E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Ο θαυματουργός μοναχός
Ο ελεήμων και φιλάνθρωπος Κύριος μας προσφέρει αφειδώλευτα τα πνευματικά δώρα Του όχι μόνο στον ουρανό αλλά και στη γη. Έτσι, στη μέλλουσα ζωή μας ετοιμάζει την αιώνια μακαριότητα και στην παρούσα ζωή μας χαρίζει, ως πρόγευση της μακαριότητας εκείνης, μερικά ψίχουλα από το γλυκύτατο ψωμί του ουρανού, για να μας ενθαρρύνει στον πνευματικό αγώνα και να ενισχύσει την ελπίδα μας στην απόλαυση των αγαθών του παραδείσου. Ζώντας, λοιπόν, ακόμα μέσα σε τούτη την πολυτάραχη, την πολυμέριμνη, την αμαρτωλή κοιλάδα του κλαυθμού, δεχόμαστε λίγη παρηγοριά σταλμένη από τον ουρανό με μία μόνο προϋπόθεση: Η θέλησή μας να μην εναντιώνεται στο θέλημα του Θεού. Η ακόλουθη διήγηση είναι χαρακτηριστική και αποκαλυπτική.
Ζούσε κάποτε σ’ ένα μοναστήρι κάποιος μοναχός που τα ρούχα του, όπως άλλοτε τα ρούχα του αποστόλου Παύλου (βλ. Πράξ. 19:11-12), είχαν αποκτήσει θεραπευτικές ιδιότητες: Πολλοί άρρωστοι, μόλις τα έβαζε πάνω τους ο μοναχός, γίνονταν καλά. Οι αδελφοί της μονής παρατηρούσαν το φαινόμενο με θαυμασμό αλλά και με απορία, καθώς ο μοναχός εκείνος δεν έκανε κάποια ξεχωριστή σωματική άσκηση. Ζούσε όπως και οι άλλοι, ακολουθώντας το μοναστηριακό τυπικό, χωρίς να νηστεύει ή να αγρυπνεί ή να κοπιάζει εξαιρετικά.
Μια μέρα, ύστερ’ από μιαν ακόμα θαυματουργική θεραπεία ασθενών, ο ηγούμενος της μονής τον ρώτησε πώς είχε αποκτήσει αυτό το χάρισμα.
- Κι εγώ ο ίδιος απορώ, αποκρίθηκε ο μοναχός, πώς μπορώ να δίνω την υγεία στους ανθρώπους. Νιώθω ντροπή που τα ρούχα μου έχουν τέτοια δύναμη, καθώς ο Θεός με αξίωσε να λάβω αυτό το χάρισμα χωρίς να κάνω αυστηρή άσκηση˙ μόλις που μπορώ να συγκριθώ με τους άλλους αδελφούς της μονής.
- Αυτό είναι αλήθεια, συμφώνησε ο ηγούμενος. Βλέπουμε κι εμείς πώς είσαι ένας συνηθισμένος μοναχός. Αλλά πες μου, παιδί μου, πώς περνάς τη μέρα σου, τι λογισμούς βάζει ο νους σου, τι αισθάνεται η καρδιά σου...
- Στο ξεκίνημα της κάθε μέρας, γέροντα, βάζω στόχο ένα πράγμα: Να μη σκεφθώ τίποτα που θα ήταν αντίθετο στο θείο θέλημα. Ποτέ δεν φοβάμαι τις δυσκολίες που θα μπορούσαν να διαταράξουν τον νου μου και να παραλύσουν την καρδιά μου, ώστε να παραπονεθώ σε κάποιον ή να του αποκαλύψω τον πόνο μου. Όλα τα αντιμετωπίζω με τον ίδιο τρόπο. Έτσι, τις μέρες που συμβαίνουν ευχάριστα γεγονότα, δεν είμαι πιο χαρούμενος απ’ ότι τις άλλες μέρες. Όλα, τόσο τα ευχάριστα όσο και τα δυσάρεστα, τα δέχομαι με την ίδια διάθεση, αφού είναι σταλμένα από τον Θεό. Και δεν παρακαλώ τον Κύριο να έρχονται τα πράγματα όπως εγώ θέλω, αλλά όπως θέλει Εκείνος.
- Αγαπητέ μου αδελφέ, ρώτησε έκπληκτος ο ηγούμενος, πες μου, δεν λυπήθηκες μαζί μ’ όλους εμάς χθες το βράδυ, όταν ξέσπασε φωτιά στους στάβλους και τις σιταποθήκες της μονής, με αποτέλεσμα να καταστραφούν τα κτίρια και να καούν τα ζώα και τα σιτηρά;
- Πίστεψέ με, γέροντα˙ όλη αυτή η ζημιά της μονής δεν μού προξένησε την παραμικρή λύπη. Γιατί έμαθα να ευγνωμονώ τον Θεό τόσο για τα ευχάριστα όσο και για τα δυσάρεστα. Είμαι πεπεισμένος ότι όλα όσα μας συμβαίνουν στέλνονται ή παραχωρούνται από τη θεία πρόνοια για το καλό μας. Κι ούτε τώρα με απασχολεί αν θα έχουμε λίγο ή πολύ ψωμί. Ο Θεός μπορεί να μας χορτάσει μ’ ένα τόσο δα ψίχουλο όπως μ’ ένα ολόκληρο ψωμί. Αλλά -για ν’ αφήσω τα πρόσκαιρα- κι αν ακόμα γνώριζα ότι ο Θεός αποφάσισε να με στείλει στον άδη, όχι μόνο δεν θα Τον παρακαλούσα ν’ αλλάξει την απόφασή Του, αλλά ακόμα περισσότερο θα προσευχόμουνα να γίνει σ’ εμένα το άγιο και δίκαιο θέλημά Του.
Ο ηγούμενος εντυπωσιάστηκε από την απάντηση του μοναχού και, έπειτα από μια μικρή σιωπή, του είπε:
- Πήγαινε, πάτερ, και συνέχισε την πνευματική σου εργασία. Εσύ βρήκες τον ουρανό στη γη. Τέτοιο χάρισμα σε λίγους δίνεται από τον Θεό.
Ώ, πόσο ψηλά τοποθετεί η χάρη του Αγίου Πνεύματος τον άνθρωπο που σε όλα ταυτίζει τη θέληση του με το θείο θέλημα! Ο δρόμος, που βάδιζε ο μοναχός εκείνος, δεν είναι ούτε μακρύς ούτε δύσκολος˙ απεναντίας, είναι ο πιο σύντομος και ο πιο εύκολος για την κατάκτηση της κορυφής της μακάριας ψυχικής ειρήνης. Γιατί δεν απαιτεί τις μεγάλες ασκήσεις των ερημιτών, αυστηρές νηστείες, ολονύκτιες αγρυπνίες και μακροχρόνιες κακοπάθειες, αλλά μόνο την ειλικρινή επιθυμία μας να γίνεται το θέλημα του Θεού σ’ όλα τα πράγματα της ζωής μας.
Από τον παραπάνω διάλογο του ηγουμένου με τον θαυματουργό μοναχό βγάζουμε δύο διδακτικά συμπεράσματα:
1. Είναι αναγκαίο να διατηρούμε πάντοτε στη μνήμη μας την ακλόνητη πεποίθηση ότι όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο ολόκληρο και στη ζωή κάθε ανθρώπου προέρχονται από την πρόνοια του Θεού, που οικονομεί τα πάντα για την ωφέλεια και τη σωτηρία μας με μέσα απρόβλεπτα και τρόπους ανεξιχνίαστους. Ας είμαστε, λοιπόν, ανδρείοι και υπομονετικοί, γιατί όλα τα φαινόμενα εξελίσσονται και όλα τα ανθρώπινα έργα επιτελούνται όχι όπως εμείς νομίζουμε ή επιθυμούμε, αλλά όπως ο Θεός θέλει ή παραχωρεί: «Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, αλλά δε Θεός κελεύει».
2. Σε όλα οφείλουμε να πράττουμε πάντοτε ότι μας υπαγορεύει η λογική και αθάνατη ψυχή μας, ό,τι μας υποδεικνύουν ο υγιής νους, η καθαρή καρδιά και η χριστιανική συνείδησή μας, αναθέτοντας όμως τα πάντα στη θεία πρόνοια. Έτσι θα έχουμε αδιατάρακτη εσωτερική ειρήνη, η οποία περιφρουρεί όλες τις αρετές.

(Ηλιοτρόπιο, Ι.Μ.Παρακλητου, σελ. 68-72)

 

Κεφάλαιο 6 - Η αμαρτία φέρνει τις συμφορές. 
- Έρριξες φάρμακο για τις κάμπιες;
- Έρριξα, Γέροντα.
- Τόσες καλόγριες ούτε μία κάμπια δεν μπορείτε να σκοτώσετε! Στην Κατοχή, όταν είχε πέσει ακρίδα, είχαν βγάλει εδώ στην Χαλκιδική την Αγία Ζώνη από την Μονή Βατοπεδίου και η ακρίδα έπεφτε σύννεφα-σύννεφα στην θάλασσα. Στην Ήπειρο, θυμάμαι, ήταν σαν το χιόνι. Κάναμε όλοι προσωπική εργασία, με τα σεντόνια την μαζεύαμε και μετά την πετούσαμε. Ήταν και η πείνα..., μην τα ρωτάς! Τί σιτάρια είχαν ξαναδώσει, αλλά είχαν σακατευθή.
Οι ακρίδες, οι πόλεμοι, η ανομβρία, οι αρρώστιες είναι μάστιγα. Όχι ότι ο Θεός θέλει να παιδαγωγήση έτσι τον άνθρωπο, αλλά είναι συνέπεια της απομακρύνσεως του ανθρώπου από τον Θεό. Όλα αυτά συμβαίνουν, γιατί ξεφεύγει ο άνθρωπος από τον Θεό. Έρχεται η οργή του Θεού, για να θυμηθή ο άνθρωπος τον Θεό και να ζητήση βοήθεια.. δεν είναι ότι ο Θεός τα κανονίζει έτσι και βγάζει μία διαταγή να έρθη κάποια συμφορά στον άνθρωπο, αλλά ο Θεός βλέπει μέχρι που θα φθάση η κακία των ανθρώπων και ότι δεν θα αλλάξουν, και γι' αυτό επιτρέπει να συμβή μία συμφορά, για να συνετισθούν. Όχι ότι τα κανόνισε έτσι ο Θεός.
Στον Ιησού του Ναυή είχε πει ο Θεός να μην εξαφανίσουν μία φυλή, τους Φιλισταίους, γιατί αυτή θα ήταν μάστιγα για τους Εβραίους, όταν θα ξεχνούσαν τον Θεό. Όταν λοιπόν οι Εβραίοι απομακρύνονταν από τον Θεό, είχε δικαιώματα ο διάβο-λος και έβαζε τα «ξαδέρφιά» του, τους Φιλισταίους, και ορμούσαν στους Εβραίους. Έ-παιρναν τα παιδιά των Εβραίων και τα χτυπούσαν πάνω στην πέτρα, για να τα σκοτώσουν. Κάποτε όμως που οι εχθροί ήρθαν, χωρίς να φταίνε οι Ισραηλίτες, πολέμησε γι' αυτούς ο Θεός. Έρριξε χαλάζι σαν πέτρες και τους εξόντωσε, γιατί τότε οι Ισραηλίτες δικαιούνταν την θεία επέμβαση.
Πόσες υποσχέσεις είχε δώσει ο Θεός για τον Ναό του Σολομώντος, και όμως πόσες φορές κάηκε, ρήμαξε. Όταν ξέφευγε ο λαός του Ισραήλ, οι Προφήτες φώναζαν- φώναζαν, οι Ισραηλίτες τίποτε! Ανέπαυαν τον λογισμό τους: «Αφού, όταν έκτισε ο Σολομών τον Ναό, έδωσε τόσες ευλογίες ο Θεός και είπε ότι από εδώ θα ευλογούνται και θα αγιάζωνται όλοι οι άνθρωποι , άρα θα μείνουν όλα αυτά, και τα τείχη μας και ο Ναός μας. Τέτοια υπόσχεση έδωσε ο Θεός»! Ο Θεός έδωσε τέτοια υπόσχεση, αλλά εφόσον και οι Ισραηλίτες θα ζούσαν σωστά. Είχε δώσει Χάρη στον Ναό του Σολομώ-ντος, αλλά, όταν οι Ισραηλίτες δεν τηρούσαν τις εντολές, επέτρεπε και καιγόταν ή καταστρεφόταν ο Ναός καί, όταν μετανοούσαν, πάλι τον έχτιζαν. Όταν λ.χ. ξέφυγαν επί βασιλέως Σεδεκίου, έρχεται ο Ναβουχοδονόσορ, βάζει φωτιά στον Ναό του Σολομώντος, γκρεμίζει και τα τείχη, τους Δένει και τους πηγαίνει στην Βαβυλώνα αιχμάλωτους . Φυσικά, πήγαν και αυτοί που δεν έφταιγαν, αλλά αυτοί είχαν καθαρό μισθό. Οι άλλοι που έφταιγαν πολύ, ξόφλησαν. Όσοι έφταιγαν λίγο και ταλαιπωρή-θηκαν, είχαν και λιγάκι μισθό. Όταν ένας γίνεται αιτία να έρθη η οργή του Θεού και
να ταλαιπωρηθούν και άλλοι που δεν έφταιγαν, ακόμη και μισθό να έχουν, αυτό είναι εγκληματικό, γιατί οι άλλοι θα κληρονομούσαν την Ουράνια Βασιλεία χωρίς να βασανισθούν, ενώ τώρα βασανίζονται.
Πρέπει να ξέρουμε ότι οι πιστοί που τηρούν τις εντολές του Θεού δέχονται την Χάρη του Θεού, και ο Θεός - πώς να πη κανείς; - είναι υποχρεωμένος να τους βοηθάη μέσα σ' αυτά τα δύσκολα χρόνια. Στην Αμερική είχα ακούσει πώς παρουσιάσθηκε μία νέα αρρώστια . Πολλοί που ζουν μία αφύσικη, αμαρτωλή ζωή, μολύνονται από αυτήν και πεθαίνουν. Τώρα έμαθα ότι παρουσιάσθηκε και εδώ αυτή η αρρώστια. Βλέπετε, δεν καταστρέφει ο Θεός τους ανθρώπους, μόνοι τους εξαφανίζουν το σόι τους και καταστρέφονται. Δεν είναι δηλαδή ότι τους τιμωρεί ο Θεός, αλλά την τιμωρία την δημιουργούν μόνοι τους με την αμαρτωλή ζωή τους. Και βλέπει κανείς να εξαφανίζωνται εκείνοι οι άνθρωποι που δεν έχει νόημα η ζωή τους.
- Γέροντα, γιατί δεν βρίσκεται το φάρμακο του καρκίνου; Δεν επιτρέπει ο Θεός ή οι άνθρωποι δεν επικαλούνται την θεία βοήθεια;
- Το κακό είναι ότι και να βρεθή το φάρμακο για τον καρκίνο, θα βγή άλλη αρρώστια. Ήταν η φυματίωση, βρήκαν το φάρμακο για την φυματίωση, παρουσιάσθηκε τώρα αυτή. Και αν βοηθήση σ' αυτή, θα βγή άλλη αρρώστια. Οι ίδιοι οι άνθρωποι θα γίνουν αιτία να παρουσιασθή κάποια άλλη μετά, και δεν έχει τελειωμό!

(Λόγοι τόμος Α, σελ. 113-116)

Όσο διαρκούσε η συνομιλία με τον Αρχάγγελο, η Παρθένος διατηρούσε την ψυχική της ηρεμία. Όταν όμως «απήλθε ο άγγελος απ’ αυτής», τότε η υπαρξίς της αναστατώνεται. Μέσα στο εσωτερικό της ξεσπά θύελλα εντυπώσεων, σκέψεων και συναισθημάτων. Η καρδιά της χτυπά δυνατά και γρήγορα, μη μπορώντας ακόμα να συνέλθη από το συγκλονισμό του αγγελικού δράματος. Το μυαλό της βουίζει απ’ το περιεχόμενο του θείου μηνύματος. Την αγνή της ύπαρξη είχε πυρπολήσει η φωτιά της κλήσεως και της αγάπης του Θεού: «Α ν α σ τ ά σ α Μαριάμ»!
Η κλήσις του Θεού στον άνθρωπο είναι μια φωτιά που πυρπολεί την καρδιά κι αναστατώνει το νου. Είναι ένας σφοδρός άνεμος που φυσάει ξαφνικά και σπρώχνει το ιστιοφόρο της ανθρωπίνης υπάρξεως βαθειά μέσα στο πέλαγος των μεγάλων περιπετειών. Ένας από τους κλητούς του Θεού, ο προφήτης Ιερεμίας, περιγράφει πολύ χαρακτηριστικά την κατάσταση αυτή του καλουμένου ανθρώπου: «Και εγένετο πυρ καιόμενον φλέγον εν τοις οστέοις μου, και παρείμαι πάντοθεν και ου δύναμαι φέρειν» (Κ' 9) .
Το ίδιο συναίσθημα νοιώθουν και οι δύο μαθηταί του Ιησού που αξιώθηκαν να τον έχουν συνοδοιπόρο το δειλινό της μεγάλης εκείνης μέρας της Αναστάσεως, πηγαίνοντας προς Εμμαούς: «Ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν, ως ελάλει ημίν εν τη οδώ και διήνοιγεν ημίν τας γραφάς»; (Λουκ. κδ' 32).
Τα χρόνια πέρασαν, αλλ’ η καρδιά δεν μπορεί να λησμονήση τις μεγάλες εκείνες στιγμές της κλήσεως του Θεού. Την ατμόσφαιρα της ιερής εξάρσεως που ζήσαμε, την αποδίδουν οι πιο κάτω «σκέψεις» του Πασκάλ. Τις έγραψε τη νύχτα που ένοιωσε κι' αυτός την κλήση του Θεού:
«Έτος χάριτος 1654. Δευτέρα 23 Νοεμβρίου...
Από τας 10.30 μ.μ. περίπου μέχρι 12.30 περίπου.
Πυρ! Θεός του Αβραάμ, Θεός του Ισαάκ, Θεός του Ιακώβ.
Όχι φιλόσοφοι και επιστήμονες.
Βεβαιότης, βεβαιότης, συναίσθημα, χαρά, ειρήνη.
Ο Θεός του Ιησού Χριστού.
«Θεόν μου και Θεόν υμών».
Ο Θεός σου Θεός μου.
Λησμοσύνη του κόσμου και των πάντων, εκτός του Θεού.
Δεν ευρίσκεται παρά μόνον με τας οδούς που διδάσκει το Ευαγγέλιον.
Μεγαλείον της ανθρωπίνης ψυχής
«Πάτερ δίκαιε, και ο κόσμος σε ουκ έγων, εγώ δε σε έγνων»...
Χαρά, χαρά, χαρά, δάκρυα χαράς.
Εχωρίσθην απ’ αυτού...
Είθε να μη χωρισθώ απ’ αυτού εις τον αιώνα.
«Αυτή εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γιγνώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν
και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν».
Ιησούς Χριστός, Ιησούς Χριστός...
Αυταπάρνησις ολοκληρωτική και γλυκεία.
Πλήρης υποταγή εις τον Ιησούν Χριστόν• και εις τον πνευματικόν μου.
Αιωνίως εν χαρά διά μίαν ημέραν ασκήσεως επί της γης.
«Τα δικαιώματά σου ουκ επελαθόμην». Αμήν».
(βλ. οι Θεμελιωταί των Επιστημών, 1950, σελ. 24)
(Μητροπολίτου Αχελώου Ευθυμίου Στυλίου, Η Πρώτη, εκδ. Γρηγόρη, σελ.113-114)

κθ'. Διηγήθηκαν για τον Αββά Αγάθωνα, ότι προθυμοποιόταν να κάνη κάθε εντολή. Και αν επιβιβαζόταν σε πέραμα, ο ίδιος πρώτος κρατούσε το κουπί. Και όταν τον επισκέπτονταν αδελφοί, ευθύς, μετά την προσευχή, με τα χέρια του τους έστρωνε τραπέζι. Γιατί ήταν πλημμυρισμένος από αγάπη θεού. Ενώ δε σίμωνε η κοίμηση του, έμεινε τρεις μέρες έχοντας ανοιχτά τα μάτια και ακίνητα. Και τον σκούντησαν οι αδελφοί, λέγοντας : « Αββά Αγάθων, που είσαι ; ». Τους λέγει : « Μπροστά στο κριτήριο του Θεού στέκομαι ». Του λέγουν : « Και συ φοβάσαι, πάτερ ; ». Τους απαντά : « Βέβαια, έβαλα όλη μου τη δύναμη για να φυλάξω τις εντολές του Θεού. Αλλά άνθρωπος είμαι. Πούθε να ξέρω αν ο κόπος μου υπήρξε θεάρεστος ; ». Του λέγουν οι αδελφοί : « Δεν έχεις πεποίθηση ότι ο κόπος σου ήταν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού ; ». Τους άπαντά ο γέρων : « Δεν έχω βεβαιότητα, πριν συναντηθώ με τον Θεό. Γιατί αλλιώς κρίνει ο Θεός και αλλιώς οι άνθρωποι ». Και καθώς ήθελαν να του πάρουν και άλλα λόγια, τους λέγει : « Κάνετέ μου τη χάρη, μη μου μιλάτε πλέον, γιατί είμαι απασχολημένος ». Και παρέδωσε το πνεύμα με χαρά. Και τον έβλεπαν να τους φεύγη, καθώς κάποιος ασπάζεται τους φίλους και αγαπημένους του. Είχε δε προσοχή μεγάλη σε όλα και έλεγε : « Χωρίς μεγάλη προσοχή, δεν προοδεύει ο άνθρωπος ούτε σε μια αρετή ».
λ'. Εισήλθε κάποτε ο , Αββάς Αγάθων στην πόλη, για να πουλήση μικρά αντικείμενα. Και βρίσκει, στην άκρη του δρόμου, έναν άνθρωπο λωβιασμένο. Του λέγει ο λωβιασμένος : «Πού πηγαίνεις ; » Του αποκρίνεται ο Αββάς Αγάθων : « Στην πόλη, για να πουλήσω αυτά » Του λέγει : « Κάμε μου τη χάρη, σηκωσέ με και πηγαινέ με εκεί ». Τον σήκωσε λοιπόν και τον πήγε στην πόλη. Του λέγει ο άρρωστος : « Όπου πουλάς τα αντικείμενα, εκεί βάλε με». Και έκαμε όπως του είπε. Και όταν πούλησε ένα αντικείμενο, του έλεγε ο λωβιασμένος : « Πόσο το πούλησες ; ». Και του απαντούσε : « Τόσο ». Και του ξανάλεγε : « Άγορασέ μου μια μικρή πίττα ». Και την αγόραζε. Και πάλι πουλούσε άλλο αντικείμενο. Και του έλεγε ο άρρωστος : « Και αυτό, πόσο ; ». Και του απαντούσε : « Τόσο ». Και του ξανάλεγε : « Αγόρασέ μου αυτό εδώ ». Και το αγόραζε. Αφού λοιπόν πούλησε όλα τα αντικείμενα και σκόπευε να φύγη, του λέγει ο λωβιασμένος : « Φεύγεις ; ». Του απαντά : « Ναι ». Και λέγει : « Κάμε μου πάλι τη χάρη και πηγαινέ με εκεί όπου με βρήκες ». Τον σήκωσε λοιπόν και τον πήγε στον τόπο του. Και του λέγει : « Ευλογημένος είσαι, Αγάθων, από τον Κύριο στον ουρανό και στη γη ». Και σηκώνει τα μάτια του ο γέρων και δεν βλέπει πια κανέναν. Γιατί ήταν Άγγελος Κυρίου, όπου ήλθε να τον δοκιμάση.
Του Αββά Αμμωνά
α΄. Ένας αδελφός παρακάλεσε τον Αββά Αμμωνά, λέγοντας : « Πες μου κάτι ». Και λέγει ο γέρων : « Πήγαινε, κάνε τον λογισμό σου, όπως κάνουν οι φυλακισμένοι κακοποιοί. Γιατί εκείνοι ρωτούν πάντα τους ανθρώπους : Που είναι ο ηγεμών και πότε έρχεται ; Και περιμέ- νοντας με αγωνία, κλαίνε. ΄Ετσι και ο μοναχός. Πρέπει διαρκώς να προσέχη και να ελέγχη την ψυχή του, λέγοντας : Αλλοίμονο μου, πώς θα παρουσιαστώ μπροστά στο βήμα του Χριστού; Και τι θα του απολογηθώ ; Αν αυτό έχης υπ’ όψη σου διαρκώς, μπορείς να σωθής».
β'. ΄Ελεγαν για τον Αββά Αμμωνά, ότι και βασιλίσκο θανάτωσε. Πηγαίνοντας στην έρημο για να αντλήση νερό από ένα πηγάδι, είδε αυτό το φίδι. Το παίρνει λοιπόν, το φέρνει μπροστά στο πρόσωπό του και είπε : « Κύριε, ή εγώ θα πεθάνω ή ο βασιλίσκος ». Και ευθύς το φίδι, με τη δύναμη του Χριστού, έσκασε.
γ'. Είπε ο Αββάς Αμμωνάς : « Δεκατέσσερα χρόνια πέρασα στην έρημο παρακαλώντας τον θεό νύχτα και μέρα, να με αξιώση να νικήσω την οργή ».
(Είπε Γέρων,Το Γεροντικόν εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1996 σελ.37-39)

 

Με τις τρείς αυτές λέξεις ο Ευαγγελιστής Ιωάννης εκφράζει υπέροχα και συμβολικά το πάθος του Ιησού. Η νύχτα, το σκοτάδι, είναι το σύμβολο της αντιθέσεως στο φως. (Ολόκληρο το Ευαγγέλιο του Ιωάννου δεν είναι τίποτε άλλο παρά η περιγραφή της πάλης ανάμεσα στο φώς και το σκοτάδι). Και να, που ήλθε η στιγμή, που το σκοτάδι και η νύχτα επεκράτησε. Είναι η φοβερότερη νύχτα, που επεκράτησε ποτέ στην ανθρωπότητα. Γι’ αυτό και ο Ευαγγελιστής των μεγάλων γεγονότων την σημειώνει: «Ην δε νυξ».
Ήλθε στιγμή, που το σκοτάδι της απιστίας και της αποδοκιμασίας του Ιησού απλώθηκε. Η φοβερή τύφλωσις, που εμποδίζει τους ανθρώπους να δεχθούν το μήνυμα του Υιού του Θεού έγινε κατάστασις. Οι άνθρωποι, καθισμένοι επί αιώνες «εν χώρα και σκιά θανάτου» έχασαν πια την ικανότητα να διακρίνουν —αλλοίμονο— το φώς. Έτσι δέχθηκαν να παραμείνουν στο σκοτάδι. Και από το σκοτάδι της απιστίας πέρασαν στη νύχτα του εγκλήματος. Διότι δεν τους ήταν αρκετό το ότι αρνήθηκαν το φώς. Απεφάσισαν και να το εξοντώσουν.
Μέσα στην απαίσια αυτή νύχτα έγιναν όλα τα κακά. «Τα έργα του σκότους»: Ήλθε ο προδότης, φάνηκαν οι δειλοί εχθροί του. Τη νύχτα ετούτη έγινε η σκηνοθετημένη διαδικασία της συλλήψεως, της δίκης και της καταδίκης του Ιησού, του Φωτός. Διότι μόνο μέσα στη νύχτα, κάτω από το πέπλο του σκότους μπορούσαν να γίνουν όλες αυτές οι ατιμίες και οι παρανομίες. Οι άνθρωποι του σκότους προσπάθησαν ν’ αξιοποιήσουν όσο μπορούσαν «καλύτερα» την ώρα τους. Διότι η νύχτα εκείνη ήταν η ώρα τους. Όπως το είπεν ο Ιησούς: «η ώρα υμών του σκότους».
«Όταν ήλθε η ώρα, ο Ιησούς παραδίδεται στις παγίδες της νύχτας. Σ’ αυτή τη νύχτα, μέσα στην οποία βυθίσθηκε ο Ιησούς και οι μαθηταί εσκανδαλίσθησαν, θέλησε ο Ιησούς ν’ αντιμετώπιση «την ώρα και την εξουσία του σκότους» (Vocabulaire, 703).
(Επισκόπου Αχελώου Ευθυμίου, «Εκείνος», εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2002, σελ. 268-269)

(ένας καταπληκτικὸς διάλογος τοῦ Ἁγ. Πορφυρίου καὶ τοῦ μακαριστοῦ Καθηγητῆ Ἰατρικῆς Γεωργίου Παπαζάχου).
«...Ἠμουν θλιμμένος μετὰ ἀπὸ πρόσφατο θάνατο προσφιλοῦς μου προσώπου. Σκεπτόμουν γιὰ μέρες τὸ θέαμα τοῦ ἐνταφιασμοῦ, τὴν κάλυψη τοῦ νεκροῦ μὲ τὸ χῶμα καὶ τὴν ἐπακόλουθη σήψη τοῦ σώματος. Πῶς θὰ ἦταν ὁ ἄνθρωπος ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων; Διαρκὴς χαρά, κανένα ἐρώτημα γιὰ τὴν αἰώνια μακαριότητά μας. Τώρα, «σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία». Ἐπάνω σ᾿ αὐτὲς τὶς σκέψεις μὲ πέτυχε ὁ παππούλης μ᾿ ἕνα τηλεφώνημά του.

-Γιωργάκη, κάνεις ἰατρεῖο αὐτὴ τὴν ὥρα;

-Ὄχι, γέροντα, τελείωσα.
-Ἄνοιξε τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίον στὸ Ε΄ κεφάλαιο, στίχος 24, εἶναι τὸ Εὐαγγελίο ποὺ διαβάζουμε στὶς κηδεῖες καὶ διάβασέ το ἀργά ἀργά.
Ἄρχισα νὰ διαβάζω: «Ἀμήν, ἀμήν, λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν».
Μὲ διέκοψε ἀπότομα.
-Τὸ κατάλαβες; Δὲν ὐπάρχει θάνατος! Δὲ θὰ δοκιμάσουμε τὴν «πεθαμενίλα»! «Μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν». Πόσο μᾶς ἀγάπησε ὁ Θεός... Καὶ αὐτὸ τὸ φρόντισε. Τὸ λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος τῆς Νεκρώσιμης Ἀκολουθίας: «Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ». Τὸ σκέφθηκες ποτὲ αὐτὸ τὸ «ἄξει σὺν αὐτῷ;» Ὁ Θεὸς δὲν θὰ συγκεντρώσει ἐκεῖ πτώματα. Ζωντανοὺς θὰ μαζέψει κοντά Του. Στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀναστήθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση. Καλά σοῦ τὸ εἶπα: δὲ θὰ δοκιμάσουμε «πεθαμενίλα». Τὸ κατάλαβες;
Καὶ ἔκανε μιὰ θαυμάσια περιγραφὴ τῆς ζωῆς κοντὰ στὸν ἀναστάντα Χριστό.
-Ἐκεῖ θὰ ὑμνοῦμε τὴν Ἁγία Τριάδα, μὲ τὰ Σεραφεὶμ καὶ τὰ Χερουβείμ, ἀενάως. Ναί, ἑμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀνάξιοι, γιατὶ τόσο πολὺ μᾶς ἀγάπησε ὁ Θεός...
Ἡ φωνή του ἔσβηνε σιγὰ σιγὰ ἀπὸ τὴ συγκίνηση.
-Κλαίω, βρὲ Γιωργάκη, ἀπὸ χαρά. Τί οὐράνια πράγματα εἶναι ἐτοῦτα ποὺ μᾶς δωρίζει ὁ Θεός!».

Μετάνοια
Έχεις απόλυτο δίκιο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Κύριος ποθεί να φέρει όλους τους ανθρώπους μέσα στους κόλπους Του. «Πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αλήθειας ελθείν» (Α' Τιμ. 2:4). «Πάντας»! Αλλά ιδιαίτερα τους πιο μεγάλους αμαρτωλούς. Δεν τον κατηγόρησαν άδικα οι Εβραίοι πώς είναι «τελωνών φίλος και αμαρτωλών» (Ματθ. 11:19).
Αυτή η αλήθεια όμως πρέπει οπωσδήποτε να ερμηνευθεί και να κατανοηθεί σωστά. Και τούτο σημαίνει:
Ο Κύριος καλεί κοντά Του όλους τους αμαρτωλούς. Ανοίγει διάπλατα την αγκαλιά Του ακόμα και σ’ εκείνους που έχουν κάνει τις βαρύτερες και φρικτότερες αμαρτίες. Περισσότερο μάλιστα σ’ αυτούς. Και τους δέχεται με χαρά. Αρκεί να Τον αναζητήσουν και να έρθουν. Μ’ ένα λόγο, να μετανοήσουν. Όχι πως απορρίπτει τους αμετανόητους. Εξακολουθεί να τους αγαπάει και να τους καλεί. Εκείνοι όμως είναι που αρνούνται πεισματικά ν’ ανταποκριθούν στην κλήση Του. Καταφρονούν «του πλούτου της χρηστότητος αυτού και της ανοχής και της μακροθυμίας» (Ρωμ. 2:4). Και τραβούν άλλους δρόμους, «προκόπτοντες επί το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι» (Β' Τιμ. 3:13).
***
Κάθε φορά που πηγαίνεις για εξομολόγηση, φουντώνεις από ένα τέτοιο φόβο, μια τέτοια δειλία, ώστε χάνεις τη μνήμη σου, αδυνατείς να συγκεντρώσεις τις σκέψεις σου, τραυλίζεις ή και βουβαίνεσαι τελείως.
Με δυο λόγια, όταν αντικρύζεις τον εξομολόγο, κυριεύεσαι από τρομερή ταραχή. Αλλά σε μια τέτοια ψυχική κατάσταση, είναι εντελώς αδύνατο να βιώσεις τη μετάνοια, να συντρίβεις για τις αμαρτίες σου. Πρόσεξε: Ο εχθρός έχει βρει μια αδυναμία σου, που τον εξυπηρετεί πολύ στα σχέδιά του. Σε χτυπάει στο πιο τρωτό σου σημείο: την οίηση...
Πρέπει να πηγαίνουμε στην εξομολόγηση γεμάτοι θείο φόβο, γεμάτοι ταπείνωση, αλλά και γεμάτοι ελπίδα. Θείο φόβο, επειδή λυπήσαμε το Θεό. Ταπείνωση, επειδή έχουμε βαθιά συναίσθηση της αθλιότητάς μας. Αλλά και ελπίδα, επειδή ικετεύουμε τη συγχώρηση από το φιλόστοργο ουράνιο Πατέρα μας, που ο Υιός Του πήρε πάνω Του τις αμαρτίες μας και τις κάρφωσε στον τίμιο Σταυρό Του, ξεπλένοντάς τις με το πανάγιο αίμα Του.
Αν τα σκεφτείς ολ’αυτά, η δειλία σου θα εξαφανιστεί. Σε δειλία μορφοποιείται και συγκεκριμενοποιείται αυτή η αόριστη μεγάλη ταραχή, που γεννιέται μέσα σου από σφαλερή ντροπή, πλεγμένη μαζί με υπερηφάνεια και ματαιοδοξία. Και αυτή η δειλία σε νικάει, όποτε έρχεσαι αντιμέτωπος με την υποχρέωση που σου επιβάλλει να ξεσκεπάσεις και ν’ ακουμπήσεις στα πόδια του πνευματικού «τα άδηλα και τα κρύφια» της καρδιάς σου.
Να σκέφτεσαι τον τελώνη και τον άσωτο γιό. Εσύ είσαι και τα δυο: και τελώνης και άσωτος!
Ο Θεός, πάλι, δεν είναι μόνο ακριβοδίκαιος. Είναι και πολύ εύσπλαχνος. Αυτή η σκέψη, λοιπόν, ας σου δίνει το σθένος που χρειάζεσαι για να διατηρείς κάθε φορά την αυτοκυριαρχία σου. "Αν, παρ’ ολ’ αυτά, εξακολουθείς να μη θυμάσαι όσα πρέπει να εξομολογηθείς, ζήτησε την άδεια από τον πνευματικό σου να τα καταγράφεις συνοπτικά σ’ ένα χαρτί, που θα το συμβουλεύεσαι στη διάρκεια της εξομολογήσεως. Έχουμε παραδείγματα αυτής της πρακτικής στις διδαχές και στους βίους των αγίων Πατέρων.
***
Ένας εύκολος και αβασάνιστος παραμερισμός των αμαρτιών μας — η απόφανση δηλαδή με ελαφριά καρδιά ότι είναι τάχα ασήμαντες — προδίδει έλλειψη αυτογνωσίας και συναισθήσεως, μειωμένη πνευματική όραση, ένα στίγμα θανάτου εκεί που θα ’πρεπε να υπάρχει ζωή.
Όσο γι’ αυτή την αδικαιολόγητη και ανεξήγητη λύπη που λες ότι σε κυριεύει, δέξου την σαν ένα πνευματικό σταυρό. Δέξου την με ταπείνωση, με υπομονή, μ’ ευγνωμοσύνη. Η σθεναρή άρση αυτού του σταυρού ξεπλένει τις αμαρτίες μας και θεραπεύει τις αδυναμίες μας. Μερικές φορές μάλιστα μας βοηθάει να διακρίνουμε και να συναισθανθούμε, επιτέλους, άλλες αμαρτίες και άλλα πάθη μας, για τα οποία ήμασταν πριν ανύποπτοι και ανίδεοι.
(Πνευματικές Νουθεσίες, εκδ. Ιερά Μονή Παρακλήτου, σελ.85-88)

ιστ'. ’Έλεγαν γι’ αυτόν και για τον Αββά Αμμούν, ότι, σαν πουλούσαν κάποιο αντικείμενο, μια φορά έλεγαν την τιμή του και ό,τι τους έδιναν το έπαιρναν σιωπώντας, με ήσυχη την ψυχή. Και πάλι, σαν καμμιά φορά ήθελαν να αγοράσουν κάτι, ό,τι τους ζητούσαν το έδιναν με σιωπή και έπαιρναν το αντικείμενο, χωρίς να προφέρουν λέξη.
ιζ’. Ο ίδιος Αββάς Αγάθων είπε : « Ποτέ δεν έδωσα αγάπη. Αλλά το δώσε και το πάρε αγάπη ήταν για μένα. Επειδή σκεφτόμουν, ότι το κέρδος του αδελφού μου είναι έργο καρποφορίας ».
ιη’. Ο ίδιος, όταν έβλεπε κάτι και ήθελε ο λογισμός του να το κρίνη, έλεγε μέσα του : «Αγάθων, συ μη το κάνεις αυτό ». Και έτσι ο λογισμός του ησύχαζε.
ιθ’ . Ο ίδιος είπε : « "Ένας οργίλος και νεκρό ν’ αναστήση, δεν είναι θεάρεστος ».
κ’ . Είχε κάποτε ο Αββάς Αγάθων δυο μαθητές οπού ζούσαν μόνοι τους, σαν αναχωρητές. Μια μέρα λοιπόν, ρώτησε τον ένα : « Πώς περνάς στο κελλί σου ; Και εκείνος αποκρίνεται «Νηστεύω έως το βράδι και τρώγω δυο παξιμάδια ». Του λέγει : « Καλή διατροφή, όπου δεν έχει κόπο πολύν ». Λέγει και στον άλλο : « Συ, πώς τα περνάς ; ». Και εκείνος άπαντά : « Νηστεύω δυο μέρες και δυο παξιμάδια τρώγω ». Και του λέγει ο γέρων : « Κοπιάζεις πολύ, δυο πολέμους κρατώντας. Γιατί, αν κάποιος τρώγη κάθε μέρα και δεν χορταίνη, κοπιάζει. Και είναι άλλος όπου θέλει να νηστεύη δυο μέρες και να χορταίνη. Και συ, διπλά νηστεύοντας, δεν χορταίνεις ».
κα’. "Ενας αδελφός ρώτησε τον Αββά Αγάθωνα σχετικά με τις σαρκικές αμαρτίες. Και του λέγει : « Πήγαινε, έκθεσε ενώπιον του Θεού την αδυναμία σου και θα έχης ανάπαυση ».
κβ’. ’Αρρώστησε κάποτε ο Αββάς Αγάθων και κάποιος άλλος από τους γέροντες. Ενώ δε ήταν πλαγιασμένοι στο κελλί, διάβαζε ο αδελφός από τη Γένεση. Και έρχεται στο σημείο, όπου λέγει ο Ιακώβ : « Ιωσήφ ούκ έστι, Συμεών ούκ έστι και τον Βενιαμίν λήψεσθε· και κατάξετέ μου το γήρας μετά λύπης εις Άδου ». Και αποκρίθηκε ο γέρων και είπε : « Δεν σου αρκούν οι άλλοι δέκα, Αββά Ιακώβ ; ». Λέγει ο Αββάς Αγάθων : « Πάψε, γέροντα. Αν ο θεός δικαιώνη, ποιος είναι όπου θα κατακρίνη ; ».
κγ’ . Είπε ο Αββάς Αγάθων : « Αν έχω κάποιον όπου τον αγαπώ υπερβολικά και καταλαβαίνω ότι με ρίχνει σε ελάττωμα, τον αποκόβω από μένα ».
κδ’ . Είπε πάλι : « Πρέπει ο άνθρωπος, κάθε ώρα, να έχη καλά υπ’ όψη του ότι θα τον κρίνη ο θεός ».
κε΄."Έλεγε ο Αββάς Ιωσήφ, ενώ κάποιοι αδελφοί μιλούσαν για την αγάπη : « Εμείς ξέρουμε τι είναι αγάπη ; ». Και είπε για τον Αββά Αγάθωνα ότι είχε ένα μικρό σκαλιστήρι και τον επισκέφθηκε ένας αδελφός και το επήνεσε. Και δε τον άφησε να φύγη, αν δεν έπαιρνε το μικρό σκαλιστήρι.
κστ΄. ’Έλεγε ο Αββάς Αγάθων : « Αν ήταν δυνατόν να βρω κάποιον λεπρό και να του δώσω το σώμα μου και να πάρω το δικό του, θα μου ήταν ευχάριστο. Γιατί αυτή είναι η τελεία αγάπη ».
κζ'. ’Έλεγαν πάλι γι’ αυτόν : «Πήγε κάποτε στην πόλη για να πουλήση αντικείμενα. Βρίσκει λοιπόν στην πλατεία κατάκοιτο έναν άνθρωπο ξένο, όπου δεν είχε κανέναν για να τον φροντίζη. Και έμεινε μαζί του ο γέρων, αφού νοίκιασε δωμάτιο και από το εργόχειρό του πλήρωνε το ενοίκιο και τα υπόλοιπα τα ξώδευε σε ό,τι χρειαζόταν ο άρρωστος. Και έμεινε έτσι τέσσερις μήνες, ωσότου έγιανε ο άρρωστος. Και κατόπιν ο γέρων έφυγε για το κελλί του με ειρήνη ».
κη'. ’Έλεγε ο Αββάς Δανιήλ : « Πριν έλθη ο Αββάς Αρσένιος στους πατέρες μου, αυτοί ζούσαν με τον Αββά Αγάθωνα. Αγαπούσε δε ο Αββάς Αγάθων τον Αββά Αλέξανδρο, γιατί ήταν ασκητής και καλόβολος. Κάποτε, έτυχε όλοι οι μαθητές του να πλένουν στο ποτάμι τα θρύα. Και ο Αββάς Αλέξανδρος τα έπλενε σιγά - σιγά. Οι δε υπόλοιποι μαθητές είπαν στον γέροντα : Ο αδελφός Αλέξανδρος τίποτε δεν κάνει. Και θέλοντας να τους θεραπεύση, του λέγει : Αδελφέ Αλέξανδρε, καλά να τα πλένης, γιατί είναι λινάρια. Και μόλις εκείνος το άκουσε, λυπήθηκε. "Υστερα όμως, τον παρηγόρησε ο γέρων, λέγοντας : Μη θαρρείς ότι δεν ήξερα ότι καλά έκανες τη δουλειά σου. Αλλά ό,τι σου είπα, το είπα γι’ αυτούς, για να θεραπεύσω τον λογισμό τους με τη δική σου υπακοή, αδελφέ ».
(Είπε Γέρων,Το Γεροντικόν εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1996 σελ.35-37 )

Η ευχή που βγαίνει από την καρδιά, είναι θεϊκή ευχή. 
Τώρα να σάς δώσω και εγώ μία... «κατάρα»! Ο Θεός να πλημμυρίση την καρδιά σας με την καλωσύνη Του και την πολλή Του αγάπη, μέχρι που να παλαβώσετε, για να φύγη ο νούς σάς πια από την γη και να βρίσκεται από τώρα κοντά Του στον Ουρανό. Να τρελλαθήτε από την θεία τρέλλα της αγάπης του Θεού! Να σάς κάψη ο Θεός με την αγάπη Του τις καρδιές σας! Αλλη φορά μη με αναγκάσετε για δεύτερη, γιατί πιάνει η... «κατάρα» μου (η καλή), επειδή βγαίνει από την καρδιά μου. Και τότε που ήμουν στο Σανατόριο σάς είχα λυπηθή. Οκτώ χρόνια μερικές περίμεναν: «Θα κάνουμε Μοναστήρι», έλεγαν, αλλά το Μοναστήρι δεν γινόταν. Είχαν μαραζώσει. Τότε είπα: «Μόλις βγώ από το νοσοκομείο, θα φυτρώση το Μοναστήρι σαν μανιτάρι. Σε έναν χρόνο θα είστε στο Μοναστήρι!». Και πράγματι σε έναν χρόνο μέσα έγινε το Μοναστήρι! Το είπα, εκεί πέρα, με την καρδιά μου. Είχατε καλή διάθεση, γι' αυτό δεν σάς άφησε ο Θεός, αλλιώς δεν εξηγείται!
Όταν πονέσης έναν άνθρωπο που έχει ταπείνωση και με την καρδιά του σου ζητά να ευχηθής λ.χ. για ένα πάθος που τον ταλαιπωρεί και του πής, «μή φοβάσαι, θα γίνης καλύτερος», του δίνεις τέτοια ευχή, που είναι θεϊκή ευχή. Έχει πολλή αγάπη, πόνο, και γι' αυτό πιάνει. Είναι αρεστό στον Θεό, και εκπληρώνει ο Θεός την ευχή. Δηλαδή και μόνον ο πόνος που νιώθει κανείς για κάποιον είναι σαν ευχή.
Μία φορά, όταν ήμουν στρατιώτης, με έστειλε ο Διοικητής να εκπληρώσω ένα τάμα σε ένα εξωκκλήσι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, γιατί τότε με τον πόλεμο μας είχε βοηθήσει ο Αγιος. Θα πήγαινα να πάρω δύο μανουάλια για το εκκλησάκι και παράλληλα θα συνόδευα και κάποιον που ήταν να περάση από Στρατοδικείο στην Ναύπακτο. Οι άλλοι είπαν στον Διοικητή: «Βρήκες άνθρωπο να τον παραδώση!». Ήταν από την Ήπειρο ο καημένος, οργανοπαίκτης, φτωχός, παντρεμένος, με παιδιά, και είχε κατηγορηθή ότι αυτοτραυματίσθηκε, για να γλυτώση τον πόλεμο. Σού λέει: «Καλύτερα να είμαι με ένα πόδι παρά να σκοτωθώ». Κατεβήκαμε στο Αγρίνιο, είχε κάποιους γνωστούς εκεί. «Να πάμε να τους δώ», μου λέει. «Να πάμε», του λέω. «Να πάμε εδώ, να πάμε εκεί», τί να κάνω, πήγαινα και εγώ μαζί του. Μεγάλη ταλαιπωρία! Και δεν ήθελε να πάω να τον παραδώσω. Τον λυπόμουν και εγώ, τον καημένο. Τον πόνεσα πάρα πολύ και του λέω: «Θα δής, εσύ θα περάσης καλύτερα από όλους! Και ο Διοικητής θα στείλη καμμιά επιστολή και θα σε βάλουν σε καμμιά υπηρεσία, θα οικονομήσης και τα παιδιά σου και θάχης εξασφαλισμένη και την ζωή σού». Τελικά, όταν φθάσαμε στην Ναύπακτο, μαθαίνουμε ότι είχε στείλει ο Διοικητής επιστολή και απαλλάχθηκε, αλλιώς είχε ντουφέκισμα. Εν καιρώ πολέμου είναι αυστηρά τα πράγματα. Τον λυπήθηκε ο Διοικητής, επειδή ήταν οικογενειάρχης, και τον έβαλαν μάγειρα στο Κέντρο Διερχομένων. Έφερε και την οικογένειά του κοντά και πέρασε την καλύτερη ζωή από όλους. Και επειδή οι στρατιώτες δεν πήγαιναν πάντοτε εκεί να φάνε, περίσσευε φαγητό, και τάιζε και τα παιδιά του. Όλοι μετά του έλεγαν: «Εσύ πέρασες καλύτερα από όλους μας». Γιατί εμείς οι άλλοι ήμασταν πάνω στα βουνά, στα χιόνια. Ήταν ευάρεστο στον Θεό αυτό που του είχα ευχηθή, γιατί το είπα με πόνο, μέσα από την καρδιά μου, και γι' αυτό το έκανε ο Θεός.
Θυμάμαι μία άλλη περίπτωση πάλι, στην Κόνιτσα, όταν ήμουν στην Ιερά Μονή Στομίου. Μετά την Πανήγυρη της Παναγίας στις 8 Σεπτεμβρίου, οι προσκυνητές τα είχαν αφήσει όλα άνω-κάτω. Εκεί που τακτοποιούσα κάτι, βλέπω, κάθησε η αδελφή μου και μία άλλη κοπέλα να συμμαζέψουν. Αυτή η καημένη είχε ακόμη δύο αδελφές - η μία μικρότερη - οι οποίες είχαν παντρευτή, και αυτή είχε μείνει ακόμα ανύπανδρη. Τί φιλότιμο είχε! Κάθησε και τα τακτοποίησαν όλα και στο τέλος μου λέει: «Αν χρειάζεται, Πάτερ, να καθήσουμε να κάνουμε και τίποτε άλλες δουλειές». «Τόσο πολύ φιλότιμο!». λέω μέσα μου. Πάω στο Εκκλησάκι και λέω με όλη την καρδιά μου: «Παναγία μου, οικονόμησε την εσύ. Εγώ δεν έχω τί να της δώσω» -καί να είχα, δεν θα το δεχόταν κιόλας. Έ, μόλις πήγε στο σπίτι της, την περίμενε ένας που ήμασταν μαζί στρατιώτες, ένα πολύ καλό παιδί, κομμάτι μάλαμα και από καλή οικογένεια. Παντρεύτηκαν, μία χαρά! Πώς την πλήρωσε η Παναγία!

(Λόγοι τόμος Α. σελ. 110-112)

 

Η βασκανία. 
Η ζήλεια, όταν έχη κακότητα, μπορεί να κάνη ζημιά. Αυτή είναι η βασκανία, είναι μία δαιμονική ενέργεια.
- Γέροντα, την βασκανία την παραδέχεται η Εκκλησία;
- Ναί, υπάρχει και ειδική ευχή . Όταν κανείς λέη κάτι με φθόνο, τότε πιάνει το «μάτι».
- Πολλοί, Γέροντα, ζητούν «ματάκια» για τα μωρά, για να μην τα ματιάζουν. Κάνει να φορούν τέτοια;
- Όχι, δεν κάνει. Να λέτε στις μητέρες σταυρό να τα φορούν.
- Γέροντα, αν κανείς επαινέση ένα ωραίο έργο, και αυτοί που το έφτιαξαν δεχθούν τον έπαινο με υπερήφανο λογισμό και γίνη ζημιά, αυτό είναι βασκανία;
- Αυτό δεν είναι βασκανία. Σ' αυτήν την περίπτωση λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι. Παίρνει την Χάρη Του ο Θεός από τον άνθρωπο, και τότε γίνεται ζημιά. Βασκανία υπάρχει σε σπάνιες περιπτώσεις. Ιδίως οι άνθρωποι που έχουν ζήλεια και κακότητα -λίγοι είναι τέτοιοι - αυτοί είναι που ματιάζουν. Μία γυναίκα λ.χ. βλέπει ένα παιδάκι χαριτωμένο με την μάνα του και λέει με κακότητα: «Γιατί να μην το είχα εγώ αυτό το παιδί; Γιατί να το δώση ο Θεός σ' αυτή;». Τότε το παιδάκι εκείνο μπορεί να πάθη ζημιά, να μην κοιμάται, να κλαίη, να ταλαιπωρήται, γιατί εκείνη το είπε με μία κακότητα. Και αν αρρώσταινε και πέθαινε το παιδί, θα έννιωθε χαρά μέσα της. Αλλος βλέπει ένα μοσχαράκι, το λαχταρά, και αμέσως εκείνο ψοφάει.
Πολλές φορές όμως μπορεί να ταλαιπωρήται το παιδί και να φταίη η ίδια η μάνα. Μπορεί δηλαδή η μάνα να είδε καμμιά φορά κανένα αδύνατο παιδάκι και να είπε: «Τί είναι αυτό; Τί σκελετωμένο παιδί!». Να καμάρωνε το δικό της και να κατηγόρησε το ξένο. Και αυτό που είπε με κακία για το ξένο παιδί, πιάνει στο παιδί της. Μετά το παιδί ταλαιπωρείται εξ αιτίας της μάνας, χωρίς να φταίη. Λειώνει- λειώνει το καημένο, για να τιμωρηθή η μάνα και να καταλάβη το σφάλμα της. Τότε φυσικά το παιδί θα πάη μάρτυρας! Τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσος.

(Λόγοι τόμος Α σελ. 108-110)

Σελίδα 1 από 144

katafigioti

lifecoaching

pigidounia

mageireuta kallithea

 apson1