Ο περισσότερος κόσμος της εποχής μας είναι μορφωμένος κοσμικά και τρέχει με την κοσμική μεγάλη ταχύτητα.

Επειδή όμως του λείπει ο φόβος του Θεού – «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110, 10) –, λείπει το φρένο, και με ταχύτητα, χωρίς φρένο, καταλήγει σε γκρεμό. Οι άνθρωποι είναι πολύ προβληματισμένοι και οι περισσότεροι πολύ ζαλισμένοι. Έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους. Σιγά‐σιγά κατευθύνονται προς το να μην μπορούν να ελέγχουν τον εαυτό τους.

Αν αυτοί που έρχονται στο Άγιον Όρος είναι τόσο πολύ συγχυσμένοι, τόσο μπερδεμένοι, με τόσο άγχος , σκεφθήτε οι άλλοι που είναι μακριά από τον Θεό, από την Εκκλησία, πώς θα είναι! Και βλέπεις σε όλα τα κράτη φουρτούνα, ζάλη μεγάλη! Ο καημένος ο κόσμος – ο Θεός να βάλει το χέρι Του! – βράζει σαν την χύτρα ταχύτητος. Και οι μεγάλοι πώς τα φέρνουν! Μαγειρεύουν‐μαγειρεύουν, τα ρίχνουν όλα στην χύτρα ταχύτητος και σφυρίζει τώρα η χύτρα! Θα πεταχθή σε λίγο η βαλβίδα! Είπα σε κάποιον που είχε μία μεγάλη θέση:

«Γιατί μερικά πράγματα δεν τα προσέχετε; Τί θα γίνει;».

«Πάτερ μου, μου λέει, λίγο χιόνι ήταν πρώτα το κακό, τώρα έχει γίνει ολόκληρη χιονοστιβάδα. Μόνο ένα θαύμα μπορεί να βοηθήση».

Αλλά και με τον τρόπο που πηγαίνουν μερικοί να βοηθήσουν την κατάσταση, κάνουν μεγαλύτερη την χιονοστιβάδα του κακού. Αντί να λάβουν ορισμένα μέτρα για την παιδεία κ .λπ., κάνουν χειρότερα. Δεν κοιτάζουν πώς να διαλύσουναυτήν την χιονοστιβάδα, αλλά την κάνουν μεγαλύτερη. Βλέπεις, το χιονάκι είναι λίγο στην αρχή. Αν κυλήση στον κατήφορο , γίνεται ένας σβώλος . Ο σβώλος, καθώς μαζεύει και άλλο χιόνι , ξύλα , πέτρες κ .λπ., γίνεται σιγά‐σιγά μεγαλύτερος‐μεγαλύτερος, και τελικά γίνεται ολόκληρη χιονοστιβάδα . Έτσι και το κακό λίγο‐λίγο έχει γίνει πια χιονοστιβάδα και κυλάει, τώρα θέλει βόμβα για να σπάση.

– Αγωνιάτε, Γέροντα;

– Άχ , τί άσπρισαν τα γένια μου πρόωρα; Εγώ πονάω δυο φορές , μία , όταν προβλέπω μία κατάσταση και φωνάζω, για να προλάβουμε ένα κακό που πρόκειται να γίνη, και μία , όταν δεν δίνουν σημασία – ίσως όχι από περιφρόνηση –, και συμβαίνη μετά το κακό και μου ζητούν τότε την συμπαράστασή μου.

Τώρα καταλαβαίνω τί τραβούσαν οι Προφήτες. Μεγαλύτεροι Μάρτυρες ήταν οι Προφήτες! Πιό μεγάλοι Μάρτυρες από όλους τους Μάρτυρες, παρʹ όλου που δεν πέθαναν όλοι με μαρτυρικό θάνατο. Γιατί οι Μάρτυρες για λίγο υπέφεραν, ενώ οι Προφήτες έβλεπαν μία κατάσταση και υπέφεραν συνέχεια. Φώναζαν‐φώναζαν, και οι άλλοι τον χαβά τους. Και όταν έφθανε η ώρα και ερχόταν η οργή του Θεού εξ αιτίας τους, βασανίζονταν και εκείνοι μαζί τους . Τουλάχιστον όμως τότε τόσο έφθανε το μυαλό των ανθρώπων. Άφηναν τον Θεό και προσκυνούσαν τα είδωλα. Σήμερα που καταλαβαίνουν, είναι η μεγαλύτερη ειδωλολατρία.
Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ο διάβολος βάλθηκε να καταστρέψη τα πλάσματα του Θεού. Έχει κάνει παγοινιά (Παγοινιά ή παγγεν(ε)ία (πάντες από κοινού, πάν το κοινόν): εργασία την οποία αναλαμβάνουν όλοι μαζί οι αδελφοί μίας Μονής ή μίας Σκήτης.) , να καταστρέψη τον κόσμο.

Λύσσαξε, γιατί άρχισε να μπαίνη στον κόσμο η καλή ανησυχία. Είναι πολύ αγριεμένος, γιατί γνωρίζει ότι είναι λίγη η δράση του (Βλ. Αποκ. 12, 12). Τώρα κάνει όπως ένας εγκληματίας πού, όταν τον κυκλώνουν, λέει: «Δεν έχω σωτηρία! Θα με πιάσουν!». και τα κάνει όλα γυαλιά‐καρφιά. Ή όπως οι στρατιώτες, που εν καιρώ πολέμου, όταν τελειώσουν τα πυρομαχικά, βγάζουν την λόγχη ή το σπαθί και ρίχνονται και ό,τι γίνει. Σού λέει: «Έτσι κι αλλιώς χαμένοι είμαστε, ας σκοτώσουμε όσο πιο πολλούς μπορούμε».

Ο κόσμος καίγεται! Το καταλαβαίνετε; Έπεσε πολύς πειρασμός. Τέτοια πυρκαγιά έχει βάλει ο διάβολος, που ούτε όλοι οι πυροσβέστες αν μαζευθούν, δεν μπορούν να κάνουν τίποτε, αναγκάζονται οι άνθρωποι να στραφούν στον Θεό και να Τον παρακαλέσουν να ρίξη μία βροχή γερή, για να σβήση. Έτσι και για την πνευματική πυρκαγιά που άναψε ο διάβολος, μόνον προσευχή χρειάζεται, για να βοηθήση ο Θεός.
Όλος ο κόσμος πάει να γίνη μία περίπτωση. Γενικό ξεχαρβάλωμα! Δεν είναι να πής: «Σʹ ένα σπίτι χάλασε λίγο το παράθυρο ή κάτι άλλο, ας το διορθώσω». Όλο το σπίτι είναι ξεχαρβαλωμένο. Έχει γίνει χαλασμένο χωριό. Δεν ελέγχεται πια η κατάσταση. Μόνον από πάνω, ό,τι κάνει ο Θεός. Τώρα είναι να δουλεύη ο Θεός με το κατσαβίδι, με χάδια, με σκαμπίλια, να το διορθώση. Μία πληγή έχει ο κόσμος που κιτρίνισε και θέλει σπάσιμο, αλλά ακόμη δεν ωρίμασε καλά. Πάει να ωριμάση το κακό, όπως τότε στην Ιεριχώ (Βλ. Ι. Ναυή 6, 24) που ήταν για απολύμανση.
Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «Με Πόνο και Αγάπη» ‐ σ.14


Πολλά ωφελείται κανείς από τις μνήμες των μαρτύρων.

Ωφείλεται τα μέγιστα στον αγώνα του για την κατάκτηση της αρετής.

Για την περιφρόνηση των παρόντων πραγμάτων.
Πώς να γίνη αλλιώς! Είναι δυνατόν να τους δης να περιφρονούν τη ζωή τους, όλα τα αγαθά αυτής της ζωής, και να μην επηρεασθής;

Ακόμη και να είσαι ο πιο αναίσθητος άνθρωπος, ο πιο νωθρός σε θέματα πνευματικά και ο πιο αδιάφορος, δεν μπορεί η θυσία των μαρτύρων να μη σου εμπνεύση άλλο, υψηλό, ανώτερο φρόνημα.
Δεν μπορεί η μνήμη των μαρτύρων να μη σε κάνη να περιφρονήσης τις απολαύσεις, τα χρήματα, τις ηδονές, και να μην ανάψη μέσα σου την επιθυμία για την άλλη ζωή, εκεί που αγάλλονται τα πνεύματά τους…
Ακόμη, αν τύχη και είσαι άρρωστος, η θύμηση των μαρτυρικών παθημάτων θα σου γίνη αφορμή για να κάνης υπομονή.

Αν πάλι είσαι γερός, αλλά σε πιέζη η φτώχεια, η ανέχεια, έχης προβλήματα οικονομικά ή έστω σε ταλαιπωρή κάποια άλλη δυσκολία,

πόσο αλήθεια θα παρηγορηθής, θα ανακουφισθής από τα δεινά σου σαν φέρης στο νου σου το τι φοβερά, ανυπόφορα βασανιστήρια υπέφεραν εκείνοι οι μάρτυρες της πίστεώς μας!
Να γιατί αγαπώ τις μνήμες των μαρτύρων! δεν ξέρετε πόσο τις αγαπώ και τις ευλαβούμαι.

Όλες τις μνήμες! Όλους τους αγίους! Ανεξαιρέτως!

Ιδιαίτερα όμως τις μνήμες των μαρτύρων γυναικών!

Γιατί εδώ, στην περίπτωση των μαρτύρων γυναικών, βλέπουμε ν’ αγωνίζωνται τα ασθενέστερα σκεύη, το αδύνατο φύλο, ν’ αγωνίζεται και να νικά.

Εδώ η χάρη είναι μεγαλύτερη, το τρόπαιο λαμπρότερο, η νίκη πιο περήφανης.
Να γιατί αγαπώ πιο πολύ τις γιορτές των αγίων γυναικών!


(αρχ. Χρυσοστόμου Αβαγιανού, Αυτοβιογραφικές σελίδες, εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 46)

Αναφέρει η Ξεναγός Λουντμίλα: «Στις 18 Απριλίου 1993 τη νύκτα του Πάσχα συνέβη ένα θλιβερό γεγονός [στο μοναστήρι της Όπτινα]. Γιορτάσαμε με λαμπρότητα την Ανάσταση. Η αγρυπνία τελείωσε γύρω στις 5 το πρωί κι όλοι αποσυρθήκαμε.

Συνηθίζουμε να κτυπάμε τις καμπάνες όλη τη μέρα. Έτσι τρεις μοναχοί, γύρω στις 6:10 το πρωΐ, κτυπούσαν χαρμόσυνα τις καμπάνες.

Την ώρα εκείνη τους επιτέθηκε ένας σατανιστής και τους έσφαξε μ’ ένα μεγάλο μαχαίρι. Φαίνεται πως μέσα στο θόρυβο και στο σκοτάδι δεν τον πρόσεξαν. Κτύπησε πρώτα τον ένα και τον άφησε στο έδαφος πληγωμένο. Ήταν για αρκετή ώρα ζωντανός. Έπειτα κτύπησε το δεύτερο, ο οποίος φώναξε λίγο και προσπάθησε να κτυπήση πάλι την καμπάνα. Έπεσε, όμως, νεκρός. Ο τρίτος, ο π. Βασίλειος, πρόλαβε να φύγη, αλλά λίγο πιο πέρα ανάμεσα στα δύο κτίρια, ο σατανιστής τον κτύπησε και τον άφησε νεκρό.

Μετά το αποτρόπαιο έγκλημα ο σατανιστής άφησε τα μαχαίρια του ματωμένα στο έδαφος κι εξαφανίστηκε. Ήταν μεγάλα μαχαίρια και πάνω τους χαραγμένος ο αριθμός 666. Αργότερα τον συνέλαβαν, τον χαρακτήρισαν τρελλό και τον άφησαν ελεύθερο.

Στην κηδεία των τριών νεομαρτύρων όλοι, μοναχοί και λαϊκοί, νοιώθαμε και λύπη αλλά και μεγάλη χαρά, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο. Ο ηγούμενος είπε κατά τη διάρκεια της εξοδίου ακολουθίας:

“Χάσαμε τους μοναχούς, αλλά τώρα τους έχουμε αγγέλους στον ουρανό και προσεύχονται για μας”.

Πιο πολύ λυπηθήκαμε για τον π. Βασίλειο. Ήταν μόλις 32 χρονών, αλλά άνθρωπος με βαθειά πίστι και πολλά χαρίσματα. Έκανε θαυμάσια κηρύγματα και βοήθησε πολύ κόσμο.

Είχε πει κάποτε: “Θα ήθελα να πεθάνω το Πάσχα, την ώρα που θα κτυπούν οι καμπάνες!”»(ΑΝ, 184).

(Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, ο Αντίχριστος, Σταμάτα 2016, σελ. 13-14)

Ἀπὸ τὴ χορεία τῶν ρώσων ἁγίων, ξεχωριστὴ ἀγάπη στὴν Παναγία ἔτρεφε ὁ ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ. Ἀλλὰ καὶ ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ τὸν περιέβαλλε μὲ ἰδιαίτερη εὔνοια, ὅπως ἀποδεικνύουν οἱ πολλές της ἐμφανίσεις σ᾿ αὐτόν.

Τὸ ἀκόλουθο ὅραμα τοῦ ὁσίου εἶναι τὸ πιὸ ἐντυπωσιακό. Τὸ διηγεῖται ἡ μοναχὴ τοῦ Ντιβέγιεβο Εὐπραξία, γιατὶ ἀξιώθηκε κι αὐτὴ νὰ τὸ ἀπολαύσει μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο:
Νωρὶς τὸ πρωὶ τῆς 25ης Μαρτίου 1831 ἀκούστηκε μία δυνατὴ βοὴ καὶ ἀκολούθησε ἕνας ἁρμονικὸς ὕμνος. Ἡ πόρτα τοῦ δωματίου ἄνοιξε μόνη της κι ἁπλώθηκε παντοῦ φῶς κι εὔωδια. Ὁ στάρετς Σεραφεὶμ ἦταν γονατιστὸς μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα. Ἐγὼ ἔτρεμα.
Ξαφνικὰ σηκώνεται καὶ μοῦ λέει:
- Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου. Νά, ἡ Δέσποινά μας, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἔρχεται κοντά μας!
Πράγματι, μπροστὰ πήγαιναν δυὸ ἄγγελοι κρατώντας ἀνθισμένα κλαδιά. Ἀκολουθοῦσαν ὁ Τίμιος Πρόδρομος καὶ ὁ Θεολόγος ἅγιος Ἰωάννης, ἐνῶ πίσω τοὺς ἔκανε τὴν ἐμφάνισή της ἡ Παναγία μὲ δώδεκα παρθενομάρτυρες.
Ἡ Θεοτόκος, φορώντας ἕνα λαμπρὸ μανδύα κι ἕνα ὑπέροχο στέμμα, μὲ πλησίασε, ἐνῶ ἤμουν πεσμένη κάτω. Μὲ ἄγγιξε καὶ εὐδόκησε νὰ μοῦ πεῖ:
- Σήκω, ἀδελφή, καὶ μὴ φοβᾶσαι. Μαζί μου ἔχουν ἔρθει παρθένες σὰν κι ἐσένα.
Δὲν κατάλαβα πὼς σηκώθηκα. Ἡ βασίλισσα ἐπανέλαβε:
- Μὴ φοβᾶσαι. Ἤρθαμε νὰ σᾶς ἐπισκεφθοῦμε.
Ὁ π. Σεραφείμ, ὄρθιος μπροστὰ στὴν Παναγία, μιλοῦσε μαζί της μὲ πολλὴ οἰκειότητα. Ἡ Θεοτόκος τοῦ εἶπε πολλά. Ἂν καὶ συμμετεῖχα στὸ ὅραμα, δὲν μπόρεσα ν᾿ ἀκούσω τί ἔλεγαν. Ἄκουσα μόνο τὸ ἑξῆς:
- Μὴν ἀφήνεις τὶς παρθένες μου τοῦ Ντιβέγιεβο.
- Ὢ Δέσποινα! Τὶς συγκεντρώνω, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ τὶς κατευθύνω μόνος μου.
- Θὰ σὲ βοηθήσω σὲ ὅλα ἐγώ. Θὰ τὶς διδάξεις τὴν ὑπακοή. Ἂν τὴν κρατήσουν, θὰ εἶναι μαζί σου καὶ κοντά μου. Διαφορετικά, θὰ χάσουν τὴ θέση ποὺ τοὺς ἑτοιμάζω ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὲς ἐδῶ τὶς παρθένες. Οὔτε τέτοια θέση οὔτε τέτοιο στεφάνι θ᾿ ἀπολαύσουν. Ὁποιοσδήποτε τὶς προσβάλει, θὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ μένα. Κι ὅποιος τὶς διακονήσει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, θὰ βρεῖ ἔλεος ἐνώπιόν Του. Κατόπιν ἡ Παναγία στράφηκε σ᾿ ἐμένα.
- Κοίταξε, μοῦ εἶπε, αὐτὲς τὶς παρθένες καὶ τὰ στεφάνια τους. Μερικὲς ἄφησαν ἐπίγεια βασίλεια καὶ πλούτη γιὰ τὴν οὐράνια Βασιλεία. Ὅλες ἀγάπησαν τὴν ἑκούσια πτωχεία, ἀγάπησαν μόνο τὸν Κύριο, καὶ γι᾿ αὐτὸ βλέπεις πόση δόξα καὶ τιμὴ ἀξιώθηκαν. Ὅπως ὑπέφεραν οἱ ἀρχαῖες μάρτυρες, ἔτσι ὑποφέρουν καὶ οἱ σημερινές. Μόνο ποὺ ἐκεῖνες ὑπέφεραν φανερά, ἐνῶ σήμερα ὑποφέρουν μυστικά, μὲ θλίψη καρδίας. Ὁ μισθός τους ὅμως θὰ εἶναι ὁ ἴδιος.
Γυρίζοντας ὕστερα ἡ Θεοτόκος στὸν Στάρετς, τὸν εὐλόγησε καὶ τοῦ εἶπε:
- Σύντομα, ἀγαπητέ μου, θὰ εἶσαι μαζί μας!
Κατόπιν ὁ ὅσιος ἀντάλλαξε μαζί της χαιρετισμό, καθὼς καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους. Κάποιος ἀπ᾿ ὅλους γύρισε καὶ μοῦ εἶπε:
- Ἀξιώθηκες αὐτὸ τὸ ὅραμα χάρη στὶς προσευχὲς τῶν πατέρων Σεραφείμ, Μάρκου, Ναζαρίου καὶ Παχωμίου.
Ξαφνικὰ ὅλα χάθηκαν. Τὸ ὅραμα, ποὺ εἶχε διαρκέσει λιγότερο ἀπὸ μία ὥρα, τελείωσε. Ἦταν τὸ δωδέκατο ποὺ ἀξιώθηκε ν᾿ ἀπολαύσει ὁ ὅσιος Σεραφεὶμ στὴν ἐπίγεια ζωή του».

(Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας, εκδ. Ιερά μονή Παρακλήτου, σελ 138-140)

Γράφει, επίσης ο π. Χαραλάμπης Βασιλόπουλος για τον π. Βενέδικτο Πετράκη:

“Η απήχηση του κυρήγματός του τράβηξε από τα καταγώγια και την πασίγνωστη στο Αγρίνιο Κούλα. Αυτή μετανόησε, εξομολογήθηκε και αφήσε οριστικά το βίο της αμαρτίας. Αφιερώθηκε στο Θεό, για να σώση την ψυχή της.
Για να φιλοσοφή, μάλιστα πάνω στην ματαιότητα των εγκοσμίων και να δαμάση τη σάρκα, πήγε κι έμεινε στο Νεκροταφείο. Υπήρχε ένα δωμάτιο, στο οποίο έβαζαν οι νεκροθάπτες τις αξίνες και τα φτυάρια τους. Αϊ, λοιπόν! Εκεί μέσα εγκαταστάθηκε και περιποιόταν τους τάφους των νεκρών.
Η Κούλα είχε και μια ανεψιά, που έμενε στο χωριό Καλύβια. Αυτή είχε ομορφιά εξαιρετική. Γι'αυτό τη συμβούλευε συχνά η θεία της:
“Πρόσεξε, παιδί μου, την αγνότητά σου, να μην πέσης εκεί όπου έπεσα εγώ. Καλύτερα να πεθάνης, παρά να χάσης την τιμή σου, διότι η τιμή τιμή δεν έχει και χαρά στον που την έχει'. Είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός σου”.
Στην εικοσιτετράχρονη αυτή κοπέλλα παρουσιάσθηκε ένας μεγάλος πειρασμός. Ένας γείτονάς της την ενοχλούσε επίμονα. Αλλ' αυτή τον απέκρουε. Κάποτε της είπε:
- Αν δεν υποκύψης, θα σε σκοτώσω.
- Θα δούμε ποιός θα σκοτώση τον άλλο, του είπε η νέα.

Δεν έλεγε, όμως, τίποτε στους δικούς της, για να μη γίνη φονικό.
Κάποια μέρα κατά την οποία περνούσε από ένα ερημικό μέρος η κοπέλλα, της επιτέθηκε ο κακός εκείνος άνθρωπος. Πιάσθηκαν στα χέρια. Έγινε πάλη σκληρή και πολύωρη. Κι επειδή δεν εκάμπτετο, άρχισε εκείνος να τη κτυπά με μαχαίρι.
Τις έδωσε είκοσι τρείς μαχαιριές και μία από πίσω. Συνολικά 24 (όσα χρόνια είχε). Και, όμως, η νέα αντιστεκόταν. Τελικά την έσφαξε σαν το πρόβατο.
Όταν πήγαν οι δημοσιογράφοι, οι αστυνομικοί και οι δικαστικοί και την βρήκαν σφαγμένη και με τόσες μαχαιριές, αλλά με σφιγμένα τα πόδια, έπεσαν και της φίλησαν τα πόδια. Επρόκειτο πέρι μάρτυρος και, μάλιστα Παρθενομάρτυρος!
Στα σαράντα, μ' έστειλε ο π. Βενέδικτος για το μνημόσυνο της. Βρέθηκα μπροστά σε μια λαοθάλασσα. Συγκεντρώθηκαν όλοι αυτοί απ' το Αγρίνιο και τα γύρω χωριά, για να τιμήσουν τη νέα Παρθενομάρτυρα.

Ο φονιάς εννοείται καταδικάσθηκε σε θάνατο κι εκτελέσθηκε. Για ν'αποδεικνύεται ότι ο λόγος του Θεού όσους τον δέχονται τους ανεβάζει σε ύψη αγιότητος, στο θρόνο του Θεού, τους δε άλλους που τον περιφρονούν, τους κατεβάζει μέχρις Άδου κατωτάτου” (ΧΒ, 102).

(στο: Μύθοι & αλήθειες για τις προγαμιαίες σχέσεις, αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Αθήνα 2011, σελ. 168-169)

(Ο γέρος επίσκοπος Αντιοχείας Ιγνάτιος ο Θεοφόρος οδηγείται στη Ρώμη στο Κολοσσαίο να μαρτυρήσει. Οι Χριστιανοί της Ρώμης μόλις το μαθαίνουν κάνουν τα πάντα για να τον σώσουν και αυτός τους γράφει αυτή την επιστολή παρακαλώντας τους να μην τον σώσουν...!)

«Σας παρακαλώ, μη μου γίνετε εύνοια άκαιρη. Αφήστε με να γίνω τροφή των θηρίων, δια των οποίων θα μπορέσω να κερδίσω το Θεό. Είμαι σιτάρι του Θεού και αλέθομαι με τα δόντια των θηρίων, για να γίνω καθαρός άρτος του Θεού.
Καλύτερα να καλοπιάσετε τα θηρία, ώστε να γίνουν τάφος μου και να μην αφήσουν τίποτα από το σώμα μου, για να μη γίνω βάρος σε κανέναν όταν κοιμηθώ...Θα προτιμούσα τα θηρία που είναι έτοιμα για μένα και προσεύχομαι να τα συναντήσω γρήγορα, τα οποία και θα καλοπιάσω για να με καταφάγουν γρήγορα, και όχι όπως συνέβη σε μερικούς που από δειλία δεν τους άγγιξαν. Και αν αυτά δεν θελήσουν, εγώ θα τα εξαναγκάσω.
Να με συγχωρήσετε, εγώ γνωρίζω τι είναι αυτό που με συμφέρει. Τώρα αρχίζω να γίνομαι μαθητής. Είθε να μην επιθυμήσω τίποτα από τα ορατά και τα αόρατα, για να κερδίσω τον Ιησού Χριστό.
Φωτιά και σταυρός και συμπλοκές θηρίων, κομματιάσματα, διαμελισμοί, σκορπισμοί των οστών μου, τεμαχισμοί των μελών μου, αλεσμοί όλου του σώματος και βασανισμός του διαβόλου, ας έρθουν επάνω μου, αρκεί μόνο να κερδίσω τον Ιησού Χριστό.
Σε τίποτα δεν θα με ωφελήσουν τα πέρατα του κόσμου, ούτε οι βασιλείες αυτού του αιώνα. Είναι για μένα καλύτερο να πεθάνω για τον Ιησού Χριστό, παρά να βασιλεύω στα πέρατα της γης...
Τον Κύριο επιθυμώ...Εκείνον αναζητώ, ο οποίος πέθανε και αναστήθηκε για μας. Να με συγχωρήσετε, αδελφοί μου, μη με εμποδίσετε να φτάσω στη ζωή.
Διότι ο Ιησούς είναι η ζωή των πιστών. Μη θελήσετε να πεθάνω. Διότι η χωρίς Χριστό ζωή είναι θάνατος. Εμένα που θέλω να ανήκω στο Θεό, μη με χαρίσετε στον κόσμο.
Αφήστε με να λάβω καθαρό φως. Όταν φτάσω εκεί θα γίνω άνθρωπος του Θεού. Επιτρέψτε μου να γίνω μιμητής του Πάθους του Χριστού του Θεού μου... Σας γράφω ζωντανός, επιθυμώντας να πεθάνω για το Χριστό.
Ο δικός μου έρωτας σταυρώθηκε και δεν υπάρχει μέσα μου φωτιά που να επιθυμεί κάτι, αλλά υπάρχει νερό ζωντανό, που αναπηδάει μέσα μου και μου λέει. Έλα στον Πατέρα.
Δεν ευχαριστιέμαι με τροφή φθοράς, ούτε με τις ηδονές της ζωής αυτής. Θέλω τον άρτο του Θεού, τον άρτο τον ουράνιο, τον άρτο της ζωής, δηλαδή τη σάρκα του Ιησού Χριστού...και πιοτό θέλω το αίμα του, που είναι αθάνατη αγάπη και αιώνια ζωή.
Δεν θέλω πια να ζω σαν άνθρωπος...»

(Ιγνατίου, απόσπασμα επιστολής προς Ρωμαίους)

«Ο Βασιλείδης ο οποίος οδηγούσε την περίφημη Ποταμίαινα, για την οποία κάνουν πολύ τιμητικό λόγο έως τώρα ακόμη οι ντόπιοι. Αυτή, αφού αγωνίστηκε εναντίον πολυάριθμων ερωτύλων ανδρών χάριν της αγνείας του σώματος και της παρθενίας στην οποία διέπρεψε -διότι πράγματι εκτός από την ψυχή ανθούσε πλούσια και η ωραιότητα του σώματός της-, και υπέφερε αμέτρητες κακώσεις, στο τέλος έπειτα από δεινά και φρικτά βασανιστήρια τελειώθηκε με φωτιά μαζί με την μητέρα της. Λένε λοιπόν ότι ο δικαστής -λεγόμενος Ακύλας-, αφού επέβαλε σκληρές κακώσεις σε ολόκληρο το σώμα της, στο τέλος απείλησε ότι θα την παραδώσει σε μονομάχους για ατίμωση του σώματός της. Όταν όμως επανήλθε για λίγο στον εαυτό της, αφού ρωτήθηκε για την απόφασή της, έδωσε τέτοια απάντηση ώστε τους φάνηκε ότι είναι κάτι ασεβές για αυτούς.

Αμέσως με το λόγο της δέχτηκε την απαγγελία της απόφασης και ο Βασιλείδης, ένας από αυτούς που εκτελούσαν στρατιωτική θητεία, την παίρνει και την οδηγεί στο δρόμο του θανάτου. Επειδή όμως το πλήθος επιχειρούσε να την ενοχλεί και να την βρίζει με αισχρόλογα, αυτός μεν απομάκρυνε με απειλές τους υβριστές, δείχνοντας προς αυτήν πολύ οίκτο και φιλανθρωπία, ενώ αυτή αποδεχόμενη την συμπάθεια παρότρυνε τον άνδρα να έχει θάρρος διότι, έλεγε, αφού φύγει από αυτήν τη ζωή, θα τον ζητήσει από τον Κύριό της και πριν περάσει πολύς καιρός θα του δώσει την αμοιβή για όσα έκανε υπέρ αυτής. Αφού είπε αυτά αντιμετώπισε με γενναιότητα το θάνατο ο οποίος προήλθε με περίχυση καυτής πίσσας σε διάφορα μέρη του σώματός της από τα άκρα των ποδιών μέχρι την κορυφή με βραδύ ρυθμό.

Και ο μεν άθλος τον οποίο πραγματοποίησε η αοίδιμη κόρη αυτός ήταν. Αλλά πριν περάσει πολύς χρόνος ζητήθηκε από τον Βασιλείδη να ορκιστεί ενώπιον των συστρατιωτών του για κάποια αιτία, αυτός όμως ισχυρίστηκε ότι δεν του επιτρέπεται καθόλου να ορκίζεται, διότι είναι Χριστιανός και ότι το ομολογεί φανερά. Στην αρχή μεν νόμιζαν ότι τα λέει αυτά ως αστεία, επειδή όμως τα επιβεβαίωνε με επιμονή, οδηγείται στον δικαστή. Αφού ομολόγησε μπροστά του τον ισχυρισμό του, παραδίδεται στο δεσμωτήριο. Όταν όμως έφτασαν σε αυτόν οι κατά Θεόν αδελφοί και ρώτησαν για την αιτία αυτής της ξαφνικής και παράδοξης ορμής, λέγεται ότι είπε ότι του παρουσιάστηκε νύκτα η Ποταμίαινα τρεις μέρες μετά το μαρτύριο, του έβαλε στεφάνι στο κεφάλι και του είπε ότι παρακάλεσε υπέρ αυτού τον Κύριο και ότι η αξίωσή της να τον πάρει σύντομα έγινε δεκτή. Αφού έπειτα από αυτά οι αδελφοί του μετέδωσαν την σφραγίδα εν Κυρίω (το βάπτισμα με το χρίσμα), την επόμενη μέρα διέπρεψε στο μαρτύριο του Κυρίου με αποκοπή της κεφαλής.

Διηγούνται δε ότι και πολλοί άλλοι από τους κατοίκους της Αλεξάνδρειας προσήλθαν ομαδικά στο λόγο του Χριστού αυτό τον καιρό, καθώς παρουσιαζόταν στον ύπνο τους η Ποταμίαινα και τους προσκαλούσε» (Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία ΣΤ 5,1-6)