη για να τελειώσει πρώτα τη δουλειά του και μετά να το βγάλει έξω από την περιοχή τους!

O π. Ιάκωβος, τρόμαξε μόλις τον είδε και ο π. Παχώμιος πολύ παραξενεύτηκε απ’ αυτό. Μετά μου έλεγε: “Δεν ξέρω γιατί φοβάται τα φίδια. Εκείνος ο π. Ανδρέας φοβάται ακόμα και τους σκορπιούς” και συνέχισε: “Εγώ τους μαζεύω στη χούφτα μου τους σκορπιούς απ’ τα ντουβάρια και τους πετάω έξω απ’ την Καλύβα. Τώρα που τρέμουν τα χέρια μου από το Parkinson, τα μεγάλα φίδια σβαρνίζοντας τα βγάζω έξω”.

Τον ρωτάω: “Γιατί δε σε δαγκώνουν εσένα τα φίδια γερο-Παχώμιε;” για να μου απαντήσει: “Κάπου γράφει ο Ιησούς Χριστός σ’ ένα χαρτί “εάν έχεις πίστη πιάνεις και τα φίδια και τους σκορπιούς και δε σε πειράζουν”…

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Η Παναγία Θεοτόκος όταν γεννούσε τον Υιό της, δεν ένιωσε τις φυσικές ωδίνες του τοκετού που νιώθουν όλες οι άλλες γυναίκες. Αυτό ήταν σύμφωνο με το γενικότερο νόημα του θεομητορικού μυστηρίου της. Εφόσον η σύλληψη του Κυρίου έγινε χωρίς σπορά ανδρική, αυτή δε (η σύλληψη) καθώς και η γέννηση του Χριστού δεν παρέβλαψε την παρθενία της τεκούσης Μητρός, μέσα στο πλέγμα αυτό των απορρήτων θαυμασίων του Θεού εντάσσεται όχι μόνο ο αλόχευτος τόκος, αλλά και η ανώδυνη γέννηση του Υιού της.
Άλλωστε ο επώδυνος τόκος ήταν για την γυναίκα ειδικό τίμημα της παρακοής, σύμφωνα με την κατάρα που έδωσε ο Θεός στην προμήτορα Εύα: «Και τη γυναικί είπε: πληθύνων πληθυνώ τας λύπας σου και τον στεναγμόν σου· εν λύπαις τέξη τέκνα»(Γένεση 3,16). Από το χωρίο συνάγεται, ότι αν δεν αμάρτανε η Εύα, θα γεννούσε χωρίς λύπες και πόνους τα τέκνα της. Η Μαρία εξαιρείται από τον κανόνα αυτόν, διότι ο τόκος της δεν εντάσσεται στη φυσική ροή κάθε άλλης ανθρώπινης γέννησης, σ’ αυτόν δε δεν υπάρχει κανένα ίχνος της μεταπτωτικής φύσεως, που έπεσε στην αμαρτία και το θάνατο.

(Ανδρέου Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά, Αποστολική Διακονία, 2006 σελ.121)

«Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν». Η παράθεση εν προκειμένω της προσταγής του Θεού σε α΄ πρόσωπο πληθυντικού αριθμού «ποιήσωμεν» αντί του α΄ προσ. ενικού ποιήσω -όπως απαιτεί η συντακτική της εξάρτηση από το ρ. ενικού «είπεν»- ή της προστακτικής ποιησάτω, κατά τα ισχύοντα στις προηγούμενες δημιουργικές πράξεις, απετέλεσε κατά καιρούς αντικείμενο μακράς συζήτησης μεταξύ των βιβλικών ερμηνευτών316. Σύμφωνα με τις ερμηνείες που δόθηκαν και τις οποίες συνοψίζουμε κατωτέρω, η χρήση του πληθ. «ποιήσωμεν» δηλώνει ότι:

α. Ο Θεός προτρέπει τον Εαυτό του να προχωρήσει στη δημιουργία της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως συνηθίζει συχνά να κάνει και ο άνθρωπος στον καθημερινό του λόγο, όταν αυτοπροτρέπεται να προβεί σε μια πράξη χρησιμοποιώντας ομοίως πληθυντικό, όπως λ.χ. «ας αρχίσουμε», «ας περιμένουμε», και εννοεί, «ας αρχίσω», «ας περιμένω». Είναι ο πληθυντικός της προτροπής (plural of exhortation).

β. Ο Θεός συσκέπτεται ή διαλέγεται με τον Εαυτό του, κάνει δηλ. ένα συλλογισμό ή εσωτερικό διάλογο, προκειμένου ν΄αποφασίσει περί του πρακτέου. Είναι ο πληθυντικός της αυτοσύσκεψης ή απλής σύσκεψης317 (plural of self-deliberation ή deliberation).

γ. Ο Θεός απευθύνεται στο ουράνιο συμβούλιό του, δηλ. στις αγγελικές υπάρξεις ή στις δυνάμεις του ουρανού, τις οποίες η Π. Διαθήκη αποκαλεί ενίοτε «υιούς του Θεού», ή γενικά «θεούς» και οι οποίες αποτελούν το αυλικό του περιβάλλον318. Με αυτές επικοινωνεί και συνεννοείται για τη δημιουργία του ανθρώπου. Είναι ο πληθυντικός της συνεννόησης ή επικοινωνίας319 (plural of consultation ή consultation)(Την ερμηνεία αυτή εισηγείται ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς· «κάνει διάλογο ο πατέρας των όλων με τις δυνάμεις του (=αγγέλους)» Περί φυγής και ευρέσεως 69,Περί συγχύσεως των γλωσσών, 169). Η ραββινική εξήγηση320, ότι ο Θεός συμβουλεύεται κάποιον ή κάτι άνευ συγκεκριμένου προσδιορισμού, αντικρούεται, γιατί αντιβαίνει στο πνεύμα της βιβλικής διήγησης, σύμφωνα με το οποίο ο Θεός μόνος δημιούργησε τον άνθρωπο, και γιατί η έκφραση «ποιήσωμεν άνθρωπον» δεν συνιστά συμβουλή, αλλά προτροπή.

δ. Ο Θεός συσκέπτεται με άλλους θεούς κατά τα μυθολογικά παγανιστικά πρότυπα, όπου η απόφαση περί της δημιουργίας του ανθρώπου λαμβάνεται στη συνέλευση των θεών.

ε. Ο Θεός χρησιμοποιεί, ως άλλος βασιλιάς, τη γλώσσα των μοναρχών της αρχαίας Εγγύς Ανατολής και ιδίως των Περσών, οι οποίοι συνηθίζουν να προσφωνούν εαυτούς στον πληθυντικό και να διατυπώνουν τα βασιλικά τους θεσπίσματα ομοίως σ΄αυτόν321.

στ. Ο Θεός απευθύνεται προφανώς στη γη, που προσφάτως δημιούργησε, επειδή ο άνθρωπος θα προέλθει απ΄αυτήν κατά την υλική του σύσταση.
Προσέτι στη χρήση του πληθ. «ποιήσωμεν» η βιβλική έρευνα αναγνωρίζει μεταξύ άλλων:

ζ. Έναν πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας (plural of majesty), ο οποίος αποτελεί απλό γραμματικό φαινόμενο, που εναρμονίζεται με το όνομα Elohim του Θεού, το οποίο, ως εκ της παραθέσεώς του σε πληθυντικό στην Π. Διαθήκη, χαρακτηρίζεται επίσης πληθυντικός της μεγαλοπρεπείας.

η. Μια ασαφώς διατυπωμένη λεκτική έκφραση, η οποία διαφοροποιεί το θείο από το ανθρώπινο έργο και αποκλείει κάθε σκέψη ή εντύπωση ομοιότητας του Θεού με τους ανθρώπους, που αναπόφευκτά θα δημιουργούσε η αυστηρά υλιστική για την αρχαία εποχή χρήση του α΄ προσ. ενικού ποιήσω.

θ. Ένα φιλολογικό τέχνασμα, που σχεδιάσθηκε για να δώσει έμφαση στη σπουδαιότητα και επισημότητα του γεγονότος που περιγράφεται322.
Σε αντίθεση με τις ανωτέρω ερμηνείες, η αρχαία χριστιανική Εκκλησία ερμηνεύει το «ποιήσωμεν άνθρωπον» εν αναφορά προς την τριαδικότητα του Θεού. Η ερμηνεία της προκύπτει από το γεγονός ότι ο Θεός ομιλεί εκ μέρους του Εαυτού του και με τον Εαυτό του στον πληθυντικό αριθμό όχι χάριν ευπρεπούς προσηγορίας (reverentiae causa), δηλ. προσφωνώντας τον ευγενικά, αλλά αναφερόμενος στην πληρότητα των θείων δυνάμεων, που αυτός κατέχει. Οι δυνάμεις αυτές, που εμπεριέχονται στην απόλυτη ύπαρξη του Θεού, είναι ασφαλώς κάτι περισσότερο από απλές δυνάμεις. είναι υποστάσεις, οι οποίες νοούνται ως ασυγχύτως ενωμένες κατά την ουσία και αυτοτελώς υφιστάμενες κατά τις ενέργειες εντός της Θεότητας. Πρόκειται άλλως πως περί των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, τα οποία αμυδρώς διακρινόμενα στην Π. Διαθήκη θα διαφανούν, με την πρόοδο της θείας Αποκαλύψεως, ευκρινώς στην Κ. Διαθήκη. Επομένως στο «ποιήσωμεν» έχουμε έναν πληθυντικό, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως πληθυντικός της πληρότητας (plural of fullness)323. Η ερμηνεία αυτή δεν απέχει αισθητά από την ερμηνεία του πληθυντικού της αυτοσύσκεψης. Απλώς εδώ γίνεται πιο συγκεκριμένη, καθώς ο διάλογος του Θεού με τον Εαυτό του είναι ουσιαστικά διάλογος με τα άλλα δύο πρόσωπα της Αγ. Τριάδος και όχι αποκλειστικά με το πρόσωπό του, δίκην ευγενούς προσφώνησης.
Συνεπώς, κατά τους πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς, στην έκφραση «ποιήσωμεν άνθρωπον» του στίχου υποφώσκει το δόγμα της Αγίας Τριάδος.

Σ΄αυτή διακρίνουν από κοινού έναν άμεσο υπαινιγμό των θείων προσώπων της. Έτσι με το «ποιήσωμεν» ο Θεός Πατήρ απευθύνεται, κατ΄άλλους μεν, στον Υιό και το Άγιο Πνεύμα324, οπότε και τα τρία πρόσωπα συνεργούν στη δημιουργία του ανθρώπου, κατ΄άλλους δε, μόνο στον Υιό, ο οποίος ως ο «Εαυτού Λόγος» και η «Εαυτού Σοφία», πραγματοποιεί το θέλημα του Πατρός325.

Πρέπει πάντως να διευκρινισθεί ότι η διδασκαλία του δόγματος αυτού ήταν άγνωστη στην Π. Διαθήκη και ξένη προς τη θεολογική της σκέψη. Μόνο δε ως υπαινιγμός μπορεί να εκληφθεί, ο οποίος υπό το φως της Κ. Διαθήκης κατανοείται πλήρως (Γαλ. 4,4)

(Σταύρου Καλαντζάκη, Εν αρχή εποίησεν ο Θεός… σελ. 235-240, εκδ. Πουρναρά, οι παραπομπές δεν παρατίθενται)

Ἡ ανθρωπότης σήμερον ευρίσκεται ενώπιον ενός τεχνικού θαύματος: Κατεκτήθη ή Σελήνη! Να επιδοκιμάση τις ή να αποδοκιμάση το επίτευγμα;
Από κοινωνικής επόψεως είναι δυνατόν να έχη τις επιφυλάξεις, δεδομένου ότι δαπανώνται κολοσσιαία ποσά διά την κατάκτησιν του Διαστήματος, ενώ ακόμη δεν εξηλείφθη ή πείνα από της Γής. Από θρησκευτικής όμως επόψεως ή εξερεύνηση του Διαστήματος ου μόνον ουδέν το επίμεμπτον περιέχει, αλλά και επιβοηθεί εις την βαθυτέραν κατανόησιν του Μεγαλείου της Δημιουργίας. «Ἐκ γαρ μεγέθους καλλονής κτισμάτων αναλόγως ὁ γενεσιουργὸς αυτών θεωρείται» (Σοφ. Σολ. ιγ'5).
'Αρκεί μόνον να φυλαχθώμεν από του κινδύνου της επάρσεως. Αρκεί να μη καταλὰβη ημάς το πνεύμα των ανθρώπων της πυργοποιϊας, περὶ ων ομιλεί ή βίβλος της Γενέσεως (ια' 4). Αρκεί να μη είπωμεν και ημείς εν τη διανοία ημών τα εωσφορικά ρήματα: «Εις τον ουρανόν αναβήσωμεν, επάνω των αστέρων του ουρανού θήσω τον θρόνον μου... ὰναβήσομαι επάνω των νεφών, έσομαι όμοιος τω Υψίστῳ» (Ησ. ιδ' Ι3- Ι 4).
Αν αποφύγωμεν αυτόν τον κίνδυνον, τότε ή εξερεύνηση του Διαστήματος ου μόνον δεν θα βλάψει ημάς, αλλά πολλαπλώς θα ωφελήσει και εις δοξολογίαν Θεού θα οδηγήσει.

Προ 3.500 ετών ὁ θεόπτης και θεόπνευστος Μωϋσής είπε περὶ του ανθρώπου ότι είνε «Εικών» του Θεού. Αλλά ποιού Θεού; Ενὸς Θεού παγκοσμίου, παντοδυνάμου, πανσόφου, αγίου, δικαίου, δημιουργού και κυριάρχου και συντηρητού όλης της Κτίσεως. Αυτός είνε ο Θεού του Μωϋσέως και Αυτού του Θεού «Εἰκών» ωνομὰσθη ό άνθρωπος προ 3.500 ετών. Βλέποντες λοιπόν σήμερον τα καταπληκτικά κατορθώματα του ανθρώπου, τα μαρτυρούντα θαυμαστήν σοφίαν και δύναμιν, βλέποντες τας εις θάμβος οδηγούσα συλλήψεις της ανθρώπινης διανοίας, δεν δυνάμεθα ειμή να ομολογήσωμεν ότι όντως θεοκίνητος χείρ έγραψε περὶ του ανθρώπου τον ανωτέρω χαρακτηρισμὸν εν εποχή καθ' ην ο άνθρωπος ούτε εφαντάζετο ούτε διησθὰνετο καν τας κατακτήσεις εις ας βραδύτερον θα έφθανεν.

Η 'Αγία Γραφή λέγει ότι ό Θεός, πλὰσας τον άνθρωπον, «ηλὰττωσεν αυτὸν βραχύ τι παρ' αγγέλους· δόξη και τιμή εστεφάνωσεν αυτὸν και κατέστησεν αυτὸν επὶ τα έργα των χειρών Αυτοῦ» (Ψαλμ. 8, 6). Ποία δε είνε τα έργα των χειρών του Θεού; «'Οψομαι τους ουρανοὐς, έργα των δακτύλων Σου σελήνην και αστέρας, α συ εθεμελίωσας» (Ψαλμ. 8,4). «Κατ' αρχάς Συ, Κύριε, τη γην εθεμελίωσας και έργα των χειρών Σού εὶσιν οι ουρανοὶ» (Ψαλμ. 101,26).
Ο Θεός, άλλωστε, καλεί τον άνθρωπο να κατακτὴση, όχι απλώς τους υλικοὺς ουρανούς, αλλά και τους πνευματικούς ουρανούς και να ζη εκεί εν τη ατελευτὴτῳ αιωνιότητι θεωρών πρόσωπον προς πρόσωπον το Αρχέτυπον Κάλλος. Οπόση ή αξία του ανθρώπου! Σύμπασα ὴ υλική Κτίσις εν οφθαλμοίς Κυρίου δεν ισοφαρίζει την αξίαν μιας και μόνης ανθρώπινης υπάρξεως ενὸς μικρού παιδιού ή ενός αναπήρου γέροντος! (Ματθ. ιστ', 26).

Πολλοί διερωτώνται: Αν διαπιστωθή ύπαρξις λογικών όντων και εις άλλους πλανὴτας, δεν θα υποστή κλονισμέ η Χριστιανικὴ Πίστις;

Αλλ` ὴ Χριστιανικὴ Πίστις δεν είνε ανθρωπίνη ανακάλυψις. είνε θεϊκὴ αποκάλυψις και ως τοιαύτη είνε η ΑΛΗΘΕΙΑ και εις την Γὴν και εις τον Ουρανόν. Ποία λοιπὸν ανακάλυψις, ποία εφεύρεσις, ποίον επίτευγμα είνε δυνατόν να βλάψη την εξ αποκαλύψεως Αλήθειαν: "Αν υπάρχωσι λογικά όντα εις άλλους πλανὴτας (ὐποθετικώς βεβαίως ομιλούμεν, διότι ουδεμίαν επιστημονικὴν ένδειξιν περὶ τούτου έχομεν), τότε εν εκ των τριών θα συμβαίνη: α') Οι «άνθρωποι» εκείνοι θα ζώων εις προπτωπτικὴν καταστασιν. Δηλαδή θα ζώων ως έζων ο Αδάμ και η Εύα εν τω Παραδείσῳ προ της παρακοής.
β') Οι «άνθρωποι» εκεὶνοι θα ευρίσκωνται εις την αυτὴν και ημείς κατάστασιν, ο δε Θεὸς θα ωκονόμησεν ως Αυτὸς οίδε την σωτηρίαν αυτών.
γ') Η Θυσία του Κυρίου επὶ Γής θα ισχύη και δι` αυτούς. Τις οίδεν αν η μετάβασις ημών εις άλλους κόσμους δεν εξυπηρετή τα πάνσοφα Σχέδια της θείας Πρόνοιας; Μετὲβημεν εις άλλας ηπείρους, ως η Αμερική, και εκηρύξαμεν εκεί το Ευαγγέλιον. Τί διαφέρει αν το αυτὸ συμβή και εις ανθρώπους, ουχὶ άλλων ηπείρων, αλλ΄άλλων πλανητών; Υποθέσεις βεβαίως, πάντα ταύτα αλλ΄ είπομεν ότι υποθετικώς ομιλούμεν.

Εάν πάντως απεδεικνύετο η ύπαρξις λογικών όντων εις άλλους κόσμους, τότε ή φράσις του αποστόλου Παύλου περί «τινός κτίσεως ετέρας» (Ρωμ. η΄39), η μέχρι σήμερον θεωρουμένη ως απλὴ υπόθεσις, θα ελάμβανεν ενάργειαν προφητικού λόγου.

Η ανθρωπίνη γνώσις θα προοδεύη. Τα επιτεύγματα της Επιστήμης και της Τεχνικής θα καταπλήσσωσι καθημερινώς τους οφθαλμούς ημών. Ο άνθρωπος, μικρός θεός. «Εικών» του μεγάλου Θεού, εκτυλίσσων διηνεκώς τας θαυμαστάς ικανότητας δι' ων επροίκισεν αυτὸν ο Δημιουργός θα φθάση εις άθλους ιλιγγιώδεις. Παρά πάντα όμως ταύτα θα εξακολουθή να αποτελή την τραγικὴν σύνθεσιν «μεγαλείου-αθλιότητος». περὶ ης ωραιότατα ωμίλησεν ο Πασκάλ, και θα έχη ανάγκην Σωτὴρος και Λυτρωτού, απαλλάσσοντος αὐτὸν εκ της αμαρτίας και του θανάτου. Καν ακόμη φθάσει ο άνθρωπος εις τας εσχατιάς του Σύμπαντος, καν μετακινήση ηλίους και γαλαξίας, η ισχύς του λόγου του ιερού Αυγουστίνου ουδὲποτε θα μειωθή: «Ω Θεέ μου, Συ έπλασας ημάς διά Σεαυτόν και ένεκα τούτου η ανθρωπίνη ψυχή ουδέποτε αισθάνεται ανάπαυσιν ειμή μόνον πλησίον Σου!». Το Σύμπαν ολόκληρον αδυνατεί να αναπαύση την ανθρωπίνην καρδίαν. Η κατάκτησις του Διαστήματος ούτε «νέαν» θεολογίαν θα δημιουργήση, ως αστόχως ελέχθη, ούτε την ειρήνην θα χορηγήση, ούτε τα ανθρώπινα ψυχικά προβλήματα θα λύση.

Η ιστορία του κόσμου, όλου του κόσμου, ορατού και αόρατου, χωρίζεται -εχωρίσθη άπαξ δια παντός- εις δύο περιόδους: Προ Χριστού και μετά Χριστόν! Ο άνθρωπος αναβαίνει εις τους πλανήτας και «κατακτά» το Διάστημα, ενώ ούδ` αυτής της Γης είνε κύριος, εφ΄ όσον ἡ τρομερά σκιά του θανάτου απλούται ανά παν βήμα απειλητική επ' αυτού. Ανυψούμεθα εις τους αστέρας, αλλά ταυτοχρόνως βυθιζόμεθα εις τας αβύσσους των παθών. Υπερνικώμεν την έλξιν της Γης, αλλ΄ ελκόμεθα ακατανικήτως υπό της εν ημίν ιλύος. Πατούμεν πόδα επὶ της Σελήνης, αλλά καταπατούμεθα και συντριβόμεθα υπό των χθαμαλών ορέξεων. Φερόμεθα μετάρσιοι εις τα ύψη των αστέρων, αλλά κυλιόμεθα ακαταπαύστως εις τον βόρβορον των κακιών. Κατακτώμεν τα ουράνια σώματα, αλλά πως θα κατακτήσωμεν την αφθαρσίαν και την εν μακαριότητι αιωνιότητα; Πως θα αναχθώμεν εις τα όψη της αθανασίας; Μόνον δια Ιησού Χριστού «ος παρεδόθη δια τα παραπτώματα ημών και ηγέρθη δια την δικαίωσιν ημών» (Ρωμ. δ', 25). Δια της Πίστεως εις τα μη βλεπόμενα ο Ενώχ (Γεν. ε, 24) και ο Ηλίας (Δ' Βασ. β', Ι Ι) εγένοντο προ χιλιάδων ετών αστροναύται και ουρανοδρόμοι, ο δε απόστολος Παύλος ανήλθεν («εὶτε εν σώματι ουκ οίδεν, ούτε εκτός του σώματος ουκ οίδεν, ο Θεός οίδεν»), υπεράνω αστερισμών και ηλιακών συστημάτων και έφθασε «μέχρι τρίτου ουρανού» και «ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξὸν ανθρώπῳ λαλήσαι» (Β' Κορ. ιβ' 4).

Αλλά τι λέγω; Ο άνθρωπος, η ανθρωπίνη φύσις, η κτιστὴ και ατελὴς και πεπερασμένη ανθρωπίνη φύσις, προσληφθείσα υπό του Σαρκωθὲντος Θεού Λόγου και εν τω Προσώπῳ Αυτού ενωθείσα υποστατικώς μετά της θεότητος, διήλθε και παρήλθε πάντα τα ύψη, αισθητά και νοητά, ανήλθεν υπεράνω των Χερουβεὶμ και των Σεραφείμ, έλαβε διάστασιν υπεργήινον, αυτόχρημα παγκόσμιον, εθεώθη εν ακεραία κυριολεξία, προσεκυνήθη λατρευτικώς απ' Αγγέλων και Αρχαγγέλων, και, «αφθασίας ενδεδυμένη εύπρεπειαν», εκάθισεν «εν δεξιά της Μεγαλωσύνης» του Θεού Πατρός και συμβασιλεύει μετ΄ Αυτού εις τους αιώνας των αιώνων! Του ύψους τούτου υπάρχει ύψος υψηλότερον; Αναμφιβόλως όχι! Ουδεὶς πύραυλος ανθρωπίνης ή και αγγελικής επινοήσεως θα δυνηθή ποτέ να αναβιβάση ημάς εις τηλικαύτα ύψη. Ουδεμία αισθητή μηχανή, καν πάσαν τελειότητα υπερβαίνη, θα κατορθώση ποτὲ να εκτοξεύση τον γήινον ανθρωπον εις τας υπερκοσμίους περιοχάς της θείας Μεγαλειότητος και να αναπαύση αυτού την καρδίαν. Η μόνη μηχανή, ἡ δυναμένη «αναφέρειν εις τα ύψη» του Θεού, εὶνε «η μηχανὴ του Ιησού Χριστού, ος εστί Σταυρός» (αγ. Ιγνατίου Εφεσ. κεφ. 9).

Το υψηλότερον σημείον εν όλη τη Κτίσει είνε και θα παραμείνη, μέχρι της συντελείας των αιώνων, ο μικρός λόφος του Γολγοθά. Εκεί, και μόνον εκεί, υπό την σκιάν ενός καθημαγμὲνου Σταυρού θα ευρίσκωσιν ανάπαυσιν οι οδοιπόροι της παρούσης ζωής και θα σώζωνται εκ των δεσμών της αμαρτίας και του θανάτου. Οι απιστούντες και οι αμφιβάλλοντες, «γεύσασθε και ίδετε» και διά πείρας γνώτε...

Οσαιδήποτε χιλιετίαι και αν παρέλθωσιν, οσονδήποτε και αν η Επιστήμη και η Τεχνική εξελιχθώσιν, οσαδήποτε άλματα και αν ο άνθρωπος πραγματοποιήση, οσονδήποτε υψηλά και αν αναβή, μία φωνή, γλυκεία άμα και ισχυρά, απαλὴ άμα και βροντώδης, ελεγκτική άμα και παρήγορος, θα εξακολουθή να ακούηται συνεχώς εν μέσω των μυρίων θορύβων και να αντηχή ευκρινώς εις πάντα τα πλάτη και τα μήκη και τα βάθη και τα ύψη του Σύμπαντος: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς. ΄Αρατε τον ζυγόν μου εφ υμάς και μάθετε απ' εμού ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών» (Ματθ. ια΄, 28,29)

(αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου,Άρθρα, Μελέται, Επιστολαί, σελ. 298-301)

Η προέλευση της γυναίκας από τη πλευρά του άνδρα και όχι από οποιοσδήποτε άλλο μέρος του ανθρωπινού σώματος είναι σημαντική. Διότι δείχνει ότι δημιουργήθηκε για να δοθεί στο πλευρό του άνδρα της ως βοηθός και συνεργός του. Παράλληλα την αναδεικνύει σε ον ομοούσιο, ισότιμο και ομότιμο μ΄ αυτόν και αποκλείει κάθε δικαίωμα περί πρωτείου έναντι αυτής. Η πατερική άποψη , η όποια στην προέλευση αυτή διακρίνει όχι την υποτίμηση αλλά την αναγνώριση της ισότητας της γυναίκας με τον άνδρα, εκφράζεται εναργώς από τον Βασίλειο Σελευκείας· «ισότιμον διαπλάσωμεν άνθρωπον, ίσην αυτω κατά την δοξαν συζεύξωμεν, μη λειπέσθω κατά την ομοτιμίαν το γύναιον». Περαιτέρω υποδηλώνει την ηθική και κοινωνική σχέση των δυο φύλων, την εξάρτηση της γυναίκας από τον άνδρα και τη στενή και αδιάσπαστη σχέση μεταξύ τους¹⁷⁰.

Υπάρχει ωστόσο και η βαθύτερη θεολογική σημασία της προέλευσης της γυναίκας, η οποία έγκειται όχι τόσο στην ένωση ανδρός και γυναικός και τη γαμική τους κοινωνία όσο στο γεγονός της προέλευσης ολόκληρου του ανθρώπινου γένους από μία και την αυτή ρίζα, από ένα και μόνον άνθρωπο, τον Αδάμ, και όχι από δυο χωριστά πλασμένους ανθρώπους και απ΄ αλλήλων διακρινομένους. Πρόκειται για τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησιάς μας περί της κοινής καταγωγής και της ενότητας του ανθρώπινου γένους –«εποίησεν εξ ενός παν έθνος ανθρώπων» (Πραξ. 17,26) -και της απορρέουσας απ΄ αυτήν ισότητας και αδελφότητας όλων των ανθρώπων, πάνω στις οποίες βασίζονται η μετάδοση και η καθολικότητα της αμαρτίας, που κατέστησαν αναγκαίο το απολυτρωτικό έργο του Χριστου¹⁷¹.
Η αναφορά στη πλευρά του άνδρα, απ όπου διαπλάσσεται η γυναίκα έχει για ορισμένους ερμηνευτές αλληγορική σημασία. Τη σημασία αυτή, κατ΄ αυτούς, αποδίδει εύστοχα ένα ομιλητικό midrash, σημειώνοντας ότι «όπως ακριβώς το πλευρό του άνδρα οργανικό του μέλος βρίσκεται πλάι του και συνάπτεται στο σώμα του, έτσι και η καλή γυναίκα στέκεται στο πλευρό του συζύγου της για να είναι βοηθός -σύντροφός του και η ψυχή της είναι προδεδομένη στη δική του»¹⁷²…..

Οι πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς είδαν στο γεγονός της δημιουργίας της γυναίκας από την πλευρά του άνδρα να προεικονίζεται η ίδρυση της Εκκλησίας από την πλευρά του νέου Αδάμ, του Χριστού . Γι΄ αυτούς, ο τρόπος αυτής της δημιουργίας από το πλευρό του ανδρικού σώματος και όχι από άλλο μέρος του είναι ενδεικτική ισοτιμίας, υποταγής και φιλοστοργίας. Ο πατριάρχης Γεννάδιος αναφέρει σχετικώς· «ούτε εκ τινός μέρους των έμπροσθεν, ίνα μη δόξη προς αντίστασιν αυτω διαπλάττειν αυτήν· ͘ουτ’ αυ πάλιν εκ των όπισθεν, ινα μη ατιμωτέρα λογίζοιτο, αλλά εκ της πλευράς της μεταξύ πως εχούσης… το μέσον ισοτιμίας και υποταγής». Ομοίως ο Θεοδώρητος Κύρου παρατηρεί· «τι δήποτε από της πλευράς του Αδάμ την γυναίκα διέπλασε; ίνα….φυσικήν τίνα φιλοστοργίαν αυτοίς περί αλλήλους εμφυσήση»¹⁷⁶. Αναλόγως εκφράζεται και ο ι. Αυγουστίνος «ούτε εκ των οστών της κεφαλής του ανδρός, ούτε εκ των οστών των ποδών έπλασε την γυναίκα, ίνα ούτε άρχουσα, ούτε δούλη είναι του ανδρός».

Στην Κ. Διαθήκη έξαλλου ο τρόπος δημιουργίας της γυναίκας, πέρα από τον πλούσιο συμβολικό του χαρακτήρα, εκτίθεται και ως γεγονός, που φανερώνει την παντοδυναμία του Θεού, την ενότητα του ανθρωπίνου γένους και τα καθήκοντα της αγάπης και της αμοιβαιότητας των συζύγων μεταξύ τους, τα οποία απορρέουν απ’ αυτή την ενότητα και στηρίζονται στον ηθικό νόμο της ισότητας και της αδελφότητας. Επ’ αυτών είναι σαφής η αναφορά της «πλην ούτε γυνή χωρίς ανδρός, ούτε ανήρ χωρίς γυναικός εν Κυρίω· ͘ώσπερ γαρ η γυνή εκ του ανδρός, ούτως και ο ανήρ δια της γυναικός τα δε πάντα εκ του Θεού» (Α΄Κορ.11,12).

Παραλλάσσοντας ελαφρώς τις πατερικές ερμηνείες εν προκειμένω ο Μ. Henry σημειώνει συναφώς· «Δεν έπλασε ο Θεός τη γυναίκα από το κεφάλι του άνδρα, για να υπερισχύει αυτού, ούτε από τα πόδια του, για να είναι υποδεέστερη του, αλλά από την πλευρά του, για να είναι ίση μ’ αυτόν, κάτω από το βραχίονά του, για να την προστατεύει και κοντά στη καρδιά του για να την αγαπά».¹⁷⁷
(Σταύρου Καλαντζάκη, Εν αρχή εποίησεν ο Θεός… σελ.440-442,444-445 εκδ. Πουρναρά)

«…Το συμπέρασμα εκ των αναλογιών τούτων προκύπτει αυτόδηλον. Εάν η μεταξύ πλανητών και γης ομοιότης είναι τόσο στενή, εάν και οι αστέρες εκείνοι διατελούν (βρίσκονται) υφ’ ας και η γη συνθήκας, εάν και εκεί υπάρχουν έτη και μήνες και ημέραι και νύκτες και χειμών και θέρος και ατμόσφαιρα και νέφη και βροχαί και συστήματα ξηράς και συστήματα (δεν είναι απίθανον) θαλάσσης και πάσαι τέλος πάντων αι συνθήκαι, υπό τας οποίας εδώ κάτω συντηρείται και προάγεται η ζωή, πώς είναι δυνατόν να είναι οι όγκοι εκείνοι τα ενδιαιτήματα της νεκρώσεως;

Παρατηρήσατε πόση οικονομία εις τον ιδικόν μας πλανήτη επέδειξεν ο Θεός και πώς ουδέ ο ελάχιστος χώρος υπάρχει ακατοίκητος. Πανταχού η ζωή είναι εγκατεσπαρμένη. Πανταχού η ύλη είναι όχι το φορείο, αλλά ο φορεύς της υπάρξεως. Εις τας ερήμους ενδιαιτάται (ζει) ο λέων. Εις τους πόλους η άρκτος (αρκούδα) και η φώκια. Εις τον πυρίκαυστον ισημερινόν ο πίθηκος και το κολίβριον. Εις την επιφάνειαν του δυσώδους έλους μυριάδες μυριάδων εντόμων. Εις μίαν ψεκάδα ύδατος εκατομμύρια μικροοργανισμών. Και εις αυτά ακόμη τα δηλητήρια και τα ισχυρότατα οξέα η ζωή δεν είναι άγνωστος. Και πώς λοιπόν ο Θείος Νους ο οποίος εδείχθη φειδωλότατος (οικονόμος ως προς το χώρο) ως προς τον πλανήτην μας, υπήρξε άσωτος (σπάταλος ως προς το χώρο) όσον αφορά τους λοιπούς;

Να υποτεθεί άραγε ότι όλοι οι τεράστιοι ούτοι όγκοι, από τους οποίους τινές εκατονταπλάσιοι της γης και χιλιοπλάσιοι, ανηρτήθησαν (κρεμάστηκαν) εκεί επάνω δια να φαιδρύνουν (φωτίσουν) ελάχιστα πως (κάπως) τας μαύρας μας νύκτας με την ασθενεστάτην λάμψιν των; Αλλά διατί μάλλον να μην προστεθή αντί πάντων τούτων, μία περιπλέον (παραπάνω) σελήνη εις την υπάρχουσαν, οπότε και η σπατάλη του υλικού θα απεφεύγετο και ο σκοπός καλλίτερον θα επιτυγχάνετο; Έπειτα προς τι αι σελήναι να προστεθούν ως αναγκαία εξαρτήματά των; Ημείς εμάθομεν εκ των Γραφών ότι η ιδική μας σελήνη εδόθη εις τη γην δια να άρχη (εξουσιάζει) της νυκτός και λαμπρύνει αυτήν με την παρουσίαν της.
Τίνα λόγο υπάρξεως έχουν αι σελήναι του Διός και του Κρόνου και του Ουρανού και του Ποσειδώνος, αφού δεν έχουν να φωτίσουν κανέναν; Αλλά τί λέγω; Εκεί επάνω έχει τις δωμάτια επιπλωμένα, αίθουσας φωταγωγημένας, οικήματα προς κατοικίαν έτοιμα, και ουδείς υπάρχει ο οικών;

Μία τοιαύτη υπόθεσις μου φαίνεται δυσπαράδεκτος, ως διισταμένη (αντιτιθέμενη) προς την ανεξάντλητον του Θεού Σύνεσιν και Τέχνην. Ενώ πολύ λογικότερον και θεοπρεπέστερον ευρίσκω, οσάκις ανυψώνω τα βλέμματα προς τους κόσμους εκείνους, να βαυκαλίζομαι (=ξεγελιέμαι,παραμυθιάζομαι) από την γλυκείαν πίστιν ότι και εκεί επάνω πτερουγίζουν ψυχαί και εκεί επάνω πάλλουν καρδίαι και εκεί επάνω ζουν αδελφοί μου και εκεί επάνω ως από θυσιαστηρίου αναθρώσκουν (ανεβαίνουν) καπνοί και αίνοι υπέρ του Τρισενδόξου Γεχωβά».

(πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Καλλινίκου (+ 1940), Θαυμαστός ο Θεός εν τοις έργοις αυτού, σελ. 17-18, έκδοση 1910 με ελαφρά μετάφραση δική μας)

«Παράδεισον εν Εδέμ». Ο τόπος τον οποίο ο Θεός προορίζει για κατοικία του πρώτου ανθρώπου ονομάζεται παράδεισος. Έτσι αποδίδει η μετάφραση των Ο΄ το κοινού γένους εβρ. ον.gan, που σημαίνει κήπος και μάλιστα περιφραγμένος. Ο όρος παράδεισος είναι εξελληνισμένος τύπος της περσικής (αρχαίας Βακτριανής) λέξης pairidaeza, που δηλώνει αρχικά έναν περιφραγμένο χώρο και αργότερα έναν τόπο αναψυχής. Εισάγεται δε στην εβραϊκή με τη μορφή pardes, που απαντά στην Π.Διαθήκη ⁵⁵ και δηλώνει επίσης περιφραγμένο χώρο και ειδικά κήπο (56).

Το βιβλικό κείμενο στον παρόντα στ. 8, όπως και στο 10, παρουσιάζει το χώρο αυτό του παράδεισου ενταγμένο σε μια ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της γης, που την αποκαλεί Εδέμ ͘ «παράδεισον εν Εδέμ» (gan be ̔edheen, κήπον εν Εδέν). Αλλού όμως τον εμφανίζει ως ανεξάρτητο χώρο, ο οποίος ταυτίζεται με την Εδέμ ̇ «gan ̔edhen» κήπος της Εδέν). Αυτό συμβαίνει μόνο στο ΜΚ (Γεν.2,15.3,23̇͘ ̇24), γιατί οι Ο΄ αντί «κήπος της Εδέν» έχουν «παράδεισος της τρυφής». Η αντικατάσταση του κυρίου ον. Εδέμ από το ουσ. τρυφή στη μετάφραση των Ο΄εξηγείται ασφαλώς από το ομοιόσχημο, ομόηχο και ομόστικτο των δυο λέξεων, οι οποίες εκφέρονται με την ιδία λ. ̔edhen, που σημαίνει τέρψη, ηδονή, ευφροσύνη και τρυφή.

Ετυμολογικά ο όρος Εδέμ συνδέεται με τη σουμεριακή-ακκαδική λ. edinu, η οποία σημαίνει κυρίως πεδιάδα, λειμώνας και χρησιμοποιείται ως γεωγραφικός προσδιορισμός για την πεδινή περιοχή, που εκτείνεται μεταξύ των ποταμών Τίγρητος και Ευφράτου στη Νότια Μεσοποταμία. Η αναφορά σε μια τέτοια περιοχή της Ανατολής, όπου καταλήγει το τόξο της Εύφορης Ημισελήνου, μας μεταφέρει στην εικόνα της όασης στην έρημο, ο οποία δεν φαίνεται ν΄απέχει πολύ από τον παράδεισο, όπως περιγράφεται στο ι. κείμενο.

Πράγματι, οπουδήποτε γίνεται λόγος περί παράδεισου στην Π. Διαθήκη ⁵⁷, εμφανίζει την ιδία εικόνα, την εικόνα δηλ. μιας καλώς γνωστής περιοχής, η οποία διακρίνεται για την περισσή ομορφιά της, τη γονιμότητα και την ευφορία της, το κάλλος και τη μεγαλοπρέπεια των δέντρων της και γενικά για τις ανέσεις της. Η εικόνα αυτή για τον άνθρωπο της Διαθήκης συνδέεται με την όαση, η οποία αποτελεί πηγή ζωής για τον οδοιπόρο της ερήμου. Δεν υπήρχε άλλωστε άλλη καταλληλότερη απεικόνιση του παράδεισου από μίαν όαση, η οποία στη συνείδηση του νομάδα ανατολίτη ήταν πάντοτε συνδεδεμένη με την επιβίωσή του. Και τούτο διότι, κινούμενος μέσα στις άνυδρες και καυτές αχανείς ερήμους, προσδοκούσε εναγωνίως να συναντήσει μια όαση, η οποία με τη δροσιάτου νερού και τη σκιά των δέντρων της θʾ αναζωογονούσε τον ίδιο και τα ζώα του.

Για το λόγο αυτό οι Ο’ της προσδίδουν τη σημασία της τρυφής, στην οποία αντικατοπτρίζεται η ζωή των απολαύσεων και της μακαριότητας. Έτσι εισηγούνται στον ισραηλίτη την ιδέα του «παραδείσου (κήπου) της τρυφής»⁵⁸, ο οποίος στη σκέψη του ταυτίζεται με τον «παράδεισον του Θεού ή Κυρίου» (gan ʼElohim ή Yahweh)⁵⁹. Και τούτο λόγω της σύνδεσης της Εδέμ με την κατοικία του Θεού, που υπαινίσσεται η μαρτυρία της Γενέσεως ότι οι πρωτόπλαστοι «ήκουσαν της φωνής Κυρίου του Θεού περιπατούντος εν τω παραδείσω το δειλινόν» (3,8).
Παρόλα αυτά το πιθανότερο είναι ότι ο ι. συγγραφέας εδώ περιγράφει το τόπο κατοικίας του πρώτου ανθρώπου έχοντας δεδομένη την ύπαρξή του πάνω στη γη και δεν πρόκειται για μυθολογική ουτοπία (60). Φαίνεται δε να τον εντοπίζει , αορίστως και ασαφώς, κάπου στη Μεσοποταμία, όπως υπαινίσσεται η μνεία των γνωστών ποταμών Τίγριτος και Ευφράτου της περιοχής αυτής (Γεν.2,14).

«Επί της γης» τόν εντοπίζουν επίσης οι πατέρες της Εκκλησιάς. Ο Θεόφιλος Αντιόχειας αναφέρει ότι «ο παράδεισος γη εστί και επί της γης πεφύτευται»⁶¹. Ο ι. Χρυσόστομος θεωρεί ότι η τοποθέτηση ονόματος στο τόπο αυτό αρκεί για αποτρέψει τυχόν σκέψεις περί του «μη είναι εν τη γη τον παράδεισον αλλ’ εν τω ουρανω και μυθολογίας τινάς τοιαύτας ονειροπολείν»⁶². Παρεμφερώς εκφράζεται και ο Επιφάνιος Κύπρου ̇ «πηγή ανέβαινεν εξ Εδέμ ͘ ουκ είπεν ʿκατέβαινενʾ, ινα μη νομίσωμεν εν ουρανω είναι τον παράδεισον»⁶³. Ενώ ο Καισάριος τονίζει σαφώς «ο παράδεισος εμοί αισθητός δοκεί υπάρχειν και επι γης»⁶⁴. Σαφής είναι και η θέση του Μεθοδίου Ολύμπου ͘ «ο παράδεισος… .εκ ταύτης εστί γης προδήλως τόπος εξαίρετος ⁶⁵». Ομοίως και ο Προκόπιος Γαζαίος σημειώνει «ουκουν επι της γης ο παράδεισος» και συνεχίζει ͘ «αν αυτός δεν αποτελεί μέρος του κόσμου», τότε πώς ο Θεός τοποθέτησε εκεί «τον γήινον και πλαστόν άνθρωπον;»⁶⁶. Ανάλογη είναι και η άποψη του Μ. Βασιλείου, όπως εμφαίνεται από έναν ειδικό περί του παραδείσου λόγο του ⁶⁷, στον οποίο κατά τρόπο θαυμαστό και υπέροχο περιγράφει λεπτομερώς το κάλλος και τον πλούσιο φυσικό του διάκοσμο, ο οποίος είναι ανάλογος με το ευγενές θείο δημιούργημα, που πρόκειται να φιλοξενήσει.

Έξαλλου και η φράση «παράδεισον εν Εδέμ κατά ανατολάς» καθιστά σαφές ότι η Εδέμ ήταν τοποθεσία και όχι σύμβολο. Το ίδιο διακρίνεται και στην περιγραφή του παραδείσου στους στ. 11-14, η όποια τείνει να τον παρουσιάσει ως πραγματικό μέρος -μεγάλης εκτάσεως μάλιστα (68)- και όχι ως συμβολικό ή μυθολογικό υπαινιγμό ⁶⁹. Εκείνο πάντως που εντυπωσιάζει από την περιγραφή αυτή είναι ο ποταμός που πηγάζει από την Εδέμ, ποτίζει τον παράδεισο και διατρέχει εξερχόμενος απ’ αυτόν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει προφανώς ότι η Εδέμ αποτελεί το κέντρο του κόσμου και την πηγή της ζωής των κατοίκων του. Ανάλογο υπαινιγμό συναντούμε και στον Ωριγένη, ο οποίος αναφέρει ότι «ο παράδεισος ή ο κήπος του Κυρίου Εδέμ καλείται ͘και φασίν αυτόν μέσον είναι του κόσμου, ως κόρην οφθαλμού».⁷⁰

Σε σχέση με τη θεολογική σημασία του παραδείσου παρατηρούνται τα εξής: Ο ι. συγγραφέας, αναφερόμενος στον παράδεισο, δεν προτίθεται να παράσχει πληροφορίες για μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή της γης, που τη θεωρούσε ως τόπο κατοικίας του πρώτου ανθρώπου. Σκοπός του είναι να περιγράψει τη ζωή της ευδαιμονίας και της μακαριότητας του ανθρώπου αυτού σ΄έναν εξαίσιο και θαυμαστό τόπο, να δώσει όσο γίνεται πληρέστερα και παραστατικότερα την εικόνα της αρχικής απλότητας, αγνότητας και αθωότητάς του σ΄ ένα ιδανικό περιβάλλον, που θα του εξασφάλιζε την αρμονική σχέση του με το Θεό και την κτίση.

Συνεπώς, οποιαδήποτε προσπάθεια αναζήτησης της Εδέμ στο γεωγραφικό χάρτη της γης ή ταύτισή της με κάποια συγκεκριμένη περιοχή της είναι μάταια. Διότι εδώ έχουμε ενώπιόν μας έναν άνθρωπο, η ιδεώδης αρχέγονος κατάσταση του οποίου απαιτούσε ένα εξίσου ιδεώδες περιβάλλον για τη διαμονή και εργασία του, μη υποκείμενο ασφαλώς σε συγκεκριμένους τοπικούς περιορισμούς. Το γεγονός πάντως ότι ο παράδεισος εν μέρει μόνον προσδιορίζεται στην ορατή γη –όπως μαρτυρεί η αναφορά των γνωστών ποταμών Τίγρητος και Ευφράτου– και εν μέρει μόνον μένει απροσδιόριστος -όπως δείχνουν τα ονόματα των άγνωστων ποταμών Φισών και Γεών (Γεν.2,11) ,τα οποία δεν αντιστοιχούν στη γεωγραφία καμιάς γνωστής περιόδου- υπαινίσσεται εμμέσως πλην σαφώς ότι ο βιβλικός συγγραφέας οραματίζεται στην επίγεια μορφή του παραδείσου τον ουράνιο πνευματικό παράδεισο. Αυτός έχει ετοιμασθεί για μόνιμη κατοικία του ανθρώπου και δεν μπορεί να ταυτισθεί με κάποιο συγκεκριμένο γήινο τόπο.

Προς επίρρωσιν τούτου ο Θεόφιλος Αντιόχειας αναφέρει ότι «ο παράδεισος μέσος του κόσμου και του ουρανού γεγένηται»⁷¹, όπως ακριβώς και ο άνθρωπος ως διφυής κείται στο μεθόριό τους. Ομοίως και ο Ιω. Δαμασκηνός ⁷², φρονεί ότι, όπως ο άνθρωπος δημιουργήθηκε αισθητός και νοητός συγχρόνως, έτσι και ο παράδεισος , «το ιερώτατον τέμενος», όπως τον αποκαλεί, είναι αισθητός και νοητός συνάμα. Διευκρινίζει δε περαιτέρω ότι ο άνθρωπος διαμένει σωματικά στον αισθητό παράδεισο, αλλά ψυχικά διατρίβει στο νοερό, σ΄έναν «υπέρτερο και περικαλλέστερο τόπο», όπου συνοικεί με το Θεό, δέχεται τη χάρη του και απολαμβάνει τους γλυκείς καρπούς της θέας του. Έτσι επιτυγχάνεται η «θεια μέθεξη», η μετοχή του δηλ. στη ζωή του Θεού, η οποία δεν διαφέρει ουσιαστικά από τη γεύση των καρπών του δέντρου της ζωής. Συναφώς εκφράζεται και ο Νικήτας Στηθάτος³, ο οποίος ομιλεί «περί νοητού και αοράτου παραδείσου», του πρώτου κειμένου στην Εδέμ και του δευτέρου στο εσωτερικό του ανθρώπου.

Στην Κ. Διαθήκη, ως γνωστόν, ο παράδεισος προσλαμβάνει πνευματική έννοια και χρησιμοποιείται για το συμβολισμό της ουράνιου μακαριότητας. Υπό το πνεύμα αυτό ερμηνεύονται οι λόγοι του εσταυρωμένου Κυρίου προς τον ένα εκ των δυο ληστών ̇ «αμην λέγω σοι , σήμερον μετ΄εμού εση εν τω παραδείσω» (Λουκ.23,43). Στην αρπαγή του απ. Παύλου «έως τρίτου ουρανού», ή άλλως «εις τον παράδεισον» (Β’Κορ.12, 24) ο ουρανός συμπίπτει με τον παράδεισο. Από κοινού δεν εκφράζουν το μέγιστο πνευματικό ύψος στο οποίο μπορεί να φθάση ο άνθρωπος για να προσεγγίσει το Θεό και να μπει μέσα στο κλίμα της αιωνιότητας(74). Είναι η ανώτερη πνευματική κατάσταση, η οποία δεν μπορεί να ταυτισθεί με κάποιο συγκεκριμένο τόπο.

Πνευματική έννοια προσδίδουν στον παράδεισο και οι πατέρες της Εκκλησίας στη θεολογική σκέψη των οποίων, εκτός από συγκεκριμένος τόπος στη γη, ήταν και κατάσταση πνευματική. Η κατάσταση αυτή πριν από την τελική κρίση του Θεού αντικατοπτρίζει την ανάπαυση και πνευματική ανάψυξη των δικαίων.

Ενώ μετά την κρίση του, την ευφροσύνη που νιώθουν από τη θεωρία της θειας δόξας του και τη μετοχή τους σ΄αυτήν. Ηταν αισθητός και νοητός συγχρόνως. «Τον παράδεισον νοουμεν μεν σωματικώς, αλληγορούμεν δε και πνευματικώς», τονίζει ο Μ. Βασίλειος στο ομώνυμο έργο του⁷⁵. Επίσης ο Ιω. Δαμασκηνός υπογραμμίζει»· όπως ο άνθρωπος αισθητός άμα και νοητός δεδημιουργήται, ούτω το τούτου ιερώτατον τέμενος, αισθητόν αμα και νοητόν». Συνδέοντάς τον, κατά το παράδειγμα των Ο’, με την ετυμολογική σημασία της εβρ.λ΄edhen, τον ταυτίζουν ως ενδιαίτημα του πρώτου ανθρώπου όχι μόνο με την τέρψη και την ευχαρίστηση, που του γεννούσε το φυσικό του κάλλος, αλλά και με την κατάσταση της πνευματικής χαράς και εσωτερικής αγαλλίασης που απολάμβανε σ΄αυτόν από τη θεά της δόξας του Θεού.

Γενικά στη διδασκαλία της χριστιανικής Εκκλησίας θεωρείται ως ο τόπος της αιώνιας διαμονής των σεσωσμένων, ως η κατάσταση της αιώνιας μακαριότητας των δικαίων, οι οποίοι κατά τη μέλλουσα κρίση θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού. Ωστόσο ο παράδεισος τόσο ως τόπος όσο και ως περιεχόμενο της μακαριότητας της και ευδαιμονίας, αν και απρόσιτος στον πεπερασμένο νου του ανθρώπου , δεν παύει ν΄ αποτελεί το αντικείμενο της πίστεως και της ελπίδας του.

«Κατά ανατολάς». Η φράση δεν προσδιορίζει κάποιο συγκεκριμένο μέρος στο γεωγραφικό ορίζοντα της αρχαίας Ανατολής. Απλώς δείχνει προς την κατεύθυνση της. Συνεπώς, η Εδέμ και μετ΄αυτης ο παράδεισος βρίσκονται στ’ ανατολικά της χώρας του Ισραήλ, στην ανατολική της πλευρά, και όχι ο παράδεισος στο ανατολικό μέρος της Εδέμ. Η προσοχή πάντως του ι. συγγραφέα επικεντρώνεται όχι στον καθορισμό, γεωγραφικά , της περιοχής του παραδείσου, αλλά στην τοποθέτηση του συμβάντος σε μια απομεμακρυσμένη και άγνωστη τοποθεσία».

(Σταύρου Καλαντζάκη, «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός…» σελ. 367-375 εκδ. Πουρναρά, 2001, τα νούμερα παραπέμπουν στις πηγές που δεν αναγράφονται εδώ. Οι υπογραμμίσεις δικές μας)

«Γενηθήτω φως»

Η πρώτη ημέρα του δημιουργικού έργου του Θεού εγκαινιάζεται με τη δημιουργία του φωτός διά του λόγου του. Το φως ήταν φυσικό και απαραίτητο να προηγηθεί των λοιπών δημιουργημάτων, γιατί η ύπαρξη του θα αποτελούσε προυπόθεση γι΄αυτά. Έτσι ολόκληρη η θεία δημιουργία λαμβάνει χώρα στο φως.

Ο απόλυτος έλεγχος του Θεού πάνω στον κόσμο καθίστατε ήδη φανερός από τη λιτή, λακωνική δημιουργική εντολή «γενηθήτω φως». Η προστακτική «γενηθήτω», όπως η έννοια του ρ. γίγνομαι ( είμαι, υπάρχω) δηλώνει, καλεί το φως να λάβει ύπαρξη, ν΄αποκτήσει υπόσταση. Ο Θεός προστάζει, όχι βέβαια χρησιμοποιώντας τη φωνή του, κατά τις ανθρώπινες αναλογίες, αλλά κινούμενος καθαρά από εσωτερική διάθεση και επιθυμία. «Ο Θεός ου δείται φωνής, αρκούσης αυτώ τής βουλήσεως» (102).
Το πρόσταγμα του δεν είναι ο θείος λόγος, που «εκπέμπεται» διά του φωνητικού οργάνου, ερμηνεύουν οι πατέρες, αλλά το θείο θέλημα (103). Το πρόσταγμά του δεν είναι ο θείος λόγος, που «εκπέμπεται» διά του φωνητικού οργάνου, ερμηνεύουν οι πατέρες, αλλά το θείο θέλημα. Το πρόσταγμα αυτό προυποθέτει τη δύναμη του και αντικατοπτρίζει ουσιαστικά το δημιουργικό του έργο «το πρόσταγμα έργον ην» (104).

Με το «γενηθήτω» το φως αποσπάται αυτομάτως από το ανενεργό και σκοτεινό χάος και ενεργοποθείται από το πνεύμα του Θεού, προκειμένου να καταστεί το θεμέλιο ολόκληρης της οργανικής ζωής στον κόσμο. Διαχωρίζεται δηλ. από την πρωταρχική ύλη, εντός της οποίας τα δημιουργήματα δεν είχαν ξεχωριστή ύπαρξη και κάθε στοιχείο ήταν αδιαχώριστο από τα άλλα.

Το φως εμφανίζεται εδώ ως ένα άυλο φαινόμενο, ή ακριβέστερα σαν μια κατάσταση της ύλης, που μπορούσε να υπάρξει αυτοτελώς χωρίς τη φυσική του πηγή, τον ήλιο, ο οποίος θα δημιουργηθεί την Τετάρτη ημέρα. Γεννάται δε ευλόγως το ερώτημα, που η φυσική εμπειρία του ανθρώπου υπαγορεύει πώς εξηγείται αυτό, αφού η αίσθηση του σχετίζεται με την ύπαρξη των ουρανίων σωμάτων ως πηγής, η οποία το εκπέμπει; Ορισμένοι ερμηνευτές υποστηρίζουν ότι στη δημιουργία του «ουρανού και της γης», που προηγήθηκε (1,1), εμπερικλείονται και τα ουράνια σώματα, μεταξύ των οποίων και ο ήλιος ως πηγή του φωτός (105). Άλλοι πάλι διακρίνουν την ύπαρξη του στη λάμψη που εξέπεμπε η βιαία σύγκρουση και τριβή των στοιχείων της ύλης κατά τη διάρκεια της ενεργοποίησης και τακτοποίησής της (106).

Ανάλογο είναι επίσης και το ερώτημα, γιατί το φως δημιουργείται πρώτο μεταξύ των θείων δημιουργημάτων, συμπεριλαμβανομένου και του αστρικού συστήματος, το οποίο σχετίζεται άμεσα με την ύπαρξη του; Οι απαντήσεις που δίδονται σε αυτό συνοψίζονται στις ακόλουθες τέσσερις :
α: Η δημιουργία του φωτός προηγείται εκείνης των λοιπών δημιουργημάτων, επειδή καθιστά δυνατή τη χρονική διαδοχή εντός της οποίας τοποθετείται ο κόσμος, δηλ. το βασικό κύκλο του χρόνου και της τάξης. Ή, άλλως, με τη δημιουργία του στην αρχή του δημιουργικού έργου του Θεού τίθεται η βάση της χρονικής τάξης πρίν από την δημιουργία του «κοσμοχώρου» (107).
β: Η δημιουργία του φωτός προηγείται, αφ΄ενός μέν γιατί αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για τη ζωή, το οποίο μάλιστα σχετίζεται άμεσα με το χρόνο, και αφ΄ετέρου γιατί συμβολίζει την παρουσία του ιδίου του Θεού στον κόσμο και προοιωνίζει της εμφάνιση της ζωής.
γ: Η δημιουργία του φωτός προηγείται για πρακτικούς λόγους, αφού θ΄αποτελούσε της βάση της τάξης και της εργασίας.
δ: Για τους ανατολικούς λαούς το φως δεν συνδέεται κατ΄ανάγκη με τον ήλιο (108).

Διάφορες απόψεις διατυπώθηκαν εξάλλου και ως πρός την φύση του φωτός, το οποίο περιγράφεται ως υλικό «πλήρες μυστηρίου», ή «υπέρτατο στοιχείο», ή «λεπτότατο των στοιχειωδών δυνάμεων».
Ειδικά ο Γρηγόριος Νύσσης το χαρακτηρίζει ως «πυρός ουσία» και «φωτιστική ή πυρώδη ουσία» (109). Γενικά οι πατέρες της Εκκλησίας, αφορμώμενοι από την αντίληψη τους περί του φωτός ως φυσικού φαινομένου, σαφώς διακρινομένου απο το σκότος – όπως άλλωστε το αντιλαμβάνεται κ η Π.Διαθήκη- εισχωρούν στη μεταφορική και πνευματική του σημασία. Έτσι το αισθητό φώς της δημιουργίας, που εξαφάνισε το σκότος ερμηνεύουν ως το «νοητόν φώς» (110), το οποίο διαλύει το σκότος της πλάνης και ευφραίνει τον κόσμο, δίδοντας σ΄όλα όψη θελκτική και ευχάριστη. Σ΄αυτό διακρίνουν το «αληθινόν φώς» (111), που είναι ο ίδιος ο Θεός και το πνεύμα του «φώς γάρ ων ο Θεός»(112).
Από τα ανωτέρω αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο ι. συγγραφέας με την αναφορά του στο φως δεν εννοεί το συγκεκριμένο φυσικό φως των ουρανίων φωτεινών σωμάτων, περί των οποίων θα κάνει ειδικό λόγο παρακάτω. Εννοεί ένα αυτοτελές αρχικό φως, που διαχέεται και φωτίζει τα πάντα. Είναι δε απαραίτητο για τη ζωή, γι΄αυτό και δημιουργείται πρώτο.

Η σύγχρονη επιστήμη της αστροφυσικής, με βάση τα πορίσματα των ερευνών της για τη δημιουργία του σύμπαντος, αποφαίνεται πράγματι για την ύπαρξη ενός κοσμικού φωτός, που διαχέεται μέσω του νεφελώματος από το οποίο εξελίχθηκε το ηλιακό σύστημα.
Το διάχυτο αυτό φως κατανοείται ως η συνεχής ροή των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (ακτινοβολίας), τα οποία πέφτουν πάνω στα αντικείμενα και τα καθιστούν ορατά στον άνθρωπο. Άρα πηγή του δεν είναι ο ήλιος ή κάποιο άλλο φωτεινό σώμα – όπως ο κοινός νούς πίστευε, στηριζόμενος στη φυσική παρατήρηση -, αλλά η ατμόσφαιρα που τα περιβάλλει (113). Και τούτο διότι, όπως υποστηρίζουν οι φυσικοί, τα σώματα αυτά είναι καθαυτά σκοτεινά, ετερόφωτα και όχι αυτόφωτα.
Επομένως, υφίσταται η δυνατότητα ύπαρξης φωτός πρίν από τη δημιουργία του ηλίου, της σελήνης και των αστέρων. Ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας κατά τρόπο αξιοθαύμαστο το φαινόμενο, διακρίνει τη φύση του φωτός από το φωτεινό σώμα (114) αιώνες πολλούς πρίν την ανακάλυψη από τον A. Einstein των φωτονίων, τα οποία δημιουργούν την αίσθηση του φωτός και ορίζουν ό,τι ονομάζουμε «φώς» στην επιστήμη της Φυσικής. Άλλωστε όλες οι μορφές της ύλης τότε έμοιαζαν κατά κάποιο τρόπο με το φώς (115).

Εν κατακλείδι αυτό που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι η πρόταξη του φωτός από τη θεωρούμενη πηγή του στην τάξη της δημιουργίας δεν πρέπει να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα επιστημονικής άγνοιας του ι. συγγραφέα. Απλούστατα διότι εκείνο που θέλει να δηλώσει είναι ο Θεός ως παντοδύναμος προκάλεσε το φώς να φωτίσει τον κόσμο από μια πηγή διαφορετική απ΄αυτήν του ηλίου κατά τις πρώτες ημέρες της δημιουργίας (116).
Είναι γνωστό άλλωστε ότι η Αγία Γραφή αρχίζει (Γεν. 1,5) και τελειώνει (Αποκ.22,5) περιγράφοντας έναν κόσμο, ο οποίος δεν έχασε τη λαμπρότητα του και είναι γεμάτος με θείο φως και όχι με το φως του ηλίου(117). Φυσικά ο τρόπος σκέψης του βιβλικού συγγραφέα είναι διαφορετικός απο τη λογική ενός σύγχρονου φυσικού επιστήμονα, ο οποίος θα κατέτασσε τα δημιουργήματα σύμφωνα με τις αρχές της Φυσικής επιστήμης. Για το λόγο αυτό δεν πρέπει να γίνεται σύγκριση των βιβλικών με τα επιστημονικά δεδομένα, έχοντας υπόψη ότι, όπου τυχόν η βιβλική διήγηση ανταποκρίνεται σ΄αυτά, η ανταπόκριση αυτή είναι εντελώς συμπτωματική, αν και πλήρως επαληθευτική και ενισχυτική της θείας αποκαλύψεως. Και τούτο διότι ο κύριος σκοπός του ι. συγγραφέα είναι να εκθέσει, κινούμενος σε καθαρώς θρησκευτικό έδαφος και όχι επιστημονικό έδαφος, την πίστη του ότι το σύμπαν και ότι υπάρχει σ΄αυτό εκφράζει την επιθυμία του Θεού (118).

Είναι επίσης πολύ πιθανό να ήθελε, με την αποφυγή εξάρτησης του φωτός απο τον ήλιο, να προβεί σε μια ανοικτή διαμαρτυρία εναντίον της λατρείας του ηλίου, η οποία συνηθιζόταν τότε στον ειδωλολατρικό κόσμο. Ο Μ. Βασίλειος παρατηρεί σχετικώς ότι οι πιστοί έπρεπε να προστατευθούν και να μην ακολουθήσουν την ηλιολατρεία νομίζοντας ότι ο ήλιος αντικαθιστά το Θεό ως αρχηγός της ζωής και ζωοδότης(119). ……..
…… Ένα ερώτημα που απασχολεί τους ερμηνευτές αλλά και απλούς αναγνώστες της Βίβλου αναφορικά με τη δημιουργία των ουρανίων σωμάτων είναι τούτο: Ποιά η σχέση του ηλίου, της σελήνης και των άστρων, ως φωτεινών σωμάτων, με το φως, το οποίο είχε δημιουργηθεί πρίν από αυτά; Ή άλλως, πως ήταν δυνατόν να υπάρχει φως ήδη από την πρώτη ημέρα της Δημιουργίας, ενώ απουσίαζε ο ήλιος, η θεωρούμενη πηγή του, που δημιουργήθηκε μόλις την τέταρτη ημέρα; Την απάντηση δίδει η ίδια η βιβλική διήγηση με τη διάκριση, που κάνει μεταξύ της δημιουργίας των φορέων του φωτός ( των «φωστήρων» ) την τετάρτη ημέρα. Το φως εμφανίζεται κατ’ εντολήν του Θεού αυτοτελώς και εκπέμπεται από μια πηγή διαφορετική απ’ αυτήν του ηλίου. Ο ήλιος – όπως και τα άλλα φωτεινά σώματα- δημιουργείται μετά το φως, για ν’ αποτελέσει απλώς το φορέα του, το όχημα μεταφοράς του στον κόσμο (281).

O M. Bασίλειος κατά τρόπο αρκετά εύγλωττο αποφαίνεται επ’ αυτού· «τότε μεν ( την πρώτη ημέρα) αυτή του φωτός η φύσις παρήχθη· νυν δε (την τέταρτη ημέρα) το ηλιακόν τούτο σώμα είναι τω πρωτογόνω εκείνω φωτί παρεσκεύασται»(282)
Και συνεχίζει, παραπέμποντας στη διαφορά, που υπάρχει ομοίως μεταξύ της φωτιάς και του λύχνου, καθώς η πρώτη έχει τη δύναμη να δίδει φως, ενω ο δεύτερος κατασκευάζεται για να δείχνει το φως σ’ αυτούς που το έχουν ανάγκη (283).
Ανάλογη διάκριση κάνει και ο απ. Παύλος, απευθυνόμενος προς την Εκκλησία των Φιλίππων, μεταξύ των πιστών ανθρώπων, οι οποίοι ξεχωρίζουν μέσα στη διεστραμμένη γενεά και φαίνονται «ως φωστήρες» στον κόσμο (Φιλιπ. 2,15) και του Ιησού, που είναι ο ίδιος το «φως το αληθινόν» (Ιω. 1,9. Α΄Ιω. 2,8)

Ο Προκόπιος Γαζαίος εξηγεί περαιτέρω ότι το πρωτόγονο εκείνο άυλο φως ήταν αρχικά διάχυτο, αλλά στη συνέχεια ο Θεός το συγκέντρωσε και δημιούργησε τα φωτεινά σώματα. Δηλ. όπως ακριβώς έπραξε και με το νερό ενωρίτερα, το οποίο στην αρχή ήταν διασκορπισμένο σ’ όλη την επιφάνεια της γης, κατόπιν όμως το συγκέντρωσε σε ορισμένους χώρους και έτσι προέκυψαν οι θάλασσες, οι λίμνες, οι ποταμοί, οι πηγές κλπ. Προσθέτει μάλιστα ότι το πιο καθαρό και ευκρινές ποσόν του πρωτογόνου φωτός το διοχέτευσε στον ήλιο, ενω το υπόλοιπο το μοίρασε στα υπόλοιπα άστρα (284).

Συναφής είναι και η εξήγηση του Σεβηριανού Γαβάλων, ο οποίος βλέπει την ύπαρξη «ενός μονοειδούς» φωτός την πρώτη ημέρα, το οποίο ο Θεός διαμερίζει ως άλλος «τεχνίτης» και μοιράζει στα φωτεινά σώματα (285).
Είναι άκρως σημαντικό το γεγονός ότι στο σημείο αυτό η κοσμολογική διήγηση της Γενέσεως εναρμονίζεται, σε γενικές βεβαίωςς γραμμές, με τα επιστημονικά δεδομένα τόσο της Αστρονομίας, η οποία διακρίνει τη δημιουργία του φωτός απ΄αυτή των πλανητών, όσο και της Φυσικής, η οποία δέχεται την ύπαρξη του φωτός διά των φωτονίων πρίν απο τη δημιουργία των φωτεινών σωμάτων. (Ειδική αν’αλυση στο στ.3)
«Και είδεν ο Θεός ότι καλόν».

Είναι η γνωστή formula με την οποία ο Θεός επιδοκιμάζει και εγκρίνει το νεο κτίσμα του μετά το πέρας της δημιουργίας του (286).(Περισσότερα σχόλια στους στ.4~8~10)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
102. Προκοπίου Γαζαίου,
103. «Όταν δε φωνήν επί Θεού και ρήμα και πρόσταγμα λέγωμεν, ου διά φωνητικών οργάνων εκπεμπόμενων ψόφον..τον θείον λόγον νοούμεν, αλλά την εν θελήματι ροπήν.» (.Μ. Βασιλείου, Εις την Εξαήμερον, Β΄,7, Σ. 45Β)
«Στόμα και λαλιάν του Θεού λέγοντος, το ενδεικτικόν της βουλήσεως» (Ιω. Δαμασκηνού, Διάλογος κατά μανιχαίων, Α΄PG 94,841 πρβλ. Προκοπίου Γαζαίου, αυτόθι)
104. Μ. Βασιλείου, αυτόθι πρβλ. « θείος λόγος ςτσί το του φωτός έργον» (Γρηγορίου Νύσσης, Περί της Εξαημέρου, σ 76 Α).
105. Βλ. H. Sailhamer, “Genesis”, σ. 26. C Westermann, Genesis 1-11. A Commentary, σ. 112
106. Γρηγορίου Νύσσης, ένθ΄ανωτ., σ. 76 Α πρβλ. Ι. Φούντα, Γένεσις, Πειραιεύς 1985, σ. 50
107. C. Westermann, αυτόθι
108. D. E. Gowan, «From Eden to Babel. A. Commentary of the Book of Genesis 1-11» , ITC, Edinburgh 1988, σ.22
109. Ένθ΄ανωτ., σ. 73D και 76C πρβλ. «φωτιστική δύναμις» και «φωτιστικός λόγος» (σ.73D)
110. Ιω. Χρυσοστόμου, Εις την Γένεσιν, ομιλ 3, σ. 34 πρβλ. Μ. Βασιλείου, Εις την Εξαήμερον, Β΄7, σ. 44C
111. Γρηγορίου Νύσσης, ένθ΄ανωτ., σ.81Β. Μ. Βασιλείου, ένθ΄ανωτ., Β΄, 8, σ. 52Β.
112. Προκοπίου Γαζαίου, ένθ΄ανωτ., σ. 61C πρβλ. «έσται σοι Κύριος φως αιώνιον» (Ης. 60,19) «εγώ ειμι το φως του κόσμου» (Ιω. 8,12). Ιω. 1,4. Α’ Τιμ. 6,16 κ.α.
113. C. F. Keil – F. Delitzsch, «The First Book of Moses (Genesis)», σ.49
114. «Τότε μεν γαρ αυτή του φωτός η φύσις παρήχθη, νυν δε το ηλιακόν τούτο σώμα όχημα είναι τω προτογόνω εκείνω φωτί παρεσκεύασται» (Εις την Εξαήμερον, ΣΤ’, 2, Σ. 121 Α)
115. Τα φωτόνια είναι στοιχειώδη ποσά ενέργειας, που εκπέμπονται η απορροφούνται από τα άτομα της ύλης και καλούνται κβάντα φωτός. Αφού υπήρχαν τα φωτόνια, τότε πως δικαιολογείται το σκοτάδι, διερωτάται κανείς; Πρόσφατες έρευνες απέδειξαν ότι πράγματι το σύμπαν στην αρχή ήταν αδιαφανές και σκοτεινό. Βαθμιαία όμως διαστελλόταν και μαζί του μεγάλωνε και το μήκος κύματος του πρώτου εκείνου φωτός, το οποίο αρχικά ήταν εκτυφλωτικό και ερχόταν, όπως και σήμερα, από παντού. Βαθμιαία έγινε ερυθρό, αργότερα υπέρυθρο, ώσπου έφυγε εντελώς απο την πτική περιοχή. Γι’ αυτό δεν το βλέπουμε, αλλά το μετρούμε. (E. Kolb – M. Turner, The Early Universe. Frontiers in Physics, Callifornia 1990, σ. 80, Γ. Γούναρη, ένθ’ ανωτ., σ.119-120)
116. V. P. Hamilton, «The Book of Genesis. Chapters 1-17», σ. 121
117. «Ουκ έχουσιν χρείαν φωτός λύχνου και φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Υεός φωτίσει επ’ αυτούς» (Αποκ. 22,5). Ο Καλβίνος, σε σχόλιο του σχετικό με την ύπαρξη του φωτός χωρίς τον ήλιο, σημειώνει ότι ο «Κύρος από την αρχή της δημιουργίας μαρτυρεί ότι κρατεί στα χέρια του το φως, το οποίο μπορεί να μεταδώσει σε μας χωρίς τον ήλιο» (Commentaries on the First of Moses called Genesis, μεταφρ. J. King, τόμ. 2 {Grand Rapids: Eerdmans, ανατ, 1948} 1:76).
118. C. A. Simpson (INTR.-EXEG.), «The Book of Genesis», σ.468, Το φως ως πρώτο δημιούργημα απαντά και σε εξωβιβλικές κοσμολογίες και κυρίως των ινδών, βαβυλωνίων, ελλήνων και φοινίκων. Διαφέρει όμως απο το φως της βιβίκής διήγησης, διότι, ενώ το εξωβιβλικό συνιστά απλώς προυπόθεση της κοσμικής τάξης, το βιβλικό, πέραν αυτού, καθορίζει τα πλαίσια εντός των οποίων λαμβάνει χώρα η εξαήμερη δημιουργία και κατευθύνει την πορεία της τάξης του κόσμου από την αρχή ως το τέλος της (αυτόθι, σ. 469. C. Westermann, ένθ’ ανωτ., σ. 112)
119. Ένθ’ ανωτ,. Ε’,1, σ. 96ΑΒ……………
281 «Πρώτον μέν ο δημιουργός απλούν φως κατεσκεύασεν, ο δη και ημέραν εκάλεσεν, έπειτα τον ήλιον εκ του πυρός και φωτός συγκείμενον» (Ευσταθίου Αντιοχείας, Υπόμνημα εις την Εξαήμερον, PG 18,717 B).
282 Ένθ΄ανωτ., ΣΤ΄,2, σ. 121 Α πρβλ. «τούτο το ηλιακόν φως, όχημα εκείνω τω φωτί τω προτογόνω παρεσκεύασται» (Ευσταθίου Αντιοχείας, αυτόθι).
283 «Ως γαρ άλλο το πυρ και άλλο ο λύχνος. Το μεν την του φωτίζειν δύναμιν έχον, το δε παραφαίνειν τοις δεομένοις πεποιημένον, ούτω και τω καθαροτάτω εείνω και ευκρινεί και αύλω φωτί όχημα νυν οι φωστήρες παρεσκευάσθησαν» (αυτόθι)
284 Εις την Γένεσιν ερμηνεία, σ.88BC
285 «Το φως,εν υπάρχον, μονοειδές, κατατεμών ο τεχνίτης, εμέρισεν εις ήλιον και σελήνην και άστρα» (ένθ’ ανωτ.,σ.449)
286 Πέραν αυτού η φράση εμπεριέχει από μια άποψη και τη σημασία του κλασικού χαρακτηρισμού του «καλού καγαθού» (Κ.Βλάχου, «Η αφετηρία της Γενέσεως. Συνοπτική θεώρησις της κοσμολογίας και ανθρωπολογίας του βιβλίου της Γενέσως», Ββιβλικά Α΄,Αθήναι 1993, σ.68)

(Σταύρου Καλαντζάκη, «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός…», Εκδ. Πουρναρά, σελ. 102-109 & 203-206)

Σελίδα 1 από 4

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (173) Αγάπη Θεού (46) αγάπη σε Θεό (11) αγάπη σε Χριστό (39) άγγελοι (8) Αγία Γραφή (47) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (8) άγιοι (13) άγιος (74) αγνότητα (7) άγχος (11) αγώνας (57) αγώνας πνευματικός (19) αθεΐα (81) αιρέσεις (63) αλήθεια (19) αμαρτία (55) Αμβρόσιος άγιος (1) Ανάσταση (63) ανασταση νεκρών (3) ανθρώπινες σχέσεις (129) άνθρωπος (17) αντίχριστος (6) αξιώματα (3) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (53) ασθένεια (14) άσκηση (2) αστρολογία (1) αυτογνωσία (45) Β Παρουσία (9) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (3) βιοηθική (4) γάμος (35) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (27) γνώση (5) γονείς (36) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (7) δάκρυα (3) δάσκαλος (9) Δεύτερη Παρουσία (3) Δημιουργία (37) διάβολος (43) διάκριση (40) διάλογος (2) δικαιοσύνη (2) Δογματικα Θέματα (5) Δωρόθεος αββάς (5) εγωισμός (87) εικόνες (16) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (52) Εκκλησιαστική Ιστορία (11) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (13) ελευθερία (11) Ελλάδα (14) ελπίδα (13) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (64) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (3) επάγγελμα (4) επιστήμη (58) εργασία (26) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (37) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (56) ευγένεια (4) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (21) ευχαριστία (5) ζώα (13) ηθική (5) ησυχία (4) θάνατος (87) θάρρος (13) θαύμα (62) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (40) Θεία Λειτουργία (37) θεία Πρόνοια (2) θέληση (4) θεολογία (6) Θεός (6) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (96) θρησκείες (6) θυμός (30) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (2) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (15) ιερέας (41) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (4) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (7) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (18) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (8) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (34) καταναλωτισμός (1) κήρυγμα (2) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (76) κόλαση (8) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (2) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (41) λείψανα (2) λογισμοί (22) λύπη (1) μαγεία (5) μάρτυρες (5) μελέτη (4) μετά θάνατον (26) μετά θάνατον ζωή (24) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (60) μητέρα (8) μίσος (1) μνημόσυνα (3) μοναξιά (10) μοναχισμός (9) μόρφωση (9) μουσική (2) Ναός (2) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (10) Νικόλαος Άγιος (2) νους (8) οικονομία (2) Οικουμενισμός (2) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (48) πάθη (25) πάθος (2) παιδεία (7) παιδιά (16) Παΐσιος Όσιος (8) Παλαιά Διαθήκη (1) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (5) παλαιοημερολογίτες (4) Παναγία (57) Παπαδόπουλος Στυλιανός (1) παράδειγμα (5) Παράδεισος (38) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (12) πατρίδα (4) Πεντηκοστή (4) πίστη (145) πλούτος (11) πνευματική ζωή (53) πνευματικός πατέρας (13) πνευματισμός (8) ποίηση (11) πόλεμος (13) πολιτική (9) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (1) Πορφύριος Όσιος (22) Πρόνοια (3) Πρόνοια Θεία (39) προορισμός (6) προσε (1) προσευχή (122) προσοχή (2) προτεσταντισμός (17) προφητείες (1) ραθυμία (2) Ρωμαιοκαθολικισμός (12) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (18) Σταυρός (25) Σταύρωση (11) συγχώρηση (4) σχίσμα (1) σώμα (2) ταπεινοφροσύνη (54) ταπείνωση (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (3) υπακοή (7) υπαρξιακά (31) υποκρισία (1) υπομονή (36) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (9) φιλοσοφία (7) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (16) χαρά (23) χάρις θεία (9) χαρίσματα (1) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (2) χριστιανός (19) Χριστός (9) Χριστούγεννα (32) χρόνος (13) ψεύδος (8) ψυχή (57) ψυχολογία (12)