Στο σταυρό ο Κύριος περιεβλήθηκε τη νέκρωση του θανάτου. Πέθανε πραγματικά. Με τον τρόπο αυτό ολοκληρώθηκε η άρρητη και σωτήρια του κένωση. Εν συνεχεία κατατέθηκε στο καινό μνημείο, « το λελατομημένον εκ πέτρας». Στον τάφο τέλεσε τον δεύτερο αιώνιο σαββατισμό, κατέπαυσε εκ του έργου της λυτρώσεως, το οποίο είχε αναθέσει σ’ αυτόν ο Πατήρ. Με το θάνατο όμως του Σωτήρος δεν καταλύθηκε το μυστήριο της υποστατικής ενώσεως των δύο του φύσεων. Η νέκρωση δεν κατέλυσε τον άρρηκτο δεσμό. Οι φύσεις παρέμειναν αχωρίστως ενωμένες στο θεανδρικό του πρόσωπο. Καμία δύναμη ούτε του παρόντος αιώνος ούτε και του μέλλοντος, δεν μπορεί να…
Πρός τήν σύζυγον τοῦ Ἀρινθαίου γιά νά τήν παρηγορήσει γιά τό θάνατό… »Πρός τήν σύζυγον τοῦ Νεκταρίου γιά νά τήν παρηγορήσει γιά τό θάνατο τοῦ παιδιοῦ της. 1. Ἐσκόπευα νά σιωπήσω ἀπέναντι τῆς κοσμιότητός σου μέ τήν σκέψη ὅτι, μέ τήν ψυχή συμβαίνει ὅτι καί μέ ἕνα μάτι πού πάσχει ἀπό φλεγμονή. Αὐτό, δηλαδή τό μάτι καί τό πιό ἁπαλό πράγμα νά τό ἐγγίσει ἐρεθίζεται. Ἔτσι αἰσθάνεται καί ἡ ψυχή πού ἔχει τραυματιστεῖ ἀπό βαριά θλίψη, ὅταν πάει κανείς νά τῆς μιλήσει. Γιατί τά λόγια ὅσο καί ἄν εἶναι παρηγορητικά ὅταν λέγονται τήν ὥρα πού ἡ ψυχή πάσχει καί ἀγωνιᾶ,…
Οι υπόδικοι νεκροί -Γέροντα, όταν πεθάνη ο άνθρωπος, συναισθάνεται αμέσως σε τι κατάσταση βρίσκεται; Ναι, συνέρχεται και λέει «τι έκανα;», αλλα «φαϊντά γιόκ[1]», δηλαδή δεν οφελεί αυτό. Όπως ένας μεθυσμένος, αν σκοτώση λ.χ. την μάνα του, γελάει, τραγουδάει, επειδή δεν καταλαβαί­νει τι έκανε, και, όταν ξεμεθύση, κλαίει και οδύρεται και λέει «τι έκανα;», έτσι και όσοι σ' αυτήν την ζωή κάνουν αταξίες είναι σαν μεθυσμένοι. Δεν καταλα­βαίνουν τι κάνουν, δεν αισθάνονται την ενοχή τους. Όταν όμως πεθάνουν, τότε φεύγει αυτή η μέθη και συ­νέρχονται. Ανοίγουν τα μάτια της ψυχής τους και συ- ναισθάνονται την ενοχή τους, γιατί η ψυχή, όταν…
Η μέλλουσα ζωή - Γέροντα, έφερα γλυκά να κεράσετε. - Δες πως χαίρονται! Στην άλλη ζωή θα λέμε: «Με τι χαζά χαιρόμασταν! Τι μας συγκινούσαν τότε!». Ενώ τώρα σκιρτάει η καρδιά γι' αυτά. - Γέροντα, πως θα το καταλάβουμε αυτό από τώρα; - Άμα το καταλάβετε αυτό από τώρα, δεν θα το πήτε μεθαύριο στην άλλη ζωή. Πάντως, όσοι βρίσκονται εκεί επάνω, καλά περνούν. Ξέρεις τι εργόχειρο κάνουν εκεί στον Ουρανό; Συνέχεια δοξολογούν τον Θεό. - Γέροντα, γιατί το σώμα Του νεκρού λέγεται «λεί­ψανο»; - Γιατί είναι ό,τι μένει εδώ στην γη από τον άνθρωπο μετά τον θάνατο. Ο κυρίως…
«Κάθε πραγματική προσευχή είναι μάχη με τον θάνατο και άρνηση του θανάτου. Και κάθε πραγματική προσευχή είναι μάχη για τη ζωή και κατοχύρωση της ζωής.Ποια είναι η πραγματική προσευχή;Εκείνη που σε κάνει πιο δυνατό από τον θάνατο, με την οποία φέρνεις τη νίκη επάνω στον φόβο και την ανατριχίλα του θανάτου.Όταν σηκώνεσαι από την προσευχή και κοιτάζοντας τον εαυτό σου αισθανθείς τον ίδιο φόβο από τον θάνατο όπως και πριν, τότε να ξέρεις, ότι η προσευχή σου δεν ήταν πραγματική. Ενώ όταν σηκώνεσαι από την προσευχή και κοιτάζοντας τον εαυτό σου αισθανθείς την αδιαφορία για τον θάνατο,τότε να ξέρεις ότι…
Το άψυχο σώμα, κείτεται ενώ πλήθος τριγύρω άτομα περιμένουν την τελετή έναρξης… Η σκάλα έτοιμη να μεταφέρουν επίσημα την ψυχή… Λαμπροφορημένη το πλήθος Αγγέλων, στα λευκά… σαν παρανυφάκια πηγαινοέρχονται για τις ετοιμασίες της τελευταίας στιγμής… όλα στη θέση τους... όλοι στη θέση τους, λευκά-μαύρα για το χαιρετισμό… όλοι έτοιμοι για τη φωτογραφία το φόντο λευκό πάνω δεξιά-αριστερά και μαύρο κάτω και στη μέση οι καμπάνες σήμαναν… τα όργανα άρχισαν τι πανδαισία!...κλικ… αποθανατίστηκε και… η στιγμή… στην όμορφη χρυσή κορνίζα και τα περιστέρια πέταξαν κι αυτά ψηλά συνοδεύοντας την ακολουθία… ανείπωτη χαρά! Ουράνιο το Πέταγμα Προς τον ΚΥΡΙΟ…! Ρένα (Ειρήνη-Ελευθερία) Κωσταντή
- Αντίθετες Εικόνες καθημερινής συμβίωσης! Α. Η κόλαση…«Εγώ, έλεγε, αγαπάω την ανθρωπότητα μα απορώ κι ο ίδιος με τον εαυτό μου: Οσο περισσότερο αγαπώ την ανθρωπότητα γενικά, τόσο λιγότερο αγαπάω τον κάθε άνθρωπο χωριστά. Στις ονειροπολήσεις μου, έλεγε, φτάνω συχνά να λαχταράω μέχρι πάθους να εξυπηρετήσω την ανθρωπότητα και ίσως και στ’ αλήθεια να δεχόμουνα να σταυρωθώ για τους ανθρώπους, αν παρουσιαζόταν ξαφνικά μια τέτοια ανάγκη.Κι όμως, παρόλ’ αυτά, δεν μπορώ ούτε δύο μέρες να ζήσω στο ίδιο δωμάτιο με άλλον άνθρωπο. Αυτό το ξέρω από πείρα. Μόλις βρεθεί κάποιος κοντά μου, νιώθω πως μου πληγώνει την ατομικότητά μου και…
Αν δε μου ‘δινες την ποίηση, Κύριε,δε θα ‘χα τίποτα για να ζήσω.Αυτά τα χωράφια δε θα ’ταν δικά μου.Ενώ τώρα ευτύχησα να ‘χω μηλιές,να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου,να γιομίσουν οι φούχτες μου ήλιο,η έρημός μου λαό,τα περιβόλια μου αηδόνια. Λοιπόν; Πώς σου φαίνονται; Είδεςτα στάχυα μου, Κύριε; Είδες τ’ αμπέλια μου;Είδες τι όμορφα που πέφτει το φωςστις γαλήνιες κοιλάδες μου;Κι έχω ακόμη καιρό!Δεν ξεχέρσωσα όλο το χώρο μου, Κύριε.Μ’ ανασκάφτει ο πόνος μου κι ο κλήρος μου μεγαλώνει.Ασωτεύω το γέλιο μου σαν ψωμί που μοιράζεται. Όμως,δεν ξοδεύω τον ήλιό σου άδικα.Δεν πετώ ούτε ψίχουλο απ’ ό,τι μου δίνεις.Γιατί…
Είμαι κι εγώμια μικρή λεπτομέρειαμέσα στην τραγικήιστορία του σύμπαντος.Τα κύτταρά μου διεχώρισασε άπειρα πολλοστημόριαγια να τ' αγαπήσω όλαόσα κινούνται στη γη,όσα στων θαλασσών τα βάθη αναπαύονταικι όσα στ' αχανή μού διαφεύγουν.Μα δε βρέθηκε τίποτεμέσα στ' άπειρα πλάσματαμιαν αχτίδα τού ήλιουνα μου βάλει στο μέτωπο.Χάνομαι τόσο νωρίςστη γλαυκή απεραντοσύνηγιατί δε μ' αγάπησε τίποτε. Νικηφόρος Βρεττάκος
Καὶ τὶς ἀχτίδες σου, ἥλιε, θὰ στὶς ἐπιστρέψω.Στοῦ σύμπαντος τὸν ὀργασμό θὰ ζεσταθῶ,θἄχω ἐξοφλήσει πιὰ στὴ γῆ κάθε μισθό –καὶ τὶς ἀχτίδες σου θὰ σοῦ τὶς ἐπιστρέψω. Τίποτα λογαριάζω πώς δὲν σοῦ χρωστῶ.Μέσα στὸν τάφο μου τὸ σῶμα θ’ ἀντιστρέψω –καὶ τὶς ἀχτίδες σου θὰ σοῦ τὶς ἐπιστρέψω,στὴ σκληρὴ πλάκα μου διαθλῶντας σου τὸ φῶς. Νικηφόρος Βρεττάκος