Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
Κείμενα (blog) - Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Ο πραγματικός χρόνος υπηρεσίας

Κάποιος νεαρός παρουσιάζεται σε μια επιχείρησι και ζήτα να τον προσλάβουν υπάλληλο.
Ο διευθυντής εξετάζει τα χαρτιά, που του έδωσε ο υποψήφιος, και παίρνει στο τηλέφωνο την επιχείρησι όπου ο νέος εργαζόταν προηγουμένως.
— Πόσον καιρό εργάσθηκε σε σας ο κ. X; ρωτά.
— Μερικές ώρες, του απαντούν.
— Μα πώς! κάνει έκπληκτος ο διευθυντής. Εδώ, το πιστοποιητικόν που του δώσατε, αναφέρει τρία χρόνια.
— Το πιστοποιητικό μίλα για το χρονικό διάστημα που ήταν υπάλληλος κι όχι για εκείνο που εργάσθηκε ήταν η απάντησις.
«Είμαι χριστιανός όσο ζω χριστιανικά κι όχι απλώς όσο ζω»
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο933)

Η εσωτερική πραγματικότης
Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης αναφέρει το εξής χαριτωμένο επεισόδιο. Κάποιος είχε γυμνάσει ένα πίθηκο να χορεύη και να φέρεται σαν άνθρωπος.

Τον είχε ντύσει με φορεσιά αριστοκράτου και του είχε βάλει και μια ανθρώπινη μάσκα. Όλοι βλέποντας τον πίθηκο να χορεύη, νόμιζαν πώς ήταν ένα μικρό ανθρωπάκι. Κάποιος όμως από τους θεατάς είπε: Τώρα θα δήτε ότι δεν πρόκειται παρά για ένα πίθηκο. Του πέταξε στη σκηνή αμύγδαλα και το ζώο, παρατώντας τους χορούς και σχίζοντας τη μάσκα που το εμπόδιζε, ώρμησε στ’ αμύγδαλα κι άρχισε να τρώη.

Κι ο άγιος Γρηγόριος καταλήγει: «Έτσι κι οι υποκριταί˙ μόλις παρουσιαστή το συμφέρον ξεχνούν τον επιφανειακό τους ανθρωπισμό κι αποδεικνύονται κτήνη».
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο453)

«Άλας της γης» (Ματθ. ε' 13)
— Γιατί ο Χριστός είπε στους μαθητάς του ότι πρέπει να είναι το «άλας της γης»; ρώτησε η καθηγήτρια τα παιδιά.
Πολλές Απαντήσεις δόθηκαν στο ερώτημα αυτό. Είπαν ότι οι Χριστιανοί πρέπει να νοστιμίζουν την ανθρώπινη ζωή. Είπαν ότι οι Χριστιανοί πρέπει να προφυλάξουν την κοινωνία από την σαπίλα της αμαρτίας... Σε μια στιγμή όμως, μια μαθήτρια πετάχθηκε και είπε:
— Και κάτι άλλο, κυρία. Το αλάτι προκαλεί την δίψα...
Πράγματι, η ζωή του Χριστιανού πρέπει να είναι τόσο χαρούμενη και ζηλευτή, που οι άλλοι άνθρωποι να την ποθούν και διψώντας την να έρχωνται στο Χριστό.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο877)

Κόλασις. (Χρυσοστομικό λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη)
μοναξιά αφόρητη  (Ε.Π.Ε. 8α,294)
Ο Αβραάμ δεν έστειλε με το Λάζαρο στον πλούσιο της κολάσεως τη δροσιά που ζήτησε, όχι διότι μια σταγόνα θα στοίχιζε σε τίποτε την αστείρευτη πηγή του παραδείσου, αλλά διότι η σταγόνα της ελεημοσύνης δεν ανακατεύεται με τη σκληρότητα. Επειδή, λοιπόν, ο Λάζαρος στον καιρό των αγώνων καταφρονήθηκε, γι’ αυτό κατά τον καιρό της αμοιβής κρίθηκε άξιος αιώνιας παρηγοριάς.

μετάνοια εκεί ανενέργητη (Ε.Π.Ε. 8α,294)

Τότε, τον καιρό της κολάσεως, θα θυμηθής τα λόγια μου (περί ελεημοσύνης) . Αλλά ποιό θα είναι το όφελος για σένα; Κανένα. Και εκείνος, ο πλούσιος της παραβολής, το θυμήθηκε εκεί και ζητούσε δυνατότητα μετανοίας, αλλά τίποτα δεν κέρδισε.

αποστροφή του προσώπου του Θεού (Ε.Π.Ε. 10,104)
Και μύριες κολάσεις να προσθέση κανείς, δεν μπορεί να δείξη πόσο τραγικό είναι να εκπέσουμε από την αιώνια δόξα του παραδείσου. Ανυπόφορο το «Δεν σας ξέρω» (Ματθ. κε' 12), το να κατηγορηθούμε ότι Τον είδαμε να πεινάη και δεν Του δώσαμε να φάη (Ματθ. κε' 42). Προτιμότερο να μας έρριχνε μύριους κεραυνούς, παρά να δούμε να αποστρέφη από μας εκείνο το ήμερο πρόσωπό Του, εκείνο το γαλήνιο βλέμμα Του.

άσβεστη φωτιά (Ε.Π.Ε. 10,622)
Τί χειρότερο υπάρχει απ' αυτή τη βάσανο; Τί χειρότερο από τα τραύματα, που έχουν μέσα τους; Τί χειρότερο από το καμίνι, που καίει αιώνια και από τη φλόγα που δεν σβήνει ποτέ;

να την αποφύγουμε  (Ε.Π.Ε. 11,170)
Να έχουμε πάντοτε ζωηρό στη μνήμη μας το φόβο των κολαστηρίων, ώστε να αποφύγουμε την κολαστική πραγματικότητα και να απολαύσουμε τα αιώνια αγαθά.

για όποιον δεν πράττει το αγαθό (Ε.Π.Ε. 12,92)
Κατάλαβες; Όχι μόνο όποιος κλέβει και είναι πλεονέκτης, ούτε μόνο όποιος εργάζεται τα κακά, αλλά και όποιος δεν επιτελεί αγαθά έργα κολάζεται στη φρικτή κόλασι.

με τίποτε δεν βγαίνεις (Ε.Π.Ε. 12,662)
Εκείνος, που μια φορά θα πέση στην κόλασι, εκεί θα μείνη δια παντός. Και δεν υπάρχει κανένας να μας βγάλη από την κόλασι, ούτε πατέρας, ούτε μητέρα, ούτε αδελφός. Διότι μια μόνο προστασία υπάρχει, όταν ταξιδεύσουμε για την άλλη ζωή: τα καλά έργα. Μόνο αυτά θα μας συνοδεύσουν. Όποιος στερείται καλών έργων, δυνατότητα να σωθή με άλλο τρόπο δεν έχει.

για τους... ακόλαστους!  (Ε.Π.Ε. 16β,416-418)
Όποιο άλλο αμάρτημα κι αν αναφέρης, δεν είναι ισάξιο ισότιμο με τη διαστροφή. Αν οι δράστες της αισθάνονταν τί παθαίνουν, θα προτιμούσαν χίλιους θανάτους, παρά να πάθουν ό,τι θα πάθουν... Να όμως, που με λύσσα επιδιώκουν ακόμα βρωμερότερα. Μεταβάλλουν τη φύσι τους. Γίνονται γυναίκες, ενώ παραμένουν και άνδρες, ή μάλλον ούτε το ένα είναι ούτε το άλλο... Αν κοροϊδεύης τη φωτιά της κολάσεως, που σου παρουσιάζω, όμως θυμήσου τη φωτιά των Σοδόμων. Είδαμε και στην παρούσα ζωή τιμωρίες των διεστραμμένων, κόλασι πριν από την κόλασι.

καμμιά τιμωρία με τη συγχώρησι  (Ε.Π.Ε. 16β,582)
Όπου υπάρχει χάρις, εκεί υπάρχει και συγχώρησις των αμαρτιών μας. Όπου συγχώρησις, καμμία τιμωρία. Όταν έχη καταργηθή η τιμωρία και επέρχεται η δικαίωσις από την πίστι, τότε τίποτε δεν εμποδίζει να γίνουμε κληρονόμοι της υποσχέσεως του Θεού.

πριν από την κόλασι   (Ε.Π.Ε. 17,60)
Εξηγεί ο απόστολος Παύλος πόσο εύκολος είναι ο αγώνας, λέγοντας το εξής: Δεν ξέρετε, ότι σ' όποιον προσφέρετε τους εαυτούς σας δούλους, γίνεστε δούλοι σ' αυτόν που υπακούετε, δηλαδή οι δούλοι της αμαρτίας θα καταλήξουν στο θάνατο, οι δούλοι της υπακοής του Θεού θα καταλήξουν στη δικαίωσι; Δεν μιλάω ακόμα για τη γέεννα, λέει ο απόστολος Παύλος, ούτε για εκείνη τη μεγάλη κόλασι, αλλά για την εδώ ντροπή, όταν γίνεστε δούλοι της αμαρτίας, και μάλιστα με τη θέλησί σας, και μάλιστα με τέτοιο μισθό, που θα σας κάνη να πεθάνετε τον αιώνιο θάνατο.

αθάνατος  (Ε.Π.Ε. 17,62)
Αναφέρει και των δύο (και της αμαρτίας και της αρετής) τις αμοιβές: τη δικαίωσι και το θάνατο. Θάνατο όχι τέτοιον, αλλά πολύ φοβερότερο. Διότι, αν δεν πεθάνη ο Χριστός, ποιός θα εξαφανίση το θάνατο εκείνο; Κανένας. Επομένως κατ’ ανάγκη θα κολαζώμαστε και θα τιμωρούμαστε για πάντα. Τότε δεν συμβαίνει ο φυσικός θάνατος, που ξεκουράζει το σώμα και το χωρίζει από την ψυχή. Συμβαίνει κάτι απείρως φοβερότερο.

δεν ευθύνεται ο Θεός   (Ε.Π.Ε. 17,300)
Να μη ζητάς λοιπόν, ευθύνες από το Δημιουργό, ούτε να ρωτάς γιατί ο ένας στεφανώθηκε κι ο άλλος τιμωρήθηκε. Διότι γνωρίζει με ακρίβεια πώς να ενεργή.

την προκαλεί η κενοδοξία   (Ε.Π.Ε. 17,338)
Όχι μόνο χρήματα, αλλ’ η φωτιά τούτη, της κενοδοξίας, κατατρώει και ψυχές. Και προκαλεί όχι μόνο τον παρόντα, αλλά και τον μελλοντικό θάνατο. Διότι μητέρα της φρικτής γέεννας είναι η κενοδοξία, που ανάβει φοβερά τη φωτιά της κολάσεως και τρέφει το φαρμακερό σκουλήκι.

δεν υπάρχει;  (Ε.Π.Ε. 17,574)
Λέτε: Είναι φιλάνθρωπος ο Θεός, και γι' αυτό δεν τιμωρεί. Δηλαδή, αν κολάση τους ασεβείς, δεν θα είναι για σας φιλάνθρωπος; Βλέπετε σε τι βλάσφημα λόγια σας οδηγεί ο διάβολος; Λοιπόν, ρωτάω: Οι μοναχοί, που πήγαν στα βουνά και επέδειξαν πάρα πολύ μεγάλη άσκησι, θα φύγουν απ’ αυτό τον κόσμο αστεφάνωτοι; Αν δεν τιμωρούνται οι κακοί και δεν υπάρχη για κανέναν ανταπόδοσις, τότε θα πη κάποιος, ότι ούτε οι αγαθοί βραβεύονται. Ναι, λένε (απερίσκεπτα), διότι αυτό αρμόζει στον Θεό, να υπάρχη μόνο βασιλεία˙ να μην υπάρχη κόλασις! Δηλαδή, ο πόρνος και ο μοιχός και όποιος έκανε άπειρα κακά, θα απολαύση τα ίδια μ' εκείνον που αγωνίστηκε και επέδειξε σωφροσύνη και αγιότητα; Το ίδιο τέλος περιμένει ένα Παύλο κι ένα Νέρωνα; ’Η μάλλον, τον Παύλο και το διάβολο;

για τον αντίχριστο και το διάβολο   (Ε.Π.Ε. 17,712)
Τίποτε, λοιπόν, δεν θα πάθη ο Νέρωνας; Τίποτα δεν θα πάθη ο αντίχριστος; Τίποτε δεν θα πάθη ο διάβολος; Λοιπόν, πάντοτε θα υπάρχουν ο αντίχριστος και ο διάβολος; Και φυσικά δεν πρόκειται να σταματήσουν το κακό, αφού δεν κολάζονται!... Γιατί όμως παίζεις με πράγματα, που δεν επιτρέπεται να παίζη κανείς; Γιατί εξαπατάς τον εαυτό σου παραλογιζόμενος; Γιατί μάχεσαι εναντίον της φιλανθρωπίας του Θεού;

ατέλειωτη   (Ε.Π.Ε. 18,242έξ.)
Γνωρίζω, ότι τρέμετε και παραλύετε, σαν ακούτε στο κήρυγμα για την κόλα σι. Αλλά τι να κάνω; Για το ότι δεν έχει τέλος η φωτιά της κολάσεως, αποφάνθηκε και ο Χριστός. Και ο Παύλος επίσης τόνισε, ότι η κόλασις είναι αιώνιος και ότι οι αμαρτωλοί θα τιμωρηθούν με αιώνιο όλεθρο.

μόνο μία;  (Ε.Π.Ε. 18,614)
Όταν ο Θεός λέη, «δώσε ελεημοσύνη και θα σου δώσω τη βασιλεία των ουρανών», δεν ακούς. Για το Διάβολο όμως, που σου δείχνει (στο θέατρο) ένα καρφωμένο κεφάλι, είσαι γενναιόδωρος. Ρωτάς ακόμα, γιατί υπάρχει κόλασις; Μη ρωτάς, αν υπάρχη κόλασις. Να ρωτάς, πως υπάρχει μια μόνο κόλασις. Διότι πόσων κολάσεων άξιοι είναι όσοι συγκροτούν αυτό το άγριο και σκληρό θέατρο και γελάνε για πράγματα που θα έπρεπε να κλαίνε, και εκείνοι και σεις οι ίδιοι, και μάλιστα σεις που επιτρέπετε να γίνωνται τέτοιες ασχήμιες.

μέλλοντος και παρελθόντος  (Ε.Π.Ε. 18α,52) 
Επειδή πολλοί δεν πιστεύουν στα περί κολάσεως λόγια του Ευαγγελίου και ισχυρίζονται ότι δεν έχουν δει την κόλασι, αφού δεν είναι παρούσα, γι’ αυτό ο Θεός δείχνει από όσα ήδη έχουν γίνει, ότι τιμωρεί όσους αμετανόητα αμαρτάνουν, όσο κι αν τους είχε ευεργετήσει χιλιάδες φορές (τους Εβραίους στην έρημο). Σαν να λέη: Κι αν δεν πιστεύετε όσα αναφέρονται στα μέλλοντα, όμως δεν γίνεται να μη πιστεύετε όσα ήδη έχουν γίνει.

τιμωρία αιώνια  (Ε.Π.Ε. 18α,58-60)
Τότε δεν θα είναι τέτοιου είδους οι τιμωρίες, ώστε και να τελειώνουν και να εξαφανίζωνται. Οι τιμωρίες τότε θα είναι αιώνια κόλασις.

εισιτήριο γι’ αυτήν  (Ε.Π.Ε. 18α,702)
Βρώμικες πράξεις δεν επιτρέπουν την είσοδο στη βασιλεία των ουρανών.

με τίποτε δεν βγαίνεις  (Ε.Π.Ε. 18α,714)
Κι αν ακόμα έχης πατέρα ή γυιό ή φίλο ή οποιονδήποτε άλλον με παρρησία προς το Θεό, κανένας δεν μπορεί να σε απαλ λάξη από τα βάσανα της κολάσεως, αν τα έργα σου σε προδίδουν. Διότι τέτοιο είναι το αιώνιο δικαστήριο: Δικάζει μόνο από τις πράξεις μας, και διαφορετικά εκεί δεν γίνεται να σωθής. Κι αυτά τα λέω όχι για να σας λυπήσω, όχι για να σας οδηγήσω σε απόγνωσι, αλλά για να μην εξαπατάστε με μάταιες και κρύες ελπίδες. Μπορεί, δηλαδή, να ελπίζουμε στον τάδε και στον τάδε και να αμελούμε τη δική μας αρετή.

ατέλειωτη   (Ε.Π.Ε. 19,266)
Ο πλούσιος και ο Λάζαρος, δυο πρόσωπα, που βλέπουμε στη γνωστή παραβολή (Λουκ. ιστ' 19-31). Ο ένας απήλαυσε τα παρόντα, ο άλλος τα μέλλοντα. Νομίζεις, ότι είναι το ίδιο πράγμα, το να τιμωρήται κάποιος όλο το χρόνο, με το να πεινάη λίγη ώρα; Το να υποφέρη σωματικά από κάποια αρρώστια, με το να κατακαίεται ανελέητα το αθάνατο σώμα του; Τ ο να στεφανώνεται και ν' απολαμβάνη αθάνατα τη θεία ευφροσύνη, υστέρα από σύντομη εδώ αρρώστια, με το να βασανίζεται αιώνια, μετά από μια σύντομη εδώ απόλαυσι;

βοήθεια στην κόλασι δεν γίνεται  (Ε.Π.Ε. 19,270)
Κανένας δεν θα μπορέση να μας σώση κατ’ εκείνο τον καιρό, ούτε αδελφός, ούτε πατέρας, ούτε γυιός ούτε φίλος ούτε συγγενής, ούτε άλλος κανένας. Αν προδοθούμε οι ίδιοι από τα έργα μας, όλοι θα φύγουν, και θα χαθούμε κι εμείς οπωσδήποτε. Σε πόσους θρήνους ξέσπασε εκείνος ο πλούσιος της παραβολής; Πώς παρακάλεσε τον πατριάρχη Αβραάμ; Πώς ζήτησε να σταλή ο Λάζαρος; Και όμως! Τί είπε ο Αβραάμ; «Υπάρχει αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα σε σας και σε μας, ώστε και εκείνοι που θα ήθελαν, δεν μπορούν να περάσουν από κει εδώ κι από δω εκεί».

σε σύγκρισι με τον παράδεισο!  (Ε.Π.Ε. 19,272)
Όσους κόπους και πόνους κι αν αναφέ ρης και δοκιμασίες, τίποτε δεν είναι όλα αυτά μπροστά στα μελλοντικά αγαθά. Τί; Τα βασανιστήρια της φωτιάς και του σιδήρου και των θηρίων κι άλλων ακόμα πιο φοβερών; Όλα αυτά τα μαρτύρια είναι σκιά μπροστά στα βασανιστήρια της κολάσεως. Τα μαρτύρια για την πίστι, όταν μάλιστα πέσουν κατά πάνω μας με σφοδρότητα, τότε γίνονται πιο ελαφρά, αφού μας παρέχουν γρήγορα την απαλλαγή˙ το σώμα δεν αντέχει πολύ ούτε στη σφοδρότητα ούτε στην επιμήκυνσι της τιμωρίας. Στην αιωνιότητα όμως δεν συμβαίνει το ίδιο. Συνυπάρχουν και τα δυο. Συνυπάρχουν και η αιώνια παράτασις και η υπερβολή, τόσο στα αγαθά του παραδείσου, όσο και στα κακά της κολάσεως.

αιώνιος   (Ε.Π.Ε. 19,272)
Οι εδώ τιμωρίες είναι πρόσκαιρες. Ενώ εκεί, το σκουλήκι δεν πεθαίνει, η φωτιά δεν σβήνει, γιατί το σώμα θα είναι άφθαρτο. Αλλ’ εύχομαι να μην αποκτήσουμε πείρα της κολάσεως... Πόσα τότε θα πούμε κατηγορώντας τους εαυτούς μας; Πόσο θα θρηνήσουμε; Πόσο θα κλάψου με; Αλλ’ όμως το όφελος μηδέν.

και φτωχός και πλούσιος  (Ε.Π.Ε. 19,376)
Και πολλοί φτωχοί θα πάνε στην κόλασι, αλλά και πολλοί πλούσιοι θ' απολαύσουν τα απερίγραπτα του παραδείσου αγαθά. Συνήθως βέβαια συμβαίνει το αντίθετο. Οι πλούσιοι, που σώζονται είναι λίγοι, ενώ οι φτωχοί πολλοί. Σκέψου καλά τα εμπόδια του πλούτου, αλλά και τα αρνητικά της φτώχειας. Ποιο το μειονέκτημα της φτώχειας; Το ψέμα. Ποιό του πλούτου; Η υπερηφάνεια, η μητέρα όλων των κακών.

από μας εξαρτάται  (Ε.Π.Ε. 19,568)
Θα έρθη καιρός, που δεν θα μπορούμε πια να παίζουμε (με την αμαρτία). Διότι οπωσδήποτε όλοι θα πεθάνουμε, οπωσδήποτε όλοι θα αναστηθούμε, οπωσδήποτε όλοι θα κριθούμε, και θα κολασθούμε. 'Η, μάλλον, αυτό το τελευταίο δεν είναι απαραίτητο να γίνη, αν βέβαια θέλουμε. Για τα τρία πρώτα, το θάνατο, την ανάστασι και την κρίσι, την εξουσία δεν την έχουμε εμείς, αλλ’ ο Κύριός μας. Το να κολαστούμε όμως ή όχι, αυτό είναι θέμα δικό μας. Αν θέλουμε, κάνουμε αδύνατη για μας την κόλασι. Και αν ακόμα πράξαμε μυριάδες αμαρτήματα, είναι δυνατόν να σωθούμε, όσο καιρό είμαστε ακόμα εδώ.

καρπός της αμετανοησίας μας  (Ε.Π.Ε. 19,574)
Αν φτάσουμε στην κόλασι, κουβαλώντας το βαρύ φορτίο των αμαρτημάτων μας, θα προσφέρουμε τροφή πολλή στη φωτιά και άφθονο φαΐ στα σκουλήκια.

η μνήμη της φάρμακο σωτηρίας  (Ε.Π.Ε. 23,34)
Αν πάντοτε σκεπτώμαστε τη γέεννα, δεν θα πέσουμε εύκολα σ' αυτήν. Γι’ αυτό και ο Θεός μας απείλησε με κόλασι. Αν η σκέψις γι’ αυτήν δεν είχε κάποιο κέρδος, δεν θα μας την παρουσίαζε ως απειλή ο Θεός. Επειδή όμως η μνήμη της μπορεί πολύ να ωφελήση, γι’ αυτό, σαν κάποιο σωτήριο φάρμακο, εγκατέστησε ο Θεός μέσα στις ψυχές μας την απειλή της.

φοβερή η λέξις  (Ε.Π.Ε. 23,36)
Φοβάσαι τη βαρύτητα των λέξεων; Και λοιπόν; Νομίζεις, ότι, αν σιωπήσης, θα έχη σβήσει η φωτιά της κολάσεως; ‘Η, αν συ μιλήσης, θα έχη ανάψει; Είτε μιλάς, είτε δεν μιλάς για την κόλασι, οπωσδήποτε το καζάνι βράζει. Μίλα συνεχώς για την κόλασι, για να μη πέσης σ’ αυτήν.

μη την καταφρονής!  (Ε.Π.Ε. 23,36)
Όποιος έχει συνεχώς μπροστά στα μάτια του την κόλασι, δεν θα βρεθή στην κόλασι. Όποιος όμως καταφρονεί την ύπαρξι της κολάσεως, αυτός δεν θα την αποφύγη.

φόβος της από την παιδική ηλικία  (Ε.Π.Ε. 23,40)
Παρακαλώ, από το χρόνο του θηλασμού τα παιδιά να μη τα συνηθίζουμε σε παραμύθια, που λένε οι γριές, αλλά να τα μαθαίνουμε ότι υπάρχει μέλλουσα κρίσις. Να ριζώσουμε μέσα τους την πεποίθησι, ότι υπάρχει κόλασις. Αν ριζωθή ο φόβος της κολάσεως μέσα τους, μεγάλη η ωφέλεια. Η ψυχή, που έμαθε από την πρώτη ηλικία να συνταράσσεται με την προσδοκία της κρίσεως, δεν θα αποβάλη εύκολα αυτό το φόβο. Και σαν κάποιο άλογο, πειθαρχικό στα χαλινάρια, θα βαδίζη σωστά και θα μιλάη πάντοτε τα χρήσιμα.

λόγος περί αυτής  (Ε.Π.Ε. 23,42)
Ας μην αποφεύγουμε να μιλάμε για την κόλασι, ώστε ν’ αποφύγουμε την ίδια την κόλασι. Ας μην αποφεύγουμε τη μνήμη της κολάσεως, για να μη κολαστούμε.

όχι πρόσκαιρη, αλλ’ αιώνια  (Ε.Π.Ε. 23,46)
Εξωραΐζουν μερικοί την κόλασι. Δεν είναι δα- λένε- και τόσο φοβερή! Είναι πιο ήμερη κατάστασις από ό,τι σαν απειλή παρουσιάζεται! Είναι πρόσκαιρη, δεν είναι αιώνια. Και πολλά τέτοια σκέπτονται.

αιώνιος  (Ε.Π.Ε. 24,62)
Οι παράλογοι μεν ηδονές της ζωής αυτής καθόλου δεν διαφέρουν από τις σκιές και τα όνειρα. Προτού να ολοκληρωθή η αμαρτία, σβήνει η ηδονή. Η τιμωρία όμως, που θα επιβληθή γι' αυτήν, δεν θα έχη ποτέ τέλος. Το μεν ευχάριστο της αμαρτίας είναι σύντομο, ενώ η φρικτή λύπη της είναι αιώνια.

θηρίο, που κατατρώει  (Ε.Π.Ε. 25,826)
Όπως ακριβώς ένα θηρίο που είναι εξαγριωμένο, δεν ησυχάζει μέχρι να συλλάβη κάποιον και να τον κατασπαράξη, έτσι και η φωτιά της κολάσεως.

πριν από την κόλασι  (Ε.Π.Ε. 25,436)
Πώς νοιώθει ο αμετανόητος; Τριγυρνά κουβαλώντας τον κατήγορό του, τη βαρειά του συνείδησι, όντας ο ίδιος αυτοκατάκριτος. Δεν μπορεί ούτε στιγμή να ηρεμήση. Ζη την τραγωδία του Κάϊν. Στενάζει και τρέμει πάνω στη γη. Κι ενώ κανένας δεν ξέρει κάτι, αυτός μέσα του έχει συγκεντρωμένη τη φωτιά που τον καίει πάντοτε.

θέσις χωρίς μετάθεσι  (Ε.Π.Ε. 25,520)
Όσο κι αν παρακαλέσουν και σπαρακτικά ικετεύσουν όσοι φύγουν απ’ τον κόσμο τούτο αμετανόητοι, μάταια και ανώφελα οπωσδήποτε θα μιλάνε.

για τους αναξίους της ιερωσύνης  (Ε.Π.Ε. 28,206)
Η κόλασις για όσους χειροτονούν αναξίους, έστω και από άγνοια, είναι αιώνια. Λοιπόν, θα δεχτούμε τον κίνδυνο αυτό χωρίς καμμιά αντίρρησι, καλυπτόμενοι από εξασκηθείσα από άλλους πίεσι; Δεν ανέχεται τέτοια ο Κριτής.

πολεμική εναντίον τους  (Ε.Π.Ε. 28,330)
Όχι χίλια ή δέκα χιλιάδες χρόνια μόνο, ούτε διπλάσια και τριπλάσια από αυτά, αλλά σε άπειρους αιώνες θα βασανίζωνται τα σώματα, αφού ενωθούν με τις ψυχές. Και θα υφίστανται τους ανέκφραστους εκείνους πόνους.

δεν σβήνει  (Ε.Π.Ε. 28,730-732)
Οι παράλογες ηδονές του βίου αυτού δεν διαφέρουν καθόλου από σκιές και όνειρα. Πριν καλά-καλά ολοκληρωθή η αμαρτία, η ηδονή της σβήνει. Η τιμωρία όμως γι’ αυτήν δεν έχει τέλος. Η αμαρτωλή ευχαρίστησις είναι σύντομη, ενώ το φρικτό της κολάσεως είναι αιώνιο.

όχι για τους ανθρώπους  (Ε.Π.Ε. 28,778-780)
Ας επιστρέψουμε και ας πράξουμε το θέλημα του Θεού. Γι’ αυτό άλλωστε μας έπλασε και μας έφερε στην ύπαρξι: Για να συμμετάσχουμε στα αιώνια αγαθά Του, για να μας προσφέρη τη βασιλεία των ουρανών, όχι για να μας ρίξη στη γέεννα και να μας παραδώση στην άσβεστη φωτιά. Το πυρ της κολάσεως δεν έγινε για μας, αλλά για το διάβολο. Για μας έχει ετοιμαστή και ευτρεπιστή από παλιά η βασιλεία.

οι δυο φωτιές  (Ε.Π.Ε. 28,786)
Να αντιπαραβάλης με το πυρ εκείνο, τη φωτιά της αμαρτίας, που σε κατέχει τώρα λόγω της φλογώσεως των κακών επιθυμιών. Να απαλλάξης τον εαυτό σου από το καμίνι. Όποιος σβήση καλά το εδώ καμίνι, δεν θα δοκιμάση εκεί το αιώνιο. Αν όμως δεν νικήση το πυρ του παρόντος, θα το δεχτή απείρως ορμητικώτερο τότε, όταν θα απέλθη απ’ αυτή τη ζωή.

φρικώδης μοναξιά!  (Ε.Π.Ε. 28,788)
Όταν ριχτούμε σ’ εκείνο το ποτάμι της φωτιάς, που διέρχεται μπροστά από το φοβερό βήμα του κριτού Ιησού Χριστού, σε ποιά κατάστασι θα είμαστε; Ασφαλώς θα τρίξουμε τα δόντια από τους αφόρητους πόνους, ενώ κανένας δεν θα υπάρχη για να μας συντρέξη. Θα θρηνούμε πολύ, όταν σε λίγο ισχυρότερη φλόγα θα μας αγγίζη. Τίποτε άλλο δεν θα βλέπουμε γύρω μας, παρά εκείνους που μαζί μας θα κολάζωνται και τη μεγάλη ερημιά.

αφθαρσία και τιμωρία  (Ε.Π.Ε. 28,790)
Εδώ δεν είναι δυνατόν να συνυπάρχουν η σφοδρότητα των τιμωριών και η αιώνια διάρκεια. Το ένα ανατρέπει το άλλο, αφού η φύσις του σώματος είναι φθαρτή και δεν επιτρέπει τη συνύπαρξι. Όταν όμως επέλθη η αφθαρσία (μετά το θάνατο), με φρικτή δύναμι θα μας κυριεύουν και τα δυο, και η αιωνιότητα και η κόλασις.

για ένα όνειρο ατέλειωτη κόλασι;  (Ε.Π.Ε. 28,790)
Υπάρχει άραγε κάποιος, που προκειμένου να δη ένα όνειρο προτιμά να κολάζεται αιώνια;

αιώνιος   (Ε.Π.Ε. 28,790)
Πόσος είναι ο χρόνος τούτης της ζωής εν συγκρίσει προς την ατέλειωτη αιωνιότητα; Τι είναι το όνειρο μιας στιγμής μπροστά στην απόλαυσι όλης της πολυετούς εδώ ζωής; Υπάρχει, λοιπόν, κάποιος, που προτιμά να κολάζεται αιώνια, αρκεί να δη ένα καλό όνειρο;

πτώσις από τη βασιλεία των ουρανών  (Ε.Π.Ε. 28,800)
Εγώ λέω, ότι πολύ χειρότερο από την κόλασι είναι το να μην απολαύση κανείς τη δόξα του ουρανού, τη βασιλεία του Θεού. Όποιος την χάση, νομίζω, πως δεν θα κλαίη τόσο στην κόλασι για τα δεινά της, όσο για την απομάκρυνσί του από τη βασιλεία των ουρανών. Αυτό είναι το φρικτότερο. Αυτό λογίζεται ως η χειρότερη κόλασις.

το να μη βλέπης το Χριστό!  (Ε.Π.Ε. 28,800)
Πολλοί επιθυμούν μόνο να αποφύγουν τη φωτιά της κολάσεως. Εγώ όμως λέω, ότι από τη γέεννα πολύ φρικτότερη κόλασις είναι το να μην απολαύση κανείς την ουράνια και αιώνια δόξα με το Χριστό.

τιμωρία του νοητού όφεως  (Ε.Π.Ε. 30,388)
Αν το αισθητό φίδι (στην Εδέμ) το τιμώρησε όπως ξέρουμε, με ποιά τιμωρία θα τιμωρήση το νοητό φίδι; Αν με κάποια καταδίκη τιμώρησε το όργανο του κακού, είναι ολοφάνερο, ότι περιμένει πολύ χειρότερη τιμωρία τον δράστη του κακού.

χαλινάρι ο φόβος της  (Ε.Π.Ε. 30,688)
Λένε οι γιατροί, ότι η γενετήσια ορμή μετά το 15ο έτος της ηλικίας γίνεται πάρα πολύ δυνατή. Πώς, λοιπόν, θα δαμάσουμε αυτό το θηρίο; Τι μέτρα θα λάβουμε; Ποιό χαλινάρι θα του βάλουμε; Δεν βλέπω άλλο κανένα, εκτός από το φόβο της κολάσεως.

αξιοθρήνητος  (Ε.Π.Ε. 31,150)
Άκαιρος μετάνοια δεν σώζει. Τελείωσε το θέατρο αυτής της ζωής, πέρασαν οι αγώνες της, δεν υπάρχει πλέον χρόνος για παλαίσματα. Γι’ αυτό παρακαλώ και δέομαι και ικετεύω: Εδώ, σε τούτη τη ζωή πρέπει να θρηνούμε και να κλαίμε για τ’ αμαρτήματα. Ας μας λυπούν εδώ τα λόγια του κηρύγματος, παρά να μας φοβίζουν εκεί οι τραγικές πραγματικότητες. Ας μας δαγκώνη εδώ ο λόγος, κι ας μη μας δαγκώνη εκεί το σκουλήκι με το δηλητήριο. Ας μας καίη εδώ η επιτίμησις, παρά να μας καίη εκεί ή φωτιά της κολάσεως.

κανένας ο συμπαθών εκεί!  (Ε.Π.Ε. 31,350-354)
Πόσο μεγάλη τιμωρία είναι το ν’ απομακρυνθούμε από τόσο μεγάλη λαμπρότητα και να κείμεθα απόμερα περιφρονημένοι;... Όταν θα κλαίμε με στεναγμούς και κανένας δεν θα μας ακούη, όταν θ’ αναστενάζουμε και θα σπαράζουμε από τους πόνους και κανένας δεν θα μας προσέχη, όταν θα τριγυρνάμε το βλέμμα και καμμιά ελπίδα από πουθενά δεν θα μας παρηγορή, τι υπάρχει φρικτότερο; Τι αθλιώτερο;... Δεν θα υπάρχουν συνάνθρωποί μας, που θα μας συμπαραστέκωνται και με τους οποίους θα συνομιλούμε φιλικά. Θα υπάρχουν άγγελοι φοβεροί και ασυμπαθείς, που θα οργίζωνται πολύ για όσες προσβολές κάναμε στον Κύριο... Στην αιώνια ζωή, δεν θα ισχύη η εκ φύσεως συμπάθεια. Θα υπάρχουν πατέρες δίκαιοι (στον παράδεισο), και τα παιδιά τους, πονηρά και αμαρτωλά στην κόλασι. Και το αντίθετο: Παιδιά άγια στον παράδεισο, γονείς ασεβείς στην κόλασι. Η αγαλλίασις όμως του παραδείσου είναι καθαρή. Δεν θα θλίβωνται οι δικαιωμένοι, γιατί δεν θα υπάρχη το αίσθημα της συμπάθειας, ούτε θα αποσπάται η θεία ευφροσύνη από τυχόν κολασμό φίλων.

μη παράδεισος   (Ε.Π.Ε. 31,350-352)
Και αν ακόμα κόλασις δεν υπήρχε, πόσο μεγάλη τιμωρία είναι το να απομακρυνθούμε από τη λαμπρότητα του Θεού και να είμαστε περιφρονημένοι;... Μήπως θωρείτε ως μικρή τιμωρία (κόλασι) το να μη καταταγούμε στον όμιλο των δικαίων; Το να μην αξιωθούμε να απολαύσουμε την ανέκφραστη εκείνη και αιώνια δόξα; Το να στερηθούμε το πανηγύρι του παραδείσου με τα απερίγραπτα αγαθά;

φρικτή  (Ε.Π.Ε. 31,352)
Όταν το σκοτάδι εκεί θάναι αδιαπέραστο, όταν τα δόντια θα χτυπάνε ακατάπαυστα, όταν τα δεσμά θάναι άλυτα, όταν ασταμάτητα θα τρώη το σκουλήκι της συνειδήσεως, όταν η φωτιά θάναι άσβεστη και ασταμάτητες οι θλίψεις και η στενοχώρια, όταν οι γλώσσες θα τηγανίζωνται, όπως εκείνη του πλουσίου και θα κλαίνε και κανείς δεν θα τους ακούη, όταν θα υποφέρουν απ’ τα βάσανα και κανείς δεν θα τους προσέχη, όταν θα περιφέρουν ικετευτικά γύρω το βλέμμα και από πουθενά δεν θα βρίσκουν παρηγοριά, τότε που να κατατάξουμε όσους θα ζουν αυτή τη φρίκη; Και τι υπάρχει πιο άθλιο απ’ αυτές τις ψυχές; Και τι πιο ελεεινό;

ασυγχώρητοι, αβοήθητοι εκεί  (Ε.Π.Ε. 31,354)
Και αν μερικοί είναι δίκαιοι σαν τον Νώε, σαν τον Ιώβ, σαν τον Δανιήλ, και βλέπουν να κολάζωνται οι συγγενείς τους, δεν θα τολμούν να τους συμπαρασταθούν και να απλώσουν το χέρι για βοήθεια. Διότι συμβαίνει σε εκείνη την κατάστασι, να μην ισχύη η εκ φύσεως συμπάθεια.

δάσκαλος  (Ε.Π.Ε. 31,354)
Ας ακούσουμε και ας συνετιστούμε. Αν μέσα σου έχης τη φωτιά της αισχρής επιθυμίας, να θυμηθής τη φωτιά εκείνης της κολάσεως, και τότε θα σβηστή και θα εξαφανιστή η άλλη φωτιά. Αν με το στόμα σου λες απαράδεκτα πράγματα, θυμήσου τον τριγμό των οδόντων στην κόλασι, και θα γίνη ο φόβος αυτός φραγμός στο στόμα σου. Αν είσαι σκληρός και άσπλαχνος, θυμήσου τις παρθένες εκείνες τις μωρές (Ματθ. κε' 2-8), που δεν μπήκαν στο Νυμφώνα γιατί παρέμειναν σβησμένες οι λαμπάδες τους, και τότε θα γίνης φιλάνθρωπος.

το τέλος φοβερό   (Ε.Π.Ε. 31,356)
Να μη θεωρούμε καλότυχους όσους ζουν με απολαύσεις, αλλά το τέλος τους να σκεπτώμαστε. Διότι εδώ μεν βλέπουμε σ’ αυτούς κοπριά και παχυσαρκία, και εκεί τους βλέπουμε στα σκουλήκια και στη φωτιά. Ας μη καλοτυχίζουμε όσους αγαπούν τη δόξα, αλλά να σκεπτώμαστε το τέλος τους.

«κόλαξι, σκώληξι»   (Ε.Π.Ε. 31,396)
Αυτός, που πριν από λίγο βρισκόταν ανάμεσα στους κόλακες, τώρα βρίσκεται ανάμεσα στους σκώληκες.

ατέλειωτη η φρίκη της  (Ε.Π.Ε. 34,556)
Ποιά τιμωρία θα επιβληθή σ' αυτούς; Ποιά ανάλογη κόλασις θα επαρκέση για την κακία τους; Ποιός πύρινος ποταμός, ποιό αιώνιο σκουλήκι, ποιό σκοτάδι φρικτό, ποιά σκλαβιά, ποιός βασανισμός, ποιό ατέλειωτο κλάμα;

και παράσιτα  (Ε.Π.Ε. 34,590)
Όποιος εδώ ζη με απολαύσεις, φεύγει από δω πιο άθλιος από όλους τους ανθρώπους. Αν και συ έβλεπες κάποιον, που σε ξένο μεν τόπο απολαμβάνει μεγάλη τιμή και έχει κόλακες και παράσιτους, αλλά μόλις γυρίζει στην πατρίδα του είναι φουκαράς και ξεγυμνωμένος, δεν θα τον λυπόσουν; Αυτό να κάνης και με τους πλουσίους.

φρικτή   (Ε.Π.Ε. 37,392)
Κανένας δεν πρόκειται να μας παρασταθή στο κριτήριο ή να μας σώση από την κόλασι. Κανένας, ούτε πατέρας, ούτε γυιός, ούτε θυγατέρα, ούτε καταβολή χρημάτων, ούτε αφθονία πλούτου, ούτε λαμπρότητα κοσμικής δόξας. Όλα αυτά θα έχουν εξαφανιστή σαν σκόνη. Μόνος μου θα στέκω στο κριτήριο. Με περιμένει απόφασις επί τη βάσει των πράξεών μου, είτε αθωωτική είτε καταδικαστική.

(Χρυσοστομικό λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, σελ. 143-159)

«Όταν έφτασε η ώρα του θανάτου του αββά Μακαρίου, ήρθε να πάρει την ψυχή του το Χερουβείμ που ήταν ο φύλακας άγγελός του, με τη συνοδεία πλήθους ουράνιων ταγμάτων.

Κατήλθαν επίσης χοροί αποστόλων, προφητών, μαρτύρων, ιεραρχών, μοναχών και δικαίων. Οι δαίμονες διετάχθησαν σε σειρές και πλήθη στα τελώνια με σκοπό να εμποδίσουν τη διέλευση της ένθεης ψυχής του.

Η ψυχή άρχισε να ανέρχεται. Στέκοντας πολύ μακριά της, στα τελώνια, τα πονηρά πνεύματα φώναζαν:

“ Ω Μακάριε, πόση δόξα αξιώθηκες να λάβεις!”

Ο ταπεινός άνδρας τους απάντησε:

“Όχι! Ακόμα φοβάμαι, αφού δε γνωρίζω εάν έχω πράξει κάτι αγαθό.”

Στο μεταξύ ανερχόταν ταχέως στον ουρανό. Από κάποια άλλα τελώνια που βρίσκονταν ψηλότερα οι εναέριες δυνάμεις κραύγαζαν και πάλι:

“Δεν είναι έτσι! Μάς ξέφυγες Μακάριε.”

“Όχι”, απάντησε εκείνος, “ακόμα χρειάζομαι να αναχωρήσω”.

Όταν είχε ήδη φτάσει στις πύλες του ουρανού, οι δαίμονες, θρηνώντας από μοχθηρία και φθόνο, κραύγασαν:

“Δεν είναι έτσι! Μας ξέφυγες Μακάριε!” και εκείνος απάντησε: Με φύλαξε η δύναμη του Χριστού μου και ξέφυγα απ’ τα δίχτυα σας!”»

(π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ψυχή μετά τον θάνατο, εκδ. Μυριόβιβλος, σελ.139-140)

Μερικοί από σας γνωρίζετε το επεισόδιο από τη ζωή του Γέροντος Σιλουανού με τον Ρωμανό και τον Δοσίθεο. Το αναφέρω στο βιβλίο μου για τον Γέροντα: Ο π. Δοσίθεος, προσκάλεσε τον π. Στρατόνικο στο κελί του, στο «Ρωσικό». Ο π. Δοσίθεος, μετά τον θάνατο της συζύγου του, ήρθε στον Άθω με τον γιό του Ρωμανό. Αυτός ο νέος, ο Ρωμανός, προσβλήθηκε από λογισμούς αμφιβολίας και σχεδόν αρρώστησε. Ήταν τελείως εξαντλημένος και δεν μπορούσε να καταλάβει τι του συνέβαινε. Του φαινόταν ότι έχασε την πίστη του. Μίλησε στον πατέρα του, ο οποίος έκανε ότι μπορούσε για να τον βοηθήσει να ανακτήσει τις δυνάμεις του και να του εμπνεύσει τη ζωντανή πίστη που είχε προηγουμένως. Αλλά δεν το κατόρθωνε. Μία ημέρα συνάντησε τον Γέροντα Σιλουανό και του είπε:
— Πάτερ Σιλουανέ, βοηθήστε με. Ο Ρωμανός μου είπε ότι έχασε την πίστη. Είναι στ’ αλήθεια πολύ δυστυχισμένος. Παρακαλώ, ελάτε να τον δείτε.
— Τι ώρα;
— Στις τρεις. Ο Ρωμανός θα έλθει στο κελί μου.
— Καλά, θα έρθω και εγώ.
Δεν γνωρίζω που έλαβε χώρα αυτή η συνάντηση. Πάντως δεν έγινε στο κελί του Σιλουανού. Όταν χώρισαν, ο Σιλουανός πήγε στο δωμάτιό του και άρχισε να προσεύχεται, ζητώντας από τον Κύριο να τον εμπνεύσει με τον καλύτερο τρόπο, ώστε να δει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Ρωμανός και να μπορέσει να τον βοηθήσει. Έλαβε τότε στην καρδιά του την απάντηση: «Πες του ότι έχεις και εσύ παρόμοιους λογισμούς». Όταν κάτι προέρχεται από τον Θεό, αισθάνεται κανείς ένα άγγιγμα ζωής και μια εσωτερική χαρά. Μετά από αυτό ο Σιλουανός ήταν ήσυχος. Γνώριζε τι θα έλεγε στον Ρωμανό! Στις τρεις η ώρα έφθασε στο κελί του π. Δοσιθέου. Ο π. Δοσίθεος ήταν καθισμένος σε μια πολυθρόνα, με τους αγκώνες στο τραπέζι και τα χέρια του να κρατούν το κεφάλι του. Ο Ρωμανός καθόταν και εκείνος με την ίδια στάση στην άλλη άκρη του τραπεζιού. Τότε ο Σιλουανός λέει:
— Τι σας συμβαίνει; Είστε και οι δύο λυπημένοι.
Ο π. Δοσίθεος απαντά:
— Να, ο Ρωμανός έχασε την πίστη του. Λέει πως δεν πιστεύει πια.
Ο Γέροντας κοίταξε τον Ρωμανό και εκείνος τον Γέροντα.
— Ρωμανέ, λογισμοί είναι˙ δεν πρέπει να τους ακούς. Δεν πρέπει να τους δίνεις χώρο μέσα σου. Λογισμοί τέτοιου είδους έρχονται σε όλους, και σε μένα επίσης!
— Έρχονται και σε σας;
— Ναι, έρχονται σε όλο τον κόσμο. Δεν πρέπει να τους δέχεσαι.
Και έτσι, χάρη σε αυτό τον απλό λόγο, ότι παρόμοιοι λογισμοί έρχονται και στον Σιλουανό, ο Ρωμανός «επανήλθε» στη ζωή. Σώθηκε και έγινε ξανά ευτυχισμένος και, μάλιστα, γεμάτος έμπνευση. Βλέπετε πώς η απάντηση του Θεού ήταν ακριβής; Στην απάντηση δεν υπήρχε τίποτε το “θεολογικό”, αλλά αν κατανοήσουμε τι συνέβη στ’ αλήθεια, αυτό είναι για μας πραγματικά η ασκητική θεολογία.

(Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας... τόμος Α, εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, σελ. 79-81)


Για τους ποντοπόρους της ζωής, ανέκαθεν ο θάνατος ήταν κάτι το άκρως ανατριχιαστικό. Ήταν το μυστηριώδες, το ανεξερεύνητο ακρωτήρι, πέραν του οποίου κανείς δεν μπορούσε να δή τι συνέβαινε.

Έμοιαζε σαν το νοτιώτερο ακρωτήρι της Αφρικής, το γνωστό με το όνομα της Καλής Ελπίδος. Άλλοτε ήταν ο φόβος και ο τρόμος των ναυτικών, οι δε ιθαγενείς εβεβαίωναν, πως κανένα πλοίο, απ’ όσα επεχείρησαν να διαβούν, δεν διέφυγε το ναυάγιο.

Αφ’ ότου όμως ο περίφημος θαλασσοπόρος Βάσκο ντε Γάμα κατώρθωσε, σώος και αβλαβής, να περάση, από τη στιγμή εκείνη η σκληρότης του ακρωτηρίου ηττήθη. Η τρομερότης του εξέλιπε. Το αδιάβατο ακρωτήρι έγινε πλέον διαβατό και έλαβε το συμπαθέστατο και ευοίωνο όνομα της Καλής Ελπίδος. Έγινε ο πλουτοφόρος διάδρομος, που οδηγεί στους αμύθητους θησαυρούς των Ινδιών.
Έτσι και ο ακραίος σταθμός της ανθρωπίνης ζωής, το ακρωτήρι του θανάτου, παρέμεινε για τον προχριστιανικό κόσμο αδιάβατο και μυστηριώδες. Ήτο αδύνατο να το παραπλεύσουν οι άνθρωποι χωρίς ναυάγιο. Αφ’ ότου όμως ο Ιησούς διεφώτισε το μυστήριο τούτο και απέδειξε, ότι ο θάνατος δεν είναι το ακρωτήρι του τραγικού ναυαγίου της ζωής, αλλά το ακρωτήρι της Καλής Ελπίδος, που φέρει προς νέους λαμπρούς κόσμους και ανοίγει μπροστά μας νέες σκηνογραφίες.
(Από το βιβλίο «Κογχύλια από την Τιβεριάδα»)
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο846)

Ο θάνατος νικήθηκε
«Με κάλεσαν κάποτε — διηγείται ένας διάσημος ιεροκήρυξ - να κηρύξω σε μια κηδεία.

Έψαξα την Αγία Γραφή μου να βρω κάποια σχετική ομιλία, που να κάνη για την περίπτωση αυτή. Μάταια όμως.

Διεπίστωσα ότι τέτοια ομιλία δεν υπήρχε στην Αγία Γραφή, γιατί όπου και αν συνάντησε νεκρό ο Κύριος τον ανέστησε. Έτσι διάλεξα για θέμα μου την ανάσταση».
Αληθινά, όπου ο θάνατος συναντήθηκε με την Ζωή υποχώρησε νικημένος. Ο Αναστημένος Χριστός έδωσε μια θριαμβευτική ελπίδα στο ανθρώπινο γένος!
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο926)

Κάθε φορά που είστε στο κελί σας ή οπουδήποτε και σκέπτεστε με έναν τρόπο υποτιμητικό για τους αδελφούς ή τις αδελφές σας, καταστρέφετε τη ζωή, και οι αδελφές και οι αδελφοί που κατηγορείτε το αισθάνονται και πληγώνονται.

Πώς συμβαίνει αυτό; Ακόμη και μεταξύ αυτών που δεν προσεύχονται υπάρχει μια ψυχολογική ευαισθησία και αισθάνονται τα ψυχικά κύματα, την ψυχική ενέργεια που εκπέμπουν οι άλλοι. Κανείς δεν αντιλαμβάνεται τίποτε, δεν ακούει λόγια, δεν βλέπει χειρονομίες˙ ο,τι γίνεται, γίνεται μυστικά, η ζωή όμως καταστρέφεται.
Θα σας δώσω τώρα ένα παράδειγμα που δεν είναι τόσο ευχάριστο. Υπάρχει ένα ζώο η μεφίτης (ο ασβός), το οποίο για να εξασφαλίσει την ησυχία του εκπέμπει κάποιες φορές ένα υγρό που έχει μια ανυπόφορη δυσωδία, ακόμη και για τα μεγάλα ζώα. Το ίδιο το ζώο αντέχει την οσμή αυτή με ευχαρίστηση.

Μεταξύ των ανθρώπων συμβαίνει επίσης μερικοί να δημιουργούν μία ατμόσφαιρα σαν αυτή που δημιουργεί η μεφίτης, με αποτέλεσμα να καθιστούν την ατμόσφαιρα γύρω τους ανυπόφορη, έτσι που να μην μπορεί κανείς ούτε να αναπνέει˙ αυτοί οι ίδιοι είναι ευχαριστημένοι στη σκέψη της υπεροχής τους. Να είστε όλοι και όλες συνετοί και προσεκτικοί σε αυτό που λέω: να μη σκέπτεστε άσχημα για τους άλλους!
Υπάρχει ακόμη και μία άλλη πλευρά αυτού, ας πούμε, του «τρόπου συμπεριφοράς». Ας υποθέσουμε ότι εγώ προσεύχομαι για κάποιον, για έναν αδελφό ή μία αδελφή, και αντί να συναντήσω μία προσευχή παρόμοια από μέρους αυτής ή αυτού, προσκρούω σε μία άρνηση εκ μέρους τους˙ όλα εκλαμβάνονται με έναν τρόπο αρνητικό, πριν ακόμη εκφραστώ. Αλλά το ζώο αυτό, η μεφίτης, δεν αισθάνεται τι κάνει. Συμπεριφέρεται με ελευθερία˙ είναι τελείως «καθώς πρέπει». Τι να κάνεις στην περίπτωση αυτή, πώς να θεραπεύσεις;
Ο σκοπός μας είναι να καταλάβουμε και να θεραπεύσουμε αυτή την αρρώστια του «μεφιτισμού»(1) κάθε φορά που εμφανίζεται, κυρίως στην εκκλησία ενάντια στους ιερείς.

Ας αναφέρουμε ένα παράδειγμα από τη ζωή μας: Κάποιοι δεν αγαπούν τα ελληνικά για παράδειγμα. Μόλις προφέρεις μία λέξη στα ελληνικά, παθαίνουν σοκ! Με έναν αόρατο όμως τρόπο, το πνεύμα του ιερέως ή του διακόνου που διακονεί την προσευχή το αισθάνεται, είναι τρωτός, μπορείς να τον σκοτώσεις με παρόμοιες συμπεριφορές, ακόμη και αόρατες κλπ. Αυτή η ψυχική ενέργεια δημιουργεί κάτι σαν «ηλεκτρικές εκκενώσεις».
Γνώρισα μία Ρωσίδα στο Παρίσι. Ο σύζυγός της ήταν σπουδαίος μηχανικός και εργαζόταν στο Βιετνάμ. Μου είπε ότι οι Βιετναμέζοι είναι πολύ ευαίσθητοι ψυχικά και πολύ δυνατοί. Αν κάποιος δεν τους αρέσει, αρχίζουν να μπλοκάρουν αυτό το πρόσωπο με κάθε είδους «επιθέσεις», ψυχολογικές απορρίψεις. Εξωτερικά δεν παρατηρεί κανείς τίποτε, αλλά το πρόσωπο έπειτα από έναν χρόνο -ή δύο χρόνια αν έχει μεγάλη αντοχή- πεθαίνει. Αυτή είναι η τεχνική του τέλειου εγκλήματος. Κανείς δεν λέει τίποτε, δεν υπάρχουν λόγια ούτε χειρονομίες, παρά μόνο μία άρνηση να ακούσει κάποιος κάποιον.
Χάρη στην ασκητική στάση με την οποία καταδικάζουμε τον εαυτό μας στην κόλαση, αυτή η ενέργεια καθίσταται -πώς να το πω;- λιγότερο δυνατή, αλλά παρ’ όλα αυτά εμποδίζει τη ζωή και τη σωτηρία. Θα μπορούσα να συνεχίσω να μιλώ μαζί σας για πολλή ώρα πάνω στο θέμα αυτό. Σας παρακαλώ όμως να το λάβετε πολύ στα σοβαρά...

(1)Μεφιτισμός: (Βιολ.) Η μόλυνση του αέρα από δυσώδεις αναθυμιάσεις, επιβλαβείς στους ζωικούς οργανισμούς. Βλ. Γεωργίου Χασιάκου, Ερμηνευτικό Λεξικό των –ΙΣΜΩΝ, Αθήνα 1989.

(Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οικοδομώντας τον ναό του Θεού μέσα μας... τόμος Α, εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, σελ. 70-73)

Γράφεις ότι έχεις πολλές φροντίδες και μέριμνες.
Κάνε με επιμέλεια και φιλοτιμία ότι σου ζητήσουν οι δικοί σου.
Αλλά να ασχολείσαι με όλα ήρεμα, δίχως άγχος, ταραχή ή βαρυγκώμια.
Οι μέριμνες συνοδεύονται συνήθως από εσωτερική αναστάτωση.
Αυτό δεν είναι σωστό. Δεν μπορείς, βέβαια, πάντοτε να εξετάζεις
ότι σου αναθέτουν με απόλυτη νηφαλιότητα και να το εκτελείς με τέλεια αυτοσυγκέντρωση,
χωρίς την παραμικρή ταραχή ή διάσπαση.Την πνευματική ζωή, πάντως, δεν την δυσχεραίνουν
τόσο αυτές καθεαυτές οι καθημερινές ασχολίες του επίγειου βίου μας που είναι αναγκαίες
και αναπόφευκτες, όσο οι μάταιες μέριμνες, οι πολλαπλές έγνοιες και το διαρκές άγχος.
Το άγχος κατατρώει βασανιστικά την καρδιά και εμποδίζει την πνευματική προκοπή.
Ξεχώρισε, λοιπόν, τις αναγκαίες ασχολίες από τις μάταιες μέριμνες και τον έλλογο ζήλο από το άλογο άγχος.

Μάθε να εργάζεσαι νηφάλια, διατηρώντας την μνήμη του Θεού και πιστεύοντας 

ότι ευαρεστείς Εκείνον, όταν όλα σου τα έργα τα πράττεις ευσυνείδητα.
Γενικά, μην δείχνεις ιδιορρυθμία σε καμιά περίπτωση.
Να είσαι ευγενική, καλοσυνάτη και πρόσχαρη με όλους, όπως πάντα.
Μόνο ν'αποφεύγεις τα πολλά γέλια, τα χοντροκομμένα αστεία και τα μάταια λόγια.
Μπορείς και χωρίς αυτά να είσαι αβρή, ιλαρή και ευσυμπάθητη!
Ποτέ να μην είσαι σκυθρωπή. 'Οταν ο Κύριος λέει σ'εκείνους που νηστεύουν
να περιποιούνται τα μαλλιά τους και να νίβουν τα πρόσωπά τους (Ματθ.6:17),
εννοεί ακριβώς ότι πρέπει ν'αποφεύγουν την σκυθρωπότητα. Ο Θεός να σε φωτίσει!

Απόσπασμα από το βιβλίο Οσίου Θεοφάνη του έγκλειστου
"Ο Δρόμος της ζωής"(γράμματα σε μία ψυχή) σελίς 259 - 261

(Αρχιμανδρίτου Δανιήλ Αεράκη, Χρυσοστομικό Λεξικό, παρατίθεται μόνο το κείμενο σε μετάφραση). 

ΛΕΙΨΑΝΑ

και ευλογία των μαρτύρων (έκδοση Ε.Π.Ε. τόμος 2, σελ. 406)
Τα πόδια τα έδωσε ο Θεός, όχι για να τρέχουμε στα θέατρα και στα ιπποδρόμια και τα άλλα επιβλαβή θεάματα, αλλά για να πορευώμαστε στην εκκλησία, στους τόπους προσευχής και στους τάφους των αγίων μαρτύρων. Έτσι θα κερδίζουμε ευλογίες και θα καταστήσουμε τους εαυτούς μας ανέγγιχτους στις παγίδες του διαβόλου.
και τάφοι αγίων (Ε.Π.Ε. 20,54)
Φοβερό! Χωρίς να φαίνεται τίποτε, χωρίς να συμβαίνη κάτι, χωρίς να υπάρχη άνθρωπος, ακούγονται φωνές και σπαραγμοί, παρουσιάζονται γλώσσες να καίγωνται. Ο διάβολος δεν υποφέρει τη θαυμαστή δύναμι των αγίων λειψάνων.
πολλών άγιων δεν διατηρήθηκαν (Ε.Π.Ε. 25,196-198)
Του Μωϋσή τα οστά ξέρεις που είναι; Δεν βρίσκονται σε ξένη γη; Το ίδιο και τα οστά του Ααρών, του Δανιήλ, του Iερεμία, όπως και τα οστά των Αποστόλων. Των περισσοτέρων δεν ξέρουμε που είναι. Διότι του Πέτρου και του Παύλου και του Ιωάννη και του Θωμά είναι γνωστοί οι τάφοι, όμως των άλλων αγίων, αν και είναι τόσοι πολλοί, πουθενά δεν έχουν ανακαλυφθή. Ας μη θρηνούμε, λοιπόν, γι' αυτό, ας μη μικροψυχούμε. Όπου και αν ταφούμε, «του Κυρίου είναι η γη και το πλήρωμα αυτής». Οπωσδήποτε εκείνο που πρόκειται να γίνη, γίνεται. Το να πενθή, λοιπόν, κανείς και να θρηνή γι' αυτούς, που έχουν φύγει από τη ζωή, και να οδύρεται, προέρχεται από μικροψυχία.
και τάφοι άγιων (Ε.Π.Ε. 30,472)
Μας έχει χαρίσει ο Θεός τα λείψανα των αγίων μαρτύρων. Εκείνος έλαβε τις ψυχές τους στον ουρανό και άφησε σε μας τα σώματά τους, σπουδαία παρηγοριά και ενίσχυσι. Έτσι ερχόμαστε στους τάφος των αγίων και διεγειρόμαστε σε ζήλο και μίμησι της ζωής τους. Βλέποντας τα λείψανά τους θυμόμαστε τα κατορθώματά τους και τις αμοιβές γι αυτά τα κατορθώματα.
αγίων (Ε.Π.Ε 34, 474)
Ας καταφεύγουμε στους αγίους ως προς γιατρούς πνευματικούς. Αφού γι’ αυτό το λόγο ο αγαθός Κύριος μας άφησε τα σώματά τους, ώστε να ερχώμαστε στους τάφους τους, ν’ ασπαζώμαστε τα λείψανά τους με όλη τη θέρμη της ψυχής μας, και να παίρνουμε μεγάλη γιατρειά των ψυχικών και σωματικών μας ασθενειών. Αν προσερχώμαστε με πίστι, είτε ψυχικό, είτε σωματικό πάθος έχουμε, θα επιστρέφουμε στο σπίτι μας με την κατάλληλη θεραπεία.
μετά το λόγο του Θεού (Ε.Π.Ε 34,374)
Μετά τη δύναμι του κηρύγματος τη δεύτερη θέσι έχουν οι τάφοι των αγίων, στο να διεγείρουν σε ίσο ζήλο προς τη ζωή τους τις ψυχές εκείνων, που πηγαίνουν και τους βλέπουν. Όπου υπάρχει κάποια λειψανοθήκη, αμέσως οι ψυχές αισθάνονται ολοφάνερα τις θαυμαστές ενέργειές της. Διότι η θέα της λειψανοθήκης ασκεί επίδρασι στην ψυχή, την καταπλήσσει, την διεγείρει, και δημιουργεί τη συναίσθησι, ότι ο μάρτυρας που βρίσκεται μέσα σ’ αυτήν προσεύχεται μαζί μας, είναι παρών και μας βλέπει.
άφωνοι διδάσκαλοι (Ε.Π.Ε. 36,586-588)
Ο μάρτυρας παραμένει άφωνος στον τόπο του, μέσ' στη μεγάλη σιωπή του. Γι’ αυτό ο Θεός μας άφησε εδώ τα σώματά τους, ώστε, όταν ο όγκος των υποθέσεων και το πλήθος των βιοτικών φροντίδων σκοτίζουν τη διάνοια μας, ν’ αφήνουμε το σπίτι μας, να βγαίνουμε έξω από την πόλι αποχαιρετώντας τους θορύβους, να επισκεπτώμαστε τον τάφο κάποιου μάρτυρα, ν' απολαμβάνουμε την αύρα την πνευματική, να λησμονούμε τις ποικίλες ασχολίες, να χαιρώμαστε την ησυχία, να επικοινωνούμε με τους αγίους, να παρακαλούμε για τη σωτηρία μας τον Θεό, που τους αξίωσε να διακριθούν στους πνευματικούς αγώνες, ν' αναπέμπουμε πολλές και θερμές ικεσίες, και έτσι ανανεωμένοι και χαρούμενοι να επιστρέφουμε στα σπίτια μας.
και λάρνακες (Ε.Π.Ε. 37,124)
Καθημερινά ας επισκεπτώμαστε τάφους αγίων. Θα αποκομίζουμε πνευματικά ωφέλη. Όποιος έρχεται εδώ με πίστι, θα κερδίση μεγάλα αγαθά, αφού όχι μόνο τα σώματα, αλλά και οι λάρνακες των αγίων είναι γεμάτες από πνευματική χάρι.
Προσκύνησις (Ε.Π.Ε 37,216)
Ας γονατίσουμε μπροστά στα λείψανα των αγίων. Ας αγκαλιάσουμε τις λειψανοθήκες τους, διότι μπορούν και οι θήκες των μαρτύρων να έχουν μεγάλη δύναμι, όπως βέβαια και τα οστά των μαρτύρων έχουν μεγάλη δύναμι. Οι άγιες μάρτυρες έχουν μεγάλη παρρησία στο Θεό, όχι μόνο όσο ζούσαν, αλλά και τώρα, πολύ περισσότερο τώρα, που πέθαναν.
φυγαδεύουν τα δαιμόνια (Ε.Π.Ε. 37,226)
Πάρε ένα δαιμονισμένο και μανιακό και φέρτον στον τάφο ενός αγίου, όπου υπάρχουν τα λείψανα του μάρτυρος. Θα δής να απομακρύνεται οπωσδήποτε το δαιμόνιο, τρέχοντας και να φεύγη. Σαν να πρόκηται, δηλαδή, να πατήση πάνω σε αναμμένα κάρβουνα, έτσι πηδάει αμέσως από τα πρόθυρα ακόμα, χωρίς να τολμήση να ατενίση τη λειψανοθήκη.
φοβερά στους δαιμονισμένους (Ε.Π.Ε. 37,320)
Όπου είναι παραχωμένα οστά μαρτύρων, φεύγουν σαν από φωτιά δυνατή και ανυπόφορη τιμωρία οι δαιμονισμένοι και διακηρύττουν με δυνατή φωνή ότι μαστιγώνονται.
υπόμνημα αρετής (Ε.Π.Ε. 37,232)
Θυμηθήτε τον κατακλυσμό, που έγινε στην εποχή του Νώε, και την κιβωτό εκείνη. Διότι και τότε δίκαιος βρισκόταν μαζί με θηρία. Αλλά τότε ο Νώε μπήκε άνθρωπος στην κιβωτό και βγήκε άνθρωπος. Ο Ιουλιανός όμως ο μάρτυρας μπήκε στο σάκκο άνθρωπος και βγήκε άγγελος. Ο Νώε μπήκε από τη γη και βγήκε πάλι στη γη, ενώ ο άγιος Ιουλιανός μπήκε από τη γη στο σάκκο, και έφτασε από το σάκκο στον ουρανό. Τον δέχτηκε το πέλαγος, όχι όμως για τον θανατώση, αλλά για να τον στεφανώση. Και μετά το στεφάνωμα μας χάρισε ο Θεός αυτή την αγία κιβωτό, το σώμα του μάρτυρα˙ και την έχουμε μέχρι σήμερα ως θησαυρό μύριων αγαθών. Διότι ο Θεός μοιράστηκε με μας τους μάρτυρες. Εκείνος πήρε την ψυχή τους, σε μας άφησε τρόπον τινά το σώμα τους, για να έχουμε διαρκώς υπόμνησι προς μίμησι τας οστά τους.
μέριμνα γι’ αυτά (Ε.Π.Ε. 38,246)
Και για τα λείψανα των αγίων μαρτύρων (που χρειάζονται για τα θυσιαστήρια της ιεραποστολής) να είσαι ήσυχος.


(αρχιμανδρίτου Δανιήλ Αεράκη, Χρυσοστομικό Λεξικό, τόμος Γ, Αθήνα 2011, σελ. 216-220 )

 

Από την Δογματική του Π.Ν. Τρεμπέλα (στη νέα ελληνική γλώσσα).  

1)   Η τιμή προς τους μάρτυρες και τους αγίους εκδηλώθηκε ιδιαιτέρως στα λείψανά τους και σε οποιαδήποτε αντικείμενα ή είδη ρούχων που χρησιμοποιήθηκαν από αυτούς.
Έτσι αναφέρεται στο Μαρτύριο του Πολυκάρπου, ότι ο ιερός αυτός άνδρας ανέβαλε να βγάλει τα ρούχα του μέχρι τη στιγμή, κατά την οποία ετοιμάστηκε η φωτιά που επρόκειτο να τον δεχτεί, αποφεύγοντας να πράξει αυτό πιο πριν «επειδή πάντοτε καθένας από τους πιστούς βιαζόταν, ποιος θα ακουμπήσει γρηγορότερα το σώμα του». Όταν λοιπόν το τίμιο σώμα του μάρτυρα κάηκε τελείως, οι πιστοί μάζεψαν «τα τιμιότερα και από πολύτιμους λίθους και δοκιμασμένα περισσότερο από χρυσάφι οστά του και τα απόθεσαν όπου ήταν φυσικό», έτσι ώστε συναθροιζόμενοι κατά την επέτειο του θανάτου του να επιτελούν «τη γενέθλια ημέρα του μαρτυρίου του».
Για τον Ιγνάτιο το Θεοφόρο επίσης εξιστορείται ότι όταν ρίχτηκε για τροφή στα θηρία, «μόνο τα πιο σκληρά από τα άγια λείψανά του απέμειναν, τα οποία μεταφέρθηκαν στην Αντιόχεια και κατατέθηκαν σε λινό (=λειψανοθήκη κατασκευασμένη από λινάρι), θησαυρός ανεκτίμητος».
Και σύμφωνα με την μαρτυρία του Χρυσοστόμου τα άγια αυτά λείψανα τα δέχτηκαν οι Αντιοχείς «με στεφάνια», και όχι μόνο αυτοί, «αλλά και όλες οι ενδιάμεσες πόλεις από τη Ρώμη» μέχρι την Αντιόχεια «προέπεμπαν εγκωμιάζοντας τον στεφανωμένο, ανυμνώντας τον αγωνοθέτη, περιγελώντας τον διάβολο».
Από την άλλη ο μεν Ευσέβιος μάς πληροφορεί ότι τον του αδελφοθέου «Ιακώβου θρόνο» φύλαγαν με επιμέλεια οι διάδοχοί του, αποδεικνύοντας έτσι «τι σεβασμό διατηρούσαν και διατηρούν οι παλαιοί και οι σύγχρονοί μας προς τους αγίους άνδρες για την προς αυτούς εύνοια εκ μέρους του Θεού».
Αλλά και ο Αμβρόσιος μαρτυρεί για το ότι οι Χριστιανοί μάζευαν ευλαβικά μαζί με το αίμα και τα καρφιά και τα τιμωρητικά όργανα, που χρησιμοποιήθηκαν από τους δημίους για τελείωση των μαρτύρων (16).
2)  Αυτού του είδους οι εκδηλώσεις, που σημειώθηκαν και σε πολυάριθμες άλλες περιστάσεις, θα έπρεπε να χαρακτηριστούν ως τελείως φυσικές, διότι έχουν τα προηγούμενά τους στη Βίβλο, από τα οποία και ενθαρρύνθηκαν σε αυτές οι αρχαίοι Χριστιανοί. Για αυτό λοιπόν και χρονολογούνται όχι μόνο από τα νεώτερα αλλά και από τα παλαιότατα χριστιανικά χρόνια. Τα από τη Γραφή ερείσματα και προηγούμενα των εκδηλώσεων αυτών προς τα ιερά λείψανα απαριθμούνται και εκτίθενται τόσο στις Αποστολικές Διαταγές, όσο και από τους Πατέρες Μ. Βασίλειο και Κύριλλο Ιεροσολύμων.
Έτσι σύμφωνα με τις Αποστολικές Διαταγές, των πεθαμένων «που ζουν κοντά στο Θεό, ούτε τα λείψανα δεν είναι άτιμα» όπως φαίνεται αυτό από το ότι «ο Ελισαίος ο προφήτης ανέστησε νεκρό μετά το θάνατό του κάποιον που είχε σκοτωθεί από πειρατές της Συρίας. Διότι ήρθε σε επαφή το σώμα του με τα οστά του Ελισαίου και αφού αναστήθηκε έζησε».
Έγινε όμως αυτό, όπως παρατηρεί ο Κύριλλος Ιεροσολύμων, «έτσι ώστε να μην τιμηθούν μόνο οι ψυχές των δικαίων», αλλά και τα σώματά τους· επιπλέον επίσης για «να πιστευτεί ότι υπάρχει δύναμη μέσα στα σώματα των δικαίων», αφού «το νεκρό σώμα του προφήτη επιτέλεσε έργο ψυχής και αυτό που πέθανε και κειτόταν έδωσε ζωή στον πεθαμένο και ενώ έδωσε ζωή, αυτό έμεινε ομοίως στους νεκρούς». Προχωρώντας όμως οι Αποστολικές Διαταγές και σε άλλη περίπτωση από τη Γραφή που δείχνει, ότι παρά τις διατάξεις του Μωϋσή σχετικά με λείψανα και νεκρά σώματα που κάνουν ακάθαρτους αυτούς που τα αγγίζουν, των δικαίων τα λείψανα κανένα και σε αυτήν την Π.Δ. δεν μετέδιδαν μολυσμό, σημειώνουν: «Και ο Μωϋσής και ο Ιησούς του Ναυή περιέφεραν τα λείψανα του Ιωσήφ, χωρίς να το θεωρούν αυτό μολυσμό».
Προσθέτει μάλιστα σχετικά και ο Μ. Βασίλειος, ότι, «όταν πέθαιναν ιουδαϊκά, ήταν βδελυκτά τα θνησιμαία· όταν όμως ο θάνατος είναι για το Χριστό είναι τίμια τα λείψανα των οσίων του». Και από μεν τη μωσαϊκή νομοθεσία «λεγόταν στους ιερείς και στους Ναζωραίους το, Δεν θα μιανθείτε με τίποτα που έχει πεθάνει· και το, Εάν κάποιος αγγίξει νεκρό, θα είναι ακάθαρτος έως το απόγευμα, και το, Θα πλύνει τα ρούχα του. Τώρα όμως αυτός που άγγιξε οστά μάρτυρα παίρνει κάποια μετάληψη αγιασμού από τη χάρη που παραμένει πάντοτε στο σώμα» (17).
(3)   Ο Ιεροσολύμων Κύριλλος φέρνει και κάποια εξήγηση αυτής της χάρης, η οποία βγαίνει από τα λείψανα των αγίων, παρατηρώντας, ότι «βρίσκεται κάποια δύναμη μέσα στο σώμα των αγίων λόγω της ενάρετης ψυχής που για τόσα χρόνια κατοίκησε μέσα σε αυτό, της οποίας έγινε το σώμα υπηρέτης», το οποίο ακριβώς υπενθυμίζει και τη βεβαίωση του θείου Παύλου, σύμφωνα με την οποία και «τα σώματά μας είναι μέλη Χριστού» και «είναι ναός του Αγίου Πνεύματος μέσα μας» (18).

Επιπλέον ο Κύριλλος αναφέρεται και στα «μαντήλια του κεφαλιού ή του λαιμού» των Αποστόλων, «που ήταν έξω» από το σώμα τους και μόνο άγγιζαν αυτό, τα οποία από την επαφή αυτή έπαιρναν τόσο μεγάλη δύναμη και χάρη, ώστε «όταν άγγιζαν τα σώματα των αρρώστων σήκωναν τους ασθενείς».
Ο θείος Χρυσόστομος από την άλλη υπενθυμίζοντας την ίδια του Ελισαίου αφήγηση της Γραφής, παρατηρεί σχετικά, ότι όχι μόνο τα σώματα, «αλλά και οι ίδιες οι λάρνακες των αγίων είναι γεμάτες από πνευματική χάρη». Διότι, εάν πριν ακόμη το Άγιο Πνεύμα επισκηνώσει στην Εκκλησία του Χριστού, σε αυτά τα χρόνια της Π.Δ., στην περίπτωση του Ελισαίου «συνέβαινε τούτο και νεκρός που άγγιξε τη λάρνακα έσπασε τα δεσμά του θανάτου και επανήλθε πάλι στη ζωή, πολύ περισσότερο τώρα που είναι αφθονότερη η χάρη, τώρα που είναι περισσότερη η ενέργεια του Πνεύματος», επόμενο είναι εκείνος, ο οποίος «με πίστη» θα απλώσει το χέρι, για να έλθει σε επαφή με θήκη (λάρνακα) που περιέχει άγια λείψανα «θα κερδίσει πολλή δύναμη από εκεί» (19).
(4)  Αυτής άλλωστε της δύναμης και χάρης η εκπόρευση διαπιστωνόταν και επιβεβαιωνόταν από το πλήθος των θαυμάτων, τα οποία λάμβαναν χώρα από την με πίστη προσέλευση στους τάφους των μαρτύρων και αγίων και την ευλαβική επαφή και προσκύνησή τους. Για τα θαύματα αυτά έχουμε αυθεντικές μαρτυρίες που παρέχονται από επίσημους και μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Αμβρόσιος, ο Αυγουστίνος, οι Καππαδόκες και ο Χρυσόστομος.
α)  Έτσι ο μεν Αμβρόσιος σε κάποια επιστολή του (20) επικαλείται την πείρα αυτών που τους στέλνει την επιστολή σχετικά με τα θαύματα, ότι

«γνωρίσατε πάρα πολλούς, ακόμα όμως και με τα ίδια σας τα μάτια είδατε πολλούς, οι οποίοι ελευθερώθηκαν από τους δαίμονες, και επιπλέον οι οποίοι ερχόμενοι να αγγίξουν τα ρούχα των αγίων, αιφνίδια θεραπεύτηκαν από όλα τα δεινά που τους κατείχαν. Τα θαύματα των παλαιών καιρών ανανεώθηκαν, αφότου με την έλευση του Κυρίου Ιησού ξεχύθηκε στη γη αφθονότερη χάρη. Έχετε δει πάρα πολλούς που θεραπεύτηκαν από μόνη τη σκιά των αγίων που έπεσε πάνω τους. Πόσα πανιά κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι! Πόσα ρούχα που τοποθετήθηκαν πάνω σε άγια λείψανα, δεν απέβησαν ιαματικά με μόνη την επαφή και περιζήτητα από όλους. Όλοι ζητούν να αγγίξουν αυτά, έστω και ελαφρά, και όποιος το πέτυχε αυτό, θεραπεύτηκε αμέσως».
β)   Επιβεβαιώνοντας τη μαρτυρία αυτή του Αμβροσίου, που δόθηκε με αφορμή το άνοιγμα των λειψάνων των αγίων Γερβασίου και Προτασίου, αναφέρει και ο Αυγουστίνος διάφορα θαύματα που έγιναν από τη χάρη των παραπάνω αγίων λειψάνων, ένα από τα οποία υπήρξε και η θεραπεία κάποιου τυφλού, που έγινε στα Μεδιόλανα (Μιλάνο) «κατά τη συρροή των πιστών στα σώματα των μαρτύρων Προτασίου και Γερβασίου» (21).
γ)   Από την άλλη ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός αναφερόμενος στην πείρα, την οποία είχαν οι ακροατές του για τη δύναμη, που έβγαινε από τα άγια λείψανα του Κυπριανού, παρατηρεί: «Τα υπόλοιπα ας προστεθούν από εσάς τους ίδιους, την καθαίρεση των δαιμόνων, την θεραπεία των ασθενειών, την πρόγνωση του μέλλοντος, τα οποία όλα μπορεί και το λείψανο του Κυπριανού όταν υπάρχει η πίστη, όπως γνωρίζουν όσοι έλαβαν πείρα και έχουν μεταδώσει το θαύμα και σε εμάς και θα το παραδώσουν και στο μέλλον».

Και αλλού πάλι μιλώντας για τους αποστόλους και τα υπόλοιπα «υπέρ του Χριστού θύματα, οι οποίοι πρόθυμα αγωνίστηκαν εναντίον φωτιάς και σιδήρου και θηρίων και τυράννων», διακηρύττει ότι από αυτούς «δαίμονες διώχνονται και ασθένειες θεραπεύονται» «και αυτών και τα σώματα μόνα έχουν την ίδια δύναμη με τις άγιες ψυχές τους, είτε αγγίζονται είτε τιμώνται. Αυτών και σταγόνες μόνο αίματος και μικρά αντικείμενα του πάθους τους ενεργούν όσα και τα σώματα» (22).
δ)  Ο Γρηγόριος ο Νύσσης επίσης για επικύρωση της βεβαίωσής του, ότι γνώριζε, «ότι έχουν δύναμη τα λείψανα» των μαρτύρων, και ότι αυτός είδε «τις σαφείς αποδείξεις της παρρησίας τους προς το Θεό», αφηγείται τη θεραπεία στρατιώτη κουτσού από τα άγια λείψανα των αγίων Τεσσαράκοντα (23).
ε)   Αλλά αυτός που ιδιαιτέρως τόνισε τις χάριτες και δυνάμεις που ξεχύνονται από τα άγια λείψανα και τις λάρνακές τους, υπήρξε ο θείος Χρυσόστομος. Έτσι ο θείος πατέρας διακηρύττει, ότι «όχι μόνο τα οστά των μαρτύρων, αλλά και οι τάφοι τους και οι λάρνακες πολλή αναβλύζουν την ευλογία». Αλλού πάλι χαρακτηρίζει τα σώματα των αγίων ως ασφαλέστερο οχύρωμα από αδαμάντινο τείχος που τειχίζει την πόλη και «σαν να προβάλλουν από παντού σαν κάποιοι υψηλοί σκόπελοι αποκρούουν όχι τις επιθέσεις αυτών των αισθητών και ορατών εχθρών μόνο, αλλά και τις επιβουλές των αοράτων δαιμόνων και τόσο εύκολα ανατρέπουν και διαλύουν όλη την πανουργία του διαβόλου". Επιπλέον «και αν ακόμη ο κοινός μας δεσπότης οργίζεται για το πλήθος των αμαρτημάτων, θα μπορέσουμε, προβάλλοντας αυτά τα σώματα, να τον κάνουμε γρήγορα σπλαγχνικό για την πόλη».

Και σε άλλη πάλι περίπτωση τονίζοντας τη δύναμη, την οποία έχουν τα οστά των αγίων παρατηρεί, ότι αυτή «δαίμονες υποτάσσει και βασανίζει και ελευθερώνει όσους έχουν δεθεί από τα πικρότατα εκείνα δεσμά». Και την ώρα που κανένα από τα ορατά και αισθητά δεν βρίσκεται πάνω «στις πλευρές του δαίμονα, φωνές και σπαραγμοί, μαστιγώματα, βάσανα» ακούγονται και σημειώνονται, «επειδή ο δαίμονας δεν αντέχει την θαυμαστή εκείνη δύναμη». Έτσι οι άγιοι «που φόρεσαν τα σώματα» «επικρατούν των ασωμάτων δυνάμεων, και η σκόνη και τα οστά και η τέφρα εξοντώνει τις αόρατες εκείνες φύσεις» (24).
στ)  Τέλος ο Μ. Βασίλειος, πεπεισμένος για το ότι «αυτός που άγγιξε οστά μάρτυρος παίρνει κάποια μετάληψη αγιασμού από τη χάρη που παραμένει πάντοτε μέσα στο σώμα», στο λόγο του στη μάρτυρα Ιουλίττα διακηρύττει για «το τίμιο σώμα» της, ότι «τοποθετημένο στο ωραιότατο προπύλαιο του ναού της πόλης, αγιάζει μεν τον τόπο, αγιάζει όμως και αυτούς που προσέρχονται σε αυτόν» (25)


Παραπομπές
(16) Μαρτύριο Πολυκ.13 και 18 ΒΕΠ.3,24 και 26. Μαρτύρ. Ιγνατίου στο τέλος ΒΕΠ. 2,341.Χρυσοστόμου εις τον Θεοφόρον Ιγνάτιον § 5 Μ. 50,594. Ευσεβ. Εκκλ. Ιστ. 7,19 Μ. 20,681, Αμβροσίου, Exhort. Virginit κεφ. 2 § 9 M.L. 16,354
(17) Αποστ. Διαταγ. ΣΤ 30,5, Β.Ε.Π. 2,116, Δ΄Βασιλ. Ιγ 21, Κυρίλλου Ιεροσ. Κατήχ. 18, § 16, Μ. 33,1036,1037, Εξόδου ιγ 19, Λευϊτ. ια 39,40, Μ. Βασιλείου ομιλία εις τον Ψαλμό ριε § 4, Μ. 30,112.
(18) Κυρίλ. Ιεροσ. Ο.π. . Α΄Κορινθ. Στ 15 και 19.
(19) Κυρίλ. Ιεροσολ. Ο.π. Χρυσοστόμου Εγκώμ εις Ιγνάτιον Θεοφόρον § 5, Μ. 50. 595
(20) ΧΧΙΙ § 9, P.L. 16, 1064.
(21) De civit. XXII 8 § 2. M.L. 41,701
(22) Γρηγορίου Ναζ. Λόγος 24, εις ιερομ. Κυπριανόν § 18, Μ. 35, 1192. Του ιδίου λόγος 4 κατά Ιουλιανού Α § 69, Μ. 35,589.
(23) Λόγος Α εις τους Τεσσαράκοντα μάρτυρας, Μ. 46,784
(24) Χρυσοστόμου Εις μάρτυρας ομιλία, Μ. 50,664, εις μάρτυρας Αιγυπτίους § 1, Μ. 50,694,695. Ομιλία 26 εις την Β΄Κορ. § 5, Μ. 61,583.
(25) Μ. Βασιλ. Ομιλία εις Ψαλμόν ριε § 4, Μ. 30,112. Του ιδίου εις την μάρτυρα Ιουλίττα § 2, Μ. 31,241

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Δογματική τόμος 3, εκδ. ο Σωτήρ, 1979, σελ. 399-402 η μετάφραση στα νέα Ελληνικά έγινε από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

 

(Παναγιώτου Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξη Λατρεία μας). 

«Μεγίστην όνησιν πιστεύοντες έσεσθαι…». 

Το λέει γενικά ο θείος Κύριλλος Ιεροσολύμων. Βεβαιώνει δηλαδή ότι προσφέρουμε τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας για όλους τους προκεκοιμημένους, πιστεύοντας ότι πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια κερδίζουν οι ψυχές υπέρ των οποίων «η δέησις αναφέρεται της αγίας και φρικωδεστάτης προκειμένης θυσίας». Λοιπόν και των Αγίων και των Προφητών και των Αποστόλων και των Μαρτύρων οι ψυχές αποκομίζουν ωφέλεια από τη θυσία της Ευχαριστίας, αφού και υπέρ αυτών αυτή προσφέρεται;

Των αδελφών μου και των συγγενών μου και των φίλων μου οι ψυχές, με τους οποίους έζησα μαζί και οι οποίοι πέθαναν πριν από μένα, έχοντας όλοι τις ατέλειες και ελλείψεις τους και τα ψεγάδια από τα ακούσια και τα εκ συναρπαγής αμαρτήματα, το καταλαβαίνω να καρπώνονται οι ψυχές αυτές βοήθεια και έλεος από την ατίμητη θυσία που προσφέρεται γι’ αυτούς. Αλλά να ωφελούνται και οι ψυχές εκείνων οι οποίοι αναμφισβήτητα ευαρέστησαν στον Κύριο και τιμήθηκαν από αυτόν, όπως είναι οι Απόστολοι και οι Προφήτες και οι Μάρτυρες, των οποίων μάλιστα τις πρεσβείες επικαλούμαστε την ίδια στιγμή που τους μνημονεύουμε, αυτό παρουσιάζει ακατανόητο.
Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό. Γι’ αυτό λοιπόν αναφερόμαστε και πάλι στο ωραίο παράδειγμα που μας δίνει ο ιερός Χρυσόστομος, για το οποίο μιλήσαμε και άλλοτε. Όταν δηλαδή ένας βασιλιάς επανέρχεται θριαμβευτής από κάποιον πόλεμο τον οποίο διεξήγαγε νικηφόρα, στη λαμπρή υποδοχή που του γίνεται στην πρωτεύουσα του βασιλείου του από τον λαό που τον επευφημεί, μνημονεύονται τα ονόματα των στρατηγών και των αξιωματούχων που συναγωνίστηκαν μαζί του και συμμετείχαν στα ένδοξα κατορθώματά του. Αναφέρονται όμως και μερικά άλλα ονόματα, αιχμαλώτων αυτά και δεσμίων, που για ορισμένους λόγους προσείλκυσαν τη συμπάθεια και τον οίκτο των νικητών.

Για άλλο σκοπό, λέει ο ιερός Πατήρ, μνημονεύονται τα ονόματα εκείνων που συμπολέμησαν και συναγωνίσθηκαν με τον ένδοξο και νικητή βασιλιά· και με άλλο, τελείως διαφορετικό πνεύμα, μνημονεύονται οι δέσμιοι και οι αιχμάλωτοι. Οι πρώτοι, οι οποίοι διέπρεψαν στο πεδίο της μάχης, μνημονεύονται για να επευφημηθούν άλλη μια φορά και για να αποδοθεί και πάλι δίκαιος έπαινος και τιμή σ’ αυτούς. Οι δεύτεροι, οι οποίοι έχουν ανάγκη της ευσπλαχνίας και των οικτιρμών του μεγάλου βασιλιά, μνημονεύονται για να κερδίσουν την εύνοια και τη χάρη του. Αξιώματα και τιμές ζητούνται από τους πρώτους, έλεος και χάρη για τους δεύτερους.
Μην ξεχνάς, αδελφέ μου, τη θεόπνευστη διαβεβαίωση της προς Εβραίους επιστολής, που μας πληροφορεί για το ότι οι άγιοι Πάντες, μολονότι μέχρι την τελευταία τους πνοή ομολόγησαν την αληθινή πίστη και έλαβαν εγκωμιαστική μαρτυρία γι’ αυτήν ότι ευαρέστησαν στο Θεό, παρ’ όλα αυτά, «ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν» (Εβρ. ια’ 39). Δεν απόλαυσαν ακόμη πλήρη και ολοκληρωμένη την αμοιβή που τους ανήκει. Διότι ο Θεός προέβλεψε όλα μαζί τα μέλη της Εκκλησίας, στη συντέλεια του κόσμου και μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, στην κρίση και ανταπόδοση που θα κάνει ο ίδιος, να απολαύσουν το τέλειο και ολοκληρωμένο βραβείο της νίκης τους εναντίον της αμαρτίας. Όλα μαζί τα μέλη ως μια οικογένεια που τιμάται μαζί, και ως ένα αδιαίρετο όλοι Σώμα.

Και στο μεταξύ διάστημα; Έως ότου όλα τα μέλη της Εκκλησίας επισυναχθούν και η στρατευομένη Εκκλησία παύσει να υπάρχει, αφού θα έχει μετατεθεί ολόκληρη στην θριαμβεύουσα Εκκλησία, τι γίνεται; Ο καθένας από τους δικαίους προαπολαμβάνει μόνο και προγεύεται τα μέλλοντα αγαθά. Και δεν παύει βέβαια η θριαμβεύουσα Εκκλησία να είναι «πανήγυρις πρωτοτόκων», πανηγυρική σύναξη των εκλεκτών παιδιών του Θεού. Ε λοιπόν! Στη χαρά την οποία προαπολαμβάνουν οι εκλεκτοί αυτοί στρατιώτες του Θεού, προστίθεται και άλλη χαρά, όταν προσφέρεται και υπέρ αυτών η Θεία Ευχαριστία. Και η πανηγυρική εκείνη σύναξη, παρά το ότι είναι εξολοκλήρου χαρμόσυνη, ανασκιρτά και συναγάλλεται χτυπώντας τα χέρια της. Και αναπέμπει μαζί με την στρατευομένη Εκκλησία τον επινίκιο ύμνο στο Αρνίο το «ως εσφαγμένον», που στέκεται πάνω στο θρόνο του Θεού. Στην ήδη προϋπάρχουσα χαρά προστίθενται και νέα σκιρτήματα αγαλλιάσεως. Και στις πολλές επευφημίες του ουρανίου κόσμου για τη στρατιά του Χριστού που θριαμβεύει στον ουρανό, ακολουθούν και νέα ενθουσιώδη χειροκροτήματα για τη νίκη που έχει συντελεσθεί.

Σε ποιό βαθμό «μεγίστη»;

Πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια πιστεύουμε ότι θα αποκομίσουν οι κεκοιμημένοι αδελφοί μας από τη θυσία της Ευχαριστίας που προσφέρουμε. «Μεγίστην όνησιν», λέει ο θεοφώτιστος Κύριλλος. Κάτι παρόμοιο διακηρύττει και ο ιερός Χρυσόστομος. Αλλά και η πράξη της Εκκλησίας από παλιά αυτό επιβεβαιώνει. Διότι ακόμη και στις πολύ παλιές Λειτουργίες, οι οποίες ανάγονται στις αρχές του τετάρτου χριστιανικού αιώνα, δεν παραλείπεται το μνημόσυνο αυτό των κεκοιμημένων.

Δημιουργείται όμως το ερώτημα: Σε ποιό βαθμό εκτείνεται η «όνησις» και ωφέλεια αυτή;
Θα έχουμε πάντοτε υπ’ όψιν μας τους θεόπνευστους λόγους του ευαγγελιστού Ιωάννου στους οποίους γίνεται διάκριση μεταξύ «αμαρτίας προς θάνατον» και «αμαρτίας μη προς θάνατον» (Α’ Ιω. ε’ 16) · μεταξύ αμαρτίας δηλαδή που οδηγεί στον πνευματικό θάνατο και αμαρτίας μη θανάσιμης. Κάνοντας τη διάκριση αυτή ο αγαπημένος μαθητής, συνιστά σε κάθε χριστιανό που είδε τον αδελφό του «αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον», να παρακαλεί τον Θεό για χάρη του, με την πεποίθηση ότι ο πανάγαθος Κύριος «δώσει αυτώ ζωήν». Τονίζει όμως στη συνέχεια ο άγιος Ιωάννης ότι «έστιν αμαρτίαν προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση».

Θεωρεί με άλλα λόγια όχι απλώς ανώφελο αλλά και από κάποια άποψη απαγορευμένο, για ανθρώπους που έχουν παρεκκλίνει σε αμαρτίες θανάσιμες και εμμένουν συστηματικά σε αυτές χωρίς να εκδηλώνουν κάποιες ενδείξεις μετάνοιας, να προσευχόμαστε να τους δοθεί άφεση γι’ αυτές.
Αυτά βέβαια λέγονται από τον θείο Ευαγγελιστή για αδελφούς που βρίσκονται στη ζωή, τους οποίους ακόμη δεν πήρε ο θάνατος και για τους οποίους συνεπώς υπάρχει η δυνατότητα να μετανοήσουν και επιστρέφοντας με συντριβή στον Κύριο να συγχωρηθούν από αυτόν. Για μια τέτοια επιστροφή αναμφίβολα επιβάλλεται να προσευχόμαστε και να ικετεύουμε τον Κύριο και για χάρη αυτών που αμαρτάνουν θανάσιμα. Την άφεση όμως αυτών των αμαρτιών τους δεν επιτρέπει ο άγιος Ιωάννης να ζητούμε στις προσευχές μας γι’ αυτούς.

Άλλωστε το να προσευχόμαστε και υπέρ των ειδωλολατρών ακόμη, παρακαλώντας τον Θεό να τους φωτίσει και να τους οδηγήσει σε επιστροφή, μας το ζητά ρητώς ο απόστολος Παύλος, όταν συνιστά στον Τιμόθεο να κάνουμε «δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις υπέρ πάντων ανθρώπων», ακόμη και υπέρ των τότε ειδωλολατρών «βασιλέων και πάντων των εν υπεροχή όντων», των βασιλιάδων και όλων των αρχόντων, οι οποίοι είχαν στάση δυσμενή και εχθρική απέναντι στο χριστιανισμό. Και το δικαιολογεί αυτό ο θεόπνευστος Απόστολος υπενθυμίζοντας ότι ο Θεός «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. β’ 1-4).
Από τους κεκοιμημένους βέβαια αποκλείεται η δυνατότητα επιστροφής και μετάνοιας. Ό,τι συναποκόμισαν μαζί τους φεύγοντας απ’ αυτή τη ζωή, θα τους ακολουθεί σε όλους τους αιώνες. Γι’ αυτό ακριβώς και η Θεία Ευχαριστία δεν προσφέρεται υπέρ αυτών που πέθαναν ενώ ήταν ειδωλολάτρες· αλλ’ ούτε και υπέρ χριστιανών οι οποίοι πέθαναν αποδεδειγμένα μένοντας προσκολλημένοι στην αμαρτία, και η τελευταία πράξη της ζωής τους, που επισφράγισε ολόκληρο τον βίο τους, υπήρξε ολοφάνερη παράβαση του νόμου του Θεού. Ανέκαθεν δηλαδή η Εκκλησία ούτε κήδευσε με εκκλησιαστικές δεήσεις και τιμές, ούτε τέλεσε μνημόσυνα, ούτε ανέγραψε στα δίπτυχα που διαβάζονται κατά τη Θεία Ευχαριστία, χριστιανούς που αυτοκτόνησαν. Ούτε επίσης αυτούς που πέθαναν σε μονομαχία ή ξιφομαχία ή αυτούς που παρεξέκλιναν σε κάποια αίρεση και ανάθεμα και δεν εκδήλωσαν στις τελευταίες τουλάχιστον στιγμές της ζωής τους κάποια διάθεση για μετάνοια. Παραμένει σ’ αυτό το σημείο πιστή στην αποστολική εντολή: «Έστιν αμαρτία προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση».
Ποιό συμπέρασμα λοιπόν συνάγεται απ’ όλα αυτά; Ότι η θυσία της Θείας Ευχαριστίας μόνο όταν προσφέρεται για ανθρώπους που δεν αμάρτησαν θανάσιμα, παρέχει την ωφέλεια για την οποία κάνει λόγο ο θείος Κύριλλος. Για ανθρώπους όμως οι οποίοι αμάρτησαν θανάσιμα και πέθαναν χωρίς να μετανοήσουν και επομένως βρίσκονται στην κρίση και καταδίκη του Θεού, γι’ αυτούς ας μην περιμένουμε ποτέ ότι είναι δυνατόν με τη θυσία της Ευχαριστίας να τους μεταθέσουμε από τον Άδη, όπου βρίσκονται, στον Παράδεισο. Παράδεισος και Άδης χωρίζονται μεταξύ τους με χάσμα ανυπέρβλητο. Το βεβαίωσε ο Κύριος ρητώς στη γνωστή παραβολή του όπου παρουσιάζει τον Αβραάμ να λέει στον πλούσιο που βασανιζόταν φοβερά στον Άδη: «Μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσι» (Λουκ. ις’ 26). Ανάμεσά μας υπάρχει μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να διαβούν από εδώ σε σας να μην μπορούν, αλλά ούτε κι όσοι βρίσκονται εκεί, να μπορούν να περάσουν απέναντι σε μας.

Πραγματικά πάρα πολύ μεγάλη η ωφέλεια

Υπάρχουν αμαρτήματα τα οποία διαπράττουμε από άγνοια ή από συναρπαγή, χωρίς δηλαδή να τα έχουμε προμελετήσει. Και ενώ είμαστε ένοχοι γι’ αυτά, άλλα από αυτά έχουν διαφύγει τελείως την προσοχή μας και ούτε καν έχουμε συνείδηση και καμία ιδέα γι’ αυτά, ενώ άλλα τα ξεχάσαμε εντελώς. Και υπάρχουν ακόμη και άλλα τα οποία αγνοούμε ολοκληρωτικά. Διαπράξαμε δηλαδή κάτι ή συνεργήσαμε άμεσα ή έμμεσα στο να γίνει, χωρίς να ξέρουμε ότι γι’ αυτό είμαστε ένοχοι και θα δώσουμε λόγο. Και οι κατηγορίες αυτών των αμαρτημάτων συναπαρτίζουν όλες μαζί βουνά ολόκληρα, κάτω από τα οποία κινδυνεύουμε να ταφούμε και να εξαφανισθούμε, χωρίς να φανεί ούτε ίχνος από εμάς. Είναι πολλά, πάρα πολλά τα αμαρτήματα αυτά. Κάθε ημέρα, κάθε ώρα της ζωής μας έχει τα δικά της, ώστε αν τα δούμε όλα μαζί, όλης της ζωής, να μην είναι εύκολο να αριθμηθούν. Ένα μόνο είναι το ελαφρυντικό για το πλήθος αυτό των αμαρτιών μας που δεν μπορούμε να το αριθμήσουμε. Το ότι οι αμαρτίες αυτές δεν γίνονται με πλήρη τη συμμετοχή της θελήσεώς μας, η οποία όταν πρόκειται για κάποια σοβαρή παράβαση, αντιστέκεται και αντιδρά. Αυτή η αντίδραση και αντίσταση που αντιτάσσει η θέλησή μας απέναντι στα θανάσιμα αμαρτήματα, αποτελεί απόδειξη ότι στο βάθος μας αποστέργουμε την αμαρτία και θα θέλαμε να ήμασταν ελεύθεροι και απαλλαγμένοι από αυτήν.
Αυτό όμως αποτελεί μόνο ελαφρυντικό, όχι όμως και κάτι που φθάνει και είναι αρκετό για να εξαλείψει την ενοχή μας. Είναι θετικό στοιχείο βέβαια για μας και ελκύει την επιείκεια και το έλεος του Θεού. Αλλά αν ο δίκαιος Θεός μας έκρινε σύμφωνα με το νόμο του, ποιος θα μπορούσε να σταθεί όρθιος ενώπιόν του; Αν εκδήλωνε γι’ αυτά τα αμαρτήματα αποστροφή και μίσος, ποιος δεν θα αποστελλόταν από αυτόν στον κατασκότεινο πυθμένα της αβύσσου; Ποιος; Διότι, αδελφέ μου, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει στη ράχη του βαρύ, βαρύτατο φορτίο τέτοιων αμαρτημάτων. Και αυτοί ακόμη που αναγεννήθηκαν και ανακαινίσθηκαν πλήρως από τον Χριστό μέχρι το σημείο να καταλήξουν σε σχετική αναμαρτησία, πέρασαν στην πρώτη περίοδο της ζωής τους από τον δρόμο αυτό των ατελειών και των μη θανάσιμων αμαρτημάτων. Και τώρα, στην κατάσταση αυτή της τελειότητας που τους ανύψωσε η θεία χάρις, θυμούνται τις ατέλειες του παρελθόντος. Και γι’ αυτό ακριβώς και τους ακούμε να παραπονούνται και να ταλανίζουν τους εαυτούς τους· και ένας που αναμφισβήτητα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μεταξύ αυτών, ο απόστολος Παύλος δηλαδή, να φρονεί για τον εαυτό του ότι είναι ο «πρώτος των αμαρτωλών» (Α’ Τιμ. α’ 15).
Και αυτοί μεν που έφθασαν στην κατά το δυνατόν τέλεια αναγέννηση, αυτοί με την ταπείνωση και τη μετάνοιά τους προσείλκυσαν άφθονο το έλεος του Θεού ήδη από την παρούσα ζωή. Και φεύγουν απ’ αυτήν χωρίς να φέρουν μαζί τους καμιά κληρονομιά από τον παλαιό άνθρωπο της αμαρτίας. Εμείς όμως; Τα τόσα πλήθη ακόμη των χριστιανών που πεθαίνουν κάθε μέρα; Πόσοι από αυτούς είναι ολοκληρωτικά αναγεννημένοι; Και για πόσους θα μπορούσε να παρασχεθεί η βεβαίωση ότι από τον όγκο αυτό των αμαρτημάτων που έγιναν από άγνοια και συναρπαγή και από το πλήθος των λησμονημένων αμαρτημάτων πέτυχαν να καθαρισθούν και να εξαγνισθούν ήδη απ’ αυτή τη ζωή και πριν να πεθάνουν;
Μεγάλο πλήθος από αυτούς, αγαπητέ μου αναγνώστη, μετενόησε βέβαια και επικαλέσθηκε με πίστη το έλεος του Θεού, δεν πρόφθασε όμως να παραγάγει «καρπούς αξίους της μετανοίας». Δεν πρόφθασε να αποβάλει τελείως τον παλαιό άνθρωπο. Όχι· δεν είναι κατόρθωμα της μιας στιγμής η νέκρωση και η αποβολή του ανθρώπου αυτού, που είναι ζυμωμένος με ολόκληρη την ύπαρξή μας, από τη σύλληψη ακόμη και τη γέννησή μας. Είναι έργο μεγάλο, που απαιτεί αγώνες και προσπάθειες συνεχείς και μακρές· και η μετάνοια αποτελεί μόνο τα πρώτα βήματα και τις πρώτες απόπειρες για την έναρξη του έργου αυτού, στο οποίο η θεία χάρις μας ενδυναμώνει και μας ενισχύει.
Ποιο λοιπόν συμπέρασμα συνάγεται από όλα αυτά; Ότι όλοι μας έχουμε ανάγκη του θείου ελέους και της θείας επιείκειας. Και όσο ετοιμασμένος κι αν φεύγει κανείς από τον κόσμο αυτό, δεν μπορεί να πει ότι δεν χρειάζεται την κάθαρση την οποία παρέχει η θυσία της Ευχαριστίας όταν προσφέρεται υπέρ αυτού. Λοιπόν αυτό ακριβώς είχε υπ’ όψιν του ο θεοφώτιστος Κύριλλος, όταν βεβαίωνε ότι πιστεύουμε «μεγίστην όνησιν έσεσθαι ταις ψυχαίς», ότι δηλαδή πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια θα έλθει στις ψυχές υπέρ των οποίων προσφέρεται η δέηση «της αγίας και φρικωδεστάτης προκείμενης θυσίας».

Ωφέλεια για αμαρτίες μη θανάσιμες

Μόνο λοιπόν σε ανθρώπους που δεν αμάρτησαν θανάσιμα εξασφαλίζει η θυσία της Ευχαριστίας πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια. Από τον Άδη στον Παράδεισο, όπως ήδη είπαμε, δεν μετατίθενται ψυχές που βαρύνονται με αμαρτήματα θανάσιμα, ούτε επιτρέπεται γι’ αυτές να προσφέρεται η άμωμη, η αγνή και άχραντη θυσία του Κυρίου που σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας. Ποιες όμως είναι για τον καθένα μας θανάσιμες αμαρτίες, μόνο ο Θεός το γνωρίζει επακριβώς. Διότι μόνο αυτός εξετάζει και διερευνά τα βάθη των ανθρώπινων καρδιών, τα οποία είναι άγνωστα και καλυμμένα για μας.
Υπάρχουν βέβαια κάποιες ολοφάνερες και χονδροειδείς παραβάσεις του θείου νόμου για τις οποίες εξανίσταται η συνείδηση κάθε μη πωρωμένου ανθρώπου και των οποίων το βάρος δεν δυσκολεύεται να αντιληφθεί και ο πλέον αδαής. Από την άλλη πλευρά πάλι, είναι εξίσου βέβαιο ότι εξαρτάται και από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συντελέσθηκε μια παράβαση, αν θα αποβεί ανεπανόρθωτα θανάσιμη γι’ αυτόν που υπέπεσε σ’ αυτήν.
Δεν βεβαίωσε ο Κύριος σαφώς ότι σε όποιον «εδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ’ αυτού»; Και δεν πρόσθεσε, για να το κάνει ζωηρότερο και παραστατικότερο, ότι ο δούλος «ο μη γνους το θέλημα του κυρίου εαυτού, ποιήσας δε άξια πληγών, δαρήσεται ολίγας»; (Λουκ. ιβ’ 48). Ότι δηλαδή ο δούλος που δεν γνώρισε το θέλημα του κυρίου του, αλλά οι πράξεις του είναι άξιες τιμωρίας, θα δεχθεί λίγες μαστιγώσεις; Εξαρτάται επομένως και από τη γνώση την οποία ο καθένας μας έλαβε, σύμφωνα με τις ευνοϊκές περιστάσεις τις οποίες για τον φωτισμό και την πνευματική του καλλιέργεια έφερε σ’ αυτόν ο Θεός. Εξαρτάται και από τις ευμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε και ανατράφηκε και εκπαιδεύτηκε ο καθένας μας. Εξαρτάται και από τον βαθμό της χάριτος ο οποίος του δόθηκε, και από τις θείες δωρεές τις οποίες γεύθηκε και από την πρόοδο στη χριστιανική ζωή την οποία τον αξίωσε η χάρις να πραγματοποιήσει και από την οποία ξέπεσε.
Με άλλα λόγια αλλιώς θα κριθεί ένας χριστιανός και διαφορετικά θα κριθεί ένας άγριος που δεν γνώρισε Χριστό ούτε διδάχθηκε ποτέ την αλήθεια την οποία ο Θεός αποκάλυψε σε μας. Και η ίδια παράβαση και αμαρτία η οποία για τον χριστιανό είναι θανάσιμη, για τον βάρβαρο ενδέχεται να κριθεί από τον Θεό συγγνωστή και άξια συγχωρήσεως. Σύμφωνα με τον ίδιο κανόνα, και ο Φαρισαίος που δεν είχε υποπέσει σε κάποια παράβαση του μωσαϊκού νόμου, κατακρίνεται, ενώ ο τελώνης που ήταν δακτυλοδεικτούμενος από αυτόν και τους ομοίους του ως ένοχος, δικαιώνεται.

Και ο Δημάς, που σε μια περίοδο της ζωής του αξιώθηκε να είναι συνεργάτης του αποστόλου Παύλου, ξεπέφτει και κατακρίνεται μόνο και μόνο διότι σε ημέρες διωγμού δείλιασε και εγκατέλειψε τον Απόστολο για να μην κινδυνεύσει και η δική του ζωή. Και όπως διακηρύττει θεόπνευστα η προς Εβραίους επιστολή, εκείνους οι οποίοι προόδευσαν σε κάποιο βαθμό στην πνευματική ζωή και γεύθηκαν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και φωτίσθηκαν από το κήρυγμα του θείου λόγου, είναι αδύνατον να τους επαναφέρει κανείς σε μετάνοια, αν παρεκτραπούν σε κάποια σοβαρή αμαρτία. Διότι αυτοί με την παρεκτροπή τους αυτή ξανασταυρώνουν και περιφρονούν τον Ιησού Χριστό, ο οποίος έχει μορφωθεί στό εσωτερικό τους από τη θεία χάρη· ήδη μάλιστα με την παρεκτροπή τους αυτή τον αποδιώχνουν από τις καρδιές τους και τον διαπομπεύουν. (Εβρ. ς’ 4-6).
Τι σημαίνουν όλα αυτά, αγαπητέ μου αναγνώστη; Ότι εκτός από ορισμένες σαφείς και ευδιάκριτες περιπτώσεις, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το ποιοι από τους αδελφούς μας που απέρχονται από τον κόσμο αυτό συναποκομίζουν μαζί τους αμαρτίες που έχουν ως συνέπεια τον πνευματικό θάνατο και ποιοι φέρουν το σχετικά ελαφρό φορτίο των οπωσδήποτε συγγνωστών και μη θανάσιμων αμαρτημάτων. Ποια στάση θα έπρεπε να λάβει λοιπόν η Εκκλησία που τελεί και αναφέρει τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας; Ποια στάση θα έπρεπε να λάβει προκειμένου να δεηθεί για προκεκοιμημένα μέλη της για τα οποία δεν είναι μεν απόλυτα βέβαιη ότι έφυγαν από τον κόσμο αυτό με συντριβή και με συναισθήματα ειλικρινούς μετανοίας, δεν έχει όμως και ενδείξεις ότι με κάποια παράβαση θανάσιμη αποξένωσαν τους εαυτούς τους πλήρως από το θείο έλεος; Τη στάση της επιείκειας και της ελπίδας.

Προσφέρει λοιπόν και γι’ αυτούς τη θυσία της Ευχαριστίας, αρκούμενη στο ότι πέθαναν «εν πίστει» προς τον Χριστό και δεν απαρνήθηκαν το όνομα του χριστιανού που τους δόθηκε, το όνομα του μαθητή που εξάρτησε τη σωτηρία του από τον μεγάλο Θεό και Σωτήρα, τον Κύριο Ιησού. Παρακαλεί η Εκκλησία και δέεται και ικετεύει και υπέρ αυτών, προσφέροντας την ατίμητη θυσία της Θείας Ευχαριστίας, που έχει άπειρη ισχύ, «υπέρ πάντων των εν πίστει κεκοιμημένων». Και ρίχνοντας τους πάντες στους οικτιρμούς, στην ευσπλαχνία και στο έλεος του Θεού, αφήνει στην άπειρη φιλανθρωπία του να ενεργήσει για τον διαχωρισμό που από τη δικαιοσύνη και αγιότητά του επιβάλλεται να γίνει. Με αυτό το πνεύμα και με αυτή την ελπίδα δέχεται η Εκκλησία προσφορές και επιτελεί τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας «υπέρ πάντων των εν πίστει αποθανόντων». Με αυτό λοιπόν το πνεύμα· και ποτέ με το πλανεμένο φρόνημα ότι με τις προσφορές και τις Λειτουργίες αυτές επιτυγχάνεται μετάθεση ψυχών που βαρύνονται με θανάσιμα αμαρτήματα, από τον Άδη στους κόλπους του Αβραάμ.

(Παναγιώτου Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξη Λατρεία μας, εκδ. ο Σωτήρ, 2016, σελ. 368-378)

Σελίδα 1 από 3

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (202) Αγάπη Θεού (52) αγάπη σε Θεό (12) αγάπη σε Χριστό (42) άγγελοι (10) Αγία Γραφή (55) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (9) άγιοι (20) άγιος (84) αγνότητα (7) άγχος (13) αγώνας (60) αγώνας πνευματικός (31) αθεΐα (99) αιρέσεις (72) αλήθεια (27) αμαρτία (67) Αμβρόσιος άγιος (1) άμφια (1) Ανάσταση (72) ανασταση νεκρών (8) ανθρώπινες σχέσεις (147) άνθρωπος (20) αντίχριστος (7) αξιώματα (4) απιστία (5) αποκάλυψη (4) απόκρυφα (15) αρετή (66) ασθένεια (20) άσκηση (4) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (54) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (10) βάπτιση (4) βάπτισμα (8) Βασίλειος ο Μέγας (1) βία (2) βιβλίο (6) βιοηθική (10) γάμος (41) Γένεση (4) Γεροντικόν (42) γηρατειά (3) γλώσσα (32) γνώση (6) γονείς (47) Γρηγόριος ο Θεολόγος (1) γυναίκα (8) δάκρυα (8) δάσκαλος (12) Δεύτερη Παρουσία (7) Δημιουργία (42) διάβολος (47) διάκριση (46) διάλογος (3) δικαιοσύνη (5) Δογματικα Θέματα (5) Δογματική Τρεμπέλα (1) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (109) εικόνες (17) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (2) ειρήνη (5) εκκλησία (61) Εκκλησιαστική Ιστορία (12) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (19) ελευθερία (17) Ελλάδα (16) ελπίδα (15) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (71) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (7) επιστήμη (69) εργασία (30) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (39) έρωτας (9) έρωτας θείος (1) Ευαγγέλια (61) ευγένεια (5) ευσπλαχνία (6) ευτυχία (23) ευχαριστία (8) ζήλεια (1) ζώα (14) ηθική (5) ησυχία (5) θάνατος (104) θάρρος (16) θαύμα (68) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (47) Θεία Λειτουργία (47) θεία Πρόνοια (3) θέληση (6) θεολογία (13) Θεός (7) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (113) θρησκείες (8) θυμός (35) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (8) Ιγνάτιος Θεοφόρος (7) ιεραποστολή (22) ιερέας (52) ιερωσύνη (3) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισλάμ (3) Ιστορία Ελληνική (6) Ιστορία Παγκόσμια (4) Ιωάννης Χρυσόστομος (18) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (21) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) καρδιά (12) Κασσιανός Όσιος (1) κατάκριση (41) καταναλωτισμός (2) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (7) Κλίμακα (4) Κοίμησις Θεοτόκου (11) κοινωνία (92) κόλαση (13) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (7) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (48) λείψανα (4) λογισμοί (32) λύπη (1) μαγεία (5) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (7) μελέτη (9) μετά θάνατον (27) μετά θάνατον ζωή (32) Μεταμόρφωση (2) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (70) μητέρα (12) μίσος (1) μνημόσυνα (6) μοναξιά (11) μοναχισμός (10) μόρφωση (12) μουσική (3) Ναός (2) ναρκωτικά (1) νέοι (7) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (15) Νικόλαος Άγιος (2) νους (12) οικονομία (2) Οικουμενισμός (2) ομορφιά (7) όνειρα (21) οράματα (2) Ορθοδοξία (53) όρκος (1) πάθη (39) πάθος (4) παιδεία (9) παιδιά (24) Παΐσιος Όσιος (12) Παλαιά Διαθήκη (3) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (8) παλαιοημερολογίτες (6) Παναγία (58) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (11) Παράδεισος (45) Παράδοση Ιερά (2) Πάσχα (13) πατρίδα (5) Πατρολογία (1) Πεντηκοστή (5) πίστη (155) πλούτος (14) πνευματική ζωή (70) πνευματικός πατέρας (15) πνευματισμός (8) ποίηση (13) πόλεμος (13) πολιτική (13) πολιτισμός (4) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (25) Πρόνοια (4) Πρόνοια Θεία (45) προορισμός (6) προσευχή (144) προσοχή (4) προτεσταντισμός (18) προφητείες (1) ραθυμία (4) Ρωμαιοκαθολικισμός (13) Σαρακοστή (4) σεβασμός (2) σοφία (21) Σταυρός (27) Σταύρωση (12) συγχώρηση (9) συνείδηση (1) σχίσμα (4) σώμα (7) Σωφρόνιος του Έσσεξ (6) ταπεινοφροσύνη (72) ταπείνωση (2) Τέλος Κόσμου (1) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (4) τύχη (2) υλικά αγαθά (4) υπακοή (8) υπαρξιακά (43) υποκρισία (6) υπομονή (40) φαντασία (1) φαντάσματα (2) φιλία (12) φιλοσοφία (13) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (22) φως (2) χαρά (27) χάρις θεία (14) χαρίσματα (2) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (4) χριστιανός (28) Χριστός (9) Χριστούγεννα (38) χρόνος (16) ψεύδος (11) ψυχαγωγία (1) ψυχή (73) ψυχολογία (15)