1)   "Κάποιος μοναχός, Πέτρος στο όνομα, πήγε να ζήσει κοντά σε έναν ηλικιωμένο μοναχό σε κάποιον τόπο ερημικό και δασώδη που λεγόταν Εβασά.

Ο γέροντας αυτός του διηγήθηκε ότι πριν κατοικήσει στην ερημιά, είχε αρρωστήσει και πέθανε.

Σύντομα όμως ξαναγύρισε στο σώμα και έλεγε ότι είδε τα βασανιστήρια του άδη και αμέτρητους τόπους φωτιάς, διαβεβαίωνε μάλιστα ότι είδε και κάποιους ισχυρούς του κόσμου τούτου κρεμασμένους μέσα στις φλόγες. Καθώς λοιπόν τον πήγαν και αυτόν για να τον ρίξουν εκεί, παρουσιάστηκε ξαφνικά, όπως έλεγε, ένας ολόλαμπρος άγγελος, ο οποίος δεν άφησε να τον ρίξουν στην φωτιά, αλλά του είπε:

“Πήγαινε, και μετά από αυτά βλέπε πώς θα ζήσεις, προσέχοντας τον εαυτό σου”.
Με τα λόγια αυτά, τα μέλη του ξαναζεστάθηκαν σιγά σιγά, ξύπνησε από τον ύπνο του αιώνιου θανάτου και διηγήθηκε όλα όσα του συνέβησαν. Από εκεί και πέρα σε τόσες νηστείες και αγρυπνίες έδωσε τον εαυτό του, επειδή είδε και φοβήθηκε τα βασανιστήρια του άδη, ώστε και να σώπαινε η γλώσσα του, μιλούσε ο τρόπος της ζωής του. Έτσι λοιπόν ο θάνατος του πραγματοποιήθηκε με τη θαυμαστή πρόνοια του Θεού, για να μην πεθάνει αιώνια.
Επειδή η ανθρώπινη καρδιά έχει πάρα πολύ βαριά σκληρότητα, η παρουσίαση των βασανιστηρίων ίσως κάποτε να μπορέσει να τη φέρει σε μετάνοια.  κάποτε όμως αυτό σε μερικούς γίνεται αιτία για μεγαλύτερη καταδίκη, όταν αυτοί, αφού είδαν εκείνα τα φοβερά και γύρισαν στην εδώ ζωή, έμειναν πάλι ίδιοι και αδιόρθωτοι, και δεν έχουν πια καμιά δικαιολογία."
(Ευεργετινός, τόμος Α, εκδ. το περιβόλι της Παναγιας, σελ.84-85)

2)   "ΈΝΑΣ νέος πόθησε ν' αφιερώση τη ζωή του στο Θεό, ακολουθώντας τον ερημικό βίο. Η μητέρα του όμως δεν τον άφηνε κι έκανε ό,τι μπορούσε να τον εμποδίση.
-Αμαρτάνεις στον Θεό, της έλεγε συχνά εκείνος, βάζοντας στο δρόμο του τόσα προσκόμματα. Θέλω να φύγω, να σώσω την ψυχή μου.
Τέλος, με τα πολλά κατάφερε να την πείση. Έφυγε ευθύς στην έρημο, βρήκε μια καλύβα κι έμεινε εκεί ν' ασκητεύη μόνος. Ύστερα από λίγο καιρό πέθανε κι η μητέρα του που δεν ήταν καθόλου χριστιανή.
Στην αρχή ο νέος ερημίτης πήγαινε καλά, αγωνιζόταν. Με τον καιρό όμως άρχισε να χάνη τον πρώτο ζήλο του. Βαρέθηκε τη μοναξιά, παραμέλησε τα καθήκοντά του που είχε σαν μοναχός και στο τέλος κατάντησε να μή δίνη σημασία για τη σωτηρία του.
Κάποτε αρρώστησε βαρειά και λίγο έλειψε να πεθάνη. Ένας αδελφός, που από αγάπη τον φρόντιζε, τον είδε να πέφτη εξαντλημένος σε βαθιά λιποθυμία. Ο ίδιος, όπως διηγείτο αργότερα, ένοιωσε να χωρίζεται βίαια η ψυχή από το σώμα του και να βυθίζεται στη σκοτεινή άβυσσο της Κολάσεως. Εκεί, ανάμεσα στους άλλους κολασμένους, βρήκε τη μητέρα του. Τον είδε κι εκείνη η δυστυχισμένη και σάστισε.
-Κι εσύ, γυιέ μου, του είπε θρηνώντας, σε τούτο τον καταραμένο τόπο της απελπισίας καταδικάστηκες; Πού είναι λοιπόν τα λόγια που μου έλεγες, πως θέλεις να σώσης την ψυχή σου; Έγινες καλόγηρος, μα δεν την έσωσες.
Τόσο ντροπιάστηκε ο Μοναχός από τη δίκαιη εκείνη παρατήρησι, που δεν έβρισκε λόγια να δικαιολογηθή. Ευχόταν τη στιγμή εκείνη ν΄άνοιγε πιο βαθειά ο Άδης να τον κρύψη, παρά ν' ακούη τον έλεγχο της μάνας του. Στη δύσκολη θέσι που βρισκόταν, του φάνηκε πως άκουσε την προσταγή:
-Πάρτε τον πίσω. Του χαρίζεται λίγη προθεσμία να διορθωθή.
Ύστερα απ' αυτό ήρθε στις αισθήσεις του. Τρομαγμένος διηγήθηκε στον Αδελφό του όσα είχε ιδεί κι ακούσει. Σε λίγες μέρες έγινε καλά από την αρρώστια του, αλλά και ψυχικά αναγεννήθηκε. Κλείστηκε στην καλύβα του και φρόντιζε με φόβο και τρόμο για τη σωτηρία της ψυχής του. Κάθε μέρα έκλαιγε με δάκρυα πικρά, βαθειά μετανοημένος για την περασμένη του αμέλεια.
-Μην κάνης έτσι, Αδελφέ, του έλεγαν οι Γέροντες, θ' αρρωστήσης πάλι από την υπερβολική σου θλίψι.
-Αν δεν υπέφερα, Πατέρες μου, τους έλεγε εκείνος, το ντρόπιασμα της μήτερας μου, πώς θα υπομείνω τάχα την καταισχύνη που θα μου κάνη ο Κριτής μπροστά στους Αγγέλους, στους Δικαίους και σ' όλους τους συνανθρώπους μου τη φοβερή στιγμή που θα με κρίνη;
Με τη μελέτη αυτή ο πρώην αμελής Ερημίτης έφτασε σε αγιότητα."
(Γεροντικόν, Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία, σελ. 163)

3)   "Δεν θα παραλείψω να σου αναφέρω και την ιστορία του Ησυχίου του Χωρηβίτη. Αυτός ζούσε πάντοτε με πλήρη αμέλεια, χωρίς να φροντίζει καθόλου για την ψυχή του.

Κάποτε λοιπόν ασθένησε πάρα πολύ βαρειά, ώστε  για μια ολόκληρη ώρα φαινόταν ότι είχε πεθάνει. Συνήλθε όμως πάλι, και μας παρακάλεσε να φύγομε αμέσως όλοι. Έκτισε τότε τη θύρα του κελλιού του, και έμεινε μέσα σ' αυτό δώδεκα χρόνια, χωρίς να μιλήσει καθόλου με κανένα.

Δεν γευόταν τίποτε άλλο, παρά μόνο ψωμί και νερό. Καθόταν μόνο εκστατικός μπροστά σε όλα εκείνα που είχε δεί κατά την έκστασή του εκείνη. Τόσο πολύ είχε βυθισθεί στη σκέψη του, ώστε να μην αλλάξει ποτέ στο εξής η όλη έκφραση του. Φαινόταν πάντοτε σαν ηλίθιος, χύνοντας αθόρυβα πάντοτε δάκρυα θερμά.
Όταν ήρθε η ώρα να πεθάνει, ξεφράξαμε τη θύρα, μπήκαμε μέσα, και παρά τα πολλά παρακάλια μας, αυτό μόνο ακούσαμε να μας λέγει.

“Συγχωρήστε με. κανένας, που συνειδητοποιήσε το νοήμα της μνήμης του θανάτου, δεν θα μπορέσει να αμαρτήσει ποτέ”.

Εμείς μείναμε κατάπληκτοι βλέποντας αυτόν που ήταν τόσο αμελής προηγουμένως, να έχει μεταμορφωθεί μέσα σε μιά στιγμή, σημειώνοντας αυτή τη μακάρια αλλοίωση και μεταμόρφωση. Αφού τον θάψαμε με ευλάβεια στο κοιμητήριο που βρίσκεται κοντά στο κάστρο, όταν ύστερα από μερικές ημέρες αναζητήσαμε το άγιο λείψανό του, δεν το βρήκαμε.

Ο Κύριος δηλαδή με το θαύμα αυτό επιβεβαίωσε την επιμελημένη και αξιέπαινη μετάνοιά του, ώστε να διορθώσουν τον εαυτό τους και όλοι εκείνοι που θα θελήσουν και μετά την πολλή αμέλεια που έδειξαν στο παρελθόν."
(Κλίμαξ, Ιωάννου Σιναΐτου,εκδ ΕΠΕ σελ. 185-187)


4)   "Κάποιος αδελφος ρώτησε έναν Γέροντα: "Τι να κάνω;". Και του είπε ο Γέροντας:

"Οφείλουμε να χύνουμε δάκρυα πάντοτε". Συνέβη κάποτε κάποιος από τους πατέρες να πεθάνει και μετά από πολλή ώρα επανήλθε στον εαυτο του και τον ρωτήσαμε:

"Τι είδες εκεί αββά;"

Και μας είπε τότε κλαίοντας: "Άκουσα εκεί έναν ασταμάτητο θρήνο απ' αυτούς που έλεγαν αλίμονό μου. Το ίδιο και εμείς οφείλουμε να λέμε πάντοτε".
(Το Μέγα Γεροντικόν, τόμος Α, εκδ. "Το γενέσιο της Θεοτόκου", σελ. 351-353)

5)   Όταν ο άγ. Αθανάσιος των σπηλαίων του Κιέβου πέθανε και επανήλθε στη ζωή μετά από δύο ημέρες, οι άλλοι μοναχοί “τρομοκρατήθηκαν βλέποντας τον. άρχισαν τότε να τον ρωτούν πώς είχε γίνει κάτι τέτοιο, και τί είχε δεί και ακούσει ενόσω ήταν έξω από το σώμα του. Σε όλες τις ερωτήσεις απάντησε λέγοντας μόνο:

“Σώστε τον εαυτό σας!”

Και όταν οι αδελφοί επίμονα τον ρωτούσαν να τους πεί κάτι ψυχωφελές, εκείνος τους συνέστησε την υπακοή και την αδιάκοπτη μετάνοια.

Αμέσως μετά ο Αθανάσιος εγκλείστηκε σε ένα σπήλαιο, όπου παρέμεινε συνεχώς επί δώδεκα χρόνια, χύνοντας ακατάπαυστα δάκρυα μέρα και νύχτα, τρεφόμενος με λίγο ψωμί και νερό μέρα παρά μέρα, και μη συζητώντας με κανέναν για όλο εκείνο το διάστημα.

Όταν έφτασε η ώρα του θανάτου του, επανέλαβε στους συγκεντρωμένους αδελφούς τις εντολές του για υπακοή και μετάνοια, και απεβίωσε ειρηνικά έν Κυρίω”.
(Η ψυχή μετά τον θάνατο, Σεραφείμ Ρόουζ, εκδ. Μυριόβιβλος, σελ. 269)


Παναγιώτης Δημακάκος: Ο ομότιμος καθηγητής της Ιατρικής Αθηνών περιγράφει περίπτωση θείας παρέμβασης στο χειρουργείο…

Στον Γιώργο Ρήγα, Ορθόδοξα Περάσματα
Ο πραγματικός ερευνητής αναζητά την αλήθεια και, τελικά, εκεί είναι που συναντά τον Θεό. Τέτοιο είναι το παράδειγμα του Παναγιώτη Δημακάκου, ομότιμου καθηγητή της Ιατρικής Σχολής Αθηνών, ο οποίος σημειώνει στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας»:
«Θρησκεία και επιστήμη είναι δίδυμες αδελφές. Δεν συγκρούονται, αλλά είναι πυλώνες του κτιρίου που λέγεται αλήθεια».
Φλογερός ευπατρίδης και πρωτοπόρος στον τομέα της αγγειοχειρουργικής, με χιλιάδες επεμβάσεις στο ενεργητικό του, γνώρισε την αναγνώριση σε μεγάλα ιατρικά κέντρα στο εξωτερικό, αλλά επέστρεψε για να δημιουργήσει στον τόπο του.

Παρά τις πολλές διακρίσεις του, με σεμνότητα και συγκίνηση εξομολογείται πως έχει την προσευχή ως νοερό όπλο. Με προσωπική του φροντίδα, το δωμάτιο στο οποίο εκοιμήθη ο Άγιος Νεκτάριος στο Αρεταίειο Νοσοκομείο έγινε χώρος προσκυνήματος, ενώ το παρεκκλήσι του αγίου στο νοσοκομείο αγιογραφήθηκε με τα θαύματά του.

Από τη μακρά εμπειρία σας στο χειρουργικό τραπέζι, έχετε ζήσει περιπτώσεις θείας παρέμβασης;
Τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά. Μπορώ να σας πω την περίπτωση ενός αρρώστου 52 ετών από τη Σαμοθράκη, με 5 παιδιά, όπου είχε αποφραγμένη την αορτή του. Καθάρισα την αορτή και είδα ότι οι βλάβες αυτές προχωρούσαν και στις νεφρικές αρτηρίες. Αν μείνουν οι νεφροί μία ώρα χωρίς ροή αίματος και οξυγόνο, νεκρώνουν. Αυτό τότε δεν φαινόταν στις εξετάσεις και είχε ήδη περάσει μισή ώρα, ώσπου να καθαρίσω την αορτή και να την κλείσω. Συνειδητοποιώ πλέον ότι θα έχω έναν νεφροπαθή ασθενή, που θα πρέπει 2 και 3 φορές την εβδομάδα να υποβάλλεται σε αιμοκάθαρση.
Με λούζει κυριολεκτικά κρύος ιδρώτας, τα νεότερα παιδιά βέβαια δεν συνειδητοποιούν τίποτα, και εκείνη την ώρα ψελλίζω μέσα από τη μάσκα τρεις φορές, σαν προσευχή: «Γλυκέ μου Χριστέ, άπλωσε τα χέρια Σου και κατηύθυνε τα δικά μου δάχτυλα». Όπως έχω ανοιχτή την αορτή και εκφύονται τα αγγεία, «τυφλά» βγάζω με τις λαβίδες ό,τι σκληρά αθηρώματα και σε λιγότερο από μισή ώρα κάνω την πιο «τρελή» επέμβαση που θα μπορούσα να κάνω. Πέντε παιδιά τον περίμεναν εκεί έξω κι εγώ έκανα κάτι ανορθόδοξο!
Όταν κάναμε την επομένη μια ενδοφλέβια αγγειογραφία, που μας φωτογραφίζει τις αρτηρίες, ομολογώ ότι ο ασθενής φαινόταν, όχι σαν να είναι χειρουργημένος, αλλά όπως τον γέννησε η μάνα του. Σαν να μην είχε αρρωστήσει ποτέ! Τότε στην επίσκεψή μου επάνω έκανα ομολογία στους νέους συναδέλφους μου: «Δεν χειρούργησα εγώ, παρακάλεσα και χειρούργησε κάποιος άλλος». Δεν το ξεχνώ ποτέ αυτό.

Μπορούμε να μιλήσουμε και για περιστατικά που έχουν επανέλθει;
Θυμάμαι το παράδειγμα ενός ασθενούς που παρουσίασε ανακοπή της καρδιάς και είχε διάρκεια ανάνηψης πλέον της μίας ώρας. Όταν επανήλθε, με σοβαρότητα και ικανοποίηση, σαν να συμμετείχε ενεργά στην όλη διαδικασία. «Γιατρέ, είχατε σοβαρό πρόβλημα μαζί μου. Αργήσατε και κουραστήκατε πολύ», μου είπε και με ευχαρίστησε. Οι άρρωστοι σε «αποχωρητικές» καταστάσεις, όταν καταβάλλουμε προσπάθειες επανόδου τους στη ζωή, φαίνεται ότι συμμετέχουν στη διαδικασία αυτή. Κάποιοι μαρτυρούν ότι βρέθηκαν σε κάποιον κόσμο φωτεινό και όμορφο. Είναι ικανοποιημένοι. Κάποιοι άλλοι περιγράφουν λεπτομέρειες από τις ιατρικές μας ενέργειες, ακόμη κι από συζητήσεις, κατά τον χρόνο της ανάνηψης.

Εσείς προσωπικά έχετε προσευχηθεί για ασθενείς σας;
Χειρούργησα μια γυναίκα 65 ετών στην καρωτίδα, σε μια, κατά τα άλλα, επέμβαση ρουτίνας. Η ασθενής όταν ξύπνησε από τη νάρκωση ήταν ημιπληγική από τη μία πλευρά, στο χέρι και στο πόδι, δεν επικοινωνούσε κι έλεγε πράγματα ασυνάρτητα. Στην αγγειογραφία και στο κρανίο όλα έδειχναν απολύτως φυσιολογικά. Μιλώ με τους συγγενείς κι ανοίγω για δεύτερη φορά, προκειμένου να ελέγξω. Ακολούθησε συμβούλιο καθηγητών, ειδικών, αλλά κανείς δεν μπορούσε να δώσει απάντηση. Αποφασίσαμε την παραμονή της ασθενούς στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας μέχρι την άλλη ημέρα το πρωί, σε βαθιά νάρκωση. Δεν θα ξεχάσω την ημερομηνία: 8 Νοεμβρίου 2006, παραμονή του Αγίου Νεκταρίου. Δεν μπορούσα να εκκλησιαστώ, γιατί είχα στις 7 το πρωί προγραμματισμένο χειρουργείο.
Γινόταν αγρυπνία στον Ι.Ν. του Αγίου Νεκταρίου στο Νέο Ηράκλειο. Στάθηκα για πολλή ώρα, παρακάλεσα τον άγιο και κοινώνησα. Την επομένη νωρίς το πρωί άνοιξα τον μικρό ναό που έχουμε φτιάξει για τον άγιο στο Αρεταίειο, άναψα ένα κεράκι, ζήτησα και πάλι τη βοήθειά του και πήγα και χειρούργησα. Η ασθενής ξύπνησε, είχε θαυμάσια επικοινωνία με το περιβάλλον, κινούσε ελεύθερα όλα τα άκρα, πήρε το πρόγευμά της κανονικά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, με φυσιολογική επικοινωνία μαζί μας.

Νιώθετε την παρουσία του αγίου στο Αρεταίειο;
Ο άγιος, αφότου εγκαταστάθηκε μόνιμα το 1908 στην Αίγινα, σπάνια την εγκατέλειπε. Απέκρυπτε, μάλιστα, το πρόβλημα της υγείας του, υποφέροντας σιωπηλά τους σωματικούς πόνους και το βαρύ μαρτύριο. Όταν, όμως, η κατάστασή του επιδεινώθηκε, δέχθηκε την υπόδειξη του γιατρού για εισαγωγή σε νοσοκομείο της Αθήνας. Έκτοτε παραμένει μεγάλη η ευλογία του για το Αρεταίειο και το πανεπιστήμιό μας, αφού φιλοξένησε για νοσηλεία τον μεγάλο άγιο του 20ού αιώνα. Σύμφωνα με προσωπική μαρτυρία του ιατρού Καραπλή, οι γάζες που είχαν χρησιμοποιηθεί με την κοίμησή του ευωδίαζαν και γι’ αυτό δεν τις πέταξαν, αλλά τις τοποθέτησαν μέσα στη γη. Νοσηλεύτηκε στη γ’ θέση (απορίας), όπου στην παρακείμενη κλίνη νοσηλευόταν ύστερα από ατύχημα ένας παραπληγικός ασθενής.
Από τότε κιόλας, αμέσως μετά την κοίμησή του, εκδηλώθηκε το πρώτο από μια σειρά θαυμάτων του Αγίου Νεκταρίου στο νοσοκομείο μας. Κατά την αλλαγή του ιερού λειψάνου, η μοναχή Ευφημία τοποθέτησε τη φανέλα του αγίου στο κρεβάτι του παραπληγικού, ο οποίος αιφνίδια σηκώθηκε και άρχισε να βηματίζει ελεύθερα. Έκτοτε, στο δωμάτιο υπάρχει η εικόνα του, ένα καντήλι που καίει συνεχώς και από το 2000 είναι τόπος προσκυνήματος, χωρίς να νοσηλεύονται ασθενείς. Όνειρό μου ήταν ο χώρος αυτός να γίνει εκκλησία και μάλιστα είχα βρει και τα οικονομικά μέσα για να το υλοποιήσω… αλλά η διοίκηση δεν ήθελε να ακούσει τίποτα από αυτά.
Αμέσως μετά την κοίμησή του Αγίου Νεκταρίου, εκδηλώθηκε το πρώτο από μια σειρά θαυμάτων του στο νοσοκομείο μας. Κατά την αλλαγή του ιερού λειψάνου, η μοναχή Ευφημία τοποθέτησε τη φανέλα του αγίου στο κρεβάτι του παραπληγικού, ο οποίος αιφνίδια σηκώθηκε και άρχισε να βηματίζει ελεύθερα

Πολλοί επιστήμονες κοιτάζουν με δυσπιστία ό,τι δεν εξηγείται με όρους επιστημονικούς. Τι θα τους λέγατε;
Ο αληθινός επιστήμονας αναζητά την αλήθεια. Επειδή ο Θεός αλήθεια εστί, εξαρτάται από τον Θεό. Γίνεται έτσι λάτρης, μύστης, ακόλουθος, μαθητής του. Ο ίδιος, ομολογώ, δεκαετίες τώρα, δεν χειρουργώ χωρίς να έχει προηγηθεί προσευχή και, κατά κανόνα, καθαρίζω με το αντισηπτικό την περιοχή του δέρματος που θα χειρουργήσω, ξεκινώντας με το σημείο του Σταυρού για ευλογία.
Αν, μάλιστα, βρεθώ σε δύσκολα χειρουργεία, κάνω νοερά προσευχή. Σας εξομολογούμαι ότι πολλές φορές «εφημερεύει» ο ίδιος ο Χριστός και ζούμε την παρουσία του…

Με τις μαρτυρίες αυτές μπορώ να πω σε κάθε συνάδελφο: το απόλυτο είναι θεία κτίση. Το σχετικό με την πρόοδο της επιστήμης, την πείρα, την Τέχνη, την τόλμη και την αρετή χειρουργούμε. Δεν ανήκει, όμως, σε εμάς το 100%. Μπορεί να έχω εκτελέσει μία επέμβαση 200.000 φορές και ύστερα από τόση πείρα να παρουσιάσει κάποιος μια εμπλοκή, ένα κακό. Γι’ αυτό ο ίδιος προσωπικά έχω την προσευχή ως νοερό όπλο.
Η ασθένεια είναι κρίκος θρησκείας και επιστήμης. Αυτές οι δύο είναι δίδυμες αδελφές. Δεν συγκρούονται, αλλά είναι πυλώνες του κτιρίου που λέγεται αλήθεια.

Από τη μακρά εμπειρία σας, έχετε γνωρίσει ασθενείς που ξεπέρασαν το κλινικό πρόβλημα με όπλο την πίστη τους;
Ασθενείς με πίστη έχουν ιδιαίτερο χάρισμα, είναι γαλήνιοι, ήρεμοι, γεμάτοι ελπίδα και προσευχόμενοι συγκεντρώνουν περισσότερη δύναμη. Το θαύμα, άλλωστε, είναι προϊόν πίστεως, δώρο μέγιστο για όσους την κατέχουν, δύναμη ανεξάντλητη. Το θαύμα εμφανίζεται σιωπηλά, αθόρυβα, και, ξαναλέω, επιτυγχάνεται μέσω πίστεως, η οποία ούτε υποχρεωτική ούτε καταναγκαστική είναι, αλλά εδρεύει και πηγάζει από την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου.

Ποια εφόδια πρέπει να έχει ένας νέος γιατρός;
Το κάλλος της ιατρικής επιστήμης βρίσκεται στην εμπιστοσύνη, την οποία ο ίδιος ο Δημιουργός έχει εκδηλώσει για την ιπποκράτεια επιστήμη, για τον διάκονο του ανθρώπινου πόνου στην Παλαιά Διαθήκη: «Και ιατρώ δος τόπον, και γαρ αυτόν έκτισε Κύριος». Ο γιατρός είναι το πρώτο και το τελευταίο πρόσωπο που βλέπει κανείς όταν έρχεται και όταν εγκαταλείπει τα γήινα. Στην ενδιάμεση λοιπόν ζωή, η αποστολή του είναι να φροντίζει την καλή ποιότητα υγείας, διότι χαρά μεγαλύτερη δεν υπάρχει από το να είναι κανείς υγιής. Όλοι καταλαβαίνουμε πόσο ευτυχής είναι ο ζητιάνος, όταν είναι υγιής, συγκριτικά με έναν άρρωστο βασιλιά. Γι’ αυτόν τον λόγο ο γιατρός πρέπει να είναι ένας οικουμενικός ευπατρίδης, όταν πλησιάζει τον άρρωστό του, στοργικός πατέρας, όπως ο Κύριος που μας δημιούργησε, με τριπλή προσωπικότητα: καλό επιστήμονα, ανθρωπιστή και με πίστη στον Χριστό. Αν έχει αυτές τις προϋποθέσεις, τότε μπορεί να δει και τις περιπτώσεις που αναφέραμε με τη θεία παρέμβαση σε πολλές στιγμές της ζωής του.

Έχουμε έναν γερασμένο πληθυσμό, με 120.000 θανάτους και μόνο 100.000 γεννήσεις…

Με την Ελλάδα να ψυχορραγεί στην εντατική μονάδα, έχουμε ελεύθερες τις εκτρώσεις, με 1.000 δολοφονίες κάθε πρωί!

Τι φοβάστε από την κρίση στον τόπο;
Ένα έθνος και μία πατρίδα μπορεί να ελπίζουν, αν η νεολαία υπερέχει των γερόντων, αν οι γεννήσεις υπερέχουν των θανάτων. Τώρα εμείς έχουμε έναν γερασμένο πληθυσμό, με 120.000 θανάτους και μόνο 100.000 γεννήσεις. Με την Ελλάδα να ψυχορραγεί στην εντατική μονάδα, έχουμε ελεύθερες τις εκτρώσεις, με 1.000 δολοφονίες κάθε πρωί! Χίλια ελληνόπουλα κάθε πρωί σκοτώνονται. Αν κοιτάξεις το καρδιογράφημα ενός εμβρύου, θα δεις την καρδιά του να χτυπά από την 4η εβδομάδα. Μιλάμε για δολοφονίες σε άτομα που δεν μπορούν να αμυνθούν. Δείτε τα νούμερα: Πετάμε στους οχετούς 350.000 ζωές τον χρόνο, δηλαδή μια πόλη σαν την Πάτρα. Αντί να στηρίξουμε, λοιπόν, την οικογένεια και τα νέα ζευγάρια, που φοβούνται εξαιτίας της οικονομικής ανασφάλειας, δημιουργούμε αφύσικους στην οικογένεια θεσμούς.

 

Πηγή:http://o-nekros.blogspot.gr/2017/10/blog-post_33.html

«Ας υποθέσουμε ότι πέφτει στα χέρια των ιστορικών του έτους τρεις χιλιάδες, μια σύντομη βιογραφία του Ναπολέοντα, που διασώθηκε τυχαία από κάποια πυρηνική καταστροφή.

Αν ακολουθήσουν την ίδια μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε παλαιότερα στην περίπτωση του Ιησού, τότε οι ιστορικοί αυτοί θα μπορέσουν να αποδείξουν ότι η εποποιΐα του στρατηγικού δαιμονίου του Ναπολέοντα δεν είναι παρά ένας απλός μύθος, ένας θρύλος, στον οποίο οι άνθρωποι του μακρυνού δεκάτου ένατου αιώνα ενσάρκωσαν την προϋπάρχουσα ιδέα του «Μεγάλου Στρατηλάτη».
Οι εκστρατείες στην έρημο και στα χιόνια, η γέννηση και ο θάνατος του ήρωα σ’ ένα μακρυνό νησί, το ίδιο το όνομά του, η προδοσία, η ήττα, οι τελευταίες αναλαμπές και η οριστική πτώση κάτω από τα κτυπήματα του φθόνου και της αντίδρασης, η εξορία στην καρδιά του ωκεανού δείχνουν ότι ο Ναπολέων δεν υπήρχε ποτέ.

Στο φανταστικό πρόσωπό του ενσαρκώθηκε ο αιώνιος μύθος του αυτοκράτορα, ίσως μάλιστα και η ιδέα της Γαλλίας στην οποία, άγνωστοι πατριώτες έδωσαν, δυο αιώνες πριν, όνομα, ύπαρξη και φανταστικές ηρωϊκές πράξεις».
Αυτά θα ισχυριστούν πολλοί εμπειρογνώμονες, που θα εφαρμόσουν στην περίπτωση του Ναπολέοντα τη μέθοδο την οποία χρησιμοποίησαν πολλοί μελετητές του προβλήματος του Ιησού από τη Ναζαρέτ».
Jean Guitton

Υπάρχει διαφορά στο να γνωρίζει κανείς πράγματα ή να γνωρίζει ανθρώπους. Εξιχνιάζουμε τα πράγματα μέσω της δικής μας παρατήρησης. Ενώ, τους ανθρώπους τους εξιχνιάζουμε από τα λόγια και τις πράξεις τους. Βέβαια, το μεγαλύτερο μέρος της γνώσης μας για πράγματα κι ανθρώπους είναι από δεύτερο χέρι, μέσω γνωστοποίησης από άλλους, αλλά, εδώ, ενδιαφέρομαι για τη γνώση που άμεσα αποκτούμε για μας.
Υποθέστε ότι θέλω να σας περιγράψω ένα αυτοκίνητο. Μπορώ να σας πω τη μάρκα του, το μοντέλο, το χρώμα του, την τελική του ταχύτητα και την επιτάχυνσή του, κάτω από διάφορες συνθήκες. Μπορώ να σας δώσω τις διαστάσεις του για το μήκος του, το βάρος του και να σας δώσω μια κατά το μάλλον υποκειμενική περιγραφή για τα χαρακτηριστικά του χειρισμού του. Όλες αυτές οι πληροφορίες μπορούν να αποκτηθούν από μετρήσεις και δοκιμαστικές οδηγήσεις, που έχω κάνει μόνος μου.
Αλλά, υποθέστε τώρα ότι θέλω να σας μιλήσω για τον ιδιοκτήτη του. Θα μπορούσα να τον μετρήσω, τι ύψος έχει και τι βάρος, να βγάλω μια φωτογραφία του ή και να μελετήσω τη συμπεριφορά του. Όμως, μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν θα μπορούσα να βρω πολλά πράγματα γι’ αυτόν, ως άνθρωπο. Εάν περιόριζα την περιγραφή μου στα αποτελέσματα αυτών των παρατηρήσεών μου γι’ αυτόν, θα ήταν τρομερά ελλειπής στα βασικότερα σημεία της ανθρώπινης προσωπικότητάς του.

Προκειμένου να γνωρίσω τις ελπίδες και τους φόβους του, τα πράγματα που σκέφτεται και το τι είναι πραγματικά ως άνθρωπος, είναι ανάγκη να μου μιλήσει, προσωπικά, και να τα μάθω από τον ίδιο. Εάν δεν μιλήσει σε μένα, θα μπορούσα να τα μάθω γι’ αυτόν από άλλους, αλλά, τούτο θα εξαρτηθεί από το τι έχει πραγματικά μιλήσει στους άλλους.
Η γνώση μας για τους ανθρώπους εξαρτάται από το τι κάνουν (στην επικοινωνία τους μαζί μας ή με άλλους), ενώ η γνώση μας για τα πράγματα εξαρτάται από το τι εμείς κάνουμε. Στην πράξη, ίσως υπάρξουν πολλά κοινά σημεία στη μελέτη ανάμεσα σε πράγματα και ανθρώπους. Ο ψυχίατρος γνωρίζει πως να αποσπάσει μια απάντηση από τον ασθενή του κι ο καλός δάσκαλος μπορεί να προκαλέσει τους μαθητές του.

Η διαφορά ανάμεσα στην παρατήρηση και στην αυτο-αποκάλυψη δεν πρέπει βέβαια να πιεσθεί, ώστε να φθάσει κανείς στα άκρα για να είναι έγκυρη η διάκριση. Υπάρχουν γεγονότα για άλλους ανθρώπους, που μπορούμε να τα γνωρίσουμε μέσω της παρατήρησης, είτε τους αρέσει είτε όχι, αλλά, γενικά, όσο περισσότερο η γνώση μας εξαρτάται μόνο από τις δικές μας έρευνες, τόσο περισσότερο αντιστοιχεί τούτο στενότερα στο να γνωρίζω κάποιον ως πράγμα.
Υπάρχει ακόμα ένα διακριτικό χαρακτηριστικό για να γνωρίσει κανείς ένα πρόσωπο. Είναι ένας δρόμος διπλής κατεύθυνσης: Τον γνωρίζω και με γνωρίζει.

Μια προσωπική σχέση είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τη γνώση μας για ένα αυτοκίνητο. Η διαφορά είναι πιο χτυπητή αν δούμε τα δυο ρήματα της γλώσσας, γινώσκω και επιγινώσκω, που φανερώνουν διάφορες μορφές γνώσης.
Κι ο Θεός; Οι Χριστιανοί ισχυρίζονται ότι ο Θεός είναι Πρόσωπο. Επομένως, είναι συνεπές προς τούτο να ισχυριστούμε ότι ο Θεός μπορεί να γίνει γνωστός μέσω της αυτο-αποκάλυψης, μ’ έναν τρόπο που ένα πρόσωπο γνωρίζεται, και που κι ο Θεός γνωρίζει εμάς.

Και, δεν θα πρέπει να παραξενευόμαστε, όταν βλέπουμε ότι οι φυσικές επιστήμες πολύ λίγο μπορούν να βοηθήσουν, καθώς θέτουμε ερωτήματα περί του Θεού και περί των σκοπών του.

(Οι κάτοικοι της Ανδρομέδας, Denis Osborne,εκδ. Πέργαμος σελ. 56-57)

Τα ταξίδια ενός σκεπτικιστή αρχαιολόγου.

Ο σερ William Ramsay (1851-1939) θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους αρχαιολόγους που έχουν υπάρξει ποτέ. Φοίτησε στη σχολή Ιστορίας της Γερμανίας στα μέσα του 19ου αιώνα κι έτσι πίστευε ακράδαντα πως το βιβλίο των Πράξεων ήταν προϊόν του δεύτερου αιώνα μ.Χ. Καθώς ερευνούσε για να κάνει μια τοπογραφική μελέτη της Μικράς Ασίας, αναγκάστηκε να μελετήσει τα κείμενα του Λουκά. Το αποτέλεσμα ήταν να αναγκαστεί να αναθεωρήσει τις απόψεις του εξαιτίας των συγκλονιστικών αποδείξεων που έφερε στο φως η έρευνά του.

Μιλώντας σχετικά είπε, «Ξεκίνησα αυτήν την έρευνα χωρίς καμιά μεροληπτικότητα για το συμπέρασμα που τώρα προσπαθώ να υποστηρίξω προς τον αναγνώστη. Αντιθέτως, ξεκίνησα δυσμενώς διατεθειμένος απέναντί του λόγω της εφευρετικότητας και της προφανούς πληρότητας της θεωρίας του Πανεπιστημίου της Τυβίγγης που κάποτε με είχε σχεδόν πείσει. Εκείνη την εποχή δεν με απασχολούσε να ερευνήσω διεξοδικά το θέμα.

Πρόσφατα όμως βρέθηκα να πρέπει να έρθω σε επαφή με το βιβλίο των Πράξεων ως αυθεντία για την τοπογραφία, τις αρχαιότητες και την κοινωνία της Μικράς Ασίας. Προοδευτικά διαπίστωσα ότι σε διάφορες λεπτομέρειες η αφήγηση είχε θαυμαστή αλήθεια.

Μάλιστα, ξεκινώντας με την παγιωμένη άποψη πως το βιβλίο Πράξεων αποτελούσε έργο του 2ου αιώνα και μη θεωρώντας ποτέ τις αποδείξεις του αξιόπιστες για τις συνθήκες του 1ου αιώνα, προοδευτικά διαπίστωσα πως αποτελούσε ένα χρήσιμο σύμμαχο για μερικές πολύπλοκες και δύσκολες ερευνητικές προσπάθειες» (Blaiklock, LAENT, 36 – παράθεση από το βιβλίο του Ramsey: St. Paul the Traveler and the Roman Citizen).
    Αναφορικά με την ικανότητα του Λουκά ως ιστορικού, ο σερ William Ramsay μετά από τριάντα χρόνια μελέτης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι,

ο «Λουκάς είναι πρώτης τάξεως ιστορικός. Δεν είναι απλώς αξιόπιστη η καταγραφή των γεγονότων που κάνει,…αυτός ο συγγραφέας θα πρέπει να συγκαταλεχθεί μεταξύ των μεγαλύτερων ιστορικών»(Ramsey, BRDTNT, 222).
    Ο Ramsey προσθέτει: «Η ιστορία του Λουκά είναι αξεπέραστη ως προς την αξιοπιστία της». (Ramsay, SPTRC, 81)

(Ζητώ Αποδείξεις, Josh McDowell, εκδ. ο Λόγος, σελ. 129)

Η δύναμη της θέλησης!

Το μικρό αγροτικό σχολείο θερμαινόταν από μια παλιού τύπου σόμπα με κάρβουνα. Ένα παιδάκι, είχε την ευθύνη να έρχεται στο σχολείο νωρίς κάθε μέρα ν’ ανάβει τη σόμπα και να ζεσταίνει την αίθουσα, πριν φτάσει ο δάσκαλος κι οι συμμαθητές του. Ένα πρωί, φτάνοντας οι άλλοι είδαν το σχολείο τυλιγμένο στις φλόγες. Έσυραν αναίσθητο το μικρό έξω από το λαμπαδιασμένο κτίριο, μάλλον νεκρό παρά ζωντανό. Είχε σοβαρά εγκαύματα στο κάτω ήμισυ του σώματός του και μεταφέρθηκε στο γειτονικό αγροτικό νοσοκομείο.

Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου, το φρικτά καμένο και ημιαναίσθητο παιδάκι άκουσε αχνά το γιατρό να μιλά στη μητέρα του. Της έλεγε ότι ο γιος της σίγουρα θα πέθαινε – κι ίσως ήταν καλύτερα έτσι – γιατί η φοβερή φωτιά είχε καταστρέψει το κάτω μέρος του σώματός του.

Αλλά το γενναίο παιδί δεν ήθελε να πεθάνει. Πήρε λοιπόν την απόφαση να ζήσει. Και προς μεγάλη έκπληξη του γιατρού του, έζησε. Όταν ο κίνδυνος του θανάτου ξεπεράστηκε, πάλι άκουσε το γιατρό να μιλά με τη μητέρα του χαμηλόφωνα και να της λέει ότι, εφόσον η φωτιά κατέστρεψε τόση σάρκα στο κάτω μέρος του σώματός του, θα ήταν καλύτερα να είχε πεθάνει γιατί τώρα ήταν καταδικασμένο να μείνει ανάπηρο για όλη του τη ζωή, καθώς δε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει καθόλου τα κάτω άκρα του. Άλλη μια φορά το γενναίο παιδί πήρε την απόφασή του. Δε θα γινόταν ανάπηρος. Θα περπατούσε. Δυστυχώς, όμως, από τη μέση και κάτω δεν είχε τη δυνατότητα κίνησης. Τα λεπτά του πόδια απλώς κρέμονταν εκεί, άψυχα.

Τελικά βγήκε από το νοσοκομείο. Κάθε μέρα η μητέρα του του έκανε μασάζ στα πόδια, αλλά δεν υπήρχε καμιά αντίδραση. Το παιδί δεν ένιωθε, δεν έλεγχε τα πόδια του. Η απόφασή του ωστόσο να περπατήσει ήταν ισχυρότατη. Όταν δε βρισκόταν στο κρεβάτι, ήταν αναγκασμένος να κάθεται σε μια αναπηρική πολυθρόνα. Μια ηλιόλουστη μέρα, η μητέρα του τον έσπρωξε με το καροτσάκι στην αυλή για ν’ αναπνεύσει καθαρό αέρα. Εκείνη τη μέρα, αντί να μείνει εκεί ακίνητος, έπεσε σκόπιμα από το καροτσάκι κι άρχισε να σέρνεται πάνω στο γρασίδι.

Προχώρησε έρποντας μέχρι το λευκό ξύλινο φράκτη που υπήρχε γύρω από το οικόπεδό τους. Με μεγάλη προσπάθεια, ανασηκώθηκε στηριγμένος στο φράκτη αποφασισμένος να περπατήσει. Συνέχισε να το κάνει αυτό κάθε μέρα, μέχρι που δημιουργήθηκε μονοπάτι γύρω γύρω, σ’ όλη την έκταση της διαδρομής που ακολουθούσε. Η μεγαλύτερη επιθυμία στη ζωή του ήταν να δώσει ζωή σ’ εκείνα τα πόδια. Με τα καθημερινά μασάζ, την άκαμπτη επιμονή του και τη σιδερένια αποφασιστικότητά του, απέκτησε κάποια στιγμή την ικανότητα να στέκεται στα πόδια του, μετά να περπατά με βοήθεια και μετά να περπατά μόνος του και, τέλος, να τρέχει.

Αρχικά πήγαινε στο σχολείο περπατώντας, μετά πήγαινε στο σχολείο τρέχοντας, και, μετά έτρεχε μόνο και μόνο για να χαρεί το τρέξιμο.

Πολύ αργότερα, στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν, αυτός ο νεαρός που δεν αναμενόταν να ζήσει, που σίγουρα ποτέ δε θα μπορούσε να περπατήσει, που ποτέ δε θα μπορούσε να τρέξει – αυτός ο αποφασιστικός νεαρός, ο Δόκτωρ Γκλεν Κάνιγκχαμ, ήρθε πρώτος στα 1500 μέτρα! (Burt Dubin).

(Βάλσαμο για την ψυχή, εκδ. Διόπτρα σελ. 213-215)

   Και όμως πιστεύεις
   Ένας γιατρός άπιστος, για να αποδείξη ότι δεν υπάρχει ψυχή, ρωτάει ένα πιστόν:

- «Είδες ποτέ με τα μάτια σου καμμιά ψυχή;» «Άκουσες καμμιά ψυχή, με τ΄ αυτιά  σου;» «Εγεύθηκες με τα χείλη σου;» «Εμύρισες με την μύτη σου;»

- ¨Όχι, απαντά ο πιστός.

- «Αισθάνθηκες καμμιά ψυχή;» ερωτά τέλος ο γιατρός.

–Ναι, απαντά ο πιστός.

Τότε, λέγει θριαμβευτικά ο γιατρός, έχουμε τέσσερες αισθήσεις, εναντίον μίας.

Και ο πιστός χριστιανός, με την σειρά του έρωτα και αυτός.

- «Είδες ποτέ γιατρέ μου με τα μάτια σου κανένα πόνον;!! Άκουσες με τ΄ αφτιά σου;!! Εγεύθηκες με το στόμα σου;!! Εμύρισες με την μύτη σου;!!»

- Όχι απαντά ο γιατρός.

- Μήπως αισθάνθηκες ποτέ κανέναν πόνον;

- Βεβαίως, λέγει ο γιατρός.

- Κι ‘ εδώ όμως  π ι σ τ ε ύ ε ι ς ότι ύπάρχει π ό ν ο ς. Έτσι κι’ εγώ πιστεύω ότι υπάρχει ψυχή, γιατρέ μου, και κάθε ψυχή θα δώση μίαν ημέραν λόγον εις τον  δίκαιον  Κριτήν.

   Και όμως πιστεύετε
   Κάποτε ένας άθεος έλεγε στον γνωστό σύγχρονο χριστιανό συγγραφέα Φρανσουά Μωριάκ:
- Ξέρετε, γιατί δεν πιστεύω στον Θεό; Διότι πιστεύω μονάχα σε ό,τι καταλαβαίνω.
- Καταλαβαίνετε, τον ρώτησε τότε γελώντας ο Μωριάκ, πως  η φωτιά λυώνει το βούτυρο και συγχρόνως από υγρό κάνει στερεό το αυγό;
- Όχι, δεν το καταλαβαίνω.
- Κι όμως πιστεύτε στην …. ομελέτα.  Ή όχι;
  Η πίστις  αρχίζει κυρίως από κει που παύει πια να καταλαβαίνει το μυαλό.

Ο «μικράνθρωπος»
         Η ηλεκτρολογία μας λέγει, ότι μέσα στο ηλεκτρικό σύρμα του δωματίου μας  «τρέχουν» σαν το νερό μέσα στους  σωλήνες, δισεκατομμύρια ηλεκτρόνια. Στο μεταλλικό π.χ. νήμα μονοβατικού των  50 κυριών λαμπτήρος του δωματίου μας, συνωθούνται  3.000.000.000 ηλεκτρόνια. Αυτά συνωθούμενα και κρουόμενα θερμαίνονται και μας φωτίζουν. Κι όμως εμείς όλα αυτά  τα ηλεκτρόνια δεν τα βλέπουμε.
            Ο σοφός μαθηματικός του Πανεπιστημίου μας  Π. Ζερβός γράφει :
  «… Όταν λοιπόν αι αισθήσεις μας απατούν δια τα γύρω μας αισθητά πράγματα, ζητεί  ο μικράνθρωπος  να ίδη με τα μάτια τούτον  Θεόν, και να βεβαιωθή  εκ των αισθήσεων του, ότι υπάρχει.
Δεν είναι κατά τόπον οικτρόν  π α ρ ά λ ο γ ο ς;»

   Ο κερδισμένος……..
        Ο σοφός κληρικός του 18ου αιώνος Ευγένιος Βούλγαρις, συναντήθηκε στην αυτοκρατορική αυλή του Βερολίνου, με τον Βολταίρο. Ο διάσημος αυτός άπιστος, έμεινε έκπληκτος από την πίστι του Βούλγαρι και τον ερώτησε:
     -Πως εσύ, που είσαι άνθρωπος σοφός, παραδέχεσαι τέτοιες δεισιδαιμονίες;
     Άνοιξαν τότε μεγάλη συζήτησι και ο Βούλγαρις του ετόνισε, μεταξύ άλλων, τα εξής :
   - Εάν αυτά που λέγεις εσύ είναι σωστά, εγώ που φρονώ διαφορετικά, δεν βλάπτομαι.  Αλλά, εάν εκείνα που φρονώ εγώ είναι σωστά, τότε ποιά τιμωρία περιμένει εσένα που φρονείς τ ‘ αντίθετα;

Πριγκήπισσα της απιστίας

Στο Αμβούργο υπάρχει ένας τάφος μιας άπιστης πριγκήπισσας, που όσο ζούσε εχλεύαζε τον Θεόν και την ανάστασιν των νεκρών. Το πείσμα της την ακολούθησε μέχρι του τάφου. Στην διαθήκη της έλεγε να φτιάξουν το μνήμα της μέσα σε γρανίτη και το στόμιό του να το κλείσουν με βράχους, τσιμέντο  και σίδερα. Στην επιτάφιο πλάκα να γράψουν:

«Όσοι αιώνες κι αν περάσουν ο τάφος δεν θ’ ανοίξη…».

Ένας μικροσκοπικός όμως σπόρος σφηνώθηκε σε μια χαραματιά του βράχου και αργότερα βλάστησε, έγινε ένα πελώριο δένδρο και με τις ρίζες του έσχισε τα βράχια, χλευάζοντας την ανθρώπινη μωρία….

Τα αίτια της απιστίας
     Ο ιεραπόστολος  Μορφάτ εκήρυττε ανάμεσα στους αγρίους για την ανάσταση των νεκρών  και την μελλοντική κρίση και όλοι τον άκουγαν με μεγάλη έκπληξη. Ο αρχηγός μάλιστα  παραξενεύθηκε πολύ και άρχισε τις ερωτήσεις , όπως π.χ αν θ’αναστηθούν όλοι, αν θ’ αναστηθεί ο πατέρας του κ.λ.π. Και ενώ ο ιεραπόστολος τον εβεβαίωνε, ο άγριος αρχηγός εφώναζε:
 - Ξέρεις ότι σ’ αγαπώ πολύ. Αυτό όμως δεν το πιστεύω. Δεν θα γίνη. Δεν είναι δυνατόν να γίνη.
- Γιατί φίλε μου; είπε ο Μορφάτ.
- Έχω σφάξει τόσες χιλιάδες. Θ’ αναστηθούν όλοι λοιπόν;

Να, η αιτία της απιστίας στην χαρμόσυνη αυτή αλήθεια. Πόσοι άλλοι «πολιτισμένοι» προσπαθούν να την απορρίψουν ακριβώς γιατί δεν τους συμφέρει!...

(από το βιβλίο Ψιχία από της τραπέζης, Κωνσταντίνου Κούρκουλα)

                                                         

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ἀπό το βιβλίο "ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ"

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Ὁ ἰαματικός μεγαλομάρτυς Παντελεήμων γεννήθηκε στήν Νικομήδεια. Πατέρας του ἦταν ὁ εἰδωλολάτρης Εὐστόργιος καί μητέρα του ἡ χριστιανή Εὐβούλη. Μαρτύρησε τό 305 ἐπί αὐτόκράτορος Μαξιμιανοῦ.
Εἶχε σπουδάσει τήν ἰατρική στόν διδάσκαλο τῆς ἐπιστήμης αὐτῆς Εὐφρόσυνο. Τήν περίοδο τῶν σπουδῶν του γνώρισε τόν ἱερέα τῆς ἐκκλησίας τῆς Νικομηδείας ἅγιο Ἑρμόλαο. Αὐτός καλλιέργησε τά σπέρματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως, πού εἶχε σπείρει στήν ψυχή του ἡ εὐσεβής Εὐβούλη, καί μετά τήν κανονική κατήχησι τόν βάπτισε.
Μιά μέρα κάποιοι ἔφεραν στό σπίτι τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος ἕναν τυφλό. Ὁ ἅγιος, μαζί μέ τόν πατέρα του, τόν δέχθηκε καί τόν ρώτησε τί θέλει.
- Τό φῶς μου ποθῶ, γιατρέ μου. Πῆγα σέ πολλούς γιατρούς, ἀλλά κανείς δέν μπόρεσε νά μέ θεραπεύση. Ξόδεψα ὅλη τήν περιουσία μου στά φάρμακα καί δέν βρῆκα κανένα ὄφελος. Σέ παρακαλῶ, λυπήσου τήν ταλαιπωρία μου καί θεράπευσέ με.
- Ἀφοῦ ξόδεψες ὅλη τήν περιουσία σου στούς ἄλλους γιατρούς, τοῦ εἶπε ὁ ἅγιος, ἐάν ἐγώ σέ θεραπεύσω, τί θά μοῦ δώσεις;
- Ὅ,τι μοῦ ἀπέμεινε μέ χαρά καί προθυμία θά στό χαρίσω. Μόνο νά μέ θεραπεύσῃς.
- Θά σέ θεραπεύσῃ ὁ ἀληθινός Θεός χρησιμοποιώντας γιά ὄργανο Του ἐμένα! Τόν μισθό ὅμως τῆς θεραπείας, πού μοῦ ὑποσχέθηκες, νά τόν μοιράσῃς στούς φτωχούς.
Ὁ εἰδωλολάτρης πατέρας τοῦ ἁγίου Εὐστόργιος, νομίζοντας ὅτι μέ τήν συνηθισμένη ἰατρική ἀναλαμβάνει νά τόν θεραπεύσῃ, προσπάθησε νά τόν ἐμποδίσῃ:
- Μήν ἀναλαμβάνῃς, παιδί μου, τέτοιο ἔργο, ἀφοῦ τόσοι ἄλλοι γιατροί δέν τό κατώρθωσαν. Πρόσεξε μήν τυχόν ντροπιαστῇς στό τέλος. Τί περισσότερο μπορεῖς νά κάνῃς ἐσύ ἀπό τούς ἄλλους γιατρούς;
Ὁ Εὐστόργιος, νομίζοντας ὅτι ἀναφέρεται στόν διδάσκαλο Εὐφρόσυνο, τοῦ είπε:
- Παιδί μου, δυστυχῶς καί ὁ ἴδιος ὁ διδάσκαλός σου ἐπεχείρησε νά τόν θεραπεύσῃ καί δέν πέτυχε τίποτε.
- Περίμενε, πατέρα, καί θά δῆς τί θά κάνω.
Ἅπλωσε τότε τό δεξί του χέρι, ἔκανε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ στά μάτια τοῦ τυφλοῦ καί προσευχήθηκε πρός τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.
Ἀμέσως τά μάτια τοῦ τυφλοῦ ἄνοιξαν! Καί ὄχι μόνο τά μάτια τοῦ σώματος, ἀλλά καί τῆς ψυχῆς. Μόλις εἶδε ὁ τυφλός ὅτι μέ τήν ἐπίκλησι τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ θεραπεύθηκε, πίστεψε σ᾿ Αὐτόν. Μέ τό θαῦμα αὐτό πίστεψε καί ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Εὐστόργιος. Σέ λίγο καιρό ὁ ἅγιος Ἑρμόλαος βάπτισε καί τούς δύο.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

Ἡ ανθρωπότης σήμερον ευρίσκεται ενώπιον ενός τεχνικού θαύματος: Κατεκτήθη ή Σελήνη! Να επιδοκιμάση τις ή να αποδοκιμάση το επίτευγμα;
Από κοινωνικής επόψεως είναι δυνατόν να έχη τις επιφυλάξεις, δεδομένου ότι δαπανώνται κολοσσιαία ποσά διά την κατάκτησιν του Διαστήματος, ενώ ακόμη δεν εξηλείφθη ή πείνα από της Γής. Από θρησκευτικής όμως επόψεως ή εξερεύνηση του Διαστήματος ου μόνον ουδέν το επίμεμπτον περιέχει, αλλά και επιβοηθεί εις την βαθυτέραν κατανόησιν του Μεγαλείου της Δημιουργίας. «Ἐκ γαρ μεγέθους καλλονής κτισμάτων αναλόγως ὁ γενεσιουργὸς αυτών θεωρείται» (Σοφ. Σολ. ιγ'5).
'Αρκεί μόνον να φυλαχθώμεν από του κινδύνου της επάρσεως. Αρκεί να μη καταλὰβη ημάς το πνεύμα των ανθρώπων της πυργοποιϊας, περὶ ων ομιλεί ή βίβλος της Γενέσεως (ια' 4). Αρκεί να μη είπωμεν και ημείς εν τη διανοία ημών τα εωσφορικά ρήματα: «Εις τον ουρανόν αναβήσωμεν, επάνω των αστέρων του ουρανού θήσω τον θρόνον μου... ὰναβήσομαι επάνω των νεφών, έσομαι όμοιος τω Υψίστῳ» (Ησ. ιδ' Ι3- Ι 4).
Αν αποφύγωμεν αυτόν τον κίνδυνον, τότε ή εξερεύνηση του Διαστήματος ου μόνον δεν θα βλάψει ημάς, αλλά πολλαπλώς θα ωφελήσει και εις δοξολογίαν Θεού θα οδηγήσει.

Προ 3.500 ετών ὁ θεόπτης και θεόπνευστος Μωϋσής είπε περὶ του ανθρώπου ότι είνε «Εικών» του Θεού. Αλλά ποιού Θεού; Ενὸς Θεού παγκοσμίου, παντοδυνάμου, πανσόφου, αγίου, δικαίου, δημιουργού και κυριάρχου και συντηρητού όλης της Κτίσεως. Αυτός είνε ο Θεού του Μωϋσέως και Αυτού του Θεού «Εἰκών» ωνομὰσθη ό άνθρωπος προ 3.500 ετών. Βλέποντες λοιπόν σήμερον τα καταπληκτικά κατορθώματα του ανθρώπου, τα μαρτυρούντα θαυμαστήν σοφίαν και δύναμιν, βλέποντες τας εις θάμβος οδηγούσα συλλήψεις της ανθρώπινης διανοίας, δεν δυνάμεθα ειμή να ομολογήσωμεν ότι όντως θεοκίνητος χείρ έγραψε περὶ του ανθρώπου τον ανωτέρω χαρακτηρισμὸν εν εποχή καθ' ην ο άνθρωπος ούτε εφαντάζετο ούτε διησθὰνετο καν τας κατακτήσεις εις ας βραδύτερον θα έφθανεν.

Η 'Αγία Γραφή λέγει ότι ό Θεός, πλὰσας τον άνθρωπον, «ηλὰττωσεν αυτὸν βραχύ τι παρ' αγγέλους· δόξη και τιμή εστεφάνωσεν αυτὸν και κατέστησεν αυτὸν επὶ τα έργα των χειρών Αυτοῦ» (Ψαλμ. 8, 6). Ποία δε είνε τα έργα των χειρών του Θεού; «'Οψομαι τους ουρανοὐς, έργα των δακτύλων Σου σελήνην και αστέρας, α συ εθεμελίωσας» (Ψαλμ. 8,4). «Κατ' αρχάς Συ, Κύριε, τη γην εθεμελίωσας και έργα των χειρών Σού εὶσιν οι ουρανοὶ» (Ψαλμ. 101,26).
Ο Θεός, άλλωστε, καλεί τον άνθρωπο να κατακτὴση, όχι απλώς τους υλικοὺς ουρανούς, αλλά και τους πνευματικούς ουρανούς και να ζη εκεί εν τη ατελευτὴτῳ αιωνιότητι θεωρών πρόσωπον προς πρόσωπον το Αρχέτυπον Κάλλος. Οπόση ή αξία του ανθρώπου! Σύμπασα ὴ υλική Κτίσις εν οφθαλμοίς Κυρίου δεν ισοφαρίζει την αξίαν μιας και μόνης ανθρώπινης υπάρξεως ενὸς μικρού παιδιού ή ενός αναπήρου γέροντος! (Ματθ. ιστ', 26).

Πολλοί διερωτώνται: Αν διαπιστωθή ύπαρξις λογικών όντων και εις άλλους πλανὴτας, δεν θα υποστή κλονισμέ η Χριστιανικὴ Πίστις;

Αλλ` ὴ Χριστιανικὴ Πίστις δεν είνε ανθρωπίνη ανακάλυψις. είνε θεϊκὴ αποκάλυψις και ως τοιαύτη είνε η ΑΛΗΘΕΙΑ και εις την Γὴν και εις τον Ουρανόν. Ποία λοιπὸν ανακάλυψις, ποία εφεύρεσις, ποίον επίτευγμα είνε δυνατόν να βλάψη την εξ αποκαλύψεως Αλήθειαν: "Αν υπάρχωσι λογικά όντα εις άλλους πλανὴτας (ὐποθετικώς βεβαίως ομιλούμεν, διότι ουδεμίαν επιστημονικὴν ένδειξιν περὶ τούτου έχομεν), τότε εν εκ των τριών θα συμβαίνη: α') Οι «άνθρωποι» εκείνοι θα ζώων εις προπτωπτικὴν καταστασιν. Δηλαδή θα ζώων ως έζων ο Αδάμ και η Εύα εν τω Παραδείσῳ προ της παρακοής.
β') Οι «άνθρωποι» εκεὶνοι θα ευρίσκωνται εις την αυτὴν και ημείς κατάστασιν, ο δε Θεὸς θα ωκονόμησεν ως Αυτὸς οίδε την σωτηρίαν αυτών.
γ') Η Θυσία του Κυρίου επὶ Γής θα ισχύη και δι` αυτούς. Τις οίδεν αν η μετάβασις ημών εις άλλους κόσμους δεν εξυπηρετή τα πάνσοφα Σχέδια της θείας Πρόνοιας; Μετὲβημεν εις άλλας ηπείρους, ως η Αμερική, και εκηρύξαμεν εκεί το Ευαγγέλιον. Τί διαφέρει αν το αυτὸ συμβή και εις ανθρώπους, ουχὶ άλλων ηπείρων, αλλ΄άλλων πλανητών; Υποθέσεις βεβαίως, πάντα ταύτα αλλ΄ είπομεν ότι υποθετικώς ομιλούμεν.

Εάν πάντως απεδεικνύετο η ύπαρξις λογικών όντων εις άλλους κόσμους, τότε ή φράσις του αποστόλου Παύλου περί «τινός κτίσεως ετέρας» (Ρωμ. η΄39), η μέχρι σήμερον θεωρουμένη ως απλὴ υπόθεσις, θα ελάμβανεν ενάργειαν προφητικού λόγου.

Η ανθρωπίνη γνώσις θα προοδεύη. Τα επιτεύγματα της Επιστήμης και της Τεχνικής θα καταπλήσσωσι καθημερινώς τους οφθαλμούς ημών. Ο άνθρωπος, μικρός θεός. «Εικών» του μεγάλου Θεού, εκτυλίσσων διηνεκώς τας θαυμαστάς ικανότητας δι' ων επροίκισεν αυτὸν ο Δημιουργός θα φθάση εις άθλους ιλιγγιώδεις. Παρά πάντα όμως ταύτα θα εξακολουθή να αποτελή την τραγικὴν σύνθεσιν «μεγαλείου-αθλιότητος». περὶ ης ωραιότατα ωμίλησεν ο Πασκάλ, και θα έχη ανάγκην Σωτὴρος και Λυτρωτού, απαλλάσσοντος αὐτὸν εκ της αμαρτίας και του θανάτου. Καν ακόμη φθάσει ο άνθρωπος εις τας εσχατιάς του Σύμπαντος, καν μετακινήση ηλίους και γαλαξίας, η ισχύς του λόγου του ιερού Αυγουστίνου ουδὲποτε θα μειωθή: «Ω Θεέ μου, Συ έπλασας ημάς διά Σεαυτόν και ένεκα τούτου η ανθρωπίνη ψυχή ουδέποτε αισθάνεται ανάπαυσιν ειμή μόνον πλησίον Σου!». Το Σύμπαν ολόκληρον αδυνατεί να αναπαύση την ανθρωπίνην καρδίαν. Η κατάκτησις του Διαστήματος ούτε «νέαν» θεολογίαν θα δημιουργήση, ως αστόχως ελέχθη, ούτε την ειρήνην θα χορηγήση, ούτε τα ανθρώπινα ψυχικά προβλήματα θα λύση.

Η ιστορία του κόσμου, όλου του κόσμου, ορατού και αόρατου, χωρίζεται -εχωρίσθη άπαξ δια παντός- εις δύο περιόδους: Προ Χριστού και μετά Χριστόν! Ο άνθρωπος αναβαίνει εις τους πλανήτας και «κατακτά» το Διάστημα, ενώ ούδ` αυτής της Γης είνε κύριος, εφ΄ όσον ἡ τρομερά σκιά του θανάτου απλούται ανά παν βήμα απειλητική επ' αυτού. Ανυψούμεθα εις τους αστέρας, αλλά ταυτοχρόνως βυθιζόμεθα εις τας αβύσσους των παθών. Υπερνικώμεν την έλξιν της Γης, αλλ΄ ελκόμεθα ακατανικήτως υπό της εν ημίν ιλύος. Πατούμεν πόδα επὶ της Σελήνης, αλλά καταπατούμεθα και συντριβόμεθα υπό των χθαμαλών ορέξεων. Φερόμεθα μετάρσιοι εις τα ύψη των αστέρων, αλλά κυλιόμεθα ακαταπαύστως εις τον βόρβορον των κακιών. Κατακτώμεν τα ουράνια σώματα, αλλά πως θα κατακτήσωμεν την αφθαρσίαν και την εν μακαριότητι αιωνιότητα; Πως θα αναχθώμεν εις τα όψη της αθανασίας; Μόνον δια Ιησού Χριστού «ος παρεδόθη δια τα παραπτώματα ημών και ηγέρθη δια την δικαίωσιν ημών» (Ρωμ. δ', 25). Δια της Πίστεως εις τα μη βλεπόμενα ο Ενώχ (Γεν. ε, 24) και ο Ηλίας (Δ' Βασ. β', Ι Ι) εγένοντο προ χιλιάδων ετών αστροναύται και ουρανοδρόμοι, ο δε απόστολος Παύλος ανήλθεν («εὶτε εν σώματι ουκ οίδεν, ούτε εκτός του σώματος ουκ οίδεν, ο Θεός οίδεν»), υπεράνω αστερισμών και ηλιακών συστημάτων και έφθασε «μέχρι τρίτου ουρανού» και «ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξὸν ανθρώπῳ λαλήσαι» (Β' Κορ. ιβ' 4).

Αλλά τι λέγω; Ο άνθρωπος, η ανθρωπίνη φύσις, η κτιστὴ και ατελὴς και πεπερασμένη ανθρωπίνη φύσις, προσληφθείσα υπό του Σαρκωθὲντος Θεού Λόγου και εν τω Προσώπῳ Αυτού ενωθείσα υποστατικώς μετά της θεότητος, διήλθε και παρήλθε πάντα τα ύψη, αισθητά και νοητά, ανήλθεν υπεράνω των Χερουβεὶμ και των Σεραφείμ, έλαβε διάστασιν υπεργήινον, αυτόχρημα παγκόσμιον, εθεώθη εν ακεραία κυριολεξία, προσεκυνήθη λατρευτικώς απ' Αγγέλων και Αρχαγγέλων, και, «αφθασίας ενδεδυμένη εύπρεπειαν», εκάθισεν «εν δεξιά της Μεγαλωσύνης» του Θεού Πατρός και συμβασιλεύει μετ΄ Αυτού εις τους αιώνας των αιώνων! Του ύψους τούτου υπάρχει ύψος υψηλότερον; Αναμφιβόλως όχι! Ουδεὶς πύραυλος ανθρωπίνης ή και αγγελικής επινοήσεως θα δυνηθή ποτέ να αναβιβάση ημάς εις τηλικαύτα ύψη. Ουδεμία αισθητή μηχανή, καν πάσαν τελειότητα υπερβαίνη, θα κατορθώση ποτὲ να εκτοξεύση τον γήινον ανθρωπον εις τας υπερκοσμίους περιοχάς της θείας Μεγαλειότητος και να αναπαύση αυτού την καρδίαν. Η μόνη μηχανή, ἡ δυναμένη «αναφέρειν εις τα ύψη» του Θεού, εὶνε «η μηχανὴ του Ιησού Χριστού, ος εστί Σταυρός» (αγ. Ιγνατίου Εφεσ. κεφ. 9).

Το υψηλότερον σημείον εν όλη τη Κτίσει είνε και θα παραμείνη, μέχρι της συντελείας των αιώνων, ο μικρός λόφος του Γολγοθά. Εκεί, και μόνον εκεί, υπό την σκιάν ενός καθημαγμὲνου Σταυρού θα ευρίσκωσιν ανάπαυσιν οι οδοιπόροι της παρούσης ζωής και θα σώζωνται εκ των δεσμών της αμαρτίας και του θανάτου. Οι απιστούντες και οι αμφιβάλλοντες, «γεύσασθε και ίδετε» και διά πείρας γνώτε...

Οσαιδήποτε χιλιετίαι και αν παρέλθωσιν, οσονδήποτε και αν η Επιστήμη και η Τεχνική εξελιχθώσιν, οσαδήποτε άλματα και αν ο άνθρωπος πραγματοποιήση, οσονδήποτε υψηλά και αν αναβή, μία φωνή, γλυκεία άμα και ισχυρά, απαλὴ άμα και βροντώδης, ελεγκτική άμα και παρήγορος, θα εξακολουθή να ακούηται συνεχώς εν μέσω των μυρίων θορύβων και να αντηχή ευκρινώς εις πάντα τα πλάτη και τα μήκη και τα βάθη και τα ύψη του Σύμπαντος: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς. ΄Αρατε τον ζυγόν μου εφ υμάς και μάθετε απ' εμού ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών» (Ματθ. ια΄, 28,29)

(αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου,Άρθρα, Μελέται, Επιστολαί, σελ. 298-301)

«…Το συμπέρασμα εκ των αναλογιών τούτων προκύπτει αυτόδηλον. Εάν η μεταξύ πλανητών και γης ομοιότης είναι τόσο στενή, εάν και οι αστέρες εκείνοι διατελούν (βρίσκονται) υφ’ ας και η γη συνθήκας, εάν και εκεί υπάρχουν έτη και μήνες και ημέραι και νύκτες και χειμών και θέρος και ατμόσφαιρα και νέφη και βροχαί και συστήματα ξηράς και συστήματα (δεν είναι απίθανον) θαλάσσης και πάσαι τέλος πάντων αι συνθήκαι, υπό τας οποίας εδώ κάτω συντηρείται και προάγεται η ζωή, πώς είναι δυνατόν να είναι οι όγκοι εκείνοι τα ενδιαιτήματα της νεκρώσεως;

Παρατηρήσατε πόση οικονομία εις τον ιδικόν μας πλανήτη επέδειξεν ο Θεός και πώς ουδέ ο ελάχιστος χώρος υπάρχει ακατοίκητος. Πανταχού η ζωή είναι εγκατεσπαρμένη. Πανταχού η ύλη είναι όχι το φορείο, αλλά ο φορεύς της υπάρξεως. Εις τας ερήμους ενδιαιτάται (ζει) ο λέων. Εις τους πόλους η άρκτος (αρκούδα) και η φώκια. Εις τον πυρίκαυστον ισημερινόν ο πίθηκος και το κολίβριον. Εις την επιφάνειαν του δυσώδους έλους μυριάδες μυριάδων εντόμων. Εις μίαν ψεκάδα ύδατος εκατομμύρια μικροοργανισμών. Και εις αυτά ακόμη τα δηλητήρια και τα ισχυρότατα οξέα η ζωή δεν είναι άγνωστος. Και πώς λοιπόν ο Θείος Νους ο οποίος εδείχθη φειδωλότατος (οικονόμος ως προς το χώρο) ως προς τον πλανήτην μας, υπήρξε άσωτος (σπάταλος ως προς το χώρο) όσον αφορά τους λοιπούς;

Να υποτεθεί άραγε ότι όλοι οι τεράστιοι ούτοι όγκοι, από τους οποίους τινές εκατονταπλάσιοι της γης και χιλιοπλάσιοι, ανηρτήθησαν (κρεμάστηκαν) εκεί επάνω δια να φαιδρύνουν (φωτίσουν) ελάχιστα πως (κάπως) τας μαύρας μας νύκτας με την ασθενεστάτην λάμψιν των; Αλλά διατί μάλλον να μην προστεθή αντί πάντων τούτων, μία περιπλέον (παραπάνω) σελήνη εις την υπάρχουσαν, οπότε και η σπατάλη του υλικού θα απεφεύγετο και ο σκοπός καλλίτερον θα επιτυγχάνετο; Έπειτα προς τι αι σελήναι να προστεθούν ως αναγκαία εξαρτήματά των; Ημείς εμάθομεν εκ των Γραφών ότι η ιδική μας σελήνη εδόθη εις τη γην δια να άρχη (εξουσιάζει) της νυκτός και λαμπρύνει αυτήν με την παρουσίαν της.
Τίνα λόγο υπάρξεως έχουν αι σελήναι του Διός και του Κρόνου και του Ουρανού και του Ποσειδώνος, αφού δεν έχουν να φωτίσουν κανέναν; Αλλά τί λέγω; Εκεί επάνω έχει τις δωμάτια επιπλωμένα, αίθουσας φωταγωγημένας, οικήματα προς κατοικίαν έτοιμα, και ουδείς υπάρχει ο οικών;

Μία τοιαύτη υπόθεσις μου φαίνεται δυσπαράδεκτος, ως διισταμένη (αντιτιθέμενη) προς την ανεξάντλητον του Θεού Σύνεσιν και Τέχνην. Ενώ πολύ λογικότερον και θεοπρεπέστερον ευρίσκω, οσάκις ανυψώνω τα βλέμματα προς τους κόσμους εκείνους, να βαυκαλίζομαι (=ξεγελιέμαι,παραμυθιάζομαι) από την γλυκείαν πίστιν ότι και εκεί επάνω πτερουγίζουν ψυχαί και εκεί επάνω πάλλουν καρδίαι και εκεί επάνω ζουν αδελφοί μου και εκεί επάνω ως από θυσιαστηρίου αναθρώσκουν (ανεβαίνουν) καπνοί και αίνοι υπέρ του Τρισενδόξου Γεχωβά».

(πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Καλλινίκου (+ 1940), Θαυμαστός ο Θεός εν τοις έργοις αυτού, σελ. 17-18, έκδοση 1910 με ελαφρά μετάφραση δική μας)

Σελίδα 1 από 6