E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Ότι κι αν γράψεις λόγια θα’ναι.
Αυτά τα λόγια που ζητώ να εξαφανίσω
Κι είναι γι’αυτό που έχω κόψει το χέρι μου.
Κι είναι γι’αυτό που ζυμώνομαι
Νύχτα μέρα με τη φωτιά, που πατήθηκα
κ’ έλιωσα κάτω όπως ένα
τριαντάφυλλο κόκκινο.

Θέλω να γίνω ένα άλλου είδους
νερό. Μια άλλου είδους γλώσσα.
Σαν αχτίνες χρυσές να τρυπώνω τα λόγια μου
μες απ’ τους πόρους σας, δίχως να ξέρετε,
προχωρώντας και φέγγοντας, βαθύτερα, όλο
Και βαθύτερα μες τις καρδιές σας, καθώς
Τις μαύρες στοές της γης
κατεβαίνοντας
ο ανθρακωρύχος με το λυχνάρι του.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Ανάσκαψα όλη τη γη να σε βρω.

Κοσκίνισα μες την καρδιά μου την έρημο· ήξερα
πως δίχως τον άνθρωπο δεν είναι πλήρες
του ήλιου το φως. Ενώ, τώρα, κοιτάζοντας
μές από τόση διαύγεια τον κόσμο,
μες από σένα - πλησιάζουν τα πράγματα,
γίνονται ευδιάκριτα, γίνονται διάφανα -
τώρα μπορώ
ν' αρθρώσω την τάξη του σ' ένα μου ποίημα.
Παίρνοντας μια σελίδα θα βάλω
σ' ευθείες το φως.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Δεν ξέρω, μα δεν έμεινε καθόλου σκοτάδι.
Ο ήλιος χύθηκε μέσα μου από χίλιες πληγές.
Και τούτη τη λευκότητα που σε περιβάλλω
δε θα την βρεις ούτε στις Άλπεις, γιατί αυτός ο αγέρας
στριφογυρνά ως εκεί ψηλά και το χιόνι λερώνεται.
Και στο λευκό τριαντάφυλλο βρίσκεις μια ιδέα σκόνης.


Το τέλειο θαύμα θα το βρεις μοναχά μες στον άνθρωπο:
λευκές εκτάσεις που ακτινοβολούν αληθινά
στο σύμπαν και υπερέχουν.

Το πιο καθαρό
πράγμα λοιπόν της δημιουργίας δεν είναι το λυκόφως,
ούτε ο ουρανός που καθρεφτίζεται μες στο ποτάμι, ούτε
ο ήλιος πάνω στης μηλιάς τα άνθη.


Είναι η αγάπη.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα να σου στείλω λίγο ψωμί,

μαζεύω με το σπασμένο χέρι μου ότι έμεινε απ' τον ήλιο

να σου το στείλω να ντυθείς. Έμαθα πως κρυώνεις.

Την πράσινή σου φορεσιά να την φορέσεις την Λαμπρή!

Θα τρέξουν μ' άνθη τα παιδιά. Θα βγουν τα περιστέρια,

κ' η μάνα σου με μια ποδιά, πλατιά, γεμάτη αγάπη!

Πάρε όποιο δρόμο, όποια κορφή, ρώτα όποιο δένδρο θέλεις.

Μ' ακούς; Οι δρόμοι όλης της γης

βγαίνουνε στην καρδιά μου!

Μην ξεχαστείς κοιτάζοντας το φως. Τ' ακούς; Ναρθείς!

Νικηφόρος Βρεττάκος

... Καλοκαίρι, μην πίστεψες πως δε συλλογιέμαι!
Η σκέψη μου είναι αγάπη κι η αγάπη μου σκέψη.

Μυστηριακή θεία δύναμη που αναθρώσκει
απ' τα βάθη μου, αντανακλά και στολίζει
με την εξαίσιά της λάμψη το μηδέν και τη νύχτα.

Μη ρωτήστε πού πέφτουν τα ποτάμια της γης
τι στηρίζουν οι κορφές των βουνών
τι κρύβει από πάνω μας η μεγάλη φωτιά.
Δε ρωτώ γι' άλλο τίποτα.

Τραγουδώ σαν πουλί στ' ακρινότερο δέντρο του κόσμου:

Αγαπώ, άρα υπάρχω.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Όλοι μας στη γειτονιά γνωρίζαμε το 17χρονο ψηλόλιγνο, συμπαθητικό αγόρι, που έκανε τις βόλτες του καθισμένο στο αναπηρικό καροτσάκι.
Τον Μιχάλη.
Το ευγενικό, υπομονετικό, κάπως μελαγχολικό αγόρι. Τώρα ό Μιχάλης έφυγε για την αιωνιότητα. Πήγε στην άλλη, στην αληθινή ζωή.
Ταξίδεψε με τον Χριστό, συντροφιά στους κόσμους της αληθείας, του φωτός, τής Ανάστασης, τής Βασιλείας των Ουρανών. Φεύγοντας άφησε στους δικούς του ένα συγκλονιστικό μήνυμα. Το άκουσα από το στόμα του πατέρα του: Εκείνο τον απόγευμα ήμασταν κοντά του, ή μητέρα του, ή γιαγιά του, ό θείος του, εγώ και δυο νοσοκόμες.
Και ενώ προηγουμένως βρισκόταν σε κώμα, άνοιξε τα μάτια του, μας κοίταξε με καθαρό βλέμμα και με φωνή βροντερή... (μέχρι τότε σχεδόν δεν μιλούσε και ότι έλεγε ήταν χαμηλόφωνα), είπε:

«Είστε όλοι έτοιμοι να ακούσετε τον μεγάλο λόγο; Είστε έτοιμοι και ψύχραιμοι; Εγώ είμαι έτοιμος, εσείς είστε;» (Πρώτη φορά χρησιμοποιούσε τέτοια γλώσσα). Έκανε μικρή παύση και συνέχισε:
«Εγώ τελείωσα». (Ό θείος του έκλεγε). «Τελείωσα. Υπάρχει Χριστός, υπάρχει Δευτέρα Παρουσία. Θα πάμε και θα έρθουμε, με τον Χριστό» (Ο θείος του τον αγκάλιασε). «Μη με κρατάς, μη με καθυστερείς άσε με να φύγω, ένα, δυο, τρία, φύγαμε, είμαι ό καλύτερος, θα ξανασυναντηθούμε. Άντε γεια σας». Και το παιδί έσβησε.

Ποιός ξέρει σε ποιους κόσμους παραδεισένιους αξιώθηκε να ξεναγηθεί από τον Σωτήρα Χριστό, πριν την αναχώρησή του, για να κερδίσει την μεγάλη βεβαιότητα, που ίσως δεν είχε στην ζωή του προηγουμένως: «Υπάρχει Χριστός, υπάρχει Δευτέρα Παρουσία».
Και κλείνοντας βαθειά μέσα του την βεβαιότητα αυτή έφυγε μακάρια, διαβαίνοντας το πέρασμα γης ουρανού, χωρίς να έχει πλέον ανάγκη το αναπηρικό του καροτσάκι.
Ό Σωτήρας Χριστός βλέποντας τον αγώνα του ενάντια στην αρρώστια, τον πήρε κοντά Του, αιώνια να χαίρεται μαζί με τους αγγέλους. Άφησε πίσω στους πονεμένους γονείς του και στον αδελφό του την παρηγοριά αυτής τής βεβαιότητας: «Υπάρχει Χριστός, υπάρχει Δευτέρα Παρουσία!!!»

(Ομιλία π. Νικολάου στον Ι.Ν Αγίας Φωτεινης την 1-4-2012)
 
Στην προσευχή, Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες και αγαπητοί αδελφοί, δε μετρά τόσο η ποσότητα, αλλά η ποιότητα! Για να είναι μια προσευχή ποιοτική για το Θεό καθοριστικό ρόλο παίζουν δύο παράγοντες: Ο Νους και η Καρδιά. Στο νου πολεμήθηκε η οσία Μαρία η Αυγυπτία όταν κατά την ώρα των προσευχών της στην έρημο, τής έρχονταν εικόνες και λογισμοί από το αμαρτωλό παρελθόν της. Και ήταν τέτοια η ποιότητα της καρδιακής της προσευχής ώστε να υπερίπταται του εδάφους και να την βλέπει ο αββάς Ζωσιμάς να πετά στον αέρα.

1. Ο Νους στην προσευχη. Ο διασκορπισμός του νου. Όταν το μυαλό μας ταξιδεύει…
Όλοι μας έχουμε νιώσει την ώρα της προσευχής το νου μας να περισπάται, το μυαλό μας να φεύγει από εδώ και από εκεί και διάφορες σκέψεις να μας βομβαρδίζουν.«Σκέψεις διέρχονται από το κεφάλι μας, σαν βόμβος μυγών ή σαν το ιδιότροπο πήδημα των πιθήκων από κλαδί σε κλαδί»(1).
Το πρόβλημα συναντάται και μέσα στο Ναό σε όλους μας. Υπάρχει περίπτωση να είμαστε στο Ναό παρόντες τω σώματι και απόντες τω πνεύματι. Η Εκκλησία μας βλέποντας αυτόν τον κίνδυνο μας συνιστά στο Χερουβικό ύμνο: «πάσαν την βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν».Μη σκέφτεστε τώρα τα βιοτικά! Άλλη ώρα. Μη φέρνουμε τη δουλειά, το σπίτι, το γραφείο στο Ναό. Να κουβαλάμε την Εκκλησία στα βιοτικά μας και όχι τα βιοτικά μας στην Εκκλησία. Να φέρνουμε την Εκκλησία στον κόσμο και όχι τον κόσμο στην Εκκλησία. Αλλιώς μπορεί να περάσει η ώρα της λατρείας και εμείς να μην έχουμε καταλάβει τίποτα.
«Κάποτε σε μία γυναίκα που καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας ο νους της ήταν στις δουλειές του σπιτιού της, ο γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης από τη Δράμα της είπε: «Στην Εκκλησία τα ρούχα σου τα έβλεπα, μα εσένα δεν σε έβλεπα…»(2).Ο ιερός Χρυσόστομος θέτει το τόσο αυτονόητο ερώτημα: «Αφού εσύ ο ίδιος δεν ακούς τα λόγια της προσευχής σου, πώς περιμένεις να τα ακούσει ο Θεός;».Όταν συμβαίνει αυτό ο πιστός,

Α) Λυπάται για αυτήν την αδυναμία του.
Μετανιώνει που ούτε λίγη ώρα δεν καταφέρνει να συγκεντρωθεί. Μήπως αυτός ο περισπασμός είναι αμαρτία; Εξαρτάται από την ποσότητα, την ποιότητα αυτού του περισπασμού και τον αγώνα που κάνουμε να τον αποφύγουμε. Οι άγιοι και μας ελέγχουν και μας παρηγορούν!
Ο άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος λέει: «μεγαλύτερη από όλες τις αμαρτίες είναι το να προσεύχεται κάποιος στο Θεό χωρίς φόβο και ευλάβεια και προσοχή».Το ότι πολλές φορές ευθυνόμαστε για αυτήν την αμέλεια, μάς το επισημαίνει ένας σύγχρονος ιερέας: «Μπορεί οποιοσδήποτε να είναι συγκεντρωμένος ακόμη και επί ώρες σκεπτόμενος κάποιο πρόβλημά του ή κάποια υπόθεσή του χωρίς να διασπάται η προσοχή του σε τίποτα άλλο. Τα παλαιότερα επίσης χρόνια, τότε που δεν υπήρχαν ακόμη οι αριθμομηχανές, οι λογιστές εργάζονταν επί οχτάωρο κάνοντας πράξεις χωρίς να σηκώνουν κεφάλι και χωρίς να φεύγει ο νους τους, ακόμη και αν δίπλα τους δούλευε κομπρεσέρ! Ανάλογα συμβαίνουν και με την ενασχόληση πολλών σπουδαστών στα μαθήματά τους. Εάν όμως ξεκινήσει κάποιος να προσευχηθεί, τότε όλες οι ασχολίες προβάλλον εμπρός του και τον διασπούν. Αυτό είναι απόδειξη ότι υπάρχει διάβολος και ότι η προσευχή τον κατακαίει, γι αυτό την πολεμά»(3).Απόδειξη όμως επίσης ότι και εμείς όταν θέλουμε κάτι, το μπορούμε.«Είπε ο αββάς Θεόδωρος, λέει το Γεροντικό, ότι αν μας λογαριάσει ο Θεός τις αμέλειες κατά τις προσευχές και τις αφηρημάδες κατά τις ψαλμωδίες, δεν μπορούμε να σωθούμε».

Β) Λυπάται μεν αλλά δεν απογοητεύεται.
Είναι κάτι που το περιμένει.Συμβαίνει σε όλους. Ακόμη και στους αγίους. Όποιος το αρνείται προφανώς του λείπει η συναίσθηση ή η ειλικρίνεια. Υπάρχει το εξής ανέκδοτο:
«Μια μέρα ενώ έμπαινε με το άλογό του σε κάποιο χωριό ένας επίσκοπος, συνάντησε έναν χωρικό που του είπε: -Καλημέρα Δέσποτα. Πρέπει να σας εμπιστευτώ ένα μυστικό. Μπορώ να προσεύχομαι χωρίς περισπασμούς. - Θαύμα! Απάντησε ο επίσκοπος. Μέχρι τώρα δεν συνάντησα κανέναν άνθρωπο ικανό να προσεύχεται χωρίς να αφαιρείται. Για αυτό σου υπόσχομαι ένα βραβείο. Κοίταξε να δεις. Εάν μπορέσεις να πεις το Πάτερ ημών χωρίς αφηρημάδα, θα σου χαρίσω το άλογό μου. Ο χωρικός ήταν πολύ ευχαριστημένος και άρχισε: Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γενηθήτω το θέλημά σου… Θα μου δώσεις και τη σέλλα ή μόνο το άλογο; είπε, διακόπτοντας ξαφνικά την προσευχή. Ο επίσκοπος γέλασε. -Δυστυχώς, δεν θα έχεις ούτε το άλογο ούτε τη σέλα. Ο αγρότης κατάλαβε ότι είχε χάσει το στοίχημα. Ούτε αυτή τη σύντομη προσευχή μπόρεσε να πει χωρίς να φύγει ο νους του αλλού».
Οι Πατέρες μας προφυλάσσουν όμως από την απογοήτευση. Διαβάζουμε στην Κλίμακα: «Να παλεύεις συνέχεια να συγκεντρώνεις το νου σου που σκορπάει σε ρεμβασμούς. Ο Θεός δε ζητά από τους υποτακτικούς (όπως από τους ησυχαστές) αρέμβαστη προσευχή. Μην αθυμείς όταν κλέπτεται ο νους σου. Αλλά να ευθυμείς που πάντοτε τον επαναφέρεις. Γιατί το να μένει ο νους ασύλητος, χωρίς δηλαδή να κλέπτεται ανήκει μόνο στους αγγέλους».Αναφέρει και ο στάρετς Ιωσήφ:«Μου ζητάς να σε διδάξω πώς να αποφεύγεις το διασκεδασμό του νου την ώρα της προσευχής. Για μας τους αμαρτωλούς είναι αδύνατο να αποφεύγουμε αυτό το διασκεδασμό. Πρέπει όμως να προσπαθούμε να συγκεντρώσουμε το νου μας και να τον περιορίζουμε στα λόγια της προσευχής, να εμβαθύνει δηλαδή στο νόημα κάθε λέξης. Ας μην απελπίζεται κανείς από την ακηδία και την σκληροκαρδία. Φτάνει να αναγνωρίζει πως είναι ανάξιος και να αγωνίζεται όσο μπορεί να προσεύχεται. Αν η προσευχή του δεν είναι θερμή, δε σημαίνει και πως δεν είναι ευάρεστη στο Θεό. Μερικές φορές η προσευχή αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως θυσία, αν ο άνθρωπος ταπεινώνεται και μέμφεται τον εαυτό του μπροστά στο Θεό»(4).

Φίλη μου,
μόνος κατάμονος
χωρίς καταφύγιο
κοιτάζω με σπασμένα μάτια
τον απέραντο ουρανό.

Ζητώ άσυλο
στις λίμνες των ματιών σου
ζητώ στέγη στους κάμπους της ψυχής σου
μα το πρόσωπό σου, που μπαίνοντας μέσα μου
αραιώνει τη νύχτα της υπάρξεώς μου,
μόλις μου στέλνει μιαν αναλαμπή
από το σπίτι των αγγέλων.

Βουνά που ταξιδεύουν στους ορίζοντες
οι αιώνιες συννεφιές,
φαντάσματα που χορεύουν πατώντας
στα λεπίδια των κεραυνών,
τόξα τεντωμένα που παραφυλούν
μη βγω και δω τον ήλιο.

Σαν τον ωκεανό
που ταραγμένος περιστρέφεται
μελανιασμένος απ' τη δίνη της καρδιάς του
γυρεύω ν' αναρριχηθώ
πατώντας στα γαλάζια δάχτυλα,
να σπάσω των νεφών το τείχος
και ν' αλαλάξω εμπρός στον ήλιο.

Μα πέφτω με σπασμένο στήθος.
Φεύγει ο καπνός
από τα συγκρουσμένα σπλάχνα μου
κι η σελήνη της μορφής σου
ρίχνει λάδι στις πληγές μου.

Ακόμη
απ' το διάστημα
μου απλώνουν το χέρι τους
η θωπεία των θαλασσών
κι η ευλογία των άστρων.
Μα η σκοτεινή οροσειρά του Ταϋγέτου
άκαμπτη και ζωντανή
σαν παραταγμένος θάνατος
φρουρεί μες στα σύννεφα
το σιωπηλό μου ερημητήριο
αναφέροντας στους ουρανούς
όταν δύει ο ήλιος
την κατάσταση του εκπτώτου.

Όρη μεγαλοπρεπή
που οι λευκές κορυφές σας
κοιτάζουν μέσ' απ' τα γαλάζια πρίσματα
το μεγαλείο της δημιουργίας,
Ωκεανέ,
που αρχίζεις απ' τον ουρανό
και συνεχίζεσαι στ' άπειρο της ψυχής μου
στολίζοντας τη δυστυχία μου
με τα μαργαριτάρια των αφρών σου,
ρόδα των δύσεων
που σβήνατε
στα ποτήρια των αγγέλων
και στην ψυχή μου,
όλα όσα χορέψαμε μαζί
στο λευκό γάμο
της ενώσεώς μου με το σύμπαν
γιατί δεν γυρίζετε
στην πρωτινή κατοικία σας
γιατί εγκαταλείψατε
την παιδική μου ψυχή;

Είμαι η τύψη του αγγέλου
που αδίκησε ο Θεός...


Νικηφόρος Βρεττάκος

Ο γιος της σκοτώθηκε πριν έξι μήνες
Τώρα κάθε πρωί που ανοίγει την πόρτα της,
είναι ένα πένθος. Νομίζεις πως βλέπεις,
έξω από χρόνο και χώρο: το πένθος.

Το βράδυ, το ίδιο:
Σπρώχνει την πόρτα
σα να σωριάζεται. Μπαίνει τρεκλίζοντας
ανάβει το φως. Η μαύρη της μπόλια
είναι λυμένη. Οι άκρες της κρέμονται
ως κάτου στο πάτωμα. Στον τοίχο, αντίκρυ της
η εικόνα ταράζεται. Η Παναγία τη βλέπει,
τρέμουν τα χέρια της, θα της φύγει θαρρείς,
θα της πέσει το βρέφος της.

Τα χείλη της σφίγγονται, η κόκκινη
μαντίλα της παίζει. Θέλει να την
βοηθήσει, αλλά – το σπίτι είναι έρημο.
Δεν έχει σε ποιον ν’ αφήσει σ’ αυτόν
τον κόσμο για μια στιγμή το παιδί της.


Νικηφόρος Βρεττάκος

Ἂν δὲ μούδινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θάχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θάταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.

Λοιπόν; Πῶς σου φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ' ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι' ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ' ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι' ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.
Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιό σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ' ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδι μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδι μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.

Νικηφόρος Βρεττάκος

katafigioti

lifecoaching

pigidounia

 apson1