Τι είπε ο άγιος Φώτιος για τα λάθη των αγίων Πατέρων. Γιατί δεν είναι αλάθητοι, και πότε;

πηγή: oode

Έχουμε κατ' επανάληψιν μιλήσει για την έννοια της Θείας Αποκάλυψης και της Θεοπνευστίας στην Εκκλησία του Κυρίου σε αυτή την ιστοσελίδα. Έχουμε επίσης πει ότι άλλο πράγμα είναι το "αλάθητο", και άλλο πράγμα η Θεοπνευστία. Και ότι ακόμα και οι άγιοι Πατέρες, έχουν κάποια όρια, στο τι απ' όσα δίδαξαν, αποτελεί Θεία Αποκάλυψη, και στο τι αποτελεί προσωπική τους γνώμη. Καιρός όμως, να δούμε τι λέει γι' αυτό το θέμα, ένας από τους ίδιους τους αγίους Πατέρες, ο άγιος Φώτιος!

Ψυχολογικές ανάγκες

Η χρησιμότητα του παρόντος άρθρου, πέρα από το ότι μας βοηθάει να έχουμε ένα Ορθόδοξο κριτήριο ανάγνωσης και αποδοχής των γραμμένων σε κείμενα αγίων Πατέρων, διορθώνει την εσφαλμένη (και συχνά στενόμυαλη) στάση ορισμένων Χριστιανών, που προσκολλούνται σε κείμενα αγίων Πατέρων, με μία Ορθοδοξίζουσας μορφής Προτεσταντική νοοτροπία. Όπως δηλαδή οι Προτεστάντες μένουν κολλημένοι "στο γράμμα" της Αγίας Γραφής, χάνοντας το Πνεύμα, έτσι και μερικοί αδελφοί μας, από υπερβολική αγάπη και σεβασμό προς τους αγίου Πατέρες, εκλαμβάνουν οτιδήποτε δουν γραμμένο από αυτούς, ως κατ' ανάγκην "Θεία Αποκάλυψη", και επειδή το είπε κάποιος άγιος, ακόμα και λάθος αν είναι, αρνούνται πεισματικά να εξετάσουν με ανοιχτή διάνοια και μια διαφορετική θέση.

Είναι λογικό και ψυχολογικά χρήσιμο, να επιζητούμε κάποιο "σταθερό" σημείο αναφοράς, μια αμετακίνητη και ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ βάση, πάνω στην οποία να στηρίξουμε την πίστη μας. Όμως αυτό δεν σημαίνει, ότι οι ψυχολογικές μας ανάγκες για κάτι τέτοιο, πρέπει να μας οδηγήσουν σε μία ουτοπική θεώρηση ορισμένων πραγμάτων, όπως είναι για παράδειγμα τα Ιερά Κείμενα. Η Θεία Αποκάλυψη, δεν δόθηκε για να μας στερήσει την ελευθερία και την κριτική σκέψη, και να μας κάνει άγνωμους αποδέκτες προ-κατασκευασμένων "δογματικών πακέτων". Δόθηκε ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ, για να μας ΑΣΚΗΣΕΙ την ελευθερία και την κριτική σκέψη. Το δόγμα δόθηκε για να μας οδηγήσει ΕΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και ΠΛΗΡΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ στη βίωση της εν Χριστώ ζωής, ώστε να μπορούμε κι εμείς να βιώσουμε όλα όσα κατέγραψαν πριν από εμάς οι άγιοι Πατέρες, που βίωναν την εν Χριστώ ζωή. Γιατί τελικά τα όσα μας παρέδωσαν, δεν είναι παρά εκφράσεις της εν Χριστώ εμπειρίας τους, με στόχο να μας οδηγήσουν στη βίωση αυτής της ίδιας αγιοποιού εμπειρίας. Το να αγκιστρώνεται κάποιος τυφλά σε κείμενα, αρνούμενος να αξιοποιήσει το θεόδοτο δώρο της ΥΠΕΥΘΥΝΗΣ αναζήτησης της κατά Θεόν ζωής, όχι μόνο δεν αποτελεί ευκταίο Χριστιανικό χαρακτηριστικό, αλλά αντιθέτως, αποτελεί προσπάθεια αποποίησης ευθυνών, και φυγοπονία! Ζητάει καταφύγιο βεβαιοτήτων, στρουθοκαμηλίζοντας, αντί να ασκήσει κρίση και κόπο εξιχνίασης των βαθέων του Θεού.

Ο παραδεδομένος από τον Θεό λόγος, είναι "λυχνάρι που φέγγει σε σκοτεινό τόπο, ώσπου να ανατείλει ο Φωσφόρος στις καρδιές μας" (Β΄ Πέτρου 1/α: 19). Προσέξτε! Δεν μιλάει για προσκόλληση στον προφητικό λόγο. Μιλάει για μια προσωρινή σχέση, ΩΣΠΟΥ να αρχίσει να διδάσκεται πλέον ο Χριστιανός από τον Θεό άμεσα, και να βιώνει την εν Αγίω Πνεύματι ζωή. Τα κείμενα των αγίων, είναι βοηθητικά και προσωρινά. Η ΣΧΕΣΗ με τον Θεό είναι αιώνια!

Τι είπε ο άγιος Φώτιος

Ενώ λοιπόν τα κείμενα των αγίων Πατέρων, στην συντριπτική τους πλειονότητα, είναι πλήρη Πνεύματος Αγίου, και μας δίνουν πληθώρα Θείων Αποκαλύψεων, υπάρχουν και ορισμένα σημεία, ή ορισμένες τους θέσεις, (ΣΠΑΝΙΟΤΑΤΑ βέβαια), που και αυτά περιέχουν ορισμένα λάθη, ή προσωπικές τους απόψεις, που θα ήταν λάθος κάποιος να τα εκλάβει ως Αποκάλυψη Θεού, μόνο και μόνο επειδή τα έγραψε κάποιος άγιος.

Όταν για παράδειγμα, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, υπολογίζει σε κείμενό του την ημερομηνία γέννησης του Κυρίου Ιησού, και λέει ότι ο πατέρας του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή ήταν "αρχιερέας", και μπερδεύει τα δύο θυσιαστήρια του ναού, πρόκειται για σαφέστατο λάθος. Ή όταν ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης μιλάει για την σωτηρία και των ασεβών, κι εδώ είναι κάτι που η Εκκλησία το έχει χαρακτηρίσει λάθος Συνοδικά! Και όταν ο άγιος Αυγουστίνος ερμηνεύει την εν Χριστώ Σωτηρία δικανικά, και πάλι είναι λάθος, μια και συγκρούεται ευθέως με την πίστη των άλλων αγίων πατέρων. Μάλιστα θέσεις του αγίου Αυγουστίνου, αποτέλεσαν (και αποτελούν) αφορμές ρήξης με τη Δυτική εκκλησία, καθώς εκεί εμμένουν σε κάποιες από τις εσφαλμένες θέσεις του, μόνο και μόνο επειδή ήταν άγιος!

Τι θα κάνουμε λοιπόν; Θα κοιτάμε τα κείμενα τών αγίων πατέρων με καχυποψία και με υψηλοφροσύνη ενώπιόν τους; Θα τα διαβάζουμε άραγε με πνεύμα αντιλογίας και αναζητώντας σε αυτά σφάλματα;

Όχι βέβαια! Τα κείμενα των αγίων Πατέρων, είναι πηγή σοφίας, γνώσεως και Αγιοπνευματικής ζωής. Είναι διαμάντια Θείας Αποκάλυψης και πηγή Αποστολικών Παραδόσεων, και ξεχειλίζουν από τη Χάρη του Θεού. Τα κείμενα των Αγίων Πατέρων, είναι φως και ζωή. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι είναι αλάθητα! Αυτό δεν σημαίνει, ότι επειδή γράφτηκε κάτι από κάποιον άγιο, είναι ΚΑΤ' ΑΝΑΓΚΗΝ σωστό, και ότι πρέπει να το υποστηρίζουμε με φανατισμό, έστω και αν κάποιος μας επιδεικνύει ντοκουμέντα για κάτι διαφορετικό. Όλοι οι άνθρωποι, ακόμα και οι άγιοι, έχουν κάνει λάθη στη ζωή τους! Και ο σκοπός αυτού του άρθρου, είναι να βοηθήσει να αποφεύγονται ΟΙ ΑΚΡΟΤΗΤΕΣ, και οι αδικαιολόγητες προσκολλήσεις σε κάτι σπάνιο, που βεβαίως θα μπορούσε να είναι λάθος, σε αυτά τα κείμενα.

Τι κριτήρια μπορούμε λοιπόν να αναζητήσουμε, για το πότε είναι δυνατόν κάποιος άγιος Πατέρας να έχει κάνει κάπου λάθος;

Ας δούμε τι γράφει γι' αυτό ακριβώς το θέμα, ένας απ' αυτούς, δηλαδή από τους ίδιους τους αγίους Πατέρες, ο άγιος Φώτιος:

«…Πόσαι δε περιστάσεις πραγμάτων πολλούς (=πατέρες) εξεβιάζοντο, τα μεν παραφθέγξασθαι, τα δε προς οικονομίαν ειπείν, τα δε και των απειθούντων επαναστάντων, τα δε και αγνοία, οία δη περιολισθήσαι ανθρώπινον... Ει δε παρεφθέξαντο μεν ή διά τινα αιτίαν νυν αγνοουμένην ημίν της ευθύτητος εξετράπησαν, ουδεμία δε ζήτησις αυτοις προσενήνεκται, ουδ’ εις μάθησιν της αληθείας ουδείς αυτούς παρακάλεσε, πατέρας μεν ουδέν ελλάτον αυτούς, ει και μη τούτο είπον, επιγραφόμεθα... τοις λόγοις τούτων, εν οις παρηνέχθησαν, ουχ εψόμεθα…» (Φωτίου, Επιστολή Ε΄, Προς τον Ακυλουΐας Ιωάννην ι΄, εις Ι. Βαλέττα, Φωτίου Επιστολαί, Λονδίνο 1864, σ. 196).

Ας δούμε τι σημαίνουν τα λόγια αυτά σε απλή σημερινή γλώσσα:

«...Ακόμη, πόσες δυσκολίες των καταστάσεων ανάγκαζαν πολλούς Πατέρες άλλα να τα παραποιούν, άλλα να τα λεν με πνεύμα συγκατάβασης, άλλα να λεν όταν ξεσηκώνονταν οι απείθαρχοι, άλλα να τα λεν από άγνοια, καθώς βέβαια είναι ανθρώπινο να σφάλει κανείς. Και αν παραποίησαν κάτι ή, για κάποιο λόγο που εμείς τώρα αγνοούμε, παρεξέκλιναν από την ορθή πορεία, τη στιγμή μάλιστα που δεν τους ζητήθηκε να εκφέρουν άποψη ούτε κανείς τους παρακάλεσε να του διδάξουν την αλήθεια, τους αναγνωρίζουμε το ίδιο ως Πατέρες, όπως θα τους αναγνωρίζαμε και αν δεν εξέφραζαν αυτή την άποψη... τη διδασκαλία τους στην οποία πλανήθηκαν δε θα την ακολουθήσουμε...» (Μετάφραση από το φιλόλογο Παύλο Χατζηπαππά, την οποία μεταφέραμε σε μονοτονικό).

Για το ίδιο κείμενο, ο θεολόγος Μιχαήλ Μπερκουτάκης, κάνει τα εξής σχόλια, τα οποία παραθέτουμε αυτούσια για να κατανοήσουμε τα λεγόμενα του αγίου Φωτίου σε βάθος:

«...Ακόμα, πόσες φορές οι δύσκολες περιστάσεις της ζωής δεν ανάγκασαν πολλούς από τους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας, άλλα πράγματα να τα παραποιήσουν, επειδή δεν μπόρεσαν ούτε και οι ίδιοι, να τα κατανόησαν σωστά, άλλα πράγματα να τα πουν με πνεύμα οικονομίας και συγκατάβασης, γιατί οι άνθρωποι δεν είχαν τη δύναμη, να εννοήσουν το πραγματικό τους νόημα, άλλα πράγματα να τα πουν με αυστηρό και ελεγκτικό τρόπο, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους απειθείς αιρετικούς, που εξεγείρονταν εναντίον της Εκκλησίας, ενώ, τέλος, άλλα πράγματα να τα πουν λανθασμένα από άγνοια, γιατί, φυσικά, είναι ανθρώπινο, το να σφάλλει κανείς. Ακόμη, όμως, και αν οι Πατέρες της Εκκλησίας παραποίησαν κάτι ή παρεξέκλιναν από την ορθή πίστη, είτε γιατί θεολόγησαν για ζητήματα, για τα οποία δεν υπήρχε σωτηριολογική σημασία, είτε γιατί δεν τους παρακάλεσε ο λαός του Θεού, να του αποκαλύψουν την αλήθεια, που είναι αναγκαία για τη σωτηρία του, είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο, τον οποίο εμείς σήμερα αγνοούμε, αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση, ότι έχουμε το δικαίωμα, να τους αναγνωρίζουμε ως Πατέρες λιγότερο, από όσο θα τους αναγνωρίζαμε, αν δεν είχαν υποπέσει σε σφάλματα... αρκεί, φυσικά, να μην ακολουθούμε τη διδασκαλία τους στα σημεία εκείνα, που έκαναν λάθη...». (Παράφραση του κειμένου από το θεολόγο Μπερκουτάκη Μιχαήλ).

Τα λόγια του αγίου Φωτίου, είναι χαρακτηριστικά: Ένας άγιος Πατέρας, μας λέει σαφώς, ότι ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ να συναντήσουμε λάθη στα κείμενα των αγίων Πατέρων. Γι' αυτό και είναι αδικαιολόγητοι, όσοι εμμένουν σε φράσεις αγίων Πατέρων, για να υποστηρίξουν με φανατισμό ζητήματα που "δεν ήταν ζητούμενα" στην εποχή που γράφτηκαν, αλλά που σε μια μετέπειτα εποχή, διορθώθηκαν και διατυπώθηκαν σωστά, είτε από άλλους αγίους Πατέρες, είτε από επιστημονικά ντοκουμέντα, αν ήταν επιστημονικά ζητήματα, είτε όταν έφθασε πλέον ο καιρός να δοθεί γι' αυτά μια πληρέστερη θεώρηση από την Εκκλησία του Κυρίου.

Η Εκκλησία, είναι Εκκλησία αληθείας. Και είναι πάντα ενωμένη με τον Ζώντα Χριστό. Δεν εξαρτάται από κείμενα. Δεν προσκολλάται σε κείμενα και προσωπικές θέσεις, όταν τα στοιχεία δείχνουν κάτι διαφορετικό, ούτε έχει πρόβλημα να πει ότι όλα τα μέλη της είναι δυνατόν (ως άνθρωποι) να κάνουν λάθη. Και αυτό το ξεκαθαρίζει στο ανωτέρω κείμενο ένας άγιος Πατέρας, ο άγιος Φώτιος. Το ότι οι άγιοι Πατέρες έκαναν και λάθη, είναι Πατερική διδασκαλία!

Εάν λοιπόν κάποιος επιμένει, να αναζητάει μεταξύ των αγίων της Εκκλησίας το "αλάθητο", τότε κατ' ανάγκην πρέπει να δεχθεί ότι κάνει λάθος ένας άγιος της Εκκλησίας, ο άγιος Φώτιος!

Γ. Κ.

Totaliter aliter. 
«Δυο καλόγηροι τον μεσαίωνα —υποστηρίζει ένας μύθος— διερωτώντο σαν τι πράγμα να 'ταν ο ουρανός.

Ο πρώτος υποστήριζε ότι ήταν taliter, δηλ. όμοιος με αυτό τον κόσμο.

Ο δεύτερος επέμενε ότι είναι aliter, δηλ. διαφορετικός απ' αυτό τον κόσμο.

Στο τέλος, μη βρίσκοντας κάποια λύσι, αποφάσισαν να περιμένουν, ώσπου κάποιος από τούς δύο να πεθάνη, οπότε και θα έλεγε στον άλλο τι θα έβλεπε.
Μετά καιρό πέθανε ο ένας και τάφηκε.
Συνεπής στην υπόσχεσί του επισκέφθηκε τον άλλο στον ύπνο του και του είπε τα έξης, για το θέμα που τους απασχολούσε:

Nec taliter,

nec aliter,

sed

totaliter aliter.

Δηλαδή, ούτε όπως το σκεφτόσουν, ούτε όπως το σκεφτόμουν, αλλά τελείως διαφορετικά.
Πράγματι ο Ουρανός, η σφαίρα, δηλαδή, στην οποία η παρουσία του Θεού σ' όλη της τη μεγαλοπρέπεια αποκαλύπτεται, δεν είναι κάτι που μοιάζει ή που δεν μοιάζει με τον κόσμο τον όποιο βλέπουμε.

Η ακτινοβολία της αγιότητος του Θεού κυριαρχεί εκεί και πράγματα "που ανθρώπινο μάτι δεν είδε κι αυτί δεν άκουσε και σε καρδιά δεν ανέβηκαν" για να τα επιθυμήση, έχει εκεί ετοιμασμένα ο Θεός για εκείνους ττου σ' αυτή τη ζωή Τον αγάπησαν και τον υπηρέτησαν (Α' Κορ 2, 9).
Εκεί είναι “η σκηνή του Θεού, μετά των ανθρώπων", των λυτρωμένων του Χριστού (Απκ 22, 3)»(Β2, 200).

(Στο: αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Η Δευτέρα παρουσία, σελ.230-231)

Ο ΟΡΚΟΣ. (Γεωργίου Ι. Μαντζαρίδη, Ομοτίμου Καθηγητή Θεολογικής Αριστοτελείου Παν. Θεσσαλονίκης).

Ορισμός. 
Όρκος είναι η επίκληση του Θεού ή κάποιου ιερού προσώπου ή πράγματος για την επικύρωση της αλήθειας κάποιας διαβεβαιώσεως ή της ειλικρίνειας κάποιας υποσχέσεως. Ο ορκιζόμενος επικαλείται συχνά και κατάρες εναντίον του ή εναντίον προσφιλών προσώπων για την περίπτωση που η διαβεβαίωση του είναι ψευδής ή η υπόσχεσή του ανειλικρινής. Αλλά και όταν δεν γίνεται τέτοια επίκληση, εξυπακούεται ότι ο ορκιζόμενος παραδίδεται στην κρίση του Θεού και είναι έτοιμος να δεχθεί οποιαδήποτε τιμωρία σε περίπτωση αναλήθειας ή ανειλικρίνειας των λόγων του.

"Αληθείας" και "υποσχέσεως".
Ανάλογα με το περιεχόμενό του ο όρκος χαρακτηρίζεται είτε ως «όρκος αληθείας» είτε ως «όρκος υποσχέσεως». Ο όρκος αληθείας συνδέεται με το παρελθόν, ενώ ο όρκος υποσχέσεως με το μέλλον. Τέλος η παράβαση του όρκου αληθείας ονομάζεται ψευδορκία, ενώ η παράβαση του όρκου υποσχέσεως επιορκία.

Θρησκευτικός και πολιτικός
Ο όρκος αποτελεί παλαιότατο φαινόμενο του κοινωνικού βίου και προϋποθέτει την πίστη στη θεοκρισία, δηλαδή στο ότι ο Θεός ή κάποια ανώτερη δύναμη επεμβαίνει στα πράγματα του κόσμου και των ανθρώπων, για να υποκαταστήσει την αλήθεια ή τη δικαιοσύνη και να τιμωρήσει το ψεύδος ή την αδικία. Ο όρκος λοιπόν προϋποθέτει τη θρησκευτική πίστη, γι’ αυτό στον άθρησκο δεν έχει νόημα. Μέσα όμως στο πλαίσιο της ανεξιθρησκίας και της ελευθερίας της συνειδήσεως έχει εισαχθεί και ο λεγόμενος «πολιτικός όρκος» (1) . Αυτός γίνεται με επίκληση της τιμής και της συνειδήσεως του ορκιζόμενου και έχει σε περίπτωση ψευδορκίας ή επιορκίας τις ίδιες νομικές συνέπειες με τον θρησκευτικό όρκο.

Όρκος στην Π. Διαθήκη
Στην Παλαιά Διαθήκη, και ειδικότερα στον Μωσαϊκό Δεκάλογο, απαγορεύεται καταρχήν κάθε «επί ματαίω» χρήση του ονόματος του Θεού: «Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω» (2). H θέση αύτη δεν αποκλείει τη χρήση του όρκου. Αντίθετα μάλιστα την προϋποθέτει, αλλά την περιορίζει σε σοβαρά πράγματα. Εκείνο που απαγορεύεται στον Ισραηλίτη είναι η ψευδορκία ή η ψευδομαρτυρία (3) . Επίσης απαγορεύεται να ορκιστεί στο όνομα εθνικών θεών. Ο όρκος του είδους αυτού, που υποδηλώνει και αναγνώριση των θεών αυτών από τον ορκιζόμενο, ταυτίζεται με την απιστία και την αποστασία.
Εξάλλου στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης εμφανί ζεται ο ίδιος ο Θεός να ορκίζεται μπροστά στους ανθρώπους. Έτσι έχουμε τον όρκο του Θεού στον Αβραάμ (4), στον Δαυίδ (5) και σε άλλους (6) . Όπως είναι γνωστό, στην Παλαία Διαθήκη ο Θεός παρουσιάζεται να μετανοεί για ενέργειες ή παραχωρήσεις προς τους ανθρώπους εξαιτίας της αχαριστίας τους (7). Ο όρκος λοιπόν του Θεού, που συνοδεύει τις υποσχέσεις και τις επαγγελίες του, υπογραμμίζει από τη μια πλευρά τον αμετάκλητο χαρακτήρα των αποφάσεων του και από την άλλη τη σπουδαιότητα του περιεχομένου τους (8). Βέβαια ο όρκος αυτός παρουσιάζει κάποια ιδιοτυπία.Οι άνθρωποι ορκίζονται σε κάποιον ανώτερο τους, ενώ ο Θεός μη έχοντας ανώτερο του, ορκίζεται στον εαυτό του (9) .
Γενικά λοιπόν στην Παλαιά Διαθήκη δεν υπάρχει απόλυτη απαγόρευση του όρκου, παρά μόνο αυτού που γίνεται στο όνομα ψεύτικων θεών. Ο όρκος χρησιμοποιείται από ανθρώπους ή και από τον ίδιο τον Θεό για τούς ανθρώπους, εξαιτίας του ψεύδους που επικρατεί στις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων και της απιστίας ή της σκληροκαρδίας που τούς διακρίνει στις σχέσεις τους με τον Θεό. Είναι μάλιστα γνωστό ότι κατά τούς μεταγενέστερους χρόνους, και κυρίως κατά την εποχή του Χρίστου, ο όρκος είχε πάρει τέτοια έκταση και η διατύπωσή του είχε αποκτήσει τέτοια ποικιλομορφία στην ισραηλιτική κοινωνία, ώστε να υπάρχει γύρω από αυτόν ασύλληπτη περιπτωσιολογία (10).

Απαγόρευση όρκου στην Κ. Διαθήκη
Στην Καινή Διαθήκη όμως και την εκκλησιαστική παράδοση ο όρκος αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο. Ο Χριστός, σε αντιδιαστολή προς τον νόμο της Παλαιάς Διαθήκης και την πράξη των Ιουδαίων, απαγορεύει απόλυτα τη χρήση του όρκου: «Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως» (11) . Ακόμα διευκρινίζει ότι όρκος είναι όχι μόνο η επίκληση του ονόματος του Θεού, αλλά και η επίκληση οποιουδήποτε άλλου ιερού ονόματος ή πράγματος, επουράνιου ή επίγειου (12). Τα λόγια αυτά του Χριστού δεν έχουν μόνο αρνητικό άλλα και θετικό νόημα. Δεν απαγορεύουν μόνο τον όρκο, άλλα και απορρίπτουν το ψέμα. Ο όρκος είναι περιττός, όταν στα χείλη των ανθρώπων το ναι είναι ναι και το όχι όχι.

Η δυσκολία στην πράξη
Η καθημερινή όμως ζωή παρουσιάζεται προβληματική. Το ναι των ανθρώπων, ακόμα και των Χριστιανών, δεν δηλώνουν πάντοτε την αλήθεια για τα πράγματα. Γι’ αυτό θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν έπαυσε να έχει νόημα η χρήση του όρκου. Ο ισχυρισμός όμως αυτός προεξοφλεί ότι η ύπαρξη κάποιου κακού νομιμοποιεί τη θεσμοποίηση κάποιου άλλου. Έτσι παραγνωρίζεται η ελευθερία της συνειδήσεως του ανθρώπου και θεσμοποιείται η καταστρατήγηση μιας θρησκευτικής εντολής εν ονόματι της ψευτιάς και της απάτης που υπάρχει στην κοινωνική ζωή.

Και αν η καταστρατήγηση αυτή οδηγούσε πραγματικά στην καταπολέμηση του κοινωνικού κακού, θα μπορούσε ίσως να δικαιολογηθεί κοινωνικά, έστω και αν έπρεπε να καταδικαστεί θεολογικά. Αν όμως συμβαίνει και το κοινωνικό κακό να διατηρείται —ή και να μεγεθύνεται— και η θρησκευτική εντολή μαζί με την ελευθερία της συνειδήσεως του ανθρώπου να καταπατούνται εν ονόματι της δήθεν καταπολεμήσεως του κοινωνικού κακού, γίνεται φανερός ο παραλογισμός.

Περιπτώσεις όρκου στην Κ. Διαθήκη
Όσοι υποστηρίζουν τη χρήση του όρκου παρατηρούν διαθήκη ακόμα ότι και στην Καινή Διαθήκη η απαγόρευσή του δεν είναι απόλυτη. Σημειώνουν ότι υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις όποιες ορκίστηκε ο Απόστολος Παύλος ή και ο ίδιος ο Χριστός. Και πραγματικά, όταν ο Χριστός κλήθηκε από τον αρχιερέα να διαβεβαιώσει ενόρκως αν είναι ο Υιός του Θεού, απήντησε με τη φράση «συ είπας» (13), που μπορεί να ερμηνευθεί και ως κατάφαση στην πρόκληση για ένορκη διαβεβαίωση. Αλλά και ο Απόστολος Παύλος επικαλείται σε ορισμένα σημεία των επιστολών του τον Θεό ως μάρτυρα των λόγων του (14). Μήπως έχουμε λοιπόν εδώ αποκλίσεις από τον γενικό κανόνα τού Χριστού «μη ομόσαι όλως»;

Η βασική διαφορά
Οι όρκοι που αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη διαφέρουν βασικά από τούς συνηθισμένους. Γι’ αυτό δεν είναι σωστή η επίκλησή τους για τη δικαιολόγηση του όρκου στην καθημερινή ζωή. Οι όρκοι της Καινής Διαθήκης δεν αφορούν ανθρώπινες υποθέσεις, άλλα αλήθειες που αναφέρονται στον ίδιο τον Θεό. Ο Χριστός ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του αρχιερέα να διαβεβαιώσει αν είναι ο Υιός τού Θεού, δεν διαβεβαιώνει μια οποιαδήποτε αλήθεια, αλλά την αλήθεια για τη θεότητά του.

Το όνομα του αιώνιου Θεού δεν χρησιμοποιείται για να επικυρωθεί κάποια συμβατική αλήθεια, αλλά η αλήθεια τού Θεού. Το ίδιο σχεδόν παρατηρείται και στις περιπτώσεις των όρκων του Αποστόλου Παύλου. Ο Απόστολος του Θεού επικαλείται ως μάρτυρα τον Θεό, για να επικυρώσει την αλήθεια ή την αυθεντικότητα του κηρύγματος και γενικότερα της αποστολής του στον κόσμο. Και είναι χαρακτηριστικό ότι οι περιπτώσεις κατά τις όποιες ο Απόστολος Παύλος επικαλείται τη μαρτυρία του Θεού συνδέονται με τη μαρτυρία του θείου θελήματος στους ανθρώπους. Γι’ αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο όρκος του Αποστόλου παρέχεται μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της θεοπνευστίας του (15).

Μέ όσα σημειώθηκαν γίνεται, νομίζουμε, φανερό ότι οι περιπτώσεις όρκων πού αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη έχουν εντελώς ιδιαίτερο χαρακτήρα και δεν περιορίζουν την απόλυτη απαγόρευση του όρκου ούτε δικαιολογούν τη χρήση του στην καθημερινή ζωή. H επίκληση του ονόματος του Θεού για την επικύρωση των λόγων του ανθρώπου είναι θεμιτή, όταν γίνεται για θείες αλήθειες. Αυτό σημαίνει ότι ο ορκιζόμενος πρέπει ή να είναι θεόπνευστος ή να βεβαιώνει αλήθειες που φανέρωσε ο Θεός στον κόσμο. Σε κάθε άλλη περίπτωση η χρήση του όρκου αποτελεί παράβάση της θείας εντολής.

Η θέση των Πατέρων
Την απόλυτη απαγόρευση του όρκου διδάσκουν ομόφωνα οι Πατέρες της Εκκλησίας (16). Ο Μ. Βασίλειος επισημαίνει ότι ο όρκος απαγορεύθηκε μια για πάντα (17). Στο ερώτημα, πώς μπορεί κάποιος να πείθει τούς άλλους, όταν αποφεύγει τον όρκο, ο άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος απαντά: με τον λόγο και τη συμπεριφορά που θα πιστοποιεί τον λόγο του (18). Η επιορκία, όπως και η ψευδορκία, είναι άρνηση του Θεού. Αυτή όμως προϋποθέτει τον όρκο, γιατί δεν μπορεί κάποιος να αθετήσει όρκο που δεν έδωσε(19).

Παράλληλα βέβαια αυτός που δεν ορκίζεται δεν πρέπει να απαιτεί όρκο από τους άλλους (20). Εξάλλου ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί ότι ο όρκος στο Ευαγγέλιο που απαγορεύει τον όρκο αποτελεί ύβρη και καθαρή παραφροσύνη (21). Ό άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς απορρίπτει επίσης τελείως τη χρήση του όρκου. Σε όσους όμως δεσμεύτηκαν με όρκο προτείνει να τηρήσουν πιστά τις υποσχέσεις τους, αν αυτές είναι σύμφωνες με το θέλημα του Θεού, άλλα και να ζητήσουν ταυτόχρονα το έλεος του Θεού, γιατί ακόμα και σε περίπτωση ευορκίας δεν παύουν να είναι παραβάτες της εντολής του(22).

Οι νεώτερες εξελίξεις
Η χρήση λοιπόν του όρκου στην καθημερινή ζωή αποτελεί καταστρατήγηση της ρητής εντολής του Χριστού «μη ομόσαι όλως». Το παράδοξο μάλιστα είναι ότι ο όρκος χρησιμοποιείται σήμερα επίσημα και στην εκκλησιαστική δικαιοσύνη. Η απαράδεκτη αυτή κατάσταση εμφανίστηκε με την ανασύσταση του ελληνικού κράτους(23). Εξαιτίας της δημιουργήθηκε η έντονη διαμάχη ανάμεσα στον Οικονόμο τον εξ’ Οικονόμων και τον Θεόκλητο Φαρμακίδη. Ο πρώτος ακολουθώντας την ομόφωνη διδασκαλία, αλλά και την πράξη τής Εκκλησίας, υποστήριξε ότι οι Χριστιανοί δεν πρέπει να ορκίζονται. Αντίθετα ο Φαρμακίδης θεώρησε τον όρκο επιτρεπτό, ιδίως όταν επιβάλλεται από την πολιτεία(24).

Αντιμετωπίζοντας το θέμα αυτό το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εξέδωσε το 1849 εγκύκλιο επιστολή «Προς τους απανταχού Ορθοδόξους», που υπογράφεται και από τους Προκαθημένους των τριών άλλων πρεσβυγενών Πατριαρχείων. Στην επιστολή καυτηριάζεται με δριμύτητα η άποψη ότι η χριστιανική πίστη δεν απαγορεύει τον όρκο και ότι οι πιστοί μπορούν να ορκίζονται στα δικαστήρια «απροκριματίστως και οσίως»(25).

Αμφισβητήσιμη χρησιμότητα
Ενώ όμως από θεολογική άποψη ο όρκος είναι απαράδεκτος, στο πλαίσιο της κοινωνικής ζωής υποστηρίζονται αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις. Άλλοι δέχονται τη χρησιμότητα και αναγκαιότητά του για την εξεύρεση της αλήθειας ή για την ηθική δέσμευση του ανθρώπου σε κάποιον σκοπό, ενώ άλλοι αποδοκιμάζουν τη χρήση του είτε για λόγους ελευθερίας της συνειδήσεως είτε για λόγους ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όταν ο άνθρωπος για θρησκευτικούς ή άλλους λόγους δεν θέλει να ορκιστεί, η επιβολή του όρκου δεν αποτελεί μόνο απαράδεκτη παραβίαση της ελευθερίας της συνειδήσεώς του αλλά και θεσμοποιημένη προσβολή (26) .

Άλλωστε η χρησιμότητα του όρκου για την εξεύρεση της αλήθειας είναι πολύ αμφισβητήσιμη. Σχετικά ο ιερός Χρυσόστομος λέει: «Αν πιστεύεις ότι ο άνθρωπος είναι φιλαλήθης, μην τον εξαναγκάσεις να ορκιστεί˙ αν πάλι γνωρίζεις ότι ψεύδεται, μην τον αναγκάσεις να επιορκίσει» (27) . Ο φιλαλήθης λέει την αλήθεια και όταν ακόμα δεν πιεστεί με τον όρκο, ενώ ο ψευδολόγος δεν διστάζει να καταφύγει στο ψεύδος και ενόρκως, οπότε προσθέτει στην ψευδολογία του και την ψευδορκία ή την επιορκία.

Πρακτικές προτάσεις
Ο Χρήστος Ανδρούτσος, αν και δεν θεωρούσε ως απόλυτη την απαγόρευση του όρκου στον Χριστιανισμό, δεχόταν ότι ο όρκος είναι επαχθής τύπος, που πρέπει να καταργηθεί. Ως μέτρα για τη σταδιακή κατάργησή του είχε προτείνει τα έξης:
α)Να καταργηθεί πριν από όλα ο όρκος της επαγγελίας και να αντικατασταθεί με απλές εκφράσεις, που να βεβαιώνουν ότι ο υπάλληλος θα εκτελεί τα καθήκοντά του τίμια και ευσυνείδητα.
β) Να περιορισθεί ο όρκος σε σοβαρότατα πράγματα, να μην επιβάλλεται για χρηματικά ζητήματα και να παρέχεται με όλη την απαιτούμενη σοβαρότητα.
γ) Να είναι οι άνθρωποι ελεύθεροι να ορκίζονται ή όχι (28).
Το τρίτο από τα μέτρα αυτά, που σε τελική ανάλυση κάνει περιττά και τα δύο προηγούμενα, είχε ήδη κατοχυρωθεί στην Ελλάδα με το Σύνταγμα του 1975. Σύμφωνα με αυτό κανένας 'Έλληνας πολίτης δεν πρέπει να υποχρεώνεται να ορκίζεται, όταν οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις απαγορεύουν τον όρκο (29). Και οι διατάξεις των άρθρων 220§ 2 του ΚΠοινΔ και 408 § 3 του ΚΠολΔ δίνουν το δικαίωμα σε όσους πρεσβεύουν θρησκεία που δεν επιτρέπει τον όρκο να μην ορκίζονται, αλλά να δίνουν τη διαβεβαίωσή τους επικαλούμενοι την τιμή και τη συνείδησή τους. Το ίδιο ισχύει και για όσους δεν πρεσβεύουν καμία θρησκεία. Κατά περίεργο όμως και αντισυνταγματικό τρόπο το δικαίωμα αυτό δεν αναγνωριζόταν στους Ορθοδόξους Χριστιανούς, όταν και αυτοί δήλωναν ότι πρεσβεύουν θρησκεία που απαγορεύει τον όρκο. Γι’ αυτό είχε τονισθεί από πολλούς η ανάγκη για προσαρμογή της σχετικής νομοθεσίας προς το Σύνταγμα (30), ενώ από το 1998 δημιουργήθηκε και σχετική νομολογία με απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας (Αριθμ. 2601/1998). Εδώ δεν μπορεί να μην επισημανθεί και η παράλειψη της αρμόδιας εκκλησιαστικής αρχής να τακτοποιήσει το θέμα. Η απλή δήλωσή της ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία απαγορεύει τον όρκο θα ήταν αρκετή για την κατάργηση της επιβολής του.
Αλλά από τις 16.9.2001 το άρθρο 408 του ΚΠολΔ. αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2915.2001, το όποιο στην § 7 ορίζει ότι ο μάρτυρας που οφείλει να ορκισθεί ερωτάται, αν προτιμά να δώσει θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο, χωρίς να δηλώσει το θρήσκευμά του. Έτσι και ο Ορθόδοξος Χριστιανός μπορεί να δηλώσει «στην τιμή και στη συνείδησή» του την αλήθεια της καταθέσεώς του.

Παραπομπές

1. Βλ. Β. Αντωνιάδου, Εγχειρίδιον κατά Χριστόν Ηθικής, τόμ. Β’, Κωνσταντινούπολις 1927, σ. 205.
2. Eξοδ.. 20,7. Πρβλ. Δευτ. 5,11.
3. «Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή». Εξοδ. 20,16. Δευτ. 5,11. «Ουκ ομείσθε τω ονόματί μου επ’ αδίκω και ου βεβηλώσετε το όνομα το άγιον του Θεού υμών». Λευιτ. 19,12. Πρβλ. καί Μαλ. 3,5.
4. «Κατ’ εμαυτού ώμοσα, λέγει Κύριος, ου είνεκεν εποίησας το ρήμα τούτο, και ουκ εφείσω του υιού σου του αγαπητού δι’ εμέ, ή μην ευλογών ευλογήσω σε, και πληθύνων πληθυνώ το σπέρμα σου...». Γεν. 22,16 κ.έ.
5. «Ώμοσε Κύριος τω Δαυίδ αλήθειαν και ου μη αθετήσει αυτήν», Ψαλμ. 131,11.
6. Βλ. π.χ. Δευτ. 6,18. Αμ. 4,2.6,8. Ησ. 45,23 κ.ά.
7. Βλ. π.χ. Α' Βασ. 15,35. Α' Παρ. 21,15. Ψαλμ. 105,45.
8. Βλ. Ψαλμ. 109,4. Εβρ. 7,20-22 .
9. Βλ. Εβρ. 6,13-6.
10. Βλ. Ματθ. 5,33 κ.έ. 23,16 χ.έ.
11. Ματθ. 5,34.
12. Βλ. Ματθ. 5,34-7.
13. Ματθ. 26.64.
14. Βλ. Ρωμ. 1.9. Β' Κορ. 1.23. Γαλ. 1,20. Φίλοι. 1,8. Α Θεσ. 2,5.
15. Βλ. Β’ Κορ. 1,15 κ.έ. Γρηγορίου Θεολόγου, Έπη ηθικά, PG 37,806.

16. Βλ. π.χ, ’Ιουστίνου, Απολογία 1,16,5. Μ. Βασιλείου, Επιστολή 199 (Κανονική) 29, έκδ. Υ. Courtonne, τόμ. 2, σ. 160,PG32,725AB. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος είς τό άγιον Πάσχα 45,17, PG 36,648Β. Έπη ηθικά 24, PG 37,790. Ισιδώρου Πηλουσιώτου, Επιστολή 1,155, PG 78,288Α.
17. Βλ. Μ. Βασιλείου, Κανών 29.
18. Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Έπη ηθικά, PG 37,940.
19. Βλ. Γρηγορίου Νυσσης, Είς Άσμα ασμάτων 13, έκδ. W. Jaeger, Gregorii Nysseni Opera, τόμ.. 8, σ, 371, PG44,1040A.
20. Βλ. ’Ισιδώρου Πηλουσιώτου, Επιστολή 155, PG 78,288A.
21. «Σύ δέ, εί μηδέν έτερον, αυτό γουν το βιβλίον αίδέσθητι ο προτείνεις είς όρκον, και το Ευαγγέλιον, ό μετά χείρας λαμβάνων κελεύεις ομνύναι, ανάπτυξον, και ακούσας τί περί όρκων ό Χριστός εκεί διαλέγεται, φρίξον και απόστηθι. Τί ούν εκεί περί όρκων φησίν; Έγώ δέ λέγω υμίν, μή ομόσαι όλως· σύ δέ τον νόμον τον κωλύοντα ομνύναι, τούτον όρκον ποιείς; Ω της ύβρεως! Ω της παροινίας! Ταυτόν γάρ ποιείς, ώσπερ αν ει τις τον νομοθέτην τον κωλύοντα φονεύειν, αυτόν σύμμαχον κελεύοι γενέσθαι προς την σφαγήν». Ιω. Χρυσοστόμου, Εις ανδριάντας 15,5, PG 49,160.
22. Γρηγορίου Παλαμά, Δεκάλογος της κατά Χριστόν νομοθεσιας 3, έκδ. Π. Χρήστου, Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, τόμ. 5, σ, 254-5. Για απόψεις συγγραφέων τής περιόδου τής Τουρκοκρατίας σχετικά με τον όρκο βλ. Β. Καλλιακμάνη, Η χρήση του Δεκαλόγου στην Τουρκοκρατία, Θεσσαλο¬νίκη 1988, σ. 108-17.
23. Βλ. Τ. Γριτσοπούλου, «Περί όρκου», Αρχείον Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου 7(1952), Άθήναι 1952, σ. 115 κ.έ.
24. Βλ. (Θ. Φαρμακίδου), Περί όρκου, Άθηναι 1849. Νεκταρίου Κεφαλά, Μητροπολίτου Πενταπόλεως, «Περί όρκου», Θεολογικαί μελέται (εκδ. Τίτου Ματθαιάκη, Μητροπολίτου πρ. Παραμυθίας), Άθηναι 1990, σ. 61 κ.ε.
25. Γ. Ράλλη - Μ. ΓΙοτλη, Σύνταγμα Θείων και Ιερών κανόνων, τόμ. 5, Αθηναι 1855, σ. 617 κ.ε.

26. Βλ. Χρ. Ανδρούτσου, Σύστημα Ηθικής, σ. 340, βλ. και σημ. σ. 341-3.
27. Ιω. Χρυσοστόμου, Εις ανδριάντας 15,5, PG 49,161
28. Βλ. Χρ, Ανδρούτσου, σ. 341.
29. Βλ, Άρθρο 13 §1.
30. Για περισσότερα βλ. Γ. Αρβανίτη, Ποινικά Χρονικά 29(1979), σ. 179- 182. Γ. Μαντζαρίδη, «Το πρόβλημα της επιβολής του όρκου», Μελέτες, τεύχ. 5, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 116-22. Ευ, Μαντζουνέα, Το πρόβλημα του όρκου, Αθήναι 1979. Ευ, Κρουσταλάκη, «Η υποχρέωση ορκοδοσίας εκείνων που πρεσβεύουν τη χριστιανική θρησκεία ιδίως μετά το Σύνταγμα του 1975», Δίκη 11(1980), σ. 3-33, Γ. Πρίντζιπα, «Ο δικονομικός όρκος και η αντίθεσή του προς το Σύνταγμα», Δίκη 11(1980), σ. 33-43. Σ. Παπαθεμελή, Το ζήτημα του όρκου, Θεσσαλονίκη 1981. Δ. Αθανασοπούλου, Το απαράδεκτον του όρκου, Αθήνα 1994.

(Χριστιανική Ηθική, τόμος Β, εκδ. Πουρναρά, 2004, σελ. 483-492)

Γεωργίου Μαντζαρίδη, ομοτίμου καθηγητή Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπ. Θεσσαλονικης.

«Απροϋπόθετη ενανθρώπηση»
Ορισμένοι δυτικοί θεολόγοι του Μεσαίωνα, αλλά και νεότεροι ορθόδοξοι θεολόγοι, επικαλούμενοι κυρίως τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, υποστήριξαν ότι η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού ανήκει στο αρχικό σχέδιο της δημιουργίας και είναι ανεξάρτητη από την πτώση του ανθρώπου.

Ισχυρίσθηκαν δηλαδή ότι ο Λόγος του θεού θα γινόταν άνθρωπος, ακόμα και αν ο άνθρωπος δεν αμάρτανε και δεν είχε ανάγκη σωτηρίας (απροϋπόθετη ενανθρώπιση).

Η άποψη όμως αυτή, που δεν συμφωνεί με την παράδοση της Εκκλησίας, ούτε με τον ίδιο τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ενέχει σοβαρές θεολογικές συνέπειες. Έτσι μπορεί η δημιουργία του ανθρώπου να εκληφθεί ως προκαταρκτικό έργο για την ενανθρώπηση του Θεού, και η ενανθρώπηση του Θεού ως το τελικό στάδιο κάποιας θεογονικής εξελίξεως (53).

Ο σκοπός της θείας ενανθρωπήσεως δεν είναι άλλος, παρά η σωτηρία και ανακαίνιση του ανθρώπου. Αν δεν υπήρχε ανάγκη να σωθεί ο άνθρωπος, δεν θα γινόταν ο Θεός άνθρωπος. Προηγείται η ανάγκη της σωτηρίας του ανθρώπου και έπεται η οικονομία της θείας ενανθρωπήσεως (54). Ή όπως επιγραμματικά σημειώνει ο ιερός Χρυσόστομος, δεν υπάρχει «άλλη τις αιτία της οικονομίας», παρά μόνο η σωτηρία του ανθρώπου (55).

Aν παραμέναμε αυτό που ήμασταν και τηρούσαμε την εντολή, παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, θα γινόμασταν αυτό που δεν ήμασταν, δηλαδή αθάνατοι, και θα πλησιάζαμε τον Θεό. Επειδή όμως με τον φθόνο του διαβόλου εισήλθε στον κόσμο ο θάνατος και παρέσυρε τον άνθρωπο, έγινε ο Θεός άνθρωπος και πάσχει μαζί μας και πτωχεύει με τη σάρκωσή του, για να πλουταίνουμε εμείς με τη δική του πτωχεία (56). Αν δεν είχε προηγηθεί δηλαδή η πτώση του ανθρώπου, δεν θα υπήρχε λόγος να πραγματοποιηθεί η ενανθρώπηση του Θεού και στη συνέχεια η σταύρωσή του.
Ο σκοπός της ενανθρωπήσεως
Με τη θεωρία της απροϋπόθετης ενανθρωπήσεως κινδυνεύει να εκληφθεί το μυστήριο της θείας οικονομίας ως προσποιητή διαδικασία. ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, για να τελειωθεί «καθ’ ομοίωσίν» του. Παράλληλα προνόησε, ώστε και μετά την παράβαση της εντολής, στην οποία θα προέβαινε ο άνθρωπος, να μη ματαιωθεί ο σκοπός της δημιουργίας, αλλά να καταστεί δυνατή η πραγμάτωσή του με την ενανθρώπηση. Αυτό δηλαδή που δεν κατόρθωσε ο άνθρωπος, επειδή απατήθηκε από τον διάβολο και αθέτησε την εντολή, το προσφέρει ο Θεός με την ενανθρώπησή του. Ο σκοπός της θείας ενανθρωπήσεως δεν βρίσκεται στον Χριστό αλλά στον άνθρωπο. Και γίνεται ο Θεός άνθρωπος, επειδή εξαρχής ο σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου ήταν να ομοιάσει προς τον Θεό.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει ότι η ενανθρώπηση του Χριστού είναι το «προεπινοούμενον τέλος, ου ένεκα μεν πάντα, αυτό δε ουδενός ένεκα» (57) . Kάτι παρόμοιο παρατηρεί και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (58) , όπως και άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτά όμως λέγονται με το δεδομένο της πτώσεως του ανθρώπου, που προγνώριζε ο Θεός. Και με το δεδομένο αυτό τα πάντα κορυφώνονται στην ενανθρώπηση του Θεού, που συμπίπτει με τη θέωση του ανθρώπου.
Η πατερική μεθοδολογία
Οι Πατέρες της Εκκλησίας θεολογούν στηριζόμενοι στα γεγονότα της θείας οικονομίας και της ανθρώπινης ιστορίας. Δεν πιθανολογούν για υποθετικές περιπτώσεις, όπως έκαναν αργότερα οι σχολαστικοί. Και μέσα στο πλαίσιο της θείας οικονομίας η ενανθρώπηση του Θεού αποτελεί ασφαλώς τον ύψιστο και τελικό σκοπό. Όταν όμως σε άλλες περιπτώσεις οι ίδιοι οι Πατέρες αναφέρονται στην αιτία της θείας ενανθρωπήσεως, την συνδέουν αμέσως με την σωτηρία του εκπεσόντος ανθρώπου(59) .

Και ο ίδιος ο άγιος Μάξιμος στη συνέχεια του κειμένου που παραθέσαμε σημειώνει ότι το έργο που «προεπενοήθη» και πραγματοποιήθηκε με την έλευση του Χριστού αποτελεί εκπλήρωση της προγνώσεως του Θεού (60). Ο άχρονος Θεός κρίνει με την πρόγνωση, χωρίς να χρειάζεται να αναμείνει την έκβαση των πραγμάτων. Προγνωρίζει τα πάντα, αλλά δεν προκαθορίζει τα πάντα (61). Άλλωστε και σε άλλα κείμενά του ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρει σαφώς ως προϋπόθεση της ενανθρωπήσεως την πτώση του ανθρώπου και την ανάγκη σωτηρίας της φύσεώς του (62).

Χαρακτηριστικός μάλιστα είναι και ο τρόπος με τον οποίο απαντά ο άγιος Μάξιμος στο ερώτημα μοναχού σχετικά με τον σκοπό της θείας ενανθρωπήσεως. Απορώ, λέει, πως με ρωτάς για το θέμα αυτό, ενώ καθημερινά ακούς το Σύμβολο της πίστεως, όπου υπάρχει η απάντηση(63) . Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η θεωρία της απροϋπόθετης ενανθρωπήσεως ακυρώνει το περιεχόμενο του ονόματος «Ιησούς-Σωτήρ»(64) , που έλαβε ο Λόγος του Θεού κατά την ενανθρώπησή του.

(53)  «Η σάρκωσις του Θεού Λόγου δεν δύναται να είναι το τελικόν στάδιον Θεογονικής πορείας, τουτέστι τελείωσις εξελίξεως εν τη Ιδία τη Θεότητι, και άρα αναγκαία δια τον Ίδιον τον Θεόν προς ολοκλήρωσιν του Είναι Αυτού». Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 202. Πρβλ. και Περί προσευχής, σ. 138.
(54)  «Προηγείται γαρ του γενέσθαι αυτόν άνθρωπον η των ανθρώπων χρεία, ης άνευ ουκ αν ενεδύσατο σάρκα». Μ. Αθανασίου, Κατά Αρειανών 2,54, PG 26, 261B.
(55)  Βλ. Ιω. Χρυσοστόμου, Ομιλία εις Γένεσιν 3,3, PG 53,36.
(56)  Βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 44,4, PG36,612B. Πρβλ. και Γρηγορίου Νύσσης, Κατά Ευνομίου 3, PG 45,584AB. «Της γαρ οδού της πρώτης καταφθαρείσης, έδει πάλιν εγκαινισθήναι τοις πλανωμένοις οδόν πρόσφατόν τε και ζώσαν, αυτόν εμέ, ος ειμι οδός».
(57)  Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον 60,PG 90,621A.
(58)  «Και η απ’ αρχής γαρ καταβολή του κόσμου προς τούτον έβλεπε, τον κάτω μεν ως Υιόν ανθρώπου βαπτιζόμενον, άνωθεν δε Υιόν αγαπητόν μόνον μαρτυρούμενον Θεού, δι’ον τα πάντα και δι’ου τα πάντα καθάπερ ο Απόστολος φησιν. Ουκούν και η απ’αρχής παραγωγή του ανθρώπου δι’ αυτόν, κατ’ εικόνα πλασθέντος του Θεού, ίνα δυνηθή ποτε χωρήσαι το αρχέτυπον… προς τούτο τείνειν απ’ αρχής το τέλος, την θεανδρικήν οικονομίαν λέγω, ή και απ’αρχής άχρι τέλους διηκόνησαν». Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 60,12, έκδ. Σ. Οικονόμου, σ. 259.
(59)  «Μάνθανε, ότι δια τούτο Θεός εν σαρκί, επειδή έδει την καταρασθείσαν σάρκα ταύτην αγιασθήναι, την ασθενήσασαν ενδυναμωθήναι, την αλλοτριωθείσαν Θεού, ταύτην οικειωθήναι αυτώ, την εκπεσούσαν του παραδείσου ταύτην εις ουρανούς αναχθήναι». Μ. Βασιλείου, Εις την αγίαν του Χριστού γέννησιν 3,PG 31,1464A. Πρβλ. και Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 21,PG 151,277ΑΒ: «Ο γέγονε, δι’ ημάς γέγονεν ο Κύριος… και ον έζησε βίον, δι’ ημάς έζησε… και άπερ έπαθε τη σαρκί, δι’ ημάς έπαθε, τα ημών εξιώμενος πάθη».
(60)  «Ένωσις γαρ προεπενοήθη των αιώνων… ήτις εν Χριστώ επ’ εσχάτων των χρόνων φανερωθέντι γέγονε· πλήρωσιν δούσα τη προγνώσει του Θεού δι’ εαυτής». Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον 60,PG90,621BC.
(61)  «Χρή γινώσκειν, ως πάντα μεν προγινώσκει ο Θεός, ου πάντα δε προορίζει». Ιω. Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως 2,30 (44), PG 94,969D-72A.
(62)  Βλ. Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον 63, PG 90,692B. Περί αποριών, PG 91,1040B, 1097CD και 1304D-1308C.
(63)  «Αδελφός ηρώτησε γέροντα λέγων· παρακαλώ σε, πάτερ, ειπείν μοι, τις ο σκοπός της του Κυρίου ενανθρωπήσεως. Και ο γέρων αποκριθείς είπε· θαυμάζω σε, αδελφέ, ότι καθ’ ημέραν του συμβόλου ακούων της πίστεως, περί τούτου με ερωτάς. Πλήν λέγω σοι, ότι ο σκοπός της του Κυρίου ενανθρωπήσεως, η ημετέρα ην σωτηρία. Και ο Αδελφός είπε· πως λέγεις, Πάτερ; Και απεκρίθη ο γέρων· επειδή γαρ ο άνθρωπος απ’ αρχής γεγονώς υπό του Θεού, και εν τω παραδείσω τεθείς, την εντολήν παραβάς, τη φθορά και τω θανάτω υπέπεσεν· είτα τη ποικίλη του Θεού προνοία κατά
πάσαν γενεάν και γενεάν κυβερνώμενος, επέμενεν επί το χείρον προκόπτων, υπό των ποικίλων της σαρκός παθημάτων αγόμενος τω απελπισμώ της ζωής· τούτου χάριν ο μονογενής του Θεού Υιός, ο προαιώνιος Λόγος ο εκ Θεού Πατρός, η πηγή της ζωής και της αθανασίας, επέφανεν ημίν τοις εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένοις». Μαξίμου Ομολογητού, Λόγος ασκητικού, PG 90,912AB.
(64) «Και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν· αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτού». Ματθ. 1,21. Βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, σ. 201-2.

(Χριστιανική Ηθική, τόμος 2, εκδ. Πουρναρα, σελ. 54-58)


Θεολόγος είσαι; Να μας μιλήσεις.
 Επείσθην και εγώ και, πράγματι, την επόμενη Κυριακή (δε θυμούμαι τώρα ακριβώς την ημερομηνία, ήταν Σεπτέμβριος) πήγα πρωί πρωί στον Άγιο Γεράσιμο. Ο Γέροντας βρισκόταν στην Αγία Πρόθεση και έκανε την προετοιμασία για τη Θεία Λειτουργία στην Πρόθεση.
Εγώ, επειδή συνήθιζα να πηγαίνω στο Ιερό, μπήκα στο Ιερό. Ο Γέροντας ήταν αφοσιωμένος στην Αγία Πρόθεση. Περίμενα κάποια στιγμή να τελειώσει, να τον χαιρετήσω, να του ασπασθώ το χέρι και να έρθω σε μια πρώτη επαφή.
Όντως, μετά από κάμποση ώρα, όταν κάλυψε την Αγιά Πρόθεση, στράφηκε προς το μέρος μου και εγώ του έβαλα μετάνοια και του φίλησα το χέρι.
Ο Γέροντας με καλωσόρισε με τούτα τα λόγια:
-    Καλώς  τονε, Θεολόγος είσαι;
-     Ναι, Γέροντα.
-    Αφού βρέθηκες εδώ, να μας μιλήσεις.
-    Άμα έχω την ευλογία σας…
 Αφού συλλογίστηκα λίγο, γιατί δεν είχα σκεφτεί και την ευαγγελική περικοπή, που θα ανεγινώσκετο εκείνη τη μέρα, του λέω:
-    Γέροντα, αν είναι δυνατό να δω λίγο την ευαγγελική περικοπή, αν και δεν πρέπει να γίνεται έτσι πρόχειρα το κήρυγμα. Θα πρέπει κανείς να προετοιμάζεται, αλλά εφόσον εσείς το προτείνετε, το δέχομαι.
-    Μου έδωσε πράγματι το Ευαγγέλιο, διάβασα την περικοπή και μετά το τέλος, έρχεται ξανά και μου λέει:
-    Που θα μιλήσεις; Μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου ή στο κοινωνικό, που έρχονται οι περισσότεροι, για να ωφελήσουμε περισσότερους ανθρώπους; [Ι 155π.]

(Ανθολόγιο Συμβουλών,Γέροντος Πορφυρίου, εκδ. Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, σελ. 236-237)

Του Καθηγητή κ Στυλιανού Παπαδιπούλου.

Η Εκκλησία χρησιμοποιεί, εκλεκτικά πάντοτε, τη γλώσσα του πνευματικού περιβάλλοντος και όχι το πνευματικό (φιλοσοφικό-ηθικιστικό-κοσμολογικό) περιεχόμενο της γλώσσας αυτής. Ακριβέστερα, δεν υπήρξε πραγματική διαλεκτική μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας, όπως αφελώς και ανέρειστα επαναλαμβάνεται.
Διαλεκτική θα ήταν η σχέση αν η θεολογία δεχότανε κάποιες, τουλάχιστον, από τις θεμελιώδεις αντιλήψεις ή λύσεις της φιλοσοφίας. Αυτό δεν συνέβη ποτέ.

Η θεολογία για την καίρια και αποκεκαλυμμένη θεία αλήθεια χρησιμοποιούσε μόνο γλωσσικούς όρους και δομές της φιλοσοφίας και σ’ αυτούς έδινε άλλο περιεχόμενο.

Όταν, π.χ., ο Παύλος απευθυνότανε στους Αθηναίους και χρησιμοποιούσε τον λόγο του φιλοσόφου Άρατου (Φαινόμενα 5) «του γαρ και γένος εσμέν» (Πράξ. 17: 28), δεν δανειζότανε και την αντίληψη του Άρατου για τον Θεό και τον άνθρωπο. Δεν λάμβανε από τον φιλόσοφο παρά μόνο μια ωραία φράση, που γνώριζαν οι Αθηναίοι και που αυτήν ακούγοντας τα ελκύονταν ν’ ακούσουν τη διδασκαλία του Παύλου για τον Θεό και τον άνθρωπο.

Το ίδιο και στην περίπτωση του Ευαγγελιστή Ιωάννη, που χρησιμοποίησε τον ήδη πολύ γνωστό όρο «λόγος». Άλλο με τον όρο αυτόν κατανοούσαν οι φιλόσοφοι και άλλο ο Ιωάννης. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για διαλεκτική σχέση.
Πρώτος που εξήγησε με σαφήνεια την ιερή αυτή τακτική της θεολογίας είναι ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (390). Ο ομώνυμος της θεολογίας ιερός αυτός άνδρας αφενός μεν συνιστούσε να παραβλέπουν και να περιφρονούν οι χριστιανοί τη θύραθεν σοφία,
«Σοφία πρώτη, τοιαύτης [=θύραθεν] σοφίας υπεροράν, της εν λόγω κείμενης και στροφαίς λέξεων και ταις κιβδήλοις και περιτταίς αντιθέσεσι»
(=η πρώτη σοφία είναι το να παραβλέπει κανείς αυτού του είδους τη σοφία [=τη θύραθεν], η οποία βρίσκεται στο λόγο και στα λεκτικά σχήματα και στις ψευδείς και περιττές αντιθέσεις. ΕΠΕ 5, 325). (Λόγος ΙΣΤ’, PG 35, 936C)
αφετέρου δε ως «παίδευσιν» τη θεωρούσε σπουδαίο αγαθό και κατηγορούσε ως «σκαιούς» εκείνους τους χριστιανούς που την απέρριπταν και τη βδελύσσονταν, γιατί δήθεν τους οδηγούσε μακριά από τον Θεό:
«Οίμαι δε πάσιν ανωμολογείσθαι τον νουν εχόντων παίδευσιν των παρ’ ημίν αγαθών είναι πρώτον. Ου ταύτην μόνην την ευγενεστέραν και ημετέραν [=τη χριστιανική] …  αλλά και την έξωθεν, ην οι πολλοί χριστιανών διαπτύουσιν ως επίβουλον και σφαλεράν και Θεού πόρρω βάλλουσαν, κακών ειδότες… Ούκουν ατιμαστέον την παίδευσιν … αλλά σκαιούς και απαιδεύτους, υποληπτέον τους ούτως έχοντας…».
(=Νομίζω ότι όλοι όσοι έχουν νου έχουν ομολογήσει, ότι η μόρφωση είναι το πρώτο αγαθό που έχουμε. Όχι μόνο αυτή η ευγενέστερη και δική μας [=η χριστιανική]… αλλά και η εξωτερική την οποία πολλοί χριστιανοί από κακή εκτίμηση απορρίπτουν, διότι τάχα είναι ύπουλη και απαητλή και απομακρύνει από το Θεό, σκεπτόμενοι κακώς… Δεν πρέπει λοιπόν να ατιμάσουμε την μόρφωση… αλλά να θεωρήσουμε αγροίκους και ακαλλιέργητους όσους είναι σε αυτήν την κατάσταση. ΕΠΕ,6,145-147) (Λόγος ΜΓ’, PG 35, 508Β-509A)
Και συμβιβάζονται οι δήθεν αντίθετες απόψεις του Γρηγορίου, διότι, πέραν της ανάγκης της «παιδεύσεως», ο παραμερισμός και η περιφρόνηση της θύραθεν σοφίας αφορά όχι στους όρους και στα σχήματά της, αλλά στο περιεχόμενο των φιλοσοφικών αυτών όρων.

Για να θεολογήσει ο Γρηγόριος περί Αγίας Τριάδας χρησιμοποιεί νεοπλατωνικούς όρους, τους οποίους γνώριζαν οι πεπαιδευμένοι της εποχής. Οι πλατωνικοί, π.χ., όροι «μονάς», «δυάς», «σύννεσις», «επιστροφή» και «υπόστασις», βρίσκονται στις Εννεάδες (V 1, 6 και 7· V 2, 1· VI 13. Βλ. π.χ. έκδ. P. Henri – R.Schwyzer, Plotini opera, II, Paris-Bruxelles 1959), αλλά βρίσκονται και στον Γρηγόριο (Λόγος ΚΘ’). Όμως ο Γρηγόριος απαιτεί, παρά την χρήση των γλωσσικών όρων του Πλωτίνου, να στέκεται ο θεολόγος στις δικές του, τις θεολογικές προϋποθέσεις, στην αλήθεια με την οποία αυτός φορτίζει τους πλωτινικούς όρους («…επί των ημετέρων όρων ιστάμενοι»). Προς αποφυγήν, μάλιστα, κάθε παρεξηγήσεως και συγχύσεως από τη χρήση φιλοσοφικών όρων στη θεολογία, επεξηγεί: όταν μιλάμε για την Αγία Τριάδα με φιλοσοφικούς όρους και λέμε, π.χ., ότι «κινήθηκε» από «μονάδα» σε «δυάδα» μέχρι την «Τριάδα», δεν εννοούμε -παρά την ταυτότητα των λέξεων- ό,τι και οι φιλόσοφοι, δηλαδή «υπέρχυσιν αγαθότητος»,, όπως ένας «των παρ’ έλλησι οι φιλοσοφησάντων ειπείν ετόλμησεν». Η φιλοσοφική έννοια της «υπερχύσεως» προϋποθέτει αναγκαιότητα και μειονεκτικότητα του όντος, πού προέρχεται αναγκαστικά ως υπερχείλιση, έναντι εκείνου από το οποίο προέρχεται.
«Ημίν [=στους χριστιανούς] δε μοναρχία το τιμώμενον· μοναρχία δε, ουχ ην εν περιγραφέν πρόσωπον…, αλλ’ ην φύσεως ομοτιμία συνίστησι και γνώμης σύμπνοια και ταυτότης κινήσεως και προς τον εν των εξ αυτού σύννευσις … τη γε ουσία μη τέμνεσθαι. Δια τούτο μονάς απ’ αρχής, εις δυάδα κινηθείσα, μέχρι Τριάδος έστη. Και τούτο εστιν ημίν ο Πατήρ και Υιός και το Άγιο Πνεύμα… Ου γαρ δη υπέρχυσιν αγαθότητος ειπείν θαρρήσομεν – ο των παρ’ έλλησι φιλοσοφησάντων ειπείν τις ετόλμησεν, οίον κρατήρ τις υπερερρύη… μη ποτέ ακούσιον την γέννησιν εισαγάγωμεν και οίον περίττωμα τι φυσικόν και δυσκάθεκτον… Δια τούτο, επί των ημετέρων όρων ιστάμενοι, το αγέννητον εισάγομεν και το γεννητόν και το εκ του Πατρός εκπορευόμενον».
(=Εμείς [οι Χριστιανοί] τιμούμε τη μοναρχία· και μάλιστα τη μοναρχία η οποία δεν περιορίζεται σε ένα πρόσωπο…, αλλά μοναρχία την οποία πραγματοποιεί η ισοτιμία της φύσης, η σύμπνοια της γνώμης, η ταυτότητα της κίνησης και η συμφωνία με το ένα πρόσωπο… όμως η ουσία δεν τεμαζίζεται. Για αυτό ενώ είναι μονάδα στην αρχική ουσία, προχώρησε στη δυάδα και έμεινε στην Τριάδα. Και έτσι έχουμε τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα… Διότι εμείς δεν θα τολμήσουμε να μιλήσουμε για ξεχείλισμα αγαθότητας, το οποίο κάποιος Έλληνας φιλόσοφος τόλμησε να πει επί λέξει «σαν κρατήρας ξεχείλισε»… για να μην εισαγάγουμε την ακούσια γέννηση σαν να είναι ένα περίττωμα φυσικό και ασυγκράτητο… Για αυτό παραμένουμε στους δικούς μας όρους και χρησιμοποιούμε το αγέννητο και το γεννητό και το «εκ τους Πατρός εκπορευόμενον» ΕΠΕ 4,107-109) (Λόγος ΚΘ’, PG 35, 76)
Ο Γρηγόριος, δηλαδή, όχι μόνο δηλώνει ότι άλλο είναι το νόημα που ως θεολόγος δίνει στους αποφορτισμένους όρους της φιλοσοφίας, αλλά καταβάλλει προσπάθεια να εξηγήσει, με πολλούς τρόπους και άλλες ακόμη λέξεις, ποιά είναι η αλήθεια περί Τριάδας, την οποία και αδυνατούν να δηλώσουν οι φιλοσοφικοί όροι που έχουν άλλο περιεχόμενο, εφόσον άλλες ήταν οι αντιλήψεις και το σκεπτικό των φιλοσόφων που τις χρησιμοποίησαν αρχικά.
Την τακτική, που εξήγησε ο  Γρηγόριος ο Θεολόγος το 380 στην Κωνσταντινούπολη, ακολούθησαν δημιουργικά και οι μεταγενέστεροι μεγάλοι θεολόγοι.

Έτσι, πολύ χαρακτηριστικά, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς (1359) δηλώνει με σαφήνεια ότι, αν και οι θεολόγοι Πατέρες χρησιμοποιούν τις, λέξεις τους όρους («τα ρήματα»), που χρησιμοποιούν και οι φιλόσοφοι, «τα νοήματα» στους μεν και στους δε είναι τελείως διαφορετικά. Και αυτό, διότι οι μεν θεολόγοι έχουνε την αλήθεια («νουν») του Χριστού, οι δε φιλόσοφοι μιλάνε από τη δική τους ανθρώπινη διάνοια:
«Καν τις των Πατέρων τα αυτά τοις έξω [=φιλοσόφοις] φθέγγηται, αλλ’ επί των ρημάτων μόνον, επί δε των νοημάτων πολύ το μεταξύ. Νουν γαρ ούτοι… έχουσι Χριστού, εκείνοι δε … εξ ανθρωπίνης διανοίας φθέγγονται. Καθόσον δε απέχει ο ουρανός από της γης, κατά τοσούτον απέχει η διάνοιά μου από των διανοιών ημών, λέγει Κύριος»
(=Και αν κάποιος από τους Πατέρες λέει τα ίδια με τους έξω [=φιλοσόφους], αλλά μόνο στα λόγια υπάρχει συμφωνία, στα νοήματα όμως είναι πολλή η μεταξύ τους απόσταση. Διότι αυτοί… έχουν νου Χριστού, ενώ εκείνοι… μιλούν από ανθρώπινη διάνοια. Όσο όμως απέχει ο ουρανός από τη γη, τόσο απέχει η διάνοιά μου από τις διάνοιές σας, λέει ο Κύριος)
 (Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων Α’, έκδ. Π. Χρήστου, Συγγράμματα, Α’, σ. 373)
Και τρίτο παράδειγμα θα παραθέσουμε, συνοδικού μάλιστα κύρους. Δείχνει και αυτό πόσο η τακτική της θεολογίας, το να χρησιμοποιεί δηλαδή άνετα τη θύραθεν παιδεία, τους φιλοσοφικούς γλωσσικούς όρους, χωρίς να λαμβάνει το εννοιολογικό-φιλοσοφικό τους περιεχόμενο, αποτελούσε γενικευμένο και παντού και πάντοτε ισχύοντα κανόνα, μολονότι εφαρμοζόταν ανάλογα με τα πρόσωπα, τις εποχές και τα προβλήματα. Όσο μάλιστα πιο μεγάλος ήταν ο εκάστοτε θεολόγος, τόσο μεγαλύτερη άνεση ένιωθε στη χρήση της φιλοσοφίας και γενικά του εξωχριστιανικού πνευματικού περιβάλλοντος. Οι ελάσσονες, αντίθετα, θεολόγοι ή απέφευγαν από φόβο την έξω σοφία, οπότε καταντούσαν παραδοσιοκράτες (όχι παραδοσιακοί), ή ταν χρησιμοποιούσαν άκριτα (χωρίς να διακρίνουν σ’ αυτήν μορφή γλωσσική, που θα μπορούσανε να δανεισθούν, και περιεχόμενο), οπότε απέβαιναν φιλελεύθεροι, νοθευτές  της αποκεκαλυμμένης αλήθειας.
Η συνοδική απόφαση που αναφέραμε οφείλεται σε Σύνοδο του 1082, η οποία καταδίκασε θέσεις και διδασκαλίες του τότε φιλοσόφου και θεολόγου Ιωάννη Ιταλού (βλ. Στυλ. Γ. Παπαδόπουλου, στο Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 7 [1965], 6-9). Η συγκεκριμένη απόφαση περιλήφθηκε αμέσως (13 Μαρτίου) στο περίφημο Συνοδικόν της Ορθοδοξίας κι έκτοτε διαβάζεται-ομολογείται κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας ως επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας:
«Τοις τα ελληνικά δεξιούσι μαθήματα και μη δια παίδευσιν μόνον παιδευομένοις, αλλά και ταις δόξαις αυτών ταις ματαίαις επομένοις [=ακολουθούντες] και ως αληθέσι πιστεύουσι και ούτω αυταίς [=ταις δόξαις], ως το βέβαιον εχούσαις, εγκειμένοις, ώστε και ετέρους, ποτέ μεν λάθρα ποτέ δε φανερώς, ενάγειν αυταίς και διδάσκειν ανενδοιάστως. Ανάθεμα».

(=Αυτοί που χαιρετίζουν τα ελληνικά μαθήματα και δεν εκπαιδεύονται σε αυτά μόνο για μόρφωση, αλλά ακολουθούν και τις μάταιες δοξασίες τους και τις πιστεύουν ως αληθινές και έτσι αφοσιώνονται σε αυτές [=τις δοξασίες], σαν να έχουν το σίγουρο, ώστε και άλλους, άλλοτε μεν κρυφά άλλοτε δε φανερά, να μυούν σε αυτές και να διδάσκουν χωρίς ενδοιασμούς, (αυτοί λοιπόν) ας είναι αναθεματισμένοι) (Συνοδικόν της Ορθοδοξίας, στο τμήμα κατά του Ιωάννη Ιταλού)
Και στην περίπτωση της Συνόδου το 1082, ενώ καταφάσκεται, φυσικά, η γνώση και η χρήση της θύραθεν «παιδεύσεως», θεωρείται σφάλμα η πρόσληψη «της δόξας», της οποιασδήποτε φιλοσοφικής αντιλήψεως στη θεολογία. Το σφάλμα γινόταν από τον Ιωάννη Ιταλό και η θεολογία της Εκκλησίας διέκρινε ότι η τακτική αυτή σήμαινε συσχηματισμό της Εκκλησίας προς τον κόσμο, νόθευση κυριολεκτικά της ταυτότητάς της, της διδασκαλίας της. Εάν η θεολογία της Εκκλησίας δεχθεί οποιαδήποτε θεμελιώδη φιλοσοφική ή κοσμολογική θεωρία, θα πρέπει αντίστοιχα να αρνηθεί κάποια δική της θεμελιώδη αλήθεια και διδασκαλία.
Τη σημασία της τελευταίας παρατήρησης θα κατανοήσουμε πολύ εύκολα, εάν αναφέρουμε δύο παραδείγματα. Το ένα από τον θεολογικό και φιλοσοφικό χώρο, το άλλο από την πρακτική ζωή και την ευσέβεια της Εκκλησίας.
Πρώτον: Κατά τον Δ’ αιώνα, όταν η θεολογία της Εκκλησίας όφειλε να εξηγήσει πειστικά την ενότητα και την τριαδικότητα του Θεού, πραγμάτωσε συγκλονιστική και αποφασιστική επανάσταση εναντίον θεμελιώδους φιλοσοφικής αντιλήψεως, κοινά πάντοτε αποδεκτής σχεδόν μέχρι και σήμερα. Για να εξηγήσει. Δηλαδή. η θεολογία -μετά την αθανασιανή θεολογία για την ομοουσιότητα του Υιού προς τον Πατέρα- πως ο Θεός είναι ένας και Τριαδικός, πρόβαλε τη δική της αλήθεια, τη διάκριση μεταξύ είναι και φύσεως. Η οποιαδήποτε φιλοσοφία, μιλώντας για το ον, δεν διέκρινε σ’ αυτό είναι και φύση. Ο Μέγας Βασίλειος (379), στον οποίο και οφείλεται η πολυσήμαντη αυτή θεολογική διάκριση (ο όρος διάκριση δεν σημαίνει στη θεολογία χωρισμό) έδειξε για πρώτη φορά θεολογικά-πειστικά ότι το είναι, δηλαδή η υπόσταση, μπορεί να είναι άλλο και άλλο και άλλο (Πατέρας, Υιός, Άγιο Πνεύμα), ενώ η φύση των τριών υποστάσεων να είναι κοινή, μια. Έτσι έχουμε ομοουσιότητα τριών διακεκριμένων θείων υποστάσεων, έχουμε τη θεολογία «μια φύσις εν τρισίν υοόστάσεσιν». Αλλά η θεολογία αυτή αντιβαίνει βασικά προς κάθε φιλοσοφική θεωρία. Εαν αντί γι’ αυτήν εισαχθεί στο τριαδολογικό θέμα κάποια φιλοσοφική θεωρία, θ’ ανατραπεί ριζικά η θεμελιωδέστερη θεολογική βάση της διδασκαλίας της Εκκλησίας και θα οδηγηθούμε σε ριζικότερες και περισσότερες αιρέσεις, από αυτές που ο Μ. Βασίλειος και οι άλλοι Καππαδόκες θεολόγοι αντιμετώπισαν με τη διάκριση στη θεότητα υποστάσεως και φύσεως.
Δεύτερον: Ο ελληνορωμαϊκός αλλά και γενικά ο ανατολικός κόσμος βδελυσσότανε τους νεκρούς και τα λείψανά τους. Η Εκκλησία, αντίθετα, όχι μόνο αναμένει την ανάσταση των νεκρών, αλλά τιμά τα λείψανα των αγίων και των μαρτύρων. Και το εντυπωσιακότερο (αποτροπιαστικό για τον ελληνορωμαϊκό κόσμο) τα φυλάσσει όχι καταχωνιασμένα σε τάφους και μαυσωλεία, αλλά σε ναούς και σε σπίτια, όπου μένουν εκτεθειμένα για τιμητική προσκύνηση. Αυτά που ο εθνικός κόσμος βδελυσσότανε και τα ενταφίαζε διαπαντός η τα έκαιγε, τώρα οι χριστιανοί τα ασπάζονται με τα ίδια τους τα χείλη. Οι χριστιανοί προσεύχονται ενώπιόν τους και -αν είναι δυνατόν- τα φέρουν ακόμα και μαζί τους, στο σώμα τους, επειδή μέσω των ιερών λειψάνων διοχετεύεται θεία χάρη.
(Στυλιανού Παπαδοπούλου, Ορθοδόξων Πορεία, εκδ. Γρηγόρη, σελ.93-101)

(Ο αείμνηστος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Στυλιανός Παπαδόπουλος, εξέχων Πατρολόγος, για 10 χρόνια συμμετείχε ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας μας στους επισήμους Διαλόγους με Παπικούς και Προτεστάντες. Εδώ εκθέτει τα συμπεράσματα της πολυετούς εμπειρίας του. Οι υπογραμμίσεις δικές μας).

Οι Διάλογοι: Αυτονόητοι, αναποτελεσματικοί και προβληματικοί
Ριζική πρόκληση στην εποχή μας και άρα πρόβλημα σοβαρό για την Εκκλησία και τη θεολογία της απέβησαν και οι Διάλογοι: Διορθόδοξοι, Διαχριστιανικοί και Διαθρησκειακοί. Από τα μέσα ήδη του 20ου αιώνα, πύκνωσαν τόσο πολύ και επιβλήθηκαν στη συνείδηση πάντων τόσο πειστικά, που πλέον η συμμετοχή σε Διαλόγους θεωρείται αυτονόητη.
Έτσι, και η Ορθόδοξη Εκκλησία συμμετέχει σχεδόν σε όλους τους Διαλόγους, τους οποίους συνδιοργανώνει και διεξάγει με χριστιανικές Ομολογίες ή με άλλες θρησκείες. Συχνά πυκνά, όμως, η Εκκλησία μας αντιμετωπίζει διλήμματα και προβληματίζεται έντονα για τους Διαλόγους αυτούς. Στην αναποτελεσματικότητα και στις ενδογενείς αδυναμίες εστιάζονται οι λόγοι του προβληματισμού και των διλημμάτων.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα των Διαλόγων σχετίζεται με τους διαλεγομένους Ορθόδοξους, που εκπροσωπούν τις τοπικές αυτοκέφαλες Εκκλησίες τους. Πολλοί από αυτούς, επιλεγόμενοι χωρίς ορθά κριτήρια από τις τοπικές Συνόδους, αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τους συνομιλητές τους, με αποτέλεσμα η μαρτυρία της Ορθοδοξίας να είναι πολύ μειωμένη. Αλλά και οι λίγοι που είναι μελετημένοι και ικανοί και αποφασιστικοί εκφραστές της Ορθόδοξης θεολογίας, δεν επαρκούν για δύο λόγους.

Πρώτον διότι οι συνδιαλεγόμενοι μαζί τους (όπως γνωρίζω προσωπικά για την περίπτωση των Ρωμαιοκαθολικών) είναι σε μεγάλη πλειοψηφία επιλεγμένοι διακεκριμένοι θεολόγοι. Δεύτερον, διότι οι Ορθόδοξοι (μέλη Διαλόγων) ούτε μεταξύ τους για δύο τρεις ημέρες έχουν από κοινού επεξεργασθεί τα προς συζήτηση θέματα, ούτε στην έδρα κάθε Ορθόδοξης Εκκλησίας υπάρχει κάποια θεολογική ομάδα, στην οποία ο Ορθόδοξος να μπορεί να ζητήσει βοήθεια-συμβουλή, εάν βρεθεί σε δύσκολη θέση κατά τις απρόβλεπτες, συχνά, εξελίξεις στην πορεία των συζητήσεων.
Η αναποτελεσματικότητα συνδέεται ακόμα με τρία στοιχεία. Πρώτον, με τη σταθερή εμμονή των διαλεγομένων εταίρων μας στη διδασκαλία και στις απόψεις της Ομολογίας ή της θρησκείας τους. Δεν συνέβη, μέχρι σήμερα, κάποια Ομολογία να δεχτεί να εγκαταλείψει στοιχείο της διδασκαλίας της ως αποτέλεσμα των θεολογικών συζητήσεων στο πλαίσιο Διαλόγου με Ορθόδοξους. Κάποιες ίσως δευτερεύουσες και πρακτικές μόνο πλευρές δυνατόν να δέχτηκαν οι εταίροι μας ν’ αλλάξουν· ποτέ στοιχείο της διδασκαλίας τους, στο οποίο, βέβαια, εμείς επιθυμούμε να αλλάξουν.
Δεύτερον, η αναποτελεσματικότητα συνδέεται με τον φονταμενταλισμό (θεμελιοκρατία). Αυτός, δηλαδή, ο κάθε φορέας του, ένεκα του φανατισμού, αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να ασκήσει πραγματική θεολογία, από την οποία και μόνο μπορούμε να ελπίσουμε πρόοδο σε θεολογική συζήτηση και, φυσικά, υποχώρηση από κάποια άποψη.
Τρίτον, η τυχόν συγκρητιστική διάθεση μελών μιας Ομολογίας (χριστιανικής-προτεσταντικής-αγγλικανικής) οδηγεί επίσης σε αναποτελεσματικότητα. Έχει μικρή και μόνο σχετική σημασία η αποδοχή, π.χ., από κάποια τέτοια ομολογιακή ομάδα μιας Ορθόδοξης διδασκαλίας, διότι παράλληλα η ίδια ομολογιακή ομάδα μπορεί να δεχθεί άλλη διδασκαλία άλλης Ομολογίας, ανατρεπτική εκείνης που δέχτηκε από τους Ορθοδόξους. Αυτό, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι δυνατόν, επειδή εκλαμβάνονται ως σχετικά τα δόγματα της Εκκλησίας και συνήθως προϋποτίθεται η θεωρία των κλάδων (ότι όλες οι Ομολογίες κατέχουν μέρος αλήθειας). Η θεωρία αυτή, που εκτρέφει ανομολόγητα συγκρητιστικές διαθέσεις αλλά και την ανοχή-ανεκτικότητα (tolerance), δεν χωράει στο πνεύμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ανοχή αυτή στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπερβαίνεται και αποβαίνει θετική στάση. Ο γνήσιος Ορθόδοξος οφείλει όχι απλώς ν’ ανέχεται, αλλά και να αγαπάει τα μέλη οποιασδήποτε Ομολογίας ή θρησκείας, ενώ δεν παραλείπει να εξηγεί την πίστη του, δείχνοντας το που σφάλλουν οι άλλοι. Και φαίνεται ότι το έσχατο, το περισσότερο, που επιδιώκει σήμερα η Οικουμενική κίνηση, στους κόλπους της οποίας διεξάγονται ποικίλλοι Διάλογοι, είναι η ανοχή, η tolerance. Αυτή όμως δεν είναι καθαυτό χριστιανική αρετή, στοιχείο γνήσια θετικό. Είναι μόνο ανθρώπινο μέτρο.
Θείο μέτρο, εδώ, και αρετή χριστιανική είναι η αγάπη, με την οποία μόνο υπερβαίνεται το μίσος και η αποστροφή. Δυστυχώς όμως για την Οικουμενική Κίνηση, που απορροφά σήμερα τεράστιες πνευματικές δυνάμεις, η αγάπη δεν μπορεί ν’ αποτελέσει επίτευγμά της, διότι η αγάπη εξαρτάται μόνο από την αλήθεια, γεννιέται μόνο όπου βιώνεται η αλήθεια. Μόνο αυτοί που αγωνίζονται για την αποκεκαλυμμένη αλήθεια, αυτοί που την ζουν με συνέπεια, είναι δυνατό να πραγματώσουν την αρετή της αγάπης.
Στο κλίμα της θεωρίας των κλάδων φυτεύθηκε άνετα και η φιλοσοφικοκοινωνιολογικής προελεύσεως θεωρία της ετερότητας (ή της νομιμοποιήσεως της διαφορετικότητας) που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα: στην αποδοχή -στο χώρο της Εκκλησίας- κάθε είδους δογματικής-θεολογικής παρεκκλίσεως και κακοδοξίας.

Ενότητα, θεολογία και αλήθεια
Είναι φανερό πως η αρετή της αγάπης είναι θεολογική αρετή. Και στην Οικουμενική Κίνηση η θεολογία δεν είναι στα πρώτα desiderata. Εκεί σχετικοποιείται το γεγονός της αληθείας και κατ’ ανάγκην η θεολογία είναι υποτονική. Και όσο θα υποχωρεί η θεολογία, τόσο θα προχωρεί η διάσπαση.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στη Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, που έγινε στο Βανκούβερ του Καναδά το 1983, οι δογματικοθεολογικές διαφορές κατακυρώθηκαν ως νόμιμες, θεσμοθετήθηκαν σχεδόν, δεν θεωρήθηκαν εμπόδιο για την ενότητα (δεν πρόκειται εδώ για τις τοπικές παραδόσεις, τα έθιμα και τις πρακτικές κάθε τοπικής Εκκλησίας).
 Διαμαρτύρονται συνήθως οι Προτεστάντες του Συμβουλίου Εκκλησιών για την επιφυλακτικότητα των Ορθοδόξων έναντι του Συμβουλίου τούτου. Δεν θέλουν, όμως, να καταλάβουν ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το Συμβούλιο αδιαφορεί για την ενότητα στην αλήθεια. Από σκοπός που αρχικά υπήρξε «η ενότητα εν τη αληθεία», το ενδιαφέρον για την αλήθεια απέβη μόνο περιθωριακό.
Ενδεικτικό της ενδογενούς και κατανοητής θεολογικά νοοτροπίας του Συμβουλίου Εκκλησιών, όπου κυριαρχεί το προτεσταντικό πνεύμα, είναι ότι δεν ενοχλείται από την πολυδιάσπαση των προτεσταντικών Ομολογιών. Κάθε νέα Ομολογία, όσο ακραία και κατ’ ουσίαν αντιτριαδική και αντιευαγγελική και αν είναι, γίνεται δεκτή στους κόλπους του ως ισότιμο μέλος. Αυτό δείχνει για τον οποιοδήποτε Ορθόδοξο θλιβερή κι εφάμαρτη αδιαφορία για την αλήθεια.
Έτσι, ενώ από τις αρχές του 20ου αιώνα δημιουργήθηκε η Οικουμενική Κίνηση προς επιδίωξη της ενότητας «εν τη αληθεία», στο τέλος ακριβώς του ίδιου αιώνα και στην ανατολή του επομένου, επικυρώνεται η αδιαφορία για την αλήθεια, εφόσον, καθώς νομίζουμε, μπορούμε να έχουμε ενότητα με διαφορετική πίστη, με διαφορετικές «αλήθειες». Και δεν έχουμε ούτε τον στοιχειώδη ρεαλισμό, για να καταλάβουμε ότι πραγματική ενότητα εξασφαλίζεται μόνο στην αλήθεια, η οποία όμως είναι μία. Η αλήθεια είναι Μυστήριο και, αφού μας φανερώνεται-αποκαλύπτεται από τον ίδιο τον Θεό, οφείλουμε να μετέχουμε σ’ αυτήν -και μόνο σ’ αυτήν- ρεαλιστικά. Επομένως, όσο αδιαφορούμε για την ενότητα «εν τη αληθεία», ενότητα δεν θα έχουμε. Ο Θεός που φανερώνει -σε όσους επιζητούν- την αλήθεια, Αυτός παρέχει και την αληθινή ενότητα. Κάθε άλλη ενότητα μένει ανέρειστη, επιφανειακή, μη πραγματική.
Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί εμφαντικά και η παραχώρηση, την οποία οι Ορθόδοξες Εκκλησίες έκαναν και κάνουν προς το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών. Ο θεμελιακά προτεσταντικός αυτός οργανισμός αυτοχαρακτηρίσθηκε «Συμβούλιο Εκκλησιών» και εμείς οι Ορθόδοξοι δεχθήκαμε να μετάσχουμε σ’ αυτόν, μολονότι φρονούμε πως οι προτεσταντικές Ομολογίες-Κοινότητες, που κυρίως το συγκροτούν, δεν είναι πράγματι εκκλησίες.
Και όχι μόνο. Η πλειονότητα των Ομολογιών-μελών του Συμβουλίου τούτου δεν έχουν και δεν θέλουνε να έχουν στον τίτλο τους τον όρο «Εκκλησία». Αντιλαμβάνεται ο καλόπιστος συζητητής πόσο μεγάλο ενδιαφέρον έχουν οι Ορθόδοξοι για την ενότητα της Εκκλησίας, ώστε να φτάνουνε στο σημείο να παρακάθηνται με χριστιανούς, που αρνούνται ακόμα και την λέξη «Εκκλησία». Πρόκειται για μεγαλειώδη ταπείνωση, για θαυμαστή κένωση, στην οποία μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία αντέχει να προβεί. Και συμπεριφέρεται η Εκκλησία μας έτσι, ενώ ούτε συγκρητιστικές, ούτε φονταμενταλιστικές τάσεις έχει. Η αληθινή αγάπη της για την αλήθεια την οδηγεί στους Διαλόγους, μολονότι έχει πάντα το αίσθημα της αποκλειστικότητας για την αλήθειά της.

Προϋποθέσεις  του «ίνα πάντες εν ώσιν»
Η παραπάνω διαπίστωση, αναφορικά με τα προβλήματα που οι Ορθόδοξοι έχουμε στο Παγκόσμιο Συμβούλιο, φαίνεται και είναι απογοητευτική: όσο σ’ αυτό θα υποχωρεί η γνήσια θεολογία, τόσο η ποθούμενη ενότητα θα απομακρύνεται ακόμη και ως όραμα. Δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι οι Ορθόδοξοι δεν έχουνε λόγο να αναλίσκονται σε οικουμενικές συνάξεις μόνο και μόνο για να συνηθίσουν να ανέχονται τους συνανθρώπους. Προσπαθούν κάτι πολύ περισσότερο, να τους αγαπούν. Έτσι, όσο θα βεβαιώνονται οι Ορθόδοξοι ότι το Συμβούλιο Εκκλησιών αδιαφορεί για την «εν αληθεία» ενότητα, τόσο θ’ αποστασιοποιούνται από αυτό.  Ίσως να φτάσουν και σε γενικότερη αποχώρηση - γιατί δύο τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες έχουνε ήδη αποχωρήσει. Τώρα μάλιστα, κάτι τέτοιο είναι ευκολότερο. Η μεγάλη πλειοψηφία των Ορθοδόξων Εκκλησιών ελευθερώθηκαν από τα δεσμά τυραννικών καθεστώτων (κομμουνιστικών) και είναι περισσότερο αυτόβουλες και ελεύθερες στις κινήσεις τους.
Επιγραμματικά υπενθυμίζουμε τη θεολογική θέση των Ορθοδόξων, ότι ενότητα εξασφαλίζεται-γεννιέται μόνο από τη θεία αλήθεια. Ο πολύμορφος και πολυδιασπασμένος προτεσταντικός κόσμος, έχοντας πανίσχυρο λόγω στις δυτικές κοινωνίες (εκεί δηλαδή όπου οι Ορθόδοξοι δεν έχουνε ισχυρό λόγο) τυμπανίζει per terra per mare το ενδιαφέρον του για την ενότητα και προβάλλει την πιστότητα στους λόγους του Κυρίου «ίνα ώσιν εν» (Ιωάν. 17: 11 και 22). Εμείς, όμως, οφείλουμε να του υπενθυμίζουμε το πλήρες τούτο Κυριακό λόγιο, που έχει ως εξής: «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν εσμέν». Ζητάει ο Ιησούς Χριστός από τον Θεό Πατέρα να «τηρήση», να βοηθήσει, τους Αποστόλους και όλους τους πιστούς, ώστε να είναι «εν», να έχουν ενότητα. Το «εν» όμως τούτο έχει συγκεκριμένο υπόδειγμα και μέτρο: την ενότητα που έχει ο Υιός με τον Πατέρα («καθώς ημείς»). Ο Υιός και ο Πατέρας έχουνε την αυτή θεία φύση, την αυτή  θεία βουλή, την αυτή θεία ενέργεια και θέληση. Όλα τους είναι κοινά, μολονότι αποτελούν ιδιαίτερες υποστάσεις-πρόσωπα. Γι’ αυτό και, όταν οι Ορθόδοξοι μιλάμε για ενότητα, πιστεύοντας απόλυτα στη Γραφή, ζητάμε ενότητα και στην αλήθεια. Όπως δεν νοείται άλλη φύση να έχει ο Πατέρας και άλλη ο Υιός, ή άλλο να θέλει ο Πατέρας και άλλο ο Υιός, έτσι κι εμείς επιδίωξη πρέπει να έχουμε την ενότητα στην αλήθεια, στη διδασκαλία, ανεξάρτητα από το πόσο εκάστοτε την πραγματώνουμε.

Γιατί μένουμε στους Διαλόγους
Σε όλα όσα παραπάνω εκθέσαμε υπάρχει μία πολύ σοβαρή ένσταση: Ωραία, ο θεολογικός διάλογος στους κόλπους του Συμβουλίου Εκκλησιών και πολύ περισσότερο ο διαθρησκειακός διάλογος δεν φαίνεται, προσωρινά τουλάχιστον, να έχουνε προοπτική. Πρέπει, λοιπόν, ν’ αποχωρήσουμε από τέτοια διεθνή και διμερή κέντρα; Δεν έχουμε κάποιο σοβαρό λόγο, που να επιβάλλει την εκεί Ορθόδοξη παρουσία;
 Το δίλημμα, χωρίς αμφιβολία, είναι αδυσώπητο. Και αυτό, διότι, παρά την απογοήτευσή μας, δεν γνωρίζω εάν έχουμε δικαίωμα ν’ αποσύρουμε τον Ορθόδοξο λόγο, την Ορθόδοξη φωνή, από την οποιαδήποτε διεθνή, διμερή ή πολυμερή σύναξη· εκεί όπου καθ’ οιονδήποτε τρόπο συζητούνται, απροϋπόθετα έστω, πνευματικά ζητήματα. Σε περιπτώσεις όπου η απουσία Ορθοδόξων εκπροσώπων και Ορθοδόξου λόγου, έστω και ασθενικού, κριθεί προτιμότερη και ωφελιμότερη από την παρουσία, τότε οφείλουμε αμέσως ν’ αποχωρήσουμε. Φοβάμαι, όμως, ότι για τέτοιο δικαίωμα δεν θα πείσουμε τους εαυτούς μας, όσο απαιτητικοί και αν είμαστε για τις προϋποθέσεις, που επιθυμούμε να υπάρχουν στους διάφορους Διαλόγους.
Όσο το δικαίωμα της αποχωρήσεως είναι δίλημμα, τόσο ο μονόδρομος του καθήκοντος προβάλλει επιτακτικός: να γινόμαστε όλο και πιο ικανοί, όλο και πιο γνήσιοι Ορθόδοξοι, ώστε ν’ αρθρώνουμε Ορθόδοξο λόγο ακόμα και στις πιο απρόσφορες διεθνείς συνάξεις. Να προσθέσουμε, ακόμα, ότι και η ελάχιστη ελπίδα για επίτευξη ανοχής, μέσω των διαχριστιανικών Διαλόγων, ή στοιχειώδους ειρήνης, μέσω των διαθρησκειακών Διαλόγων, δεν μπορεί να περιφρονηθεί.
Εάν με τους Διαλόγους επιτυγχάνεται, σε μικρό έστω βαθμό, ο περιορισμός των ουνιτικών προσπαθειών και του αθέμιτου προσηλυτισμού, δεν μας επιτρέπεται ν’ αδιαφορήσουμε. Εάν ο Διάλογος με τους μουσουλμάνους συντελέσει σε στοιχειώδη εκ μέρους τους ανοχή προς τους χριστιανούς, είναι και αυτό κάτι για το οποίο δεν πρέπει ν’ αδιαφορήσουμε. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι η ελευθερία των χριστιανών να ασκούν δημόσια -ενίοτε και ιδιωτικά- τα λατρευτικά τους καθήκοντα είναι ανύπαρκτη ή πολύ προβληματική σε μουσουλμανικές χώρες (Σαουδαραβία, Ιράκ, Ιράν κ. ά.).  Οι αποκλεισμοί εκεί και οι δολοφονίες είναι πολύ συνηθισμένα φαινόμενα. Και αν τολμήσει κάποιος μουσουλμάνος να γίνει χριστιανός, οι πρώην ομόθρησκοί του αισθάνονται καθήκον τους να τον σκοτώσουν. Αντίθετα, στις δυτικές χώρες κανένας μουσουλμάνος δεν κινδυνεύει από κανέναν και για τίποτα. Και ακόμη περισσότερο, οι δυτικοί που ασπάζονται το Ισλάμ είναι πολλοί και όλοι τους ζουν ακίνδυνα και άνετα στο περιβάλλον τους.
Δεν πρέπει να λησμονάμε ότι, σήμερα, η παγκόσμια κοινωνία ζει εν διαλόγω, μολονότι αυτό ισχύει μόνο θεωρητικά. Στην πραγματικότητα, ο διάλογος γίνεται προπέτασμα και σπάνια είναι ειλικρινής. Εμείς, μολονότι γνωρίζουμε την ψευδεπίγραφη κατάσταση του διαλόγου, δεν έχουμε άλλο τρόπο προσεγγίσεως του κόσμου. Όπλο μας είναι μόνο ο λόγος. Και, αφού, έστω προφασιστικά, ο τρόπος υπάρξεως (modus vivendi) του κόσμου είναι διαλογικός, εμείς μετέχουμε, προσπαθώντας τουλάχιστον να εξασφαλίσουμε, όσο γίνεται ειλικρίνεια από τους άλλους και ετοιμότητα από τους εαυτούς μας.
Ριζικότερος όμως λόγος της παραμονής μας στους Διαλόγους είναι η πλήρης αδυναμία μας να γνωρίζουμε: πότε ο Θεός θα φωτίσει τους συνομιλητές μας να κατανοήσουνε την αλήθεια που ευαγγελιζόμαστε και πότε εμάς τους ίδιους θα φωτίσει και ικανώσει ο Θεός, ώστε στις συζητήσεις και ανταμώσεις μας να είμαστε όσο πρέπει αυθεντικά Ορθόδοξοι και πειστικοί. Ούτε το ένα γνωρίζουμε ούτε το άλλο. Βέβαιοι μόνο είμαστε για την απουσία όσο καλής θελήσεως χρειάζεται από την πλευρά των μη Ορθοδόξων και για την αδυναμία των Ορθοδόξων, να παρουσιάζουμε γνήσια την πίστη μας. Προπαντός να μην συνυπογράφουμε κείμενα, που δεν εκπροσωπούν απόλυτα τη διδασκαλία μας.

Εμείς  διαλεγόμενοι: ετοιμότητα και ανετοιμότητα
Έθος ισχυρό και αμαρτία μεγάλη είναι ότι, σκεπτόμενοι και μιλώντας για προβλήματα που οφείλουμε ν’ αντιμετωπίσουμε, σταματάμε σε ό,τι προσκομματικά μας δημιουργεί ο περιβάλλων κόσμος, οι άλλοι. Ασχολούμεθα μόνο με τα προβλήματα που έρχονται έξωθεν. Σπάνια ή ποτέ και με τα προβλήματα που οφείλονται σε μας τους ίδιους, στους θεολόγους η θεολογούντες της Εκκλησίας. Αυτά όμως είναι τα δυσχερέστερα, διότι απαιτούν υπέρβαση του εαυτού μας, των θεολόγων της Εκκλησίας.
 Η διαλογική σχέση, πάντοτε και τώρα, του θεολόγου της Εκκλησίας είναι αυτονόητη, αναγκαία και πολλαπλή. Διαλέγεται και συζητάει με τον εαυτό του. Ο ίδιος, δηλαδή, είναι ο πρώτος που πρέπει να θέτει στον εαυτό του, για τον εαυτό του, ερωτήματα. Επομένως ο θεολόγος γίνεται αυτός το πρώτο πρόβλημα στον εαυτό του. Το άμεσο, έπειτα, περιβάλλον του, το ακροατήριο ή το ποίμνιό του, ερωτά συνεχώς και πιέζει γι’ απαντήσεις πίστεως και αληθείας, δηλαδή ζωής και θανάτου. Πρόβλημα, λοιπόν, μέγα η πνευματική ετοιμότητα, η περιουσία εμπειρίας της αληθείας και του μυστηρίου της Εκκλησίας και της Παραδόσεώς της.
Ακριβώς εδώ, στην ετοιμότητα και στην περιουσία, οι πολλοί Ορθόδοξοι θεολόγοι αποδεικνυόμαστε πολύ συχνά ελλειμματικοί. Ο ελλειμματίας θεολόγος είναι σύνηθες φαινόμενο. Βέβαια, τέλοιος και άριστος κανείς δεν μπορεί να γίνει, αφού η αλήθεια, την οποία καλείται να βιώσει, να εκφράσει και να αναλύσει, είναι άπειρη και ο άνθρωπος, ακόμη και ο πιο φωτισμένος, είναι πεπερασμένος. Όμως, μπορεί ν’ απαιτηθεί η συνεχής εγρήγορση του θεολόγου έτσι, ώστε να μπορεί, τουλάχιστον, να εκφράσει αυθεντικά την ήδη προηγηθείσα θεολογική διεργασία στη ζωή της Εκκλησίας.
Η μειωμένη ετοιμότητα των θεολογούντων εμφανίζεται ποικιλότροπα. Σύνηθες είναι, αντί κατά περίπτωση να σκύβουν στα προβλήματα και να προσπαθούν ν’ αρθρώσουν γνήσιο θεολογικό λόγο με τη βοήθεια και του Αγίου Πνεύματος, να καταφεύγουν σε εγκώμια της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της θεολογίας της, ν’ αποφαίνονται για την επιστροφή στους Πατέρες και να βγάζουν κορώνες για την «αποφατική θεολογία».
Πολλοί, αν πιεσθούν και αν πρέπει αναγκαστικά να μιλήσουνε κάπως ευρύτερα για θεολογικά ζητήματα, καταφεύγουνε στην κλασική πλέον λύση: κατακεραυνώνουν και φορτώνουν όλα τα στραβά στην επικατάρατη Δύση, στη σχολαστική της θεολογία, στην ουσιοκρατία των δυτικών θεολόγων και φιλοσόφων. Καταδικάζοντας όλα αυτά -που φυσικά είναι για καταδίκη- με θαυμαστό βερμπαλισμό, νιώθουν ικανοποιημένοι ότι επιτέλεσαν το καθήκον τους ως θεολόγοι και μάλιστα Ορθόδοξοι. Στην πραγματικότητα, καταπολεμώντας τη δυτική γενικά θεολογία, χρησιμοποιούν τα όπλα και τη νοοτροπία της. Οι πολέμιοί της, δηλαδή, προϋποθέτουνε συχνά κάποια συγγένεια με αυτήν, αδιόρατη Και ανομολόγητη, φυσικά.
Έτσι, όμως, οι θεολόγοι, απορροφημένοι (υπεκφεύγοντας δηλαδή το ερευνητικό και δημιουργικό θεολογικό έργο) από την αντιρρητική ρητορεία, ούτε την Ορθόδοξη θεολογία προάγουν ούτε στη λύση των προβλημάτων συμβάλλουν, αλλ’ ούτε αναιρούν πειστικά τη δυτική θεολογία. Η αναίρεση στο πλαίσιο της θεολογίας επιτυγχάνεται μόνο με την πειστική κατάδειξη της αληθείας, κάτι που συνήθως δεν γίνεται. Η αναίρεση της κακοδοξίας είναι επιφαινόμενο. Έρχεται μόνη της, μόλις επιτευχθεί η κατάδειξη της αληθείας.
Ιδιαίτερα στους Διαλόγους με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τις προτεσταντικές Ομολογίες τα δημιουργημένα προβλήματα οφείλονται κυρίως σ’ εμάς τους Ορθόδοξους, στην ανετοιμότητά μας και στην αφελή μας ενδοτικότητα. Τούτο δεν σημαίνει ότι αυτοί που στους Διαλόγους εκπροσωπούν την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι κακόδοξοι. Όχι! Σημαίνει μόνον ότι σε κάποιες κρίσιμες περιπτώσεις δεν κατορθώνουν -όταν και όσο δεν κατορθώνουν- να γίνουν οι αυθεντικοί εκφραστές και υποστηρικτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας και Παραδόσεως.
Αναφέρουμε δύο παραδείγματα-γεγονότα:
Ο επίσημα οργανωμένος Διάλογος με τους Ρωμαιοκαθολικούς άρχισε το 1980 (έλαβα σ’ αυτόν μέρος για δέκα σχεδόν έτη) και συντάχθηκε σειρά κειμένων, μερικά των οποίων είναι κοινά (Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών), κάτι που σημαίνει ότι οι διαλεγόμενοι συμφωνούν στο περιεχόμενό τους. Στα κείμενα, λοιπόν, αυτά (ούτε καν στα πρώτα) πουθενά δεν αναφέρεται ότι οι δύο Εκκλησίες έχουνε δογματικές διαφορές. Οι Ρωμαιοκαθολικοί αρνήθηκαν επίμονα να γραφεί κάτι τέτοιο και οι Ορθόδοξοι άνετα το δέχθηκαν (παρά την έντονη κι επανειλημμένη επιμονή μου να σημειωθεί το γεγονός των δογματικών διαφορών). Η ένταση αιώνων μεταξύ των Εκκλησιών και ο παρών Διάλογος θέλουνε να εμφανισθεί ως μη οφειλόμενος σε δογματικές διαφορές, αλλά σε ψυχολογικές και πολιτικές ή -το πολύ- σε διαφορές θεολογικών «σχολών».
Στον Διάλογο Ορθοδόξων και Μεταρρυθμισμένων συντάχθηκε κοινό κείμενο για το θέμα: «Εκκλησία ως σώμα Χριστού». Στο κείμενο λέγονται πολλά ορθά και ωραία, όμως πουθενά δεν σημειώνεται (όπως θα ανέμενε κανείς, αφού ο Διάλογος γίνεται με Προτεστάντες, οι οποίοι έπρεπε να το δεχθούν ως άποψη των Ορθοδόξων) ότι ο πιστός μετέχει στο θεωμένο σώμα του Χριστού -δεν πιστεύει απλώς στο Χριστό- με το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Δεν λέγεται ακόμη (που σε τέτοιο Διάλογο θα ήταν αναγκαίο) ότι στην Ευχαριστία, σύμφωνα με την διδασκαλία των Ορθοδόξων, ο άρτος και οίνος γίνονται ρεαλιστικά-πραγματικά σώμα και αίμα Κυρίου. Βέβαια, οι Μεταρρυθμισμένοι δεν θα ήθελαν να δεχθούν τις αλήθειες αυτές. Έπρεπε όμως να δηλωθούν οι αλήθειες αυτές στο κοινό κείμενο, με την ένδειξη ότι αποτελούν πίστη και φρόνημα των Ορθοδόξων έτσι, ώστε, όταν οι πολλοί αναγνώστες του προτεσταντικού χώρου διαβάζουν το κείμενο τούτο, να γνωρίζουν με σαφήνεια τι και πώς ακριβώς πιστεύουν οι Ορθόδοξοι. Εφόσον ούτε αυτό γίνεται, σημαίνει ότι, ένεκα ανετοιμότητας ή αφελούς ενδοτικότητας των Ορθοδόξων διαλεγομένων, εις μάτην ο Διάλογος. Και πολύ χειρότερα: οι πολλοί Προτεστάντες μένουνε με την εντύπωση ότι δεν έχουνε ριζικές διαφορές με τους Ορθόδοξους, αφού εμείς υπογράφουμε τέτοια κείμενα, που δεν εκφράζουν την πίστη μας.
Και ό,τι έμεινε στους Ορθόδοξους αναφορικά με τους Διαλόγους, είναι το «επί ίσοις όροις». Από δεκαετίες πρόβαλλαν με καύχηση οι πιο θερμοί υποστηρικτές των Διαλόγων τον όρο ότι θα διαλεγόμαστε «επί ίσοις όροις». Τούτο προβαλλότανε και προβάλλεται ως απάντηση σ’ εκείνους που κρατούσαν και κρατούν αρνητική στάση, με επιχείρημα κυρίως ότι εμείς είμαστε ανίσχυροι, ενώ οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Προτεστάντες πανίσχυροι από πολλές απόψεις, αριθμητικά, θεολογικά και … πολιτικά.
Η καύχηση όμως για ίσους όρους είναι στο βάθος αθεολόγητη και αφελής. Είναι προϋπόθεση που ισχύει στις πολιτικοοικονομικές, διακρατικές και άλλες διαπραγματεύσεις, αλλά δεν έχει λόγο σε Διάλογο Ορθοδόξων με χριστιανικές Ομολογίες. Ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αριθμητική και επιστημονική υπεροχή τις διαλεγομένης μαζί μας Ομολογίας, ο Ορθόδοξος μετέχει, ως εκφραστής, της ορθής διδασκαλίας του Χριστού, των Αποστολών και των Πατέρων. Ως εκφραστής της ορθής διδασκαλίας, δεν νιώθει στο ίδιο επίπεδο με τους εκπροσώπους χριστιανικών Ομολογιών. Δεν πρέπει και δεν θέλει να μετέχει σε Διάλογο με το αίσθημα της πνευματικής ισότητας. Πρέπει να έχει -και αλίμονο αν δεν το έχει- αίσθημα υπεροχικότητας, ένεκα της πληρότητας και της γνησιότητας της πίστεώς του. Παράλληλα όμως, πρέπει και να κατέχεται από αγωνία για το πώς θα επιτύχει να εκφράσει την ορθή διδασκαλία.
Τα προβλήματα που ανακύπτουν από τις όχι σπάνιες περιπτώσεις αδυναμίας των Ορθοδόξων να ανταποκριθούν στις υψηλές απαιτήσεις της θεολογίας της Εκκλησίας μας οδηγούν στην λήψη προληπτικού μέτρου: κοινά κείμενα στους Διαλόγους να συντάσσονται σπάνια και μόνο στις ελάχιστες περιπτώσεις ουσιαστικής συμφωνίας. Δηλαδή όχι κείμενα μινιμαλιστικά, χαμηλού βαθμού συμπτώσεων απόψεων. Ειδικά για το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, πρέπει να βρεθεί άλλος τρόπος μετοχής των Ορθοδόξων στις εργασίες και τα προγράμματά του. Είναι εις βάρος μας, στις περισσότερες περιπτώσεις, να εμφανίζονται οι αποφάσεις-κείμενά του ως εκφραστικά και των Ορθοδόξων απόψεων.
Τέλος, το καίριο πρόβλημά μας είναι όχι αν θα λάβουμε μέρος σε Διαλόγους, αλλά εάν θα αντέξουμε το βάρος της Εκκλησίας μας ενώπιον άλλων, αν θα επιτύχουμε να γίνουμε αυθεντικοί εκφραστές της με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος. Όμως το θείο Πνεύμα συντρέχει πολύ, όπου έχει συντρέξει πολύ και το ανθρώπινο πνεύμα. Ο θεολόγος στους Διαλόγους, για να σταθεί, ανεκτά έστω, στο ύψους της Ορθοδόξου Παραδόσεως, πρέπει να μην έχει δώσει «ύπνον τοις βλεφάροις». Πρέπει να έχει άχρι μυελών οστέων δεχθεί το φρόνημα των Πατέρων της Εκκλησίας μας.

(Στυλιανού Παπαδοπούλου, Ορθοδόξων Πορεία, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 108-125)

...Ζήτησε λίγο καιρό (ο άγιος Γρηγόριος ο Θαυματουργός, έγινε επίσκοπος στη Νεοκαισάρεια του Πόντου γύρω στο 270 μ.Χ.) από αυτόν που τον είχε επιστρατεύσει στην ιερωσύνη, για να κατανοήσει το μυστήριο στις λεπτομέρειές του.

Δε νόμιζε πως έπρεπε, όπως λέει ο Απόστολος, να προσβλέπει στη σάρκα και στο αίμα, αλλά ζητούσε να του γίνει η φανέρωση των μυστικών από το Θεό. Και δεν τόλμησε να κηρύξει, προτού με κάποιο σημείο του αποκαλυφθεί η αλήθεια.

Σκεφτόταν κάποτε όλη τη νύχτα για το λόγο της πίστης και ανακινούσε κάθε λογής συλλογισμούς (γιατί υπήρχαν και τότε μερικοί που παραχάραζαν την ορθή διδασκαλία με την πειθώ των επιχειρημάτων, κάνοντας ακόμα και τους φρόνιμους ν’ αμφιβάλλουν συχνά για την αλήθεια).

Ενώ λοιπόν τότε αγρυπνούσε γι’ αυτή την αλήθεια και συλλογιζόταν, του παρουσιάζεται στο ξύπνιο του ένας γηραλέος με ανθρώπινη μορφή, ιεροπρεπής στο ντύσιμό του, που μαρτυρούσε πολλή αρετή με τη χάρη του προσώπου του και την κοσμιότητα της εμφάνισής του. Το θέαμα του προκάλεσε φόβο και, αφού σηκώθηκε από το κρεβάτι, ρωτούσε να του πει ποιος ήταν και γιατί είχε έρθει. Εκείνος, αφού καταπράυνε την ταραχή της ψυχής του με ήρεμη φωνή και του είπε ότι του παρουσιάστηκε με θείο πρόσταγμα για όσα αυτός αμφισβητεί, για να διευκρινιστεί η αλήθεια της ευσεβούς πίστης, αναθάρρησε με το λόγο του και τον κοίταζε μ’ ευχάριστη έκπληξη.

Έπειτα εκείνος πρότεινε ίσια μπροστά το χέρι, σα να του έδειχνε με τα τεντωμένα του δάχτυλα κάτι που είχε παρουσιαστεί προς τα πλάγια. Παρακολουθώντας με το βλέμα την κίνηση του απλωμένου χεριού και βλέποντας απέναντί του ένα διαφορετικό από το προηγούμενο θέαμα με μορφή γυναίκας, πάνω από τα ανθρώπινα μέτρα, ένιωσε πάλι έκπληξη και σκύβοντας προς τον εαυτό του το πρόσωπο, βρισκόταν σε αμηχανία μ’ ό,τι έβλεπε, μη αντέχοντας τα μάτια του την οπτασία (γιατί το παράδοξο της οπτασίας αυτής ήταν αυτό κυρίως, ότι, ενώ ήταν βαθιά νύχτα, έλαμψε ένα φως μαζί με τη μορφή που έβλεπε σα να άναβε μια λαμπάδα ολόφωτη).
Ενώ λοιπόν δεν μπορούσε να αντέξει την οπτασία με τα μάτια του, άκουσε ένα διάλογο αυτών που του είχαν φανερωθεί που συζητούσαν μεταξύ τους για το λόγο της εμφάνισής τους. Από το διάλογο δεν έμαθε μόνο την αληθινή πίστη, αλλά γνώρισε με τα ονόματά τους κι αυτούς που του είχαν φανερωθεί, επειδή καθένας τους απευθυνόταν στον άλλο με το όνομά του.

Λέγεται ότι άκουσε από τη γυναικεία μορφή να παρακαλεί τον ευαγγελιστή Ιωάννη να φανερώσει στο νέο το μυστήριο της πίστης. Κι εκείνος είπε ότι ήταν πρόθυμος να κάνει κι αυτή τη χάρη στη μητέρα του Κυρίου, αφού αυτή ήταν η επιθυμία της. Έδωσε τότε την κατάλληλη κι ευσύνοπτη απάντηση και πάλι τους έχασε από τα μάτια του.

Αυτός αμέσως σημείωσε με γράμματα τη θεία εκείνη διδασκαλία και σύμφωνα μ’ αυτήν κήρυττε έπειτα στην Εκκλησία το λόγο και στους μεταγενέστερους άφησε ένας είδος κληρονομιάς τη θεόσδοτη εκείνη διδασκαλία, με την οποία καθοδηγείται μέχρι σήμερα ο λαός εκείνης της εκκλησίας κι έμεινε ανεπηρέαστη από κάθε αιρετική κακία.

Τα λόγια της διδασκαλίας είναι τα ακόλουθα.
Ένας είναι ο Θεός Πατέρας του ζώντος Λόγου, της πραγματικής σοφίας και δύναμης, με χαρακτήρα αΐδιο, τέλειος, Πατέρας του τέλειου και Πατέρας μονογενούς Υιού.

Ένας Κύριος, μόνος από μόνο, Θεός από Θεό, σφραγίδα και εικόνα της θεότητας, Λόγος ενεργός, σοφία που περιέχει τη σύσταση των πάντων και δύναμη ποιητική όλης της κτίσης·

Υιός αληθινός αληθινού Πατέρα, αόρατος αοράτου, άφθαρτος αφθάρτου, αθάνατος αθανάτου και αΐδιος αϊδίου.

Υπάρχει και ένα Πνεύμα άγιο, που έχει την ύπαρξή του από το Θεό, που φανερώθηκε δηλαδή στους ανθρώπους δια μέσου του Υιού, τέλεια εικόνα του τέλειου Υιού, που είναι ζωή, αιτία των ζώντων, αγία πηγή, αγιότητα που χορηγεί αγιασμό, στο οποίο φανερώνεται ο Θεός Πατέρας, που είναι ο Κύριος όλων και είναι μέσα σε όλα. Και ο Υιός είναι Θεός που συνέχει τα πάντα. Τριάδα τέλεια, που δε μερίζεται ως προς τη δόξα και την αϊδιότητα και τη βασιλεία ούτε είναι ξένη από αυτές τις ιδιότητες.
Δεν υπάρχει λοιπόν στην Τριάδα κανένα κτιστό ούτε κάτι επείσακτο, που δεν υπήρχε προηγουμένως και εισήλθε αργότερα.

Ούτε έλειπε ποτέ ο Υιός από τον Πατέρα ούτε το Πνεύμα από τον Υιό. Αλλά πάντοτε η Τριάδα είναι η αυτή, άτρεπτη και αναλλοίωτη.

Όποιος επιθυμεί να πειστεί γι’ αυτό, ας ακούσει την Εκκλησία, στην οποία κήρυττε το λόγο και διασώζονται σ’ αυτούς και τώρα ακόμα γράμματα του μακαρίου εκείνου άνδρα. Αυτά δε συναγωνίζονται με τις θεοχάραχτες εκείνες πλάκες στο μεγαλείο της χάρης; Εννοώ τις πλάκες εκείνες όπου αποτυπώθηκε η νομοθεσία του θείου θελήματος. Όπως δηλαδή αναφέρει η Γραφή, ότι ο Μωυσής πέρασε από τα φαινόμενα και μπήκε με το πνεύμα του μέσα στα αόρατα άδυτα (γιατί αυτό υπαινίσσεται ο γνόφος) κι εκεί διδάχτηκε τα θεία μυστήρια κι έγινε καθοδηγός όλου του λαού προς τη θεογνωσία, την ίδια οικονομία μπορούμε να διαπιστώσουμε και σ’ αυτόν το μεγάλο άγιο.

Όρος σ’ αυτόν δεν ήταν ένας αισθητός γεώλοφος, αλλά το ύψος της επιθυμίας του προς τα αληθινά δόγματα. Γνόφος ήταν το θέαμα το ακατανόητο στους άλλους, πινακίδα η ψυχή του και τα γράμματα επάνω στις πλάκες ήταν η φωνή εκείνου που φανερώθηκε. Με όλα αυτά έγινε σ’ αυτόν και σ’ εκείνους που διδάσκονταν από εκείνον η φανέρωση των μυστηρίων.
Επειδή λοιπόν το όραμα εκείνο τον γέμισε με κάποια παρρησία και θάρρος, όπως κάποιος αθλητής αφού αποχτήσει αρκετή εμπειρία και δύναμη από το γυμναστή του για τους άθλους του κατεβαίνει με θάρρος στο στάδιο και συναγωνίζεται με τους αντιπάλους του, με τον ίδιο τρόπο κι αυτός, αφού με τη δική του φροντίδα και τη συμμαχία της χάριτος που του φανερώθηκε προαλείφθηκε επαρκώς ψυχικά, ρίχνεται τέλος στον αγώνα...

(αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Βίος Αγίου Γρηγορίου Θαυματτουργού, εκδ. ΕΠΕ, τόμ. 9 σελ. 413-419)


Ένα περιστατικὸ απὸ τη ζωὴ του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς. Του μεγάλου αυτού Σέρβου Θεολόγου και προσφάτως αναγνωρισθέντος Αγίου της Εκκλησίας, που γνώριζε Ελληνικά.

Πρέπει να ήταν το έτος 1929, δηλαδὴ όταν ο Άγιος ήταν σε ηλικία 35 ετών. Ήταν καλοκαίρι, και ξεκίνησε απὸ το Βράνιε με προορισμὸ το Μοναστήρι του Αγίου Προχόρου. Πήγαινε συχνὰ στο Μοναστήρι αυτό, με το οποίο και είχε ιδιαίτερο σύνδεσμο, γιατὶ είχε μεγάλη αγάπη στον Άγιο Πρόχορο. Ήταν ήδη Καθηγητὴς Πανεπιστημίου στη Θεολογικὴ Σχολὴ στο Βελιγράδι.

Ο δρόμος μέχρι το Μοναστήρι ήταν δύσβατος και γι' αυτὸ αρκετὰ κουραστικός. Ο Άγιος, για να υπερνικά αυτὲς τις δυσκολίες, χρησιμοποιούσε κάποιο απλὸ αυτοκίνητο, για να διασχίσει τον βουνήσιο δρόμο, που οδηγούσε στο Μοναστήρι.

Σε μιὰ λοιπὸν τέτοια επίσκεψή του συνάντησε στο δρόμο του, μιὰ γερόντισσα, κι αμέσως κατάλαβε ότι κι αυτὴ κατευθυνόταν με τα πόδια προς το Μοναστήρι. Τότε ο Άγιος έκανε νόημα στον οδηγὸ να σταματήσει και προσκάλεσε τη γριούλα να ανέβει στο αυτοκίνητο, γιατί, όπως της εξήγησε, κι εκείνος πήγαινε όπου και αυτή.
- Σ' ευχαριστώ, παιδί μου, του απάντησε η γριούλα, αλλὰ εγὼ είμαι φτωχή.
Ο Άγιος τότε της χαμογέλασε και τη διαβεβαίωσε ότι δεν θα πλήρωνε τίποτε, μιὰ και το αυτοκίνητο ήταν νοικιασμένο απὸ εκείνον.
Τότε η γερόντισσα, του είπε:
- Δεν το 'πα γι' αυτό, παιδί μου. Αλλὰ επειδὴ εγὼ είμαι φτωχή, δεν έχω τίποτα άλλο να προσφέρω στον Άγιο, πέρα απὸ τον κόπο μου αυτό.
Τότε ο Άγιος χτύπησε μεμιάς το μέτωπό του ως ένδειξη κατάπληκτου θαυμασμού και μονολόγησε:
- Αχ, Ιουστίνε, έγινες Καθηγητὴς Θεολογίας, κι όμως! Την ευσέβεια αυτής της γερόντισσας απέχεις πολὺ, για να τη φτάσεις..

Στράφηκε τότε και πάλι στον οδηγό. Τον πλήρωσε, κατέβηκε απὸ το αυτοκίνητο και συνέχισε πεζὸς μαζὶ με τη γριούλα, τον υπόλοιπο δρόμο έως το Μοναστήρι.

https://proskynitis.blogspot.gr/2017/06/blog-post_13.html

Ο αστροφυσικός Robert Jastrow στο βιβλίο του «Ο Θεός και οι Αστρονόμοι»,

αν και δηλώνει πως είναι αγνωστικιστής, παραδέχεται την αλήθεια αυτή, όταν με τρόπο χαρακτηριστικό αναγνωρίζει την αδυναμία της ανθρωπίνης γνώσεως και ομολογεί ότι τα πρωτεία ανήκουν στους εκπροσώπους της Πίστεως:

«Για τον επιστήμονα που έχει ζήσει με πίστη στη δύναμη της αιτίας, η ιστορία τελειώνει όπως ένα κακό όνειρο.
Έχει αναρριχηθεί στο όρος της αγνοίας.
Είναι έτοιμος να κατακτήσει την υψηλότερη κορυφή.
Και καθώς σκαρφαλώνει στον τελευταίο βράχο, τον υποδέχεται μια ομάδα θεολόγων, που είναι καθισμένοι εκεί από αιώνες»!

(Robert Jastrow,Cod and the Astronomers, Warner books,April 1980, σ. 105 στο

"Ο άνθρωπος μέσα στο σύμπαν", αρχιμ. Αστερίου Χατζηνικολάου, εκδ. ο Σωτήρ σελ. 128)