(ένα συγκλονιστικό περιστατικό από την Ιστορία της Εκκλησίας μας γύρω στο 389 μ.Χ.)

Ο δήμος της Θεσσαλονίκης, ζητών την αποφυλάκισιν ηνίοχου τινός του ιπποδρόμου, φυλακισθέντος δι’ αισχρόν έγκλημα, μη εισακουσθείς δε, κατήντησεν εις μανιακόν διάβημα, μαρτυρούν πόσον ανάγωγοι και συρφετώδεις ήσαν οι όχλοι των καιρών εκείνων. Προβάς δηλαδή εις στάσιν, εφόνευσε τον αρχιστράτηγον του εν Ιλλυρία στρατού  Βουθερίκον και πολλούς άλλους αξιωματικούς· προσθέτων δε εις την κακουργίαν κτηνώδη ύβριν, έσυρε τα σώματά των εις τας οδούς.
Η είδησις φυσικά εξώργισε τον Θεοδόσιον, όστις εις το βαρύτατον έγκλημα ηθέλησε να επιβάλη παραδειγματικήν ποινήν.
Ο άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τον παρακάλεσε να μη σπεύση εν τόσει εξάψει, να προσέξη δε προ παντός, όπως μη τιμωρήση αθώους μετά των ενόχων. Ο αυτοκράτωρ, όστις ενδιεφέρετο δια την δικαιοσύνην, υπεσχέθη· αλλ’ οι περί αυτόν άρχοντες του παρέστησαν πάλιν ότι εις τοιούτο έγκλημα, πραχθέν υπό χιλιάδων, η λεπτομερής ανάκρισις θα ανέβαλλεν επ’ αόριστον την τιμωρίαν και θα την εματαίωνε, πράγμα το οποίον θα εθράσυνε τους απανταχού της αυτοκρατορίας όχλους και θα διεκύβευε την δημοσίαν τάξιν.


Ο δε Θεοδόσιος παραπεισθείς εκ των παρατηρήσεων τούτων, φοβηθείς προσέτι μη ελαφροτέρα τιμωρία δεν θεωρηθή ικανοποιητική εκ του στρατού, εξαφθείς σφοδρότερον εκ νέων πληροφοριών περί των τολμηθέντων υπό του έκφρονος συρφετού, απέστειλε διάταγμα σφαγής κατά του λαού της Θεσσαλονίκης εν τω ιπποδρόμω εκείνω, η υπέρ του οποίου μανία επέφερε την σφαγή του Βουθερίκου και των αξιωματικών.

Προσεκλήθη λοιπόν ο λαός εις τον ιππόδρομον δήθεν δι’ αγώνας ότε δε επληρώθη ολόκληρος από συνωστιζόμενα πλήθη, οι στρατιώται, εφορμήσαντες με γυμνά ξίφη και πλήττοντες αδιακρίτως, εθανάτωσαν εις διάστημα τριών ωρών επτά χιλιάδας.
Η είδησις, φθάσασα εις Μεδιόλανα, κατελύπησε τον Αμβρόσιον. Και να μεταβή μεν προσωπικώς προς τον θεοδόσιον δεν έκρινε πρέπον και σκόπιμον· αφ’ ενός, διότι εφοβείτο μήπως εν τη συνδιαλέξει δοθή αφορμή σφοδροτέρων λόγων· αφ’ ετέρου, διότι δεν ήθελε να επικοινωνήση προς τον δώσαντα διαταγήν τόσης σφαγής. Μετέβη λοιπόν εις εξοχήν, αφήκε να παραδοθούν ημέραι τινές, και έπειτα έγραψεν επιστολήν προς τον αυτοκράτορα παριστώσαν πόσον τρομερόν υπήρξε το διαπραχθέν έγκλημα. Προσθέτετε δε:

«το αμάρτημα δεν εξαλείφεται ειμή δια δακρύων και μετάνοιας· ούτε άγγελοι ούτε αρχάγγελοι δύνανται να συγχωρήσουν αυτό άλλως.

Αυτός ο Κύριος δεν παρέχει την άφεσιν ειμή εις μόνους τους μετανοούντας. Σας συμβουλεύω· σε παρακαλώ· σε προτρέπω· σε παραινώ. Δεν τολμώ να επιτελέσω την αγίαν προσφοράν, εάν θελήσης να παρευρεθής εις αυτήν.

Ό,τι δεν είνε συγχωρημένον μετά το χυθέν αίμα ενός μόνου αθώου, είνε δυνατόν να συγχωρηθή, αφού δια σε εξεχύθη αίμα χιλιάδων;"
Ο Θεοδόσιος εταράχθη. Τι όμως έπρεπε να πράξη; εκκλησιαζόμενος τακτικά, εθεώρει βαρείαν στέρησιν την απουσίαν έστω και μιαν μόνην Κυριακήν εκ του ναού.

Έπειτα, φρονών ότι, διατάξας ως διέταξεν, υπέκυπτεν εις απαραίτητον ανάγκην του κράτους και εξασφάλισιν της δημοσίας τάξεως, άνευ της οποίας παντοία και αθεράπευτα θα εξαπελύοντο κακά, δεν εύρισκεν ορθάς κατά πάντα τας παρατηρήσεις του επισκόπου.
Μετέβη λοιπόν κατά το σύνηθες εις τον ναόν. Αλλ’ ο Αμβρόσιος επέβλεπε· πληροφορηθείς ότι ο αυτοκράτωρ έρχεται, σπεύδει, τον συναντά έξω από τα πρόθυρα, και του εμποδίζει την είσοδον· αιτιολογεί δε το διάβημά του.
«Ουκ οίσθα (είπεν), ως έοικεν, ω βασιλεύ, της ειργασμένης μιαιφονίας το μέγεθος, ουδέ μετά την του θυμού παύλαν ο λογισμός επέγνω το τολμηθέν· ουκ εά γαρ ίσως της βασιλείας η δύναμις επιγνώναι την αμαρτίαν, αλλ’ επιπροσθεί η εξουσία τω λογισμώ. Χρή μέντοι ειδέναι την φύσιν και το ταύτης θνητόν τε και διαρρέον, και τον πρόγονον χουν, εξ ου γεγόναμεν και εις ον απορρέομεν· και μη, τω άνθει της αλουργίδος αποβουκολούμενον, αγνοείν του καλυπτομένου σώματος την ασθένειαν. Ομοφυών άρχεις, ω βασιλεύ, και μεν δη και ομοδούλων. Εις γαρ απάντων δεσπότης και βασιλεύς, ο των απάντων δημιουργός. Ποίοις τοίνυν οφθαλμοίς όψει τον του κοινού δεσπότου ναόν; Ποίοις δε ποσί το δάπεδον εκείνο πατήσεις το άγιον; Πως δε τας χείρας εκτενείς, αποσταζούσας έτι του αδίκου φόνου το αίμα; Πως δε τοιαύταις υποδέξη χερσί του δεσπότου το πανάγιον σώμα; Πως δε τοις στόμασι προσοίσεις το αίμα το τίμιον, τοσούτον δια τον του θυμού λόγον εκχέας παρανόμως αίμα; Άπιθι τοίνυν, και μη πειρώ  τοις δευτέροις την προτέραν αύξειν παρανομίαν,  και δέχου  τον δεσμόν, ω ο Θεός, ο των όλων δεσπότης, άνωθεν γίνεται σύμψηφος· ιατρικός δε ούτος και πρόξενος υγείας»
(μετάφραση=Δεν κατάλαβες, όπως φαίνεται, βασιλιά μου, το μέγεθος  της δολοφονίας που διαπράχθηκε, ούτε μετά το τέλος του θυμού συνειδητοποίησε ο λογισμός αυτό που τολμήθηκε·

διότι δεν αφήνει ίσως η δύναμη της βασιλείας να καταλάβεις την αμαρτία, αλλά η εξουσία συσκοτίζει το λογισμό.

Πρέπει όμως να καταλάβεις τη φύση σου και την θνητότητα και προσωρινότητά της και το προγονικό χώμα από το οποίο γίναμε και στο οποίο διαλυόμαστε· και να μην παραπλανηθείς από το άνθος της βασιλικής αλουργίδας και αγνοήσεις την ασθένεια του σώματος που αυτή καλύπτει.

Εξουσιάζεις, βασιλιά, αυτούς που έχουν την ίδια φύση με εσένα και είναι μάλιστα ομόδουλοι. Διότι ένας είναι δεσπότης και βασιλιάς όλων, ο δημιουργός των όλων.

Με ποιά λοιπόν μάτια θα δεις το ναό του κοινού δεσπότη;

Με ποιά πόδια θα πατήσεις το άγιο εκείνο δάπεδο;

Πώς θα απλώσεις στον ουρανό τα χέρια, τη στιγμή που στάζουν ακόμα από το αίμα του άδικου φόνου;

Πώς με τέτοια χέρια θα υποδεχτείς το πανάγιο σώμα του δεσπότη;

Πώς θα φέρεις το τίμιο αίμα στο στόμα, αφού με τα λόγια του θυμού σου έχυσες παράνομα τόσο αίμα;

Φύγε λοιπόν και μην επιχειρήσεις με τη δεύτερη αυτή συμπεριφορά σου να αυξήσεις την προηγούμενη παρανομία·

και να δεχτείς τον δεσμό (του επιτιμίου), για τον οποίο από τον ουρανό συμφωνεί ο Θεός, ο των όλων δεσπότης· αυτός ο δεσμός είναι ιατρικός και πρόξενος υγείας).
Ο Θεοδόσιος εις την περίστασιν εκείνην εδείχθη άξιος εαυτού. Ενώ, μεταχειρισμένος την δύναμίν του, είχε το μέσον να αναστηλώση κοσμικώς το ταπεινούμενον βασιλικόν μεγαλείον του, δεν ωργίσθη δια την τόλμην του επισκόπου, δεν παρωξύνθη δια την δημοσία γενομένην προς αυτόν επιτίμησιν, αλλ’ υπενθύμισε μόνον προς τον Αμβρόσιον ότι ο Δαβίδ και εις μοιχείαν και εις ανθρωποκτονίαν υπέπεσεν.
Ο επίσκοπος έδραξε φιλοστόργως και ετοίμως την ευκαιρίαν.

«Καθώς λοιπόν εμιμήθης του Δαβίδ την αμαρτίαν, είπεν, ούτω μιμήθητι και αυτού την μετάνοιαν».

Ο βασιλεύς εύρεν την νουθεσίαν ορθοτάτην.
Ο πανίσχυρος αυτός σκηπτούχος έστρεψε το βήμα του ως ο έσχατος των υπηκόων του, εξέχυσε δε πικρά δάκρυα μετανοίας, και μόνον μετά μήνας οκτώ, την εορτήν των Χριστουγέννων, δημοσία εξομολογηθείς το αμάρτημά του, πρηνής δε, εζήτησε συγχώρησιν.

Ο Αμβρόσιος τότε τον εδέχθη εις την θείαν κοινωνίαν.

(Οι Βίοι των Αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, τόμος 4, Δεκέμβριος σελ. 46-48)

άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων (Μιλάνου) τα έτη 373-397 μ.Χ. αντιδρά στην απαίτηση της Ιουστίνας, μητέρας του αυτοκράτορα της Δύσεως Ουαλεντινιανού και του ιδίου του αυτοκράτορα, να παραδώσει τον ορθόδοξο ναό στους αιρετικούς αρειανούς).
Η Ιουστίνη τότε εζήτησεν εν ονόματι του δευτεροτόκου υιού της και ήδη βασιλέως Ουαλεντινιανού του Β’ να παραχωρήση ο Αμβρόσιος την έξω της πόλεως Πορτιανήν λεγόμενην εκκλησίαν, δια να πανηγυρίση εκεί ομού με τους ευαριθμοτάτους αρειανούς των Μεδιολάνων την εορτή του Πάσχα. Ο Αμβρόσιος απεποιήθη· ευλόγως δε. Παραχωρών τον ορθόδοξον ναόν προς σκοπόν τοιούτον, θα καθίστατο ένοχος επί αναγνωρίσει του αρειανισμού.

Αλλ’ η Ιουστίνη πληγείσα εις τον εγωϊσμό της, προέβαλε νέαν ακόμη θρασυτέραν αξίωσιν. Απήτησε δηλαδή να τη παραχωρηθή μεγαλύτερος ναός, ο της Νέας Βασιλικής, ο οποίος εκείνο εντός αυτής της πόλεως. Ο Αμβρόσιος ηρνήθη και πάλιν. Τότε η βασιλομήτωρ την Κυριακή των Βαΐων, ενώ ο επίσκοπος ελειτούργει εν τη νέα Βασιλική, έστειλε κρυφά στρατιώτας με εντολήν να καταλάβουν την Πορτιανήν και εγκαταστήσουν εν αυτή τον αρειανόν ιερέα Κάστουλον.

Η είδησις διεδόθη αμέσως, εν τη πόλει, πλήθος δε δραμόν εξεδίωξε τον αρειανόν λειτουργόν. Αλλ’ ο γενικός κοχλασμός ηρκείτο εις τούτο μόνον. Η έξαψις των ορθοδόξων υπήρχε τόση κατά της Ιουστίνης, ώστε ηπειλείτο στάσις. Και μόλις προελήφθη η έκρηξίς της δια των παρακλήσεων και των συμβούλων ιερέων και διακόνων, τους οποίους απέστειλεν ο Αμβρόσιος.
Η αγία και μεγάλη Τετάρτη εφώτισε σκηνήν δραματικωτάτην. Ήδη αυτός ο βασιλεύς Ουαλεντινιανός ο Β’, παρακινούμενος υπό της μητρός του, διέταξε στρατιώτας να κυκλώσουν την Νεάν Βασιλικήν. Οι Ορθόδοξοι εξηγέρθησαν· αλλ’ ο μέγας επίσκοπός των έβλεπεν ότι ηδύνατο να συμβή αιματοχυσία, την οποίαν απετροπιάζετο η ευγενής και φιλάνθρωπος ψυχή του. Διέταξε λοιπόν να μη γείνη καμμία αντίστασις ουδ’ επίθεσις κατά των στρατιωτών, απειλήσας δι’ αφορισμού εκείνους, οίτινες ήθελαν τυχόν παρακούσει.

Και συνέβη τότε παράδοξόν τι, το οποίον εμαρτύρει την μεγάλην και ακαταμάχητον επιρροήν του Αμβροσίου. Εξ’ αυτών των στρατιωτών,των σταλέντων να καταλάβουν την Νεάν Βασιλικήν, πολλοί αφήσαντες αυτήν, έσπευσαν εις την Παλαιάν Βασιλικήν, ένθα επληροφορήθησαν ότι ευρίσκετο ο επίσκοπός των. Τον εύρον δε εκφωνούντα λόγον εξ αφορμής περικοπής τινός εκ του βιβλίου του Ιώβ. Και ομιλών περί πειρασμών, μεταφέρων δε την ομιλίαν εις τον εαυτόν του και εις τα τότε συμβαίνοντα, είπε με την χαρακτηρίζουσαν την ψυχήν του δύναμιν και ελευθερίαν

«Με προστάττουσι να παραδώσω την Βασιλικήν· εγώ αποκρίνομαι:

Ούτε εις εμέ είνε θεμιτόν να παραδώσω, ούτε είς σε, αυτοκράτωρ, συμφέρον να παραλάβης αυτήν· τον οίκον του ιδιώτου ανθρώπου δεν έχεις εξουσίαν να αφαρπάσης, και νομίζεις, ότι θέλεις τολμήσει να αφαιρέσης τον οίκον του Θεού ;

-Εις τον αυτοκράτορα, λέγουν, πάντα είνε θεμιτά, πάντα ανήκουν εις αυτόν. Εγώ δε αποκρίνομαι:

μη ματαίως νόμιζε ότι ως αυτοκράτωρ έχεις και δίκαιόν τι επί των θείων πραγμάτων· μη επαίρου, αλλ’ εάν θέλης ίνα ο Θεός προστατεύη την ζωήν και την βασιλείαν σου, υποτάγηθι εις αυτόν. Η Γραφή λέγει: τα του  Θεού τω Θεώ, και τα Καίσαρος Καίσαρι. Εις τον Καίσαρα τα παλάτια εις τον ιερέα η Εκκλησία.

- Αλλά λέγουν, ως από μέρους του αυτοκράτορος: «και εγώ πρέπει να έχω εκκλησίαν. Εγώ δε αποκρίνομαι:

«τι κοινόν έχεις συ προς την μοιχαλίδα, τουτέστι προς την εκκλησίαν των αρειανών;»
Έμεινε δε όλην την ημέραν και την νύκτα εκείνην εντός του ναού ο Αμβρόσιος, και ομού μ’ αυτόν πλήθος λαού, εν ύμνοις και ψαλμοίς. Εν τω μεταξύ ο Ουαλεντινιανός ο Β’ συνήλθεν. Αναμετρήσας τα συμβάντα, εννοήσας δε ότι άνευ της συνέσεως του επισκόπου η στάσις θα εξερρηγνύετο, διέταξε τους στρατιώτας να αποχωρήσουν εκ της Νέας Βασιλικής. Η είδησις έφερε μεγάλην χαράν εις όλον τον λαόν, και οι στρατιώται δε, προστρέχοντες εις τα ορθόδοξα θυσιαστήρια, τα κατησπάζοντο.
Αλλά το επόμενον έτος, 386, νέος ενέσκηψε αγών. Η Ιουστίνη ηννόει να εκδικηθή τον Αμβρόσιον και να ικανοποιήση τας αρειανάς της συμπαθείας. Έπεισε λοιπόν τον αυτοκράτορα υιόν της να εκδώση νόμον επιτρέποντα εις τους Αρειανούς να εκκλησιάζωνται, τιμωρούντα δε δια θανάτου τους Ορθόδοξους, οίτινες θ’ ανθίσταντο εις τούτο. Και τότε εζητήθη από τον Αμβρόσιον και πάλιν να παραδώση εις τους Αρειανούς την Εκκλησίαν της Πορτιανής. Αλλ’ η βασιλική αυθαιρεσία εύρεν αντιμέτωπιν την αυτήν επισκοπικήν άρνησιν. Και ο σθεναρός ποιμενάρχης αναφώνησε:

«Ο Ναβουθαί δεν ηθέλησε να παραδώση εις τον βασιλέα Αχαάβ, τον αμπελώνα, τον οποίον είχε παρά των πατέρων αυτού κληρονομίαν· και πρέπει εγώ να παραδώσω την κληρονομίαν του Χριστού; Ο Θεός φυλάξοι με του να παραδώσω την κληρονομιά των πατέρων μου, την κληρονομίαν του Αγίου Διονυσίου, του αποθανόντος εν τη εξορία υπέρ της πίστεως, την κληρονομίαν του ομολογητού Ευστοργίου, την κληρονομίαν του Αγίου Μυροκλέους, και τοσούτων άλλων αγίων επισκόπων προκατόχων μου».
Ο αυτοκράτωρ, μη αναμένων την τόσην τόλμην, παρωξύνθη δεινώς· μη αναμετρών δε τας συνεπείας, απεφάσισε να συλλάβη και να εξορίση τον Αμβρόσιον.

Αλλ’ ούτος μετά του περί αυτόν κλήρου έμεινεν αρκετάς ήμερας και νύκτας εντός του ναού, ενώ ο λαός των Μεδιολάνων εφρούρει έσω και έξω, έτοιμος να θυσιασθή υπέρ του επισκόπου.

Ο αυτοκράτωρ μη θεωρών ακίνδυνον την βίαν, απεπειράθη να επιτύχη δια δόλου. Δια του δημάρχου δηλαδή Δαλματίου εκάλεσε τον Αμβρόσιον, να προσέλθη εις τα ανάκτορα δια να συζητήση επί παρουσία διακεκριμένων αρχόντων μετά του επισκόπου των Αρειανών Αυξεντίου. Αλλ’ η επιβουλή δεν ετελεσφόρησεν.

Ο Αμβρόσιος απήντησεν, ότι εις τα ζητήματα της πίστεως και της εκκλησιαστικής διδασκαλίας κριταί δύνανται να γείνουν επίσκοποι μόνον. Βασιλεύς τότε και βασιλομήτωρ κατείδον ότι ενυπήρχε πολύς κίνδυνος εις το πολεμείν προς τοιούτον ήρωα της Εκκλησίας και τον αφήκαν ήσυχον.
(Ο  Βίοι των αγίων, Μιχαήλ Γαλανού, εκδ. Αποστολικής Διακονίας,τόμος 4, σελ.42-44 στο μήνα Δεκέμβριο)

«Στράφηκαν και προς αυτή την εκκλησία του κοιμητηρίου [στο Όλονετς]. Αποφάσισαν να την γκρεμίσουν.

Όλοι οι άνθρωποι από φόβο εγκατέλειψαν την εκκλησία.
Τότε βρέθηκε μια νέα γυναίκα. Ήταν περίπου 25 χρόνων. Ήλθε, λοιπόν, στην εκκλησία και την έκανε σπίτι της. Ήλθαν οι εργάτες και κάποια μηχανήματα για να γκρεμίσουν την εκκλησία, αλλά η ίδια αντιστάθηκε. Δεν έβγαινε απ’ την εκκλησία.

Το παράδοξο είναι ότι οι άθεοι υποχώρησαν μάλλον για δύο λόγους. α) Η νέα αυτή γυναίκα ήταν δυναμική προσωπικότητα κι όλοι στην περιοχή τη σέβονταν. Αν γκρέμιζαν την εκκλησία και τη σκότωναν, πιθανόν να υπήρχαν αντιδράσεις. β) Υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι άθεοι που γκρέμιζαν ή βεβήλωναν ναούς, αντιμετώπιζαν την τιμωρία του Θεού. Σε κάποια διπλανή πόλι, ένας άθεος που γκρέμιζε το καμπαναριό μιας εκκλησίας, έπεσε και σκοτώθηκε. Το γεγονός διαδόθηκε κι έκοψε σε πολλούς τα φτερά.

Έτσι οι εχθροί της πίστεως, είτε από σεβασμό είτε από φόβο, δεν τόλμησαν να την πειράξουν. Υπολόγισαν μάλιστα, πως αυτή η γυναίκα θα καθίση λίγες μέρες ή μήνες και θ’ αναγκασθή να βγη. Άλλωστε ο βαρύς χειμώνας, με τις τόσο χαμηλές θερμοκρασίες, δεν επιτρέπει τέτοιους ηρωϊσμούς. Όμως διαψεύσθηκαν. Η γυναίκα αυτή έμεινε μέσα στην εκκλησία 15  χρόνια! Την περιποιόταν, τη φρόντιζε, ενώ απ’ ότι φαίνεται οι πιστοί κρυφά της προμήθευαν τρόφιμα κι ό,τι άλλο χρειαζόταν.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, μπροστά στην προέλασι των Γερμανών, ο Stalin αναγκάσθηκε να συμβιβασθή και να ζητήση τη βοήθεια της Εκκλησίας. Έτσι η Εκκλησία γνώρισε μια ανέλπιστη ελευθερία κι αναγέννησι. Πολλοί ναοί άνοιξαν κι οι πιστοί μπορούσαν να εκδηλώσουν το πιστεύω τους. Την εποχή εκείνη η γυναίκα αυτή άφησε την εκκλησία κι επέστρεψε στο σπίτι της.
Όμως η αντιθρησκευτική προπαγάνδα γνώρισε νέα έξαρσι στην εποχή του Khrushchev. Παρά την αποσταλινοποίησι, ο Khrushchev φάνηκε ιδιαίτερα σκληρός απέναντι στην Εκκλησία. Και τότε καταστράφηκαν πολλές εκκλησίες. Όπως ήταν επόμενο, η μικρή αυτή εκκλησία ήταν “κάρφος εν τω οφθαλμώ” και ξαναμπήκε στο στόχαστρο των αθέων. Ήταν γύρω στο 1960. Μόλις αυτή η γυναίκα πληροφορήθηκε τις προθέσεις τους δεν έχασε καιρό. Παρά την ηλικία της –πλησίαζε τότε τα 60 χρόνια της- ήλθε κι εγκαταστάθηκε πάλι στην εκκλησία. Τα σχέδια των αθέων ματαιώθηκαν. Αυτή τη φορά έμεινε 10 χρόνια μέσα στην εκκλησία. Και μόνο να φαντασθή κανείς πως άντεξε συνολικά 25 χειμώνες με θερμοκρασίες που φθάνουν και 40 υπό το μηδέν, μπορεί να καταλάβη πόσος ηρωϊσμός χρειάζεται. Αλλά για φαντασθήτε να περάσης 25 χρόνια, το ένα τέταρτο της ζωής σου, σε μια εκκλησία! Πάντως, χάρι στην αυτοθυσία της η εκκλησία σώθηκε.
Όταν κατά  το 1971 βεβαιώθηκε ότι η εκκλησία δεν κινδυνεύει, επέστρεψε στο σπίτι της. Θέλησε όμως  να αφιερωθή στον Κύριο. Έτσι ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και πήρε το όνομα Βαρβάρα. Επειδή τα μοναστήρια είχαν κλείσει, μόναζε στο φτωχικό σπιτάκι της εκτελώντας τα μοναχικά της καθήκοντα. Όλοι τη θεωρούν ηρωΐδα εδώ στην περιοχή. Πάλεψε μόνη της με μια αντίχριστη υπερδύναμι και με τη χάρι του Θεού νίκησε. Αυτή η αδύναμη, η άσημη, η φτωχή. Όπως λέει κι ο απόστολος Παύλος: “Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη· και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνη τα ισχυρά· και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήση”(Α’ Κορ 1, 27 – 28)»(ΡΦ, 75).

(στο αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Η μητέρα μας η Εκκλησία, Σταμάτα 2014, όπου παρατίθεται η πηγή: Κέντρου νεότητος Θηβών, επιμ. Αρχιμ. Νεκταρίου Αντωνοπούλου, Ρωσία-Φιλανδια, Ταξιδιωτικό Χρονικό, εκδ. Ακρίτας, Αθηνα 2004)

Το οικοδόμημα της ειρήνης
Όταν ήμουν νεαρός φοιτητής της ιατρικής, διδάχτηκα ότι η υγεία είναι μια πολύ ασταθής κατάσταση που καταλήγει στην ασθένεια. Κι όμως, η ασθένεια, όταν δεν καταλήγει στον θάνατο, είναι γεμάτη ελπίδα, γιατί θα καταλήξει στην επαναφορά της υγείας. Όμως αυτή η υγεία δεν είναι κάτι που μπορούμε να κατέχουμε με ασφάλεια. Είναι κάτι για το οποίο πρέπει συνεχώς να πασχίζουμε, να το κατακτούμε, να το συντηρούμε και να το διατηρούμε.

Νομίζω πως κάτι ανάλογο μπορεί να ειπωθεί και για την ειρήνη. Η ειρήνη δεν είναι μια σταθερή κατάσταση. Δεν είναι κάτι που μπορούμε να κατέχουμε χωρίς να το προστατεύουμε, χωρίς να το ενδυναμώνουμε. Και δεν ξεκινά έτσι ξαφνικά.

Ο αγώνας υπέρ της ειρήνης δεν ξεκινά τη δεδομένη στιγμή που έχουμε πολιτικές εντάσεις μεταξύ κρατών, ή όταν επωάζονται εχθροπραξίες. Ξεκινά, πρώτα απ' όλα, μέσα μας.

Και θα ήθελα να πω κάτι γι' αυτή την όψη της ειρήνης, γιατί χωρίς αυτό δεν νομίζω πως μπορεί να γίνει κατανοητή η Ορθόδοξη προσέγγιση στην ειρήνη, στον πόλεμο, στις αντιπαραθέσεις εν γένει.
Βιώνουμε εντάσεις μέσα μας, μιαν έλλειψη αρμονίας που οφείλεται στο ότι οι ρίζες μας στον Θεό δεν είναι αρκετά βαθιές. Μεταφορικά, μπορούμε να πούμε ότι ο Θεός είναι ο κώδικας της αρμονίας, το κλειδί της αρμονίας, εκείνο που θα έκανε ένα κείμενο κατανοητό, θα του έδινε δομή.

Άμα δεν υπάρχει ο κώδικας, δεν μπορούμε να διαβάσουμε το κείμενο, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι εννοεί. Το ίδιο ισχύει και για τις ανθρώπινες σχέσεις. Θα θυμάστε το απόσπασμα του προφήτη που λέει:

“Μιλούν για ειρήνη, και ειρήνη δεν θα τους δοθεί”. Διότι δεν υπάρχει τρόπος να οικοδομήσουμε ειρήνη με βάση τα πλεονεκτήματα που περιμένουμε από αυτήν ή με βάση τους φόβους που προκαλεί η έλλειψή της.

Η ειρήνη, πρώτα απ' όλα, ξεκινά με το να είμαστε γερά αγκυροβολημένοι στον Θεό.
Θυμηθείτε ξανά τον χαιρετισμό των αγγέλων τη νύχτα των Χριστουγέννων: “Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία”. Αυτή είναι η σειρά των πραγμάτων. Χωρίς αυτή δεν μπορεί να επιβιώσει η ειρήνη, γιατί τότε θα στηρίζεται στον φόβο, στη δειλία ή στα επιθυμητά οφέλη. Αλλά, από τη στιγμή που αρχίζουμε να μιλάμε για οφέλη και πλεονεκτήματα, δημιουργούμε αντικρουόμενες επιθυμίες, ελπίδες, ανάγκες.
“Illness – health; peace and war”, 1995
Metropolitan Anthony (after ab. 50 years of priesthood)
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 75-76)

Ὁ ὅσιος Σέργιος τοῦ Ραντονέζ (1314-1392) ντυνόταν πάντοτε φτωχικά. Γι’ αὐτό δέν τόν ἀναγνώριζαν οἱ ἐπισκέπτες.

Κάποιος χωρικός ἀπό ἕνα μακρινό χωριό ἄκουγε πολλά γιά τόν ὅσιο. Ἐπιθύμησε λοιπόν νά τόν δεῖ. Ἦρθε στή μονή καί ἄρχισε νά ρωτᾶ, ποῦ θά τόν συναντοῦσε. Τοῦ εἶπαν ὅτι βρισκόταν στόν κῆπο. Πῆγε στόν κῆπο καί εἶδε ἕναν ἁπλό μοναχό, ντυμένο μ’ ἕνα ροῦχο γεμάτο μπαλώματα, νά σκάβει τή γῆ. Ὁ χωρικός σκέφτηκε ὅτι τοῦ εἶπαν ψέμματα. Περίμενε νά δεῖ ἕνα λαμπροφορεμένο ἡγούμενο μέσα σέ δόξα καί τιμή.

Γύρισε λοιπόν στό μοναστήρι καί ἄρχισε νά παρακαλεῖ:

- Πέστε μου, ποῦ εἶναι ὁ γέροντας; Ἦρθα ἀπό πολύ μακριά καί θέλω νά τόν δῶ καί νά πάρω τήν εὐχή του.

Οἱ ἀδελφοί τοῦ ἀπάντησαν:

- Αὐτός πού εἶδες στόν κῆπο εἶναι ὁ ὅσιος πατέρας μας.

Ὁ χωρικός ἔμεινε ἀπαρηγόρητος. Στενοχωρήθηκε τόσο, πού ὅταν ὁ ὅσιος γύρισε ἀπό τόν κῆπο καί μπῆκε στό μοναστήρι, ἔστρεψε ἀλλοῦ τό πρόσωπό του, γιά νά μήν κοιτάξει.

«Τόσους κόπους ἔκανα καί ἦρθα ἐδῶ» συλλογιζόταν, «γιά νά δῶ ἕναν ἔνδοξο προφήτη καί τώρα βλέπω ἕνα φτωχό καί κακοντυμένο μοναχό…».

Ὁ φωτισμένος ὅσιος διάβασε τούς λογισμούς τοῦ χωρικοῦ καί ὁλόψυχα εὐχαρίστησε τόν Κύριο, γιατί ὅσο ὁ φιλόδοξος χαίρεται στίς τιμές καί στούς ἐπαίνους τόσο ὁ ταπεινός χαίρεται στίς θλίψεις καί στούς ἐξευτελισμούς.

Ἐπειδή ὅμως συμπάθησε τόν ἁπλοϊκό χωρικό, τόν κάλεσε κοντά του, τοῦ πρόσφερε φαγητό καί τοῦ εἶπε χαρούμενα:

- Μή λυπᾶσαι, ἀδελφέ. Σέ λίγο θ’ ἀντικρύσεις αὐτόν πού τόσο πολύ ἐπιθυμεῖς νά δεῖς.

Μόλις ὁ μακάριος εἶπε τά λόγια αὐτά, ἦρθε ἀγγελιαφόρος καί ἀνήγγειλε τήν ἄφιξη τοῦ πρίγκιπα τῆς χώρας. Ὁ ὅσιος σηκώθηκε καί βγῆκε νά ὑποδεχτεῖ τόν ἐπίσημο ἐπισκέπτη, πού ἦρθε μέ μία μεγάλη συνοδεία ἀξιωματούχων. Ὁ ἡγεμόνας, βλέποντας τόν ἡγούμενο ἔβαλε ἀπό μακριά ἐδαφιαία μετάνοια. Ζητώντας ταπεινά τήν εὐλογία του. Ὁ ὅσιος τόν εὐλόγησε καί μέ τιμή τόν ὁδήγησε στό ἐσωτερικό τῆς μονῆς. Κάθησαν ὁ ἕνας δίπλα στόν ἄλλο καί ἄρχισαν νά συζητοῦν, ἐνῶ ὅλοι οἱ συνοδοί ἔμειναν ὄρθιοι!

Ὁ χωρικός δέν μποροῦσε νά πιστέψει στά μάτια του. Αὐτός πού μέ τόσο σεβασμό προσκύνησε ὁ πρίγκιπας ἦταν ὁ μοναχός τόν ὁποῖο ὁ ἴδιος περιφρόνησε καί δέν ἤθελε ν’ ἀντικρύσει;

Δειλά ρώτησε κάποιον:
- Ἀδελφέ, ποιός εἶναι αὐτός πού κάθεται πλάϊ στόν πρίγκιπα;
- Δέν τόν γνωρίζεις; Εἶναι ὁ ἡγούμενος Σέργιος.
- Πραγματικά τυφλώθηκα καί δέν ἀναγνώρισα τόν γέροντα!

Κακολογοῦσε τόν ἑαυτό του ὁ χωρικός.
Πλησίασε ἀργότερα γεμάτος ντροπή τόν ὅσιο καί προσκυνώντας τον, ζήτησε συγγνώμη γιά τήν προηγούμενη στάση του. Ἐκεῖνος τόν ἐνθάρρυνε:

- Μή λυπᾶσαι! Νά χαίρεσαι γιατί εἶσαι ὁ μόνος πού σκέφτηκες σωστά γιά μένα. Οἱ ἄλλοι πλανῶνται νομίζοντας ὅτι εἶμαι κανένα σπουδαῖο πρόσωπο.

Ὁ ὅσιος εὐχαριστήθηκε περισσότερο γιά τήν περιφρόνηση τοῦ χωρικοῦ παρά γιά τίς τιμές τοῦ ἄρχοντα. Ὁ χωρικός πάλι, τόσο ἐντυπωσιάστηκε ἀπό τό ταπεινό φρόνημα τοῦ ὁσίου, πού λίγο ἀργότερα ἦρθε ξανά στό μοναστήρι καί ἔγινε μοναχός.

Tέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!

Από τό βιβλίο «ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ»ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
«Ὅσιος Σέργιος τοῦ Ραντονέζ»ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

«Σε κήρυγμά του ο Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης μάς μίλησε για τη βλασφημία.
Είπε, ότι όταν υπηρετούσε στο στρατό άκουσε έναν να βλαστημά την Παναγία. Πήγε, λοιπόν, και ως στρατιωτικός ιερέας, το ανέφερε στον υπεύθυνο αξιωματικό. Είπε:
- Αυτός βλαστήμησε τη βασίλισσα.
Φωνάζει ο αξιωματικός τον βλάστημο και του λέει:
- Γιατί βλαστήμησες τη βασίλισσα;
- Εγώ, λέει ο φαντάρος, βλαστήμησα τη βασίλισσα, τη Φρειδερίκη;
- Μα αυτό μας λέει ο ιερέας εδώ.
- Δεν βλαστήμησε τη Φρειδερίκη, του εξηγεί ο π. Αυγουστίνος, την Παναγία βλαστήμησε.
- Αι, πες μας έτσι!, είπε ο αξιωματικός και κάθισε στην καρέκλα του…
- Μπράβο σας, λέει οργισμένος ο π. Αυγουστίνος. Μεγάλη η βασίλισσα, μικρή η Παναγία!»

(Ειρήνη Βερούλη, στο περ. Χριστιανική Σπίθα, στο αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Η Εξομολόγηση,Αθήνα 2012 σελ. 88-89)

Πάει ο καιρός όπου ένα επιτήδειο μηδενικό απαιτούσε το σεβασμό, επειδή κατάφερε να σκαρφαλώσει σε μια καθέδρα. Όλο και περισσότερο από εδώ και μπρος ο διδάσκων θα κρίνεται, ο ηγέτης θα ελέγχεται, ο γονιός θα πρέπει να δείχνεται άξιος της αποστολής του. Η αντίληψη πως έτσι και κατορθώσεις να «φτάσεις», δεν έχεις πια για τίποτα να γνοιαστείς, ανήκει στην Ιστορία. Ανατέλλει μια εποχή όπου ο κάθε ενδιαφερόμενος θα ξέρει πως το δύσκολο δεν είναι να ανέβεις, αλλά να σταθείς. Πως η πολιτεία σου και μόνο θα σε στηρίξει και όχι ο τίτλος. (Άγγελος Τερζάκης)
«Οι νέοι πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι από την ίδια τη φύση των πραγμάτων υπάρχουν κάποιες σχέσεις που δεν αντιστρέφονται. Τέτοια, για παράδειγμα, είναι η σχέση δασκάλου-μαθητή. Όπως και να το κάνουμε, ο ένας δείχνει το δρόμο, ο άλλος ακολουθεί. Δε γίνεται να πηγαίνει μπροστά ο μαθητής και πίσω ο δάσκαλος. Πρωτοπορία δε σημαίνει αναποδογύρισμα. Ο δάσκαλος οφείλει να έχει το προβάδισμα, ιδιαίτερα, όταν στενεύει ο δρόμος» (Σαράντος Καργάκος)