Καλοκαίρι του Θεού!

Μέρα ήσυχη, μέρα άδολη και σιγαλή,
το νου μου οδηγείς σε δρόμους αθωότητας.
-Κι  είναι ο Αύγουστος γλυκός της πικρής Αθήνας.
Προσευχή και κατανόηση…
Μέχρι που σχίζεται η καρδιά,
στιγμούλα τη στιγμούλα,
μέσα στο φως, στη ζέστη, στα τζιτζίκια,
στο χέρι μέσα του καλού Θεού.

Με δάκρυα αισθάνομαι  το δώρο της ζωής
που έχω ξεχάσει, που έχω χάσει, σε κρύες μέριμνες, νεκρές.
Επιτέλους ήρθες και σ’ ευχαριστώ,
ήμερη μέρα, «καλοκαίρι» του Θεού.
Ε.Κ.

Τα γηρατειά.
Ο Γάλλος συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ γράφει σε ένα ποίημά του: “Ο γέρος που βαθμιαία επιστρέφει στην αρχέγονη πηγή της ζωής εγκαταλείπει τον προσωρινό χρόνο και βαδίζει προς την αιωνιότητα. Ίσως στα μάτια των νέων να λάμπει η φωτιά, όμως στα μάτια των ηλικιωμένων λάμπει το φως”.

Κι αυτό δεν συμβαίνει μηχανικά, δεν είναι κάτι που συμβαίνει οπωσδήποτε, ή όποιος κι αν είσαι. Είναι κάτι που μπορεί να καλλιεργηθεί, να καλλιεργηθεί μέσα από μια δημιουργική προσέγγιση προς αυτό που συμβαίνει.
Το πρώτο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ηλικιωμένος είναι, βέβαια, η μείωση της φυσικής δύναμης. Αλλά αυτό αντιμετωπίζεται -υπό τον όρο ότι το ηλικιωμένο άτομο δεν απορρίπτεται, δεν παραγκωνίζεται, δεν στέλνεται στο γηροκομείο επειδή δεν χωρά στην οικογένεια των νεότερων. Μια τέτοια προσέγγιση είναι πολύ τραγική. Από τη μια, στερεί το ηλικιωμενό άτομο από τη φυσική ζεστασιά, την αγάπη, τη συνεργασία, τις πραγματικές ανησυχίες που θα μπορούσε να έχει, αλλά και από τη δυνατότητα να μοιραστεί τη σοφία που απέκτησε κατά τη μακρά διάρκεια της ζωής του. Από την άλλη, στερεί και τους νεότερους από μια χρήσιμη εμπειρία που θα μπορούσε να τους έδινε η παρουσία του ηλικιωμένου. ...

Υπάρχει κι άλλη μια πλευρά σ' αυτό το πρόβλημα. Πολύ συχνά οι ηλικιωμένοι εξαρτώνται από τους άλλους και αισθάνονται μειωμένοι. Αυτό τους πονά και τους καταθλίβει:

“Εγώ δεν εξαρτιόμουν από κανέναν, έκανα τα πάντα μόνος και τώρα εξαρτιέμαι όλο και περισσότερο από τους άλλους. Χρειάζομαι βοήθεια, στήριξη, προστασία. Τι φρίκη!”.

Όχι, δεν είναι φρίκη! Έχεις προσφέρει στους άλλους, ίσως αυτό που επιθυμούσαν όλη τους τη ζωή. Τους έδωσες αγάπη και τώρα, όσο λιγότερες δυνάμεις έχεις, όσο πιο ανυπεράσπιστος είσαι, τόσο περισσότερο μπορείς να προσφέρεις σ' αυτούς που σε αγαπούν την ευκαιρία να εκφράσουν την αγάπη τους.

Και πρέπει να μάθεις να δέχεσαι αυτή την αγάπη όχι με δυσαρέσκεια, όχι όπως ο επαίτης δέχεται το χέρι βοηθείας ευχόμενος να μην είχε την ανάγκη. Όχι! Αλλά να τη δέχεσαι ως δώρο, ως δώρο αγάπης που σε ενώνει με αυτούς που σου την προσφέρουν!

Κι αν μάθεις να δέχεσαι αυτό το δώρο της αγάπης και του ενδιαφέροντος με ευγνωμοσύνη, με ανοιχτή καρδιά, ανοιχτή αγκαλιά, τότε οι άλλοι θα νιώσουν την ανταμοιβή για την προσφορά τους.

Μπορείς να γίνεις η αιτία να ξανοιχτεί ο άλλος, να καταλάβει τί σημαίνει αγάπη, τι σημαίνει να ξεχνά τον εαυτό του, να κοιτά τον άλλον και να βλέπει όπως είναι, να του δίνει αυτό που χρειάζεται, κυρίως αγάπη, ενδιαφέρον, τρυφερότητα, κατανόηση και -όταν χρειάζεται- βοήθεια στο φυσικό επίπεδο. Να καταλάβει ότι η αποδοχή της βοήθειας δεν είναι υποτίμηση, αλλά δώρο αγάπης, μπορεί να έχει ιερή ποιότητα.


(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 110-112)

Η αναχώρηση (retreat), η συμμέτοχη μας σε ένα αναχωρητικό σεμινάριο, δεν είναι αποτέλεσμα αναδίπλωσης, φόβου για τη ζωή. Δεν είναι μια περίοδος κατά την οποία ασκούμαστε στην απομόνωση για να παραμείνουμε απομονωμένοι. Είναι μια περίοδος κατά την οποία προσπαθούμε να πλησιάσουμε τον βαθύτερο εαυτό μας, έτσι ώστε να μπορούμε να ζούμε με εσωτερικότητα. Τον περισσότερο χρόνο ζούμε, κατά κάποιον τρόπο, εκτός του εαυτού μας. Δεν ζούμε επειδή νιώθουμε την εσωτερική ανάγκη να ζήσουμε, να μιλήσουμε ή να δράσουμε με ορισμένο τρόπο. Τις περισσότερες φορές απλά αντιδρούμε σε εξωτερικά ερεθίσματα. Σπάνιες είναι οι φορές που τα λόγια βγαίνουν από τα βάθη της καρδιάς μας. Τις περισσότερες φορές αρθρώνουμε λέξεις που καθορίζονται από αυτά που ακούσαμε, από πράξεις που συμβαίνουν έξω από εμάς.

Επομένως, καθώς δεν είμαστε σε επαφή με τον εσώτερο εαυτό μας και ούτε γνωρίζουμε κάποιον τρόπο άμεσης επικοινωνίας με αυτόν, οι πράξεις και οι κουβέντες μας συνήθως εξαρτώνται από αυτά που συμβαίνουν έξω από εμάς, που προκαλούνται δηλαδή. Άρα δεν μπορούμε να πούμε ότι “μιλάμε”, αλλά ότι “απαντάμε”. Δεν μπορούμε να πούμε ότι “δρούμε”, αλλά ότι “αντιδρούμε”. Ένα από τα ουσιώδη ζητήματα της πνευματικής ζωής είναι να μάθουμε να παραμένουμε εντός και όχι εκτός του εαυτού μας, με αυτή την έννοια. Δεν σημαίνει απομόνωση. Δεν σημαίνει να σηκώσουμε ένα φράχτη, ένα τοίχο. Δεν πρόκειται για συμπεριφορά ενός ανθρώπου που περιχαρακώνεται για να μην είναι προσιτός στους άλλους. Αντίθετα, πρόκειται για την περίπτωση του ανθρώπου που βρίσκεται σε επαφή με τον εσώτερο εαυτό του, με τις αισθήσεις του, που είναι σε θέση να μιλά εκ των έσω, διότι τα λόγια του και οι πράξεις του δεν πηγάζουν από εξωτερικά ερεθίσματα.
Αν πάρουμε για παράδειγμα τον Χριστό, ίσως αυτό το χαρακτηριστικό Του να είναι το πιο εντυπωσιακό στην προσωπικότητα Του. Αντιμετωπίζει διαφορετικές καταστάσεις την κάθε στιγμή, όμως αυτό δεν Τον κάνει να αλλάζει. Δρα ανάλογα με την κάθε κατάσταση, αλλά είναι πάντα ο ίδιος, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, πάντα πιστός στον εαυτό Του, πάντα ο εαυτός Του.
Αναλογιζόμενοι τη δική μας συμπεριφορά, κατά πάσα πιθανότητα θα ανακαλύψουμε ότι στη διάρκεια μιας μέρας, ανάλογα με τους ανθρώπους στους οποίους απευθυνόμαστε και την συνθήκη στην οποία βρισκόμαστε, φερόμαστε με διαφορετικό τρόπο. Δεν είμαστε τα ίδια άτομα, αλλάζουμε. Και όχι απλως γιατί δρούμε διαφορετικά, αλλά γιατί αλλάζει η αίσθηση που έχουμε για τον εαυτό μας. Αλλάζει η αίσθηση της ταυτότητας μας, σαν να είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι σε κάθε διαφορετικό τόπο, σε κάθε διαφορετικό περίγυρο. Αυτό ακριβώς είναι κάτι που θα πρέπει να ξεσυνηθίσουμε. Η αναχώρηση για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, για κάποιες ώρες ή για μακρές περιόδους, σκόπο έχει να μας διδάξει να ξαναβρούμε την ταυτότητα μας, τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό: Ποιός είμαι; Πώς μπορώ να φέρομαι ως ο Εαυτός μου και όχι ως μια σειρά ψεύτικων, κατασκευασμένων προσωπικοτήτων που δημιουργούνται από τα εξωτερικά ερεθίσματα;
Επομένως, η ουσία ενός αναχωρητικού σεμιναρίου είναι πράγματι η προσπάθεια να έρθουμε σε επαφή με τον εσωτερικό μας εαυτό, όμως όχι για να περιχαρακωθούμε, όχι για να φυλακιστούμε σε ένα μεγαλόπρεπο πύργο, αλλά για να συντονιστούμε με τον εσωτερικό μας εαυτό έτσι ώστε να μπορούμε να μιλάμε, να δρούμε, να σκεφτόμαστε, να προσλαμβάνουμε τα ερεθίσματα και να ανταποκρινόμαστε σ' αυτά με την κυρίαρχη ελευθερία μιας ανακτημένης, αποκαταστημένης ταυτότητας πάνω στην οποία κυριαρχούμε.
Ως μέρος της προσπάθειας αυτής, τώρα, η εξομολόγηση και η προετοιμασία για την εξομολόγηση μπορεί να παίξουν δημιουργικό και θετικό ρόλο. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της προετοιμασίας για την εξομολόγηση, και της ίδιας της εξομολόγησης, είναι ότι πρόκειται για μια στιγμή ανάληψης ευθύνης. Δεν περνάμε τη δική μας ευθύνη στους ώμους του ιερέα ή του Θεού. Μια εξομολόγηση έχει νόημα μόνο αν είναι μια στιγμή κατά την οποία στέκομαι ενώπιον της συνείδησής μου και αναλαμβάνω την ευθύνη για το σύνολο της ύπαρξής μου, των πράξεών μου, των λόγων μου. Η λέξη “ευθύνη” πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα και στο κέντρο της επίγνωσης μας, αλλά όχι “επίγνωσης” με τη νομική έννοια ή με την έννοια των τύψεων. Η δίκη μας ευθύνη δεν έχει την ίδια ποιότητα με αυτή του ανθρώπου που πιάστηκε να κλέβει ή να ψεύδεται.

Δεν πρόκειται για δίκη, για καταδίκη, για τιμωρία. Δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι ότι ο Θεός μας προσφέρει τη δυνατότητα να είμαστε υπεύθυνοι μέσα στο πλαίσιο του κόσμου στον οποίο ζούμε. Μας καλεί να είμαστε οι συνεργάτες Του στο στο χτίσιμο του κόσμου που έπλασε. Δεν πρόκειται για ευθύνη με την έννοια των τύψεων ή του κακού, πρόκειται απλώς για το πως διεκπεραιώσαμε το έργο που μας δόθηκε. Το αν θα τιμωρηθούμε ή όχι είναι άνευ σημασίας. Ακόμα και το αν θα νιώθουμε ντροπή ή όχι είναι κατά κάποιον τρόπο κι αυτό άνευ σημασίας. Σημασία έχει να γνωρίζουμε ότι έχουμε κληθεί σ' αυτό τον κόσμο για να είμαστε δημιουργικοί, συνεργάτες του Θεού, να εργαστούμε για τους ανθρώπους, για εμάς τους ίδιους και για τον κόσμο. Και ότι ο κόσμος έχει εναποτεθεί στη δική μας ευθύνη.
Αυτό είναι το κορυφαίο σημείο της ευθύνης. Ο κόσμος μπορεί να μας συγχωρήσει, το ίδιο κι ο Θεός, και ο πλησίον μας. Δεν έχει διαφορά. Δεν μας καθιστά λιγότερο άπιστους αν μας συγχωρήσει ο Θεός ή ο κόσμος γύρω μας ή κάθε ένας από τους πλησίον μας και αναλάβουν αυτοί το βάρος της ανευθυνότητας μας. Όταν διαβάζω παραβολές της Κρίσεως πάντα αισθάνομαι ότι το ευκολότερο μέρος θα ήταν να σταθούμε στο “εδώλιο”, να κατηγορηθούμε, να καταδικαστούμε και να τιμωρηθούμε. Το τρομερότερο θα ήταν -ή θα είναι- να συνειδητοποιήσουμε ότι απογοητεύσαμε τον Χριστό, τον πλησίον, γενικά τη ζωή, μη κάνοντας ό,τι μας έχει ανατεθεί. Το αν θα συγχωρηθούμε, αυτό είναι δευτερεύον. Εκείνο που μετράει είναι πώς θα κοιτάξουμε στα μάτια αυτούς που μας εμπιστεύθηκε ο Θεός και που εμείς τους απογοητεύσαμε.
Κάνουμε τόσα λάθη. Κρίνουμε λανθασμένα γιατί κρίνουμε σαν να ήμασταν το κέντρο των καταστάσεων: Γιατί να συμβεί αυτό σε μένα; Γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό; Γιατί βρίσκεται αυτό το πρόσωπο στη ζωή μου; Και ξεχνούμε ότι μπορεί ο Θεός να μας τοποθέτησε στη ζωή αυτού του ατόμου ή στη συγκεκριμένη κατάσταση γιατί εκεί μας χρειαζόταν. Και είναι δική μας η ευθύνη αν η παρουσία μας αποδειχτεί μάταιη. Προσπεράσαμε μιαν ευκαιρίαν να είμαστε η παρουσία του Θεού, να συμπεριφερθούμε ως Χριστιανοί ή ως υπεύθυνα μέλη αυτού του ανθρώπινου είδους στο οποίο ισχυριζόμαστε ότι ανήκουμε.

Πιστεύω πως αν σκεφτόμασταν με αυτόν τον τρόπο θα συνειδητοποιούσαμε ότι η ζωή -εννοώ η δική μου, η δική σας ζωή, η ζωή του καθενός μας- θα ήταν κατά πολύ πλουσιότερη από όταν επικεντρωνόμαστε μόνο στον εαυτό μας, στον καθένα μας που λέει “Εγώ”, διότι η ζωή δεν περιορίζεται στο “εγώ”. Η ζωή είναι πλατιά, βαθιά, τραγική. Είναι τόσο τραγική όσο οι μεγάλες χαρές και λύπες που προσφέρει. Δεν επικεντρώνεται σε κανέναν από εμάς. Επικεντρώνεται στη μελλοντική ολοκλήρωση, που θα είναι η δική μας ολοκλήρωση. Και ο καθένας μας καλείται να είναι σ' αυτή τη ζωή μια πράξη του Θεού, ένα γεγονός, κάτι που να είναι αποφασιστικό και ουσιαστικό.
Και πάλι, δεν θα μπορούμε να το κάνουμε αυτό, αν αναλώνουμε τη ζωή μας χωρίς επαφή με τον εσωτερικό μας εαυτό. Αν όλη μας η ζωή εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες, βεβαίως και δεν θα μπορέσουμε ποτέ να δράσουμε θετικά, να πούμε κάτι καινούργιο. Αν είμαστε χαμαιλέοντες κι αλλάζουμε χρώμα κάθε φορά που τοποθετούμαστε σε νέο περιβάλλον, θα είμαστε εντελώς άχρηστοι.
“On staying yourselves”
Opening talk by Metropolitan Anthony
Retreat at Ennismore Gardens, March 1972
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 56-62)

Όταν οι άνθρωποι πάσχουν από κάποια ψυχική ασθένεια ή από γεροντική άνοια, πολύ συχνά εγκαταλείπονται στην τύχη τους και η κατάστασή τους επειδεινώνεται, διότι παύουν πια να χρησιμοποιούν ό,τι τους έχει απομείνει από τη ζωτικότητα τους, τις νοητικές τους δυνάμεις, την αντίληψή τους. Έτσι χειροτερεύουν προκαταβολικά, ενω δεν θα ήταν απαραίτητο να συμβεί αυτό.
Όταν, λοιπόν, κάποιος αρχίζει σταδιακά και χάνει τη μνήμη του, την οξύτητα του πνεύματος του κ.λ.π., πρέπει αυτό ακριβώς να κάνουμε: να καθίσουμε και να του μιλάμε, να επικοινωνούμε όσο το δυνατόν περισσότερο, στο βαθμό των ικανοτήτων που του έχουν απομείνει. Όχι προσπαθώντας να επαναφέρουμε τον ασθενή σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να επανέλθει, όχι προσπαθώντας να τον πιέσουμε πέρα από τις δυνατότητές του, διότι αυτό φέρνει απελπισία, αλλά να μείνουμε στο δικό του επίπεδο και να χρησιμοποιήσουμε όλες τις δυνατότητες που υπάρχουν για συζήτηση, επαφή, οπτικά ερεθίσματα.
Αυτό είναι το ένα θέμα. Όσο για τους σχιζοφρενείς ή τους ψυχικά πάσχοντες γενικότερα, έχω δύο παραδείγματα που μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση. Όταν εργαζόμουν σε ένα γαλλικό ψυχιατρείο, συνάντησα μια Αμερικανίδα ψυχίατρο με την οποία είχα την ευκαιρία να συζητήσω πάνω στο θέμα της ψυχικής ασθένειας. Και μου είπε την εξής ιστορία: Την εποχή που έκανε την ειδικότητά της είχαν ένα ασθενή, σχιζοφρενή, που τον είχαν βάλει σε απομόνωση. Ο καθηγητής είπε σε έναν από τους ειδικευόμενους φοιτητές:

“Πήγαινε να καθίσεις με αυτό τον άνθρωπο όσο αντέχουν τα νεύρα σου”.

Ο νέος ρώτησε: “Για πόσες ώρες;”. “Τέσσερις, πέντε ώρες την ημέρα”. “Μα, προς τι;”. “Απλώς κάτσε”.

Και ο νεαρός φοιτητής κάθισε για λίγο, αλλά δεν το άντεξε. Βγήκε και είπε στον καθηγητή του: “Δεν μπορώ”.

Και ο καθηγητής του απάντησε: “Αυτή είναι η μόνη θεραπεία που μπορώ να προσφέρω στον άνθρωπο αυτόν, κι εσύ την αρνείσαι”.

Δοκίμασε λοιπόν ξανά ο φοιτητής, κάθισε για περίπου τρεις εβδομάδες και στο τέλος αυτός ο άνθρωπος που ήταν εντελώς κλεισμένος στον εαυτό του γύρισε και του μίλησε.
Είχα κι εγω την ίδια εμπειρία, πάλι στη Γαλλία, με κάποιον ασθενή που βρισκόταν για αρκετές βδομάδες στο νοσοκομείο χωρίς να ανταποκρίνεται σε τίποτε, ερωτήσεις, προτροπές κ.λ.π. Παρέμενε βουβός. Και είπα στον επικεφαλή:

“Θα σε πειραζε αν απλώς καθόμουν μαζί του;”. Σήκωσε τους ώμους αδιάφορα, θα το έκανα την ημέρα της αργίας μου κι έτσι δεν τον ένοιαζε. Κάθισα, λοιπόν, και τον κοίταζα αυτόν τον άνδρα, κι αυτός καθόταν επίσης και κοιταζόμασταν. Έκατσα εκεί κάπου 10 ώρες -είμαι, ξέρετε, υπομονετικός άνθρωπος!- και μετά, στο τέλος της δέκατης ώρας, ξαφνικά είπε:

“Και γιατί κάθεσαι εδώ;”.

Του είπα: “Γιατί μου αρέσει να κάθομαι μαζί σου”. “Και γιατί;”, ρώτησε, και συνέχισε, κι αυτό ήταν η αρχή της θεραπείας του.
Δεν θέλω να πω ότι μπορεί κανείς να θεραπεύσει τους σχιζοφρενείς καθισμένος με τις ώρες δίπλα τους, δεν είμαι τόσο αφελής. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ίσως να επιβραδυνόταν η πνευματική και συναισθηματική κατάπτωση πάρα πολλών ανθρώπων, αν καθόταν κάποιος μαζί τους, αντί να θεωρόυμε ότι, εφόσον έχουν τροφή, καθαριότητα και τις βασικές φροντίδες, έχουν και όλα όσα χρειάζονται. Όχι! Χρειάζονται ανθρώπινη επαφή, χρειάζονται ανθρωπισμό.
Κι έτσι είναι. Όταν ένας άνθρωπος δεν φαίνεται ότι μπορει να επικοινωνήσει καθόλου, αν καθίσεις και τους κρατήσεις το χέρι, θα του έχεις προσφέρει κάτι. Τα άτομα αυτά δεν μπορού να σου πουν αν τους αρέσει ή όχι. Αλλά θα υπάρξει μια στιγμή που θα αντιδράσουν και τότε θα ξέρεις ότι δεν έχασες τον χρόνο σου με το να κάθεσαι κοντά τους.

Κι αν αναλογιστούμε τον χρόνο που σπαταλούμε έτσι κι αλλιώς, γιατί να μην τον σπαταλήσουμε με θετικό τρόπο, γιατί να μην κάνουμε τις άχρηστες σκέψεις ή και τις χρήσιμες σκέψεις μας καθισμένοι δίπλα σε κάποιον που χρειάζεται τη φυσική μας παρουσία, παρά να κάνουμε το ίδιο σε μια πολυθρόνα, κοιτώντας μια συσκευή τηλεόρασης την οποία ούτε καν προσέχουμε;
“Dementia and mental Illness”
(Transcribed from an audio tape)
(Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ, Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ και Ο ΑΛΛΟΣ, στοχασμοί για τις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Πορφύρα, σελ. 36-39)

Μετά από χρόνια ασθενειών, κακουχιών, με έκδηλα τα σημάδια της κούρασης σε σώμα, πνεύμα και ψυχή, πονώντας το σώμα πλέον και σε απλές καθημερινές κινήσεις που όλοι θεωρούμε τόσο δεδομένες και απλές στην καθημερινότητά μας, αναλογίζομαι και μονολογώ. Αναλογίζομαι τι έμαθα όλο αυτόν τον καιρό, αν πήρα κάποιο μάθημα για την ζωή μου, για τους γύρω μου, για Εκείνον.

Δεν έμαθα πολλά, βλέπεις η κάθε ασθένεια δεν είναι και από ένα μαθηματάκι, υπάρχουν και χαρακτήρες όπως εγώ, αντιδραστικοί , εγωιστικοί, που δεν τα παίρνουν εύκολα τα «γράμματα» με την πρώτη. Δεν έμαθα πολλά, μα έμαθα όμως αληθινά, όσα έμαθα και όχι παπαγαλία. Πόνεσα πολύ για να μάθω, αλλιώς δεν θα μάθαινα.

Η ασθένειά μου, μού έδωσε μοναξιά, ηρεμία και ησυχία. Την τόσο πολύτιμη ησυχία που διψάει η ψυχή και ας μην ξέρει το γιατί. Κακά τα ψέματα, όσοι άνθρωποι και αν βρίσκονται κοντά σου, στον απολογισμό της ημέρας και του πόνου, είσαι μόνος. Για την ακρίβεια μόνο εσύ και Εκείνος. Σκέφτομαι πως δεν πρέπει να είναι τυχαίο πως ακόμα και όσοι απέχουν ή δεν πιστεύουν στον Θεό, τις δύσκολες εκείνες ώρες Εκείνον επικαλούνται και αναζητούν. Εκείνον να μιλήσουν… Στην ησυχία και στο δάκρυ, ο πιο Πονεμένος και ο πιο Αδικημένος από όλους, ο Εσταυρωμένος μας Χριστός, είναι πάντα εκεί. Ποιός μπορεί να νιώσει ακριβώς πόσο πονάς παρά μόνο Εκείνος… ποιος μπορεί να καθίσει δίπλα σου με γνήσια Αγάπη και κατανόηση για ότι περνάς... μόνο Εκείνος. Σιωπηλός, μα λέει όσα δεν λένε χίλιες λέξεις μαζί... γιατί είναι μέσα σου και σε νιώθει ακριβώς... Γιατί είσαι το παιδί Του, που πονάει για αυτό, που θυσιάστηκε γι αυτό. Και ας έκανες στη ζωή σου χίλια λάθη, και ας προκάλεσες πολλά, ίσως, από όσα σήμερα σε αρρώστησαν και σε πονούν, και ας μη φταίει τίποτε από όλα αυτά, απλά να αναρωτιέσαι «Γιατί σε μένα; Γιατι;»... και ας τον στεναχώρησες άπειρες φορές... Εκείνος δεν έχει εγωισμό, δε σε αφήνει από το βλέμμα Του λεπτό…

Ένα μάθημα: «Ποτέ δεν είσαι μόνος σου, όσο και αν πονάς , αναρωτιέμαι αν ο Χριστός μας πονάει περισσότερο από ότι εμείς».

Δεύτερο μάθημα: «Ας μάθω από Εκείνον, από τη στάση Του, πως θα πρέπει να είμαι σε ανάλογη περίπτωση στον πόνο του αδερφού μου και εγώ».

Εγώ που όλα τα ήξερα, που για όλα είχα γνώμη και άποψη, που τα πάντα έκρινα και βουβά και δυνατά. Εγώ που νόμιζα πως οι πολλές συμβουλές και η πολυλογία, είναι ό,τι ζητάει ο αδερφός μου ο ασθενής... ο πονεμένος. Μα τελικά κατάλαβα πως δεν το ζήταγε εκείνος, αλλά εγώ για να επιβεβαιωθώ πως είμαι κάποια... και έτσι έμαθα ξαφνικά πως αγαπάω εγωιστικά για να αναδειχθώ εγώ.... Τι κρίμα... προσπάθησα να ανυψώσω τον εαυτό μου εκμεταλλευόμενη ακόμα και τον πόνο του άλλου. Πόσο λυπάμαι για αυτό... και ήρθε η ώρα που ασθένησα και εγώ, και συνάντησα παρόμοιες συμπεριφορές και τόλμησα να εκνευριστώ…

Πλέον έμαθα μέσα από Εκείνον, πως αρκεί μια αγκαλιά, ένα αληθινό «σε αγαπώ», ένα άγγιγμα τρυφερό, ένα βλέμμα που λέει όσα δεν μπορούν να πούνε οι λέξεις... και πάνω από όλα... όταν ανοίξω το στόμα μου, δεν θα είναι συμβουλές και φιλολογίες, μα αυτό που μόνο από Εκείνον άκουγα να μου λέει: «Σε καταλαβαίνω... σε νιώθω... πραγματικά πονάω μαζί σου και Εγώ... είθε η παρουσία μου να σου δώσει δύναμη και κουράγιο...». Και ένα ζεστό χαμόγελο, το χαμόγελο στον πόνο είναι ευεργετικό.

Έπρεπε να τσαλακώσω πολύ τον εγωισμό μου, έπρεπε να πονέσω αφόρητα για πολύ καιρό, μα αυτό το μάθημα που πήρα χρυσοπληρώνεται, είναι πανάκριβο και θα το ξαναπλήρωνα όλο από την αρχή για να το ξαναμάθω. Και αν χρειάζεται ο αδερφός μου συμβουλή, θα μου την ζητήσει, και εγώ πολύ προσεκτικά και αν έχω λίγη γνώση σε αυτό, θα τη δώσω, μα θα πρέπει να είμαι πολύ σίγουρη πλέον γι αυτό. Και δε θα φοβάμαι πλέον να απαντώ: «Μακάρι να ήξερα... αλλά δεν ξέρω και λυπάμαι πολύ γι αυτό... Μα αν θες οπωσδήποτε να μάθεις, άνοιξε τα μάτια και τα αυτιά της ψυχής σου πολύ καλά.. και αυτό για να γίνει, θέλει ένα καλό καθάρισμα η ψυχή.. καθάρισμα από εγωισμούς, πάθη, και όρεξη και έρωτα για Εκείνον... Τον Χριστούλη της καρδιάς μας, τον πονεμένο μας Πατέρα, τον ιδρωμένο από φόβο Κύριό μας (έτσι τον νιώθω μέσα μου και τόλμησα να το γράψω), στο όρος των ελαιών, για όσα θα πάθαινε σε λίγες ώρες για εμάς.

Γιατί πολύ πριν από εσένα και από εμένα, Εκείνος πόνεσε όσο δε θα πονέσει ποτέ κανείς και μάλιστα διπλά. Η ανθρώπινή Του φύση, πόνεσε και μαρτύρησε σωματικά αλλά και ψυχικά από την προδοσία και την αδικία, και η Θεϊκή Του πόνεσε περισσότερο ακόμα για να λυτρώσει αιώνια το αγαπημένο του πλάσμα, το αγαπημένο του παιδί, όλους εμάς.

Τρίτο μάθημα: Σου δίνει δύναμη πίστης! Δεν τα βάζω πλέον μαζί Του ούτε λεπτό. Με έμαθε να μην καταλογίζω ευθύνες στους άλλους για τη δική μου κατάσταση, αλλά κυρίως να μην καταλογίζω ούτε και σε Εκείνον. Και αν κάποτε έλεγα γιατί μου το κάνεις αυτό, τώρα πλέον ξέρω πως Εσύ δεν κάνεις τίποτε! Ναι· επιτρέπεις για το καλό μου, μα δεν το προκαλείς... Εγώ επέτρεψα και προκάλεσα να δηλητηριάσω το σώμα και την ψυχή μου, με τη ζωή μου. Και αναπόφευκτα τα αρρώστησα και τα δύο.

Ας σταματήσουμε να ρωτάμε το ανθρώπινο και κατανοητό κατά τα άλλα, «ΓΙΑΤΙ» της κακουχίας και ασθένειας των γύρω μας και του εαυτού μας· αν θέλουμε απαντήσεις ας ρωτήσουμε Τον μόνο που γνωρίζει το γιατί και αν δεν πάρουμε απάντηση παρόλα αυτά, ας Τον εμπιστευθούμε και ας αφεθούμε. Τα σχέδιά Του για εμάς είναι σίγουρα πολύ μεγαλύτερα από τα πιο ανέφικτα μεγαλεπήβολα ανθρώπινα δικά μας.

Σε εσένα που πονάς είτε σωματικά είτε ψυχικά, γράφτηκαν αυτές οι λέξεις. Για να μοιραστώ μαζί σου αυτά τα μαθήματα και αν σε είχα απέναντί μου, είμαι σίγουρη πως και από εσένα θα έπαιρνα άλλα τόσα και περισσότερα. Κουράγιο στο δύσκολο Σταυρό που κουβαλάς, μη νιώθεις μόνος, είμαστε και εμείς εδώ και πάνω από όλα είναι Εκείνος παντού!

Και μιας και γράφοντας αυτές τις λέξεις, τελείται ο κατανυκτικός Εσπερινός της Συγγνώμης, ένα μεγάλο συγγνώμη από την καρδιά μου, για τις φορές που σε στεναχώρησα με λόγια ή πράξεις μου, για τις φορές που ήμουν απούσα όταν με χρειάστηκες, και για τη μη προσπάθειά μου να φερθώ περισσότερο όπως Εκείνος μας δίδαξε και επιμένω να κρατάω συνεχώς την ανθρώπινη εγωιστική μου στάση και συμπεριφορά.

Ένα συγγνώμη για άλλη μια φορά, και όσο ζω θα την ζητώ, και σε Εσένα Κύριε και Πατέρα μου.

"Το μοναχικό ταξίδι της ψυχής μου"

μοναχή η ψυχή μου ταξιδεύει

σε μια βάρκα μεσοπέλαγα

προσμένοντας την αρχή ή το τέλος..

αγναντεύω τον ορίζοντα και ποθώ..

αφουγκράζομαι τις αισθήσεις της γης  και του ουρανού

ακούραστος συνοδευτής

τ’ αγέρωχο δεντρί μου

ρίζες του τ’ απέραντα της θάλασσας

σκιά και καταφύγιό μου

καταμεσής του διαπερνά φως ιλαρό

η θαλπωρή στο ρίγος της καρδιάς μου

 

μόνη τραβάω στ’ ανοιχτά

μόνη γελάω κι απορώ..

που πήγε ο φόβος ο παλιός;

κι όταν τα κύματα θεριά

μέσα μου πάντα ξαστεριά..

εντός μου Εκείνος κατοικεί

είναι η μορφή Του οδηγός

Αυτός πατέρας κι αδελφός

Νυμφίος και Θεμέλιος

Θεία ευωδιά η πλάση όλη

αγναντεύω τον ορίζοντα και ποθώ..

στην αγκαλιά Του να βρεθώ…

«Η οσία Αθανασία ζούσε μόνη της στην έρημο. Φόβος όμως ποτέ δεν μπήκε στην καρδιά της. Πώς γίνεται αυτό; Να τι διαβάζουμε στο βίο της:
Κάποτε που η οσία επισκέφτηκε τη μητέρα Σεραφίμα, την ηγουμένη ενός μοναστηριού, εκείνη τη ρώτησε:
- Πώς δεν φοβάσαι να μένεις μόνη σου σε μια τόσο ερημική τοποθεσία;
Η Αναστασία (αυτό ήταν το κοσμικό της όνομα, προτού γίνει μοναχή) απάντησε:
- Τι έχω να φοβηθώ;
- Δε φοβάσαι τα άγρια θηρία, τους κακούς ανθρώπους, τους δαίμονες;
- Και τι μπορούν να μου κάνουν; Είναι πιο δυνατοί από τον Κύριό μου Ιησού Χριστό και την Παναγία, τη μητέρα μας; Ούτε που το σκέφτομαι καθόλου αυτό. Φόβος δεν μπαίνει στην καρδιά μου».
(Γεροντικό του Βορρά, τόμος Α, Πέτρου Μπότση, σελ. 94)

«Ανέβηκε κάποτε ο αββάς Μακάριος από Σκήτη στο Τερενούθι. Και εισήλθε στο ιερό για να κοιμηθεί. Ήταν δε εκεί σκελετοί παλαιοί, από νεκρούς ειδωλολάτρες. Και, παίρνοντας ένα, τον έβαλε κάτω από το κεφάλι του για μαξιλάρι. Οι δαίμονες λοιπόν, βλέποντας το θάρρος του, φθόνησαν. Και θέλοντας να τον τρομάξουν, φώναζαν τάχα σε μια γυναίκα, λέγοντας:
«Καλή μας, έλα μαζί μας στο λουτρό». Και αποκρίθηκε άλλος δαίμων, από κάτω του, σαν από τους νεκρούς, λέγοντας:
«Ξένο έχω επάνω μου και δεν μπορώ να έλθω».
Αλλά ο γέρων δεν πτοήθηκε και με θάρρος χτυπούσε τον σκελετό, λέγοντας:
«Σήκω, πήγαινε στο σκοτάδι, αν μπορείς».
Και ακούοντάς το οι δαίμονες, φώναξαν δυνατά: «Μας νίκησες!». Και έφυγαν καταντροπιασμένοι».
(Γεροντικόν, εκδ. Αστήρ, αββά Μακαρίου του Αυγυπτίου ιγ)

Άραγε τι να σημαίνει "θλίψη" και από τι προκαλείται;
Η θλίψη είναι η συντριβή των συναισθημάτων τα οποία ενεργούν και εξουσιάζουν την καρδιά και το σώμα και ως επέκταση και την ψυχή του ανθρώπου.
Ο φόβος της μοναξιάς ή της εγκατάλειψης, μάς προτρέπει να παίρνουμε λάθος επιλογές.
Συχνά συμβιβαζόμαστε με τις ανθρώπινες σχέσεις μόνο και μόνο για να μην νιώθουμε μοναξιά.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη μοναξιά από το να ζεις, να ξυπνάς ή να βρίσκεσαι μέσα σε μια αγκαλιά που δεν αγαπάς!

Η μεγαλύτερη θλίψη γεννιέται μέσα στους ανθρώπους και όχι έξω από αυτούς. Ακριβώς το αντίθετο από την σχέση μας με το Θεό.
Όταν ζεις χωρίς την κατανόηση των γύρω σου, χωρίς να έχεις ένα στήριγμα, χωρίς βοήθεια, χωρίς αγάπη, χωρίς ελπίδα, τότε βιώνεις μια μεγάλη εσωτερική μοναξιά, βιώνεις την θλίψη της ψυχής.

Κι όμως όλα αυτά μπορείς να τα αποκτήσεις έχοντας μέσα σου τον Θεό. Η παρουσία του Θεού στην καθημερινότητά σου, σού δίνει όλα αυτά κι ακόμα περισσότερα. Διαύγεια, δύναμη σωματική και ψυχική, υγεία, ευφορία κ.α.
Η εγκατάλειψη των ανθρώπων τι μας στερεί;
Μήπως την επικοινωνία; Μήπως την συντροφικότητα; Μήπως την συμπαράσταση; Μήπως την κατανόηση; Την προστασία; Την ανθρώπινη επαφή; Μια συμβουλή; Την αγάπη;
Αλήθεια, πείτε μου τι από τα παραπάνω δεν μπορεί ο Θεός μας, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών να μας χαρίσει;

Όμως πείτε μου, τις πνευματικές μας ανάγκες ποιός άνθρωπος είναι ικανός να μας τις εκπληρώσει;
Την πνευματική μας τροφή ποιος άνθρωπος μπορεί να μας την χαρίσει; Κανείς!
Κι όμως δεν διψάμε για την παρουσία-συντροφικότητα του Θεού στη ζωή μας. Για να κρατήσουμε τον/την σύντροφό μας ή για να είμαστε αρεστοί προς τους άλλους κάνουμε θυσίες και αλλάζουμε συνήθειες, τιθασεύουμε τον χαρακτήρα μας, αλλάζουμε τελείως την ζωή μας. Για τον Θεό ποια θυσία κάνουμε;
Τελικά, τι είναι αυτό που μας αποκόπτει από το Θεό; Τι εννοούμε εγκατάλειψη και σε ποια εγκατάλειψη αναφερόμαστε; Του Θεού ή την δική μας απέναντι του;

Κανένας γέροντας, κανένας ασκητής, κανένας Άγιος δεν είπε ότι, όταν ζήτησαν την βοήθεια Του, ο Θεός δεν τους άπλωσε τo χέρι. Άρα, ποιος εγκαταλείπει ποιον και γιατί;

Ζούμε σε έναν κόσμο που δεν έμαθε να αγαπά, να προσφέρει, να θυσιάζεται. Δεν νιώσαμε πολλές φορές την αγάπη, ίσως ούτε από τους γονείς μας αλλά ούτε από τους συντρόφους μας γιατί και αυτοί δεν την γνωρίζουν πως είναι στ' αλήθεια. Ξέρουμε πως μπορεί να είναι αλλά δεν την έχουμε γευτεί. Για αυτό και ο Θεός μας συγχωρεί και μας περιμένει.
Περιμένει μια μικρούλα προσευχή, έναν μικρό αναστεναγμό, ένα μικρό δάκρυ στην εξομολόγηση.

Εμείς εγκαταλείπουμε τον Θεό και επιλέγουμε την απομόνωση και την μοναξιά εκτός ή εντός του κόσμου.
Όμως ποτέ δεν είναι αργά. Όταν "πέφτεις" πονάς, υποφέρεις, δακρύζεις. Όμως για να σηκωθείς κοιτάς ψηλά για να πιαστείς από κάπου και να σταθείς όρθιος για να συνεχίσεις.
Εάν "πέσουμε", ας μην μείνουμε εκεί δακρυσμένοι και απελπισμένοι. Ας κοιτάξουμε ψηλά κι ας πιαστούμε από το χέρι του Θεού κι ας μην το αφήσουμε ποτέ για να συνεχίσουμε τη ζωή μας χαρούμενοι και ευτυχισμένοι.

με πολλή αγάπη Γεωργία

Για να ξαναχτιστεί ο κόσμος πάνω σε νέες βάσεις πρέπει μονάχοι τους οι άνθρωποι να πάρουν έναν αλλιώτικο δρόμο. Προτού να γίνεις πραγματικός αδελφός για όλους τους άλλους, δε θα φτιαχτεί καμιά αδελφοσύνη. Ποτέ και με καμιά επιστήμη, με κανένα συμφέρον δεν θα καταφέρουν οι άνθρωποι να μοιράσουν την ιδιοκτησία και τα δικαιώματά τους, έτσι που να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι. Ο καθένας θα νομίζει πως έχει λίγα και θα διαμαρτύρεται, θα φθονεί και θα εξολοθρεύει ο ένας τον άλλον. Ρωτάτε πότε θα πραγματοποιηθεί. Θα γίνει, μα πρέπει πρώτα να τελειώσει η περίοδος της ανθρώπινης απομόνωσης.
- Για ποια απομόνωση μιλάτε; τον ρωτάω εγώ.
- Για την απομόνωση που βασιλεύει τώρα παντού και ιδιαίτερα στον αιώνα μας, μα που ακόμη δεν ολοκληρώθηκε και δεν πέρασε η εποχή της. Γιατί τώρα ο καθένας προσπαθεί να ξεχωρίσει όσο μπορεί τον εαυτό του από τους άλλους, θέλει να δοκιμάσει όλη την πληρότητα της ζωής εν εαυτώ, όμως αυτές του οι προσπάθειες δεν καταλήγουν σε πληρότητα ζωής μα σε ολοκληρωτική αυτοκτονία, γιατί αντί να εκπληρώσει τον προορισμό του, πέφτει στην απομόνωση. Όλοι στον αιώνα μας χώρισαν και γίνανε μονάδες, ο καθένας αποτραβιέται στη μονιά του, ο καθένας απομακρύνεται από τον άλλον, κρύβεται και κρύβει το έχει του και καταλήγει να απωθεί τους ομοίους του και να απωθείται από αυτούς.
(Ντοστογιέβσκη, Αδελφοί Καραμαζόβ τομ.Β σελ. 228-229)

«Η μεγαλύτερη στιγμή τρόμου στο νήπιο είναι η μοναξιά» (Τζέιμς)
«Δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος, από το να μην έχεις πού να πεις τον πόνο σου».
«Ζούσε μόνη η φτωχή γριούλα μέσα σε μια αφόρητη μοναξιά. Κανείς και ποτέ δεν έμπαινε στο φτωχικό της. Ένα πρωί πήγε με τις πενιχρές της οικονομίες στην αγορά για ψώνια. Γύρισε κρατώντας στα χέρια της αντί για τρόφιμα, ένα κλουβί με έναν παπαγάλο μέσα.
- Τι είναι αυτό, ρώτησαν έκπληκτοι οι γείτονες.
- Μιλάει! ξεφώνισε η γριούλα. Μιλάει και λέει «καλημέρα» και «γεια σου». Και σπάζει έτσι τη μοναξιά, που είναι χειρότερη και από την πείνα και την ανέχεια. <br/ >(Κούρκουλα Κωνσταντίνου, Στάχυα τόμ. Β σελ. 56)
«Μοναχός μήτε στον παράδεισο» (Ελλην. Παροιμία)
«Φτάνει μόνο ένα πρόσωπο να σας λείπει και το παν είναι ερημιά» (Λαμαρτίνος)
«Το άπειρο πλήθος είναι κι αυτό επίσης μια μοναξιά»(Κατύς)
«Επέστρεψε ο Διογένης από τους Ολυμπιακούς αγώνες και ένας τον ρώτησε, αν ήταν εκεί πολύς κόσμος. Ο Διογένης αποκρίθηκε:
«Κόσμος υπήρχε πολύς, άνθρωποι όμως λίγοι»
(Αρχαία Ελληνικά Ανέκδοτα, Σωκράτη Γκίκα σελ. 30)
- Πάτερ Αρσένιε, πώς ζεις μόνος σου, τόσα χρόνια στην έρημο, κλεισμένος στη σκήτη σου; Δεν πλήττεις; ρώτησαν έναν όσιο γέροντα ασκητή, οι περίεργοι επισκέπτες του.
- Ευλογημένοι… Δεν είμαι μόνος. Δε βλέπετε γύρω μου, τι συντροφιά έχω; Και τους έδειξε τις εικόνες, που ήταν κρεμασμένες στο φτωχικό κελί του…