Η Παναγία της Τήνου Δεν έχει περάσει παρά ένας χρόνος από την ιστορική ήμερα, που ο επίσκοπος  Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της επαναστάσεως. Στο μοναστήρι του Κεχροβουνίου, πού φαντάζει κάτασπρο πάνω στο νησάκι της Τήνου, η μοναχή Πελαγία, υστέρα από τη βραδινή προσευχή, αποσύρθηκε στο κελί της να ησυχάσει. Ε­νώ είχε αποκοιμηθεί, ένοιωσε ξαφνικά μιαν άρρητη ευωδία, κι αμέσως άκουσε την πόρτα του κελιού ν’ ανοίγει με πάταγο. Μια μεγαλόπρεπη γυναίκα, πού άστραφτε σαν Βασίλισσα, μπήκε μέσα και στάθηκε απέναντι από το κρεβάτι της.- Σήκω γρήγορα, της είπε. Πήγαινε να συναντήσεις τον Σταματέλλο Καγκάδη, και πες του πώς στο χωράφι…
«Είχα ακούσει το εξής περιστατικό: Ένας νεαρός είχε μπλέξει με κάποιον μάγο και ασχολήθηκε με μαγικά. Έπαθε μετά ζημιά, αρρώστησε και κατέληξε στο νοσοκομείο. Μήνες ξοδεύτηκε ο πατέρας του, γιατί δεν είχαν τότε ασφάλεια, για να βρουν τι έχει. Οι γιατροί δεν του έβρισκαν τίποτα. Είχε γίνει χάλια. Τί κάνει τότε ο Διάβολος! Του εμφανίζεται σαν τον Τίμιο Πρόδρομο, που τον είχαν πολιούχο στον τόπο του, και του λέει: «Θα σε κάνω καλά, αν ο πατέρας σου χτίσει μια εκκλησία». Το είπε το παιδί στον πατέρα του κι εκείνος ο καημένος είπε: «παιδί μου είναι, όσα έχω να τα δώσω,…
«Έτσι μέσα στο σάλο της νεανικής ζωής, συν τω χρόνω ήδη καταπνιγόταν στην ψυχή του Συμεών η πρώτη θεία κλήση για τον μοναστικό αγώνα. Αλλά ο Θεός ο οποίος τον διάλεξε, τον κάλεσε ξανά με ένα όραμα.Κάποια ημέρα, μετά από όχι σωφρόνως κατασπαλημένο χρόνο, αποκοιμήθηκε αυτός για λίγο, και σε κατάσταση ελαφρού ύπνου είδε ότι φίδι εισχώρησε από το στόμα μέσα του. Αισθάνθηκε φοβερή αηδία και τινάχτηκε πάνω, οπότε άκουσε αυτά τα λόγια:«Κατάπιες σε όνειρο φίδι και αισθάνθηκες αποστροφή. Ομοίως και σε Εμένα δεν είναι αρεστό να βλέπω τα έργα σου».Ο Συμεών δεν είδε κανέναν, αλλά άκουσε μόνο κάποια φωνή,…
«Φίλος μου επιχειρηματίας (διηγείται ο κ. Α.Γ.) έπεσε έξω στην επιχείρησή του. Τον έπνιξαν τα χρέη. Απελπίστηκε! Και ... αυτοκτόνησε! Αυτός λοιπόν ο μακαρίτης (που ποτέ δεν νοιαζόταν για την ψυχή του, παρά μόνο για το χρήμα), εμφανίστηκε σε όνειρο στο φίλο του, πρώην συμμαθητή του γυμνασίου, και του είπε με φωνή κραυγή: «Φίλε μου! Πού σπαταλάς το χρόνο σου; Κοίτα την ψυχή σου!». (αρχ. Βασιλείου Μπακογιάννη, Μετά θάνατον σελ. 106) (Επιστολή στον καφετζή Σ.Μ., που έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα στην αυτοκτονία και την επαιτεία)«Γράφεις ότι όλη σου η περιουσία πωλήθηκε σε τρίτους. Όταν βρέθηκες στο δρόμο χωρίς τίποτα και…
(στα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου η ευσεβής Κλεοπάτρα χτίζει με δική της δωρεά και εγκαινιάζει την εκκλησία του μάρτυρος Ουάρου. Αμέσως όμως μετά τα εγκαίνια...)...ο πυρετός ανέβαινε και προτού προφθάσει να έρθει ο γιατρός ο νέος ξεψύχησε στη αγκαλιά της απαρηγόρητης μάνας. Αλλόφρονη εκείνη από την απροσδόκητη συμφορά, σήκωσε το νεκρό σώμα και το πήγε στην εκκλησία του μάρτυρος Ουάρου. Το ακούμπησε πάνω στην λάρνακα των λειψάνων και πέφτοντας στα γόνατα, ξέσπασε σε σπαρακτικό θρήνο... Ανάμεσα στα δάκρυα και τα αναφυλλητά, συντριμμένη από τον πόνο, αποκοιμήθηκε. Είδε τότε ένα θαυμάσιο όνειρο που παρηγόρησε τη μητρική καρδιά της.Άνοιξε μπροστά στα μάτια…
(ο πρώην παραστρατημένος και μετέπειτα άγιος Αυγουστίνος μιλά για το όνειρο της αγίας Μόνικας, της μητέρας του, πριν την μεταστροφή του) «...Την εισάκουσες Κύριε και δεν περιφρόνησες τα δάκρυά της που έκαναν λιμνούλες όπου στεκόταν για να προσευχηθεί. Την εισάκουσες, και τότε είδε ένα όνειρο. Με το όνειρο αυτό την ενθάρρυνες να έρθει να μείνει μαζί μου... Στο όνειρο εκείνο είδε ότι στεκόταν ορθή πάνω σε έναν κανόνα (=χάρακα, πήχη). Ένας νέος άντρας την πλησίασε. Ήταν όμορφος, έλαμπε και χαμογελούσε, ενώ εκείνην την έπνιγε η απελπισία. Τη ρώτησε τι έχει και υποφέρει τόσο πολύ και γιατί κλαίει μέρα νύχτα. Της…
Ήταν όταν ο Μακρυγιάννης πολεμούσε τον Ιμπραήμ και τους Τούρκους στην Πελοπόννησο. Ο κάματος, η αγωνία, η ένταση, οι έγνοιες και οι κίνδυνοι που τον έζωναν του είχαν σπάσει τα νεύρα και ύπνο δεν μπορούσε να βρει. Ώσπου κάποια στιγμή που κατάφερε να κοιμηθεί, βλέπει στο όνειρό του κάποιον να τον πλησιάζει φωνάζοντας:-Σήκω επάνω!Στην προσταγή του αγνώστου ο πολεμιστής ξύπνησε, αλλά σε λίγο ξανακοιμήθηκε.- Σήκω επάνω! Του ξαναφώναξε ο άγνωστος.Τότε σηκώνεται, κοιτάει από το παράθυρο, και τι να δει! Λεφούσι οι Τούρκοι, είχαν κατακλύσει το περιβόλι που ήταν γύρω από το σπίτι. Στο μεταξύ όλοι γύρω του κοιμούνταν στον καλό…
«Ο Βασιλείδης ο οποίος οδηγούσε την περίφημη Ποταμίαινα, για την οποία κάνουν πολύ τιμητικό λόγο έως τώρα ακόμη οι ντόπιοι. Αυτή, αφού αγωνίστηκε εναντίον πολυάριθμων ερωτύλων ανδρών χάριν της αγνείας του σώματος και της παρθενίας στην οποία διέπρεψε -διότι πράγματι εκτός από την ψυχή ανθούσε πλούσια και η ωραιότητα του σώματός της-, και υπέφερε αμέτρητες κακώσεις, στο τέλος έπειτα από δεινά και φρικτά βασανιστήρια τελειώθηκε με φωτιά μαζί με την μητέρα της. Λένε λοιπόν ότι ο δικαστής -λεγόμενος Ακύλας-, αφού επέβαλε σκληρές κακώσεις σε ολόκληρο το σώμα της, στο τέλος απείλησε ότι θα την παραδώσει σε μονομάχους για ατίμωση του…
Σελίδα 3 από 3