E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Δεν ξέρω, μα δεν έμεινε καθόλου σκοτάδι.
Ο ήλιος χύθηκε μέσα μου από χίλιες πληγές.
Και τούτη τη λευκότητα που σε περιβάλλω
δε θα την βρεις ούτε στις Άλπεις, γιατί αυτός ο αγέρας
στριφογυρνά ως εκεί ψηλά και το χιόνι λερώνεται.
Και στο λευκό τριαντάφυλλο βρίσκεις μια ιδέα σκόνης.


Το τέλειο θαύμα θα το βρεις μοναχά μες στον άνθρωπο:
λευκές εκτάσεις που ακτινοβολούν αληθινά
στο σύμπαν και υπερέχουν.

Το πιο καθαρό
πράγμα λοιπόν της δημιουργίας δεν είναι το λυκόφως,
ούτε ο ουρανός που καθρεφτίζεται μες στο ποτάμι, ούτε
ο ήλιος πάνω στης μηλιάς τα άνθη.


Είναι η αγάπη.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Μαζεύω τα πεσμένα στάχυα να σου στείλω λίγο ψωμί,

μαζεύω με το σπασμένο χέρι μου ότι έμεινε απ' τον ήλιο

να σου το στείλω να ντυθείς. Έμαθα πως κρυώνεις.

Την πράσινή σου φορεσιά να την φορέσεις την Λαμπρή!

Θα τρέξουν μ' άνθη τα παιδιά. Θα βγουν τα περιστέρια,

κ' η μάνα σου με μια ποδιά, πλατιά, γεμάτη αγάπη!

Πάρε όποιο δρόμο, όποια κορφή, ρώτα όποιο δένδρο θέλεις.

Μ' ακούς; Οι δρόμοι όλης της γης

βγαίνουνε στην καρδιά μου!

Μην ξεχαστείς κοιτάζοντας το φως. Τ' ακούς; Ναρθείς!

Νικηφόρος Βρεττάκος

... Καλοκαίρι, μην πίστεψες πως δε συλλογιέμαι!
Η σκέψη μου είναι αγάπη κι η αγάπη μου σκέψη.

Μυστηριακή θεία δύναμη που αναθρώσκει
απ' τα βάθη μου, αντανακλά και στολίζει
με την εξαίσιά της λάμψη το μηδέν και τη νύχτα.

Μη ρωτήστε πού πέφτουν τα ποτάμια της γης
τι στηρίζουν οι κορφές των βουνών
τι κρύβει από πάνω μας η μεγάλη φωτιά.
Δε ρωτώ γι' άλλο τίποτα.

Τραγουδώ σαν πουλί στ' ακρινότερο δέντρο του κόσμου:

Αγαπώ, άρα υπάρχω.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Φίλη μου,
μόνος κατάμονος
χωρίς καταφύγιο
κοιτάζω με σπασμένα μάτια
τον απέραντο ουρανό.

Ζητώ άσυλο
στις λίμνες των ματιών σου
ζητώ στέγη στους κάμπους της ψυχής σου
μα το πρόσωπό σου, που μπαίνοντας μέσα μου
αραιώνει τη νύχτα της υπάρξεώς μου,
μόλις μου στέλνει μιαν αναλαμπή
από το σπίτι των αγγέλων.

Βουνά που ταξιδεύουν στους ορίζοντες
οι αιώνιες συννεφιές,
φαντάσματα που χορεύουν πατώντας
στα λεπίδια των κεραυνών,
τόξα τεντωμένα που παραφυλούν
μη βγω και δω τον ήλιο.

Σαν τον ωκεανό
που ταραγμένος περιστρέφεται
μελανιασμένος απ' τη δίνη της καρδιάς του
γυρεύω ν' αναρριχηθώ
πατώντας στα γαλάζια δάχτυλα,
να σπάσω των νεφών το τείχος
και ν' αλαλάξω εμπρός στον ήλιο.

Μα πέφτω με σπασμένο στήθος.
Φεύγει ο καπνός
από τα συγκρουσμένα σπλάχνα μου
κι η σελήνη της μορφής σου
ρίχνει λάδι στις πληγές μου.

Ακόμη
απ' το διάστημα
μου απλώνουν το χέρι τους
η θωπεία των θαλασσών
κι η ευλογία των άστρων.
Μα η σκοτεινή οροσειρά του Ταϋγέτου
άκαμπτη και ζωντανή
σαν παραταγμένος θάνατος
φρουρεί μες στα σύννεφα
το σιωπηλό μου ερημητήριο
αναφέροντας στους ουρανούς
όταν δύει ο ήλιος
την κατάσταση του εκπτώτου.

Όρη μεγαλοπρεπή
που οι λευκές κορυφές σας
κοιτάζουν μέσ' απ' τα γαλάζια πρίσματα
το μεγαλείο της δημιουργίας,
Ωκεανέ,
που αρχίζεις απ' τον ουρανό
και συνεχίζεσαι στ' άπειρο της ψυχής μου
στολίζοντας τη δυστυχία μου
με τα μαργαριτάρια των αφρών σου,
ρόδα των δύσεων
που σβήνατε
στα ποτήρια των αγγέλων
και στην ψυχή μου,
όλα όσα χορέψαμε μαζί
στο λευκό γάμο
της ενώσεώς μου με το σύμπαν
γιατί δεν γυρίζετε
στην πρωτινή κατοικία σας
γιατί εγκαταλείψατε
την παιδική μου ψυχή;

Είμαι η τύψη του αγγέλου
που αδίκησε ο Θεός...


Νικηφόρος Βρεττάκος

Ο γιος της σκοτώθηκε πριν έξι μήνες
Τώρα κάθε πρωί που ανοίγει την πόρτα της,
είναι ένα πένθος. Νομίζεις πως βλέπεις,
έξω από χρόνο και χώρο: το πένθος.

Το βράδυ, το ίδιο:
Σπρώχνει την πόρτα
σα να σωριάζεται. Μπαίνει τρεκλίζοντας
ανάβει το φως. Η μαύρη της μπόλια
είναι λυμένη. Οι άκρες της κρέμονται
ως κάτου στο πάτωμα. Στον τοίχο, αντίκρυ της
η εικόνα ταράζεται. Η Παναγία τη βλέπει,
τρέμουν τα χέρια της, θα της φύγει θαρρείς,
θα της πέσει το βρέφος της.

Τα χείλη της σφίγγονται, η κόκκινη
μαντίλα της παίζει. Θέλει να την
βοηθήσει, αλλά – το σπίτι είναι έρημο.
Δεν έχει σε ποιον ν’ αφήσει σ’ αυτόν
τον κόσμο για μια στιγμή το παιδί της.


Νικηφόρος Βρεττάκος

Ἂν δὲ μούδινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θάχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θάταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.

Λοιπόν; Πῶς σου φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ' ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι' ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ' ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι' ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.
Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιό σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ' ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδι μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδι μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Είμαι κι εγώ
μια μικρή λεπτομέρεια
μέσα στην τραγική
ιστορία του σύμπαντος.
Τα κύτταρά μου διεχώρισα
σε άπειρα πολλοστημόρια
για να τ' αγαπήσω όλα
όσα κινούνται στη γη,
όσα στων θαλασσών τα βάθη αναπαύονται
κι όσα στ' αχανή μού διαφεύγουν.
Μα δε βρέθηκε τίποτε
μέσα στ' άπειρα πλάσματα
μιαν αχτίδα τού ήλιου
να μου βάλει στο μέτωπο.
Χάνομαι τόσο νωρίς
στη γλαυκή απεραντοσύνη
γιατί δε μ' αγάπησε τίποτε.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Καὶ τὶς ἀχτίδες σου, ἥλιε, θὰ στὶς ἐπιστρέψω.
Στοῦ σύμπαντος τὸν ὀργασμό θὰ ζεσταθῶ,
θἄχω ἐξοφλήσει πιὰ στὴ γῆ κάθε μισθό –
καὶ τὶς ἀχτίδες σου θὰ σοῦ τὶς ἐπιστρέψω.

Τίποτα λογαριάζω πώς δὲν σοῦ χρωστῶ.
Μέσα στὸν τάφο μου τὸ σῶμα θ’ ἀντιστρέψω –
καὶ τὶς ἀχτίδες σου θὰ σοῦ τὶς ἐπιστρέψω,
στὴ σκληρὴ πλάκα μου διαθλῶντας σου τὸ φῶς.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Εκείνους λοιπόν πού χάσκουν στα παρόντα πράγματα και αφοσιώνονται σ΄ αυτά, χωρίς να νοιάζονται καθόλου για τα μέλλοντα, και τρέχουν χωρίς διακοπή στίς σωματικές απολαύσεις, ενώ αφήνουν τίς ψυχές τους να λειώνουν από τήν πείνα και να ταλαιπωρούνται απο μύρια κακά, αυτούς τους παρομοιάζω μέ τόν άνδρα εκείνο πού έφευγε μπροστά από μαινόμενο ρινόκερω επειδή δέν άντεχε το θόρυβο τής βοής και το τρομακτικό μούγκρισμα του, φεύγοντας όμως γρήγορα για να μήν τόν καταβροχθίσει ο ρινόκερος και τρέχοντας με ταχύτητα, έπεσε μέσα σέ ένα μεγάλο βόθρο.
Ενώ δε έπεφτε μέσα σ΄ αυτόν, άπλωσε τα χέρια του και πιάστηκε απο ένα φυτό το οποίο κρατούσε γερά, και αφού στήριξε και τα πόδια του σε κάποια βάση, νόμιζε ότι βρίσκεται σέ ειρήνη και ασφάλεια.  
Καθώς κοιτούσε όμως, βλέπει δύο ποντίκια, ένα άσπρο και ένα μαύρο, πού έτρωγαν αδιάκοπα τη ρίζα τού φυτού, από τό οποίο ήταν κρεμασμένος, και κόντευαν σέ λίγο νά τήν κόψουν.
Κοιτάζοντας τότε τόν πυθμένα του βόθρου, είδε ένα δράκο τρομερό στήν όψη, πού έβγαζε φωτιά από τα ρουθούνια του, ήταν πολύ άγριος, είχε πολύ φρικτά ανοιχτό τό στόμα του στή βάση εκείνη πού είχε στηριγμένα τα πόδια του, είδε νά προβάλλουν τά κεφάλια τεσσάρων ασπίδων από τόν τοίχο στόν οποίο στηριζόταν, ενώ στρέφοντας τά μάτια πρός τα επάνω, βλέπει νά στάζει από τά κλαδιά του φυτού εκείνου λίγο μέλι.
Αφήνοντας λοιπόν τίς σκέψεις για τίς συμφορές πού τόν περικύκλωναν, ότι δηλαδή απ’ έξω ο ρινόκερος μανιασμένος ήθελε νά τόν κατασπαράξει, από κάτω ο φοβερός δράκος περίμενε με ανοιχτό το στόμα για να τόν καταπιεί, το φυτό από τό οποίο ήταν πιασμένος όπου νά ΄ναι θα κοβόταν, καί ότι τά πόδια του στηρίζονταν σε γλυστερή καί άστατη βάση, ξεχνώντας ασυλλόγιστα τα τόσα καί τέτοιου είδους φρίκτα θεάματα, προσηλώθηκε μ΄ όλη τη σκέψη του στη γλυκύτητα τής μικρής εκείνης σταγόνας του μελιού.
Αυτή είναι η παρομοίωση αυτών πού προσκολλώνται στήν απάτη τού κόσμου αυτού, τή σημασία τής οποίας θα σού εξηγήσω αμέσως.
Ο ρινόκερος είναι σύμβολο τού θανάτου, ο οποίος καταδιώκει διαρκώς και βιάζεται νά συλλάβει το ανθρώπινο γένος.
Ο βόθρος είναι σύμβολο τού κόσμου, πού είναι γεμάτος από κάθε είδους κακά και θανατηφόρες παγίδες.
Τό φυτό πού διαρκώς τό έκοβαν τά δύο ποντίκια, από τό οποίο είχε πιαστεί, είναι η περίοδος τής ζωής τού καθενός, ή οποία ξοδεύεται καί καταναλώνεται όλες τίς ώρες τού ημερονυκτίου και κοντεύει λίγο-λίγο να κοπεί.
Οί τέσσερις πάλι ασπίδες σημαίνουν τή σύσταση τού ανθρώπινου σώματος από τέσσερα αβέβαια καί ασταθή στοιχεία, τά οποία όταν ατακτούν και ταράζονται, καταστρέφουν τή σύσταση τού σώματος.
Επί πλέον, ό φλογώδης εκείνος σκληρός δράκος εικονίζει τη φοβερή κοιλιά του άδη, ή οποία επιθυμεί πάρα πολύ να δεχθεί αυτούς πού προτιμούν τά τωρινά ευχάριστα, από τα μελλοντικά αγαθά.
Τέλος η σταγόνα τού μελιού φανερώνει τή γλυκύτητα πού έχουν οί χαρές τού κόσμου, μέ τήν οποία, απατώντας τούς φίλους του, δέν τούς αφήνει νά προνοήσουν γιά τή σωτηρία τους.
 
(Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Βίος Βαρλαάμ και Ιωάσαφ, εκδόσεις ΕΠΕ τόμ. 10 σελ.163-167)

Γράμμα από τη Μόροβα
 
Ο Τάσος Ρηγόπουλος, στρατευμένος στην Αλβανία το 1940, έστειλε από το μέτωπο το παρακάτω γράμμα στον αδελφό του.
«Αδελφέ μου Νίκο.
Σου γράφω από μια αετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη από την κορυφή της Πάρνηθας. Η φύση τριγύρω είναι πάλλευκη. Σκοπός μου όμως δεν είναι να σου περιγράφω τα θέλγητρα μιας χιονισμένης Μόροβας με όλο το άγριο μεγαλείο της. Σκοπός μου είναι να σου μεταδώσω αυτό πού έζησα, πού το είδα με τα μάτια μου και πού φοβάμαι μήπως, ακούγοντας το από άλλους, δεν το πιστέψεις.
Λίγες στιγμές πριν ορμήσουμε για τα οχυρά της Μόροβας, είδαμε σε απόσταση καμιά δεκαριά μέτρων μια ψηλή μαυροφόρα να στέκει ακίνητη.
- Τις ει;
Μιλιά...
Ο σκοπός θυμωμένος ξαναφώναξε:
- Τις ει;
Τότε, σαν να μάς πέρασε όλους ηλεκτρικό ρεύμα, ψιθυρίσαμε: Η ΠΑΝΑΓΙΑ!
Εκείνη όρμησε εμπρός σαν να είχε φτερά αετού. Εμείς από πίσω της. Συνεχώς την αισθανόμασταν να μας μεταγγίζει αντρειοσύνη. Ολόκληρη εβδομάδα παλέψαμε σκληρά, για να καταλάβουμε τα οχυρά Ιβαν-Μόροβας.
Υπογραμμίζω πως η επίθεση μας πέτυχε τους ιταλούς στην αλλαγή των μονάδων τους. Τα παλιά τμήματα είχαν τραβηχτεί πίσω και τα καινούργια …κοιμόνταν! Το τι έπαθαν δεν περιγράφεται. Εκείνη ορμούσε πάντα μπροστά. Κι όταν πια νικητές ροβολούσαμε προς την ανυπεράσπιστη Κορυτσά, τότε η Υπέρμαχος έγινε ατμός, νέφος απαλό και χάθηκε ».
 
Το αδέσποτο μουλάρι
Ο Ν. Ντραμουντιανός διηγείται μία θαυμαστή εμπειρία του από τον πόλεμο του ’40:
«Ό λόχος μας πήρε διαταγή να καταλάβει ένα προ­χωρημένο ύψωμα για προγεφύρωμα. Στήσαμε ταμ­πούρι μέσα στα βράχια. Μόλις τακτοποιηθήκαμε, άρχι­σε να πέφτει πυκνό χιόνι. Έπεφτε αδιάκοπα δύο μερό­νυχτα κι έφτασε σε πολλά μέρη τα δύο μέτρα. Απο­κλειστήκαμε από την επιμελητεία. Καθένας είχε τροφές στο σακίδιο του για μία ημέρα. Από την πείνα και το κρύο δεν λάβαμε πρόνοια «διά την αυριον» και τις κα­ταβροχθίσαμε.
Από κει και πέρα άρχισε το μαρτύριο. Τη δίψα μας τη σβήναμε με το χιόνι, αλλά η πείνα μας θέριζε. Περάσαμε έτσι πέντε μερόνυχτα. Σκελετωθήκαμε. Το ηθι­κό μας το διατηρούσαμε ακμαίο, αλλά η φύση έχει και τα όρια της. Μερικοί υπέκυψαν. Το ίδιο τέλος περιμέ­ναμε όλοι «υπέρ πίστεως και πατρίδος ».
Τότε μία έμπνευση του λοχαγού μας έκανε το θαύ­μα! Έβγαλε απ’ τον κόρφο του μία χάρτινη εικόνα της Παναγίας, την έστησε στο ψήλωμα και μάς κάλεσε γύ­ρω του:
— Παλληκάρια μου! είπε. Στην κρίσιμη αυτή περί­σταση ένα θαύμα μόνο μπορεί να μάς σώσει. Γονατι­στέ, παρακαλέστε την Παναγία, τη μητέρα του Θεανθρώπου, να μάς βοηθήσει!
Πέσαμε στα γόνατα, υψώσαμε τα χέρια, παρακαλέσαμε θερμά. Δεν προλάβαμε να σηκωθούμε κι ακούσαμε κουδούνια. Παραξενευτήκαμε και πιάσαμε τα όπλα. Πήραμε θέση «επί σκοπόν».
Δεν πέρασε ένα λεπτό και βλέπουμε ένα πελώριο μουλάρι να πλησιάζει κατάφορτο. Ανασκιρτήσαμε! Ζώο χωρίς οδηγό να περνά το βουνό, μ’ ένα μέτρο χιόνι - το λιγότερο - ήταν εντελώς αφύσικο. Καταλά­βαμε: Το οδηγούσε η Κυρία Θεοτόκος. Την ευχαρι­στήσαμε όλοι μαζί ψάλλοντας σιγανά, μα ολόκαρδα, το «Τη υπερμάχω» και άλλους ύμνους της. Το ζώο είχε πάνω του μία ολόκληρη επιμελητεία από τρόφιμα: κου­ραμάνες, τυριά, κονσέρβες, κονιάκ και άλλα.
Πολλές κι απίστευτες κακουχίες πέρασα στον πόλε­μο. Αλλ’ αυτή μου μένει αξέχαστη, γιατί δεν είχε διέ­ξοδο. Την έδωσε όμως η Παναγία».

(Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας σελ. 174 & 178 Ιεράς Μονής  Παρακλήτου)

katafigioti

lifecoaching

pigidounia

mageireuta kallithea

 apson1