H Isabelle Filliozat αναφέρει:

«Η αγάπη είναι πιο δυνατή απ' τα χρόνια. Η μητέρα της Ροζ είναι σε οίκο ευγηρίας˙ οι γιατροί διέγνωσαν τη νόσο του Alzheimer. Στα 70 της, τα έχει χαμένα. Η Ροζ πηγαίνει να τη δη κάθε Σάββατο, αλλά η μητέρα της δεν την αναγνωρίζει.

Η εβδομαδιαία επίσκεψι είναι πραγματική αγγαρεία. Πόσο μάλλον που η Ροζ έχει την αίσθησι ότι απ' τη μητέρα της έτρωγε μόνο ξύλο κι άκουγε κριτικές. Έφυγε πολύ νωρίς απ' το σπίτι της για να μην υφίσταται αυτή τη συνεχή υποτίμησι, το σωματικό αλλά κυρίως ψυχικό πόνο, ότι δεν έγινε ποτέ αποδεκτή...

Το επόμενο Σάββατο λέει στη μητέρα της πόσο πολύ υπέφερε στην παιδική της ηλικία, αλλά και στη συνέχεια, στην ενήλικη ζωή της απ’ τις ταπεινώσεις, το ξύλο και την έλλειψι αγάπης. Η μητέρα της φαίνεται να μην ακούη τίποτε, μιλάει για άσχετα πράγματα, επιμένει να μην την αναγνωρίζη.

Αλλά το επόμενο Σάββατο, ένα θαύμα περιμένει τη Ροζ. Η μαμά της την υποδέχεται μ' ανοικτές αγκάλες. Τη φωνάζει με το όνομά της, την τραβάει κοντά της και της λέει κλαίγοντας: "Ευχαριστώ, Ροζ, τα τέσσερα παιδιά μου. Θέλω να σας αγαπήσω τώρα. Σ’ αγαπώ, Ροζ".

Από εκείνη την ημέρα, η μητέρα της Ροζ πάει καλύτερα. Ξαναβρήκε τη μνήμη της και τον έλεγχο των σφικτήρων της, έχει μεγαλύτερη αυτονομία απ' τους άλλους οικοτρόφους. Είναι η μόνη που παρουσίασε μια τόσο ευνοϊκή εξέλιξι.
"Υπάρχει ένα παγκόσμιο φάρμακο... η αγάπη", έλεγε ο Dr. Ροζέ Φίξ σ' ένα ιατρικό συνέδριο»(IF, 257).

(στο αρχιμ. Ιωαννου Κωστώφ, Η ύπαρξη της ψυχής, εκδ. Υπακοή, σελ.266-267)

(από το βιβλίο: Εγώ, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1998, σελ. 157-169). 

Για τον Αϊνστάιν, όπως συχνά το είχε διευκρινίσει ο ίδιος, η «θρησκεία» ήταν μάλλον μια στάση δέους και θαυμασμού απέναντι στο σύμπαν, γνήσια ταπεινότητα απέναντι στην αρμονία της φύσης, και όχι πίστη σ’ έναν Θεό προσωπικό που μπορεί να κατευθύνει τις ζωές των ανθρώπων.

Γιατί μου γράφεις «ο Θεός πρέπει να τιμωρήσει τους Άγγλους»; Δεν διατηρώ στενές σχέσεις ούτε με τον έναν ούτε με τους άλλους. Βλέπω απλώς με μεγάλη λύπη ότι ο Θεός τιμωρεί τόσο πολλά παιδιά Του για τις πολυάριθμες ανοησίες τους, για τις οποίες όμως μόνο Αυτός ο Ίδιος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος. Κατά τη γνώμη μου, μόνο η ανυπαρξία Του μπορεί να τον δικαιολογήσει.
Επιστολή στον ελβετό συνάδελφό του Edgar Meyer, 2 Ιανουάριου 1915. Προσφέρθηκε από τον Robert Schulmann. Αναφέρεται επίσης στο CPAE Τόμ. 8 (υπό έκδοση).

Κάθε αληθινός ερευνητής της φύσης νιώθει κάποιου είδους θρησκευτική ευλάβεια, επειδή είναι αδύνατον να φανταστεί ότι αυτός είναι ο πρώτος που μελέτησε τα λεπτεπίλεπτα νήματα που συνδέουν όσα αντιλαμβάνεται.
1920. Αναφέρεται στο βιβλίο του Moszkowski, Conversations with Einstein, σελ. 46.

Εφόσον οι ψυχικές μας εμπειρίες συνίστανται από αναπαραγωγές και συνδυασμούς των αισθητηριακών εντυπώσεων, θεωρώ κενή και άνευ νοήματος την έννοια μια ψυχής χωρίς σώμα.
Επιστολή σε κάποια Βιεννέζα, 5 Φεβρουάριου 1921. Αρχείο Αϊνστάιν 43-847. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 40.

Δεν μπορώ να συλλάβω την έννοια ενός προσωπικού Θεού που κατευθύνει άμεσα τις πράξεις των ανθρώπων... Η θρησκευτικότητά μου συνίσταται στον ταπεινό θαυμασμό μπροστά στο άπειρα ανώτερο πνεύμα που αποκαλύπτεται μέσα από το μικρό κομμάτι της πραγματικότητας... το οποίο είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε.
Επιστολή σε τραπεζίτη του Κολοράντο, Αύγουστος 1927. Αρχείο Αϊνστάιν 48-380. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 66.

Όλα είναι καθορισμένα... από δυνάμεις που δεν τις ελέγχουμε. Είναι καθορισμένα για το έντομο όπως και για το άστρο. Οι άνθρωποι, τα φυτά ή η κοσμική σκόνη —όλα χορεύουν στον μυστηριώδη σκοπό που παίζει από μακριά κάποιος αόρατος αυλητής.
Στην εφημερίδα The Saturday Evening Post, 26 Οκτωβρίου 1929. Αναφέρεται στο βιβλίο του Clark, Einstein, σελ. 346-347.

Πιστεύω στο Θεό του Σπινόζα που αποκαλύπτεται μέσα στην αρμονία του όλου, και όχι σ’ ένα Θεό που ασχολείται με τη μοίρα και τις πράξεις των ανθρώπων.
Τηλεγράφημα σε εβραϊκή εφημερίδα, 1929. Αρχείο Αϊνστάιν 33-272. (Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Σπινόζα, Θεός και υλικός κόσμος είναι αδιάσπαστα. Όσο καλύτερα κατανοεί κανείς το σύμπαν τόσο πλησιάζει το Θεό.)

Όποιος έχει πειστεί απόλυτα για την παγκόσμια ισχύ της αρχής της αιτιότητας δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να αποδεχθεί την ιδέα ενός όντος που παρεμβαίνει στη ροή των γεγονότων... Δεν δέχεται ούτε τη θρησκεία του φόβου ούτε την κοινωνική και ηθική θρησκεία. Δεν μπορεί να συλλάβει ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί˙ κι αυτό για τον απλό λόγο ότι οι πράξεις του ανθρώπου καθορίζονται από εσωτερική και εξωτερική αναγκαιότητα, ώστε, στα μάτια του Θεού, ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι περισσότερο υπεύθυνος απ’ όσο ένα άψυχο αντικείμενο για τις κινήσεις που εκτελεί... Η ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου πρέπει να βασιστεί αποτελεσματικά στη σύμπνοια, τη μόρφωση, τους δεσμούς και τις ανάγκες της κοινωνίας˙ η θρησκευτική βάση δεν είναι απαραίτητη. Η ανθρώπινη κατάσταση θα ήταν αξιολύπητη αν η αυτοσυγκράτηση οφειλόταν στο φόβο της μετά θάνατον τιμωρίας ή στην ελπίδα της μετά θάνατον ανταμοιβής.
Από το «Θρησκεία και Επιστήμη», The New York Times Magazine, 9 Νοεμβρίου 1930, σελ. 1-4. Στα γερμανικά, στην Berliner Tageblatt, 11 Νοεμβρίου 1930.

Κάθε πράξη και σκέψη του ανθρώπινου γένους σχετίζεται με την ικανοποίηση των εσώτατων αναγκών και με την ανακούφιση του πόνου. Αυτό πρέπει να το έχει κανείς συνεχώς κατά νουν, αν θέλει να κατανοήσει τα πνευματιστικά κινήματα και την ανάπτυξή τους. Το συναίσθημα και η επιθυμία είναι οι κινητήριες δυνάμεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δημιουργίας.
Όπ.π.

Είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσει κανείς αυτό το [κοσμικό θρησκευτικό] συναίσθημα σε κάποιον που δεν το έχει ποτέ αισθανθεί... Οι θρησκευτικές μεγαλοφυΐες όλων των εποχών διακρίθηκαν από αυτό ακριβώς το είδος του θρησκευτικού συναισθήματος, που δεν γνωρίζει ούτε δόγματα ούτε τη σύλληψη του Θεού κατ’ εικόνα του ανθρώπου˙ γι’ αυτό και δεν υπάρχει εκκλησία η οποία να βασίζει την κεντρική διδασκαλία της στο συναίσθημα αυτό... Κατά τη γνώμη μου, η σημαντικότερη αποστολή της τέχνης και της επιστήμης είναι να αφυπνίσει αυτό το συναίσθημα και να το κρατήσει ζωντανό σε όσους είναι δεκτικοί.
Για την «κοσμική θρησκεία», ένας ύμνος στην ομορφιά και την αρμονία της φυσικής που έγινε κοινή πεποίθηση των φυσικών.
'Οπ.π.

Ισχυρίζομαι ότι το κοσμικό θρησκευτικό συναίσθημα είναι το ισχυρότερο και ευγενέστερο κίνητρο της επιστημονικής έρευνας.
'Οπ.π.

Κατά τη γνώμη μου, οι ωραιότερες υποθέσεις στο βασίλειο της επιστήμης πηγάζουν από ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα... Πιστεύω επίσης ότι αυτό το είδος θρησκευτικότητας... είναι η μόνη δημιουργική θρησκευτική δραστηριότητα της εποχής μας.
Στο Forum 83 (1930), σελ. 373.

Δεν μπορώ να συλλάβω την ιδέα ενός Θεού που ανταμείβει και τιμωρεί τα πλάσματά του, ή διαθέτει θέληση σαν τη δική μας. Δεν μπορώ και ούτε θα ’θελα να διανοηθώ έναν άνθρωπο που επιβιώνει του φυσικού του θανάτου. Ας αφήσουμε τις αδύνατες ψυχές να τρέφουν τέτοιες σκέψεις, από φόβο ή παράλογο εγωισμό.
Από το «Τι πιστεύω», Forum and Century 84 (1930), σελ. 193-194. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 8-11.

Οι πράξεις μας πρέπει να βασίζονται στην —πάντα παρούσα— επίγνωση ότι οι άνθρωποι στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις πράξεις τους δεν είναι ελεύθεροι αλλά κατευθυνόμενοι από την αιτιότητα τόσο όσο η κίνηση των άστρων.
Δήλωση στην Αμερικανική Εταιρεία Σπινόζα, 22 Σεπτεμβρίου 1932. Αρχείο Αϊνστάιν 33-291.

Η φιλοσοφία είναι σαν μια μητέρα που γέννησε και προίκισε όλες τις άλλες επιστήμες. Δεν πρέπει λοιπόν να γκρινιάζουμε για τη γύμνια και τη φτώχεια της, αλλά μάλλον να ελπίζουμε ότι κάτι από το δικό της δονκιχωτικό ιδανικό θα επιζήσει και μέσα στα παιδιά της, ώστε να μη βυθιστούν στη βαρβαρότητα.
Επιστολή στον Bruno Winawer, 8 Σεπτεμβρίου 1932. Αρχείο Αϊνστάιν 36-532. Αναφέρεται στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 106.

Δεν μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί τα δημιουργήματά του, που οι προθέσεις του μιμούνται τις δικές μας —με λίγα λόγια, ένα Θεό που είναι απλώς η αντανάκλαση των ανθρώπινων αδυναμιών... Μου φτάνει να ατενίζω το μυστήριο της συνειδητής ζωής που διαιωνίζεται, να συλλογίζομαι τη θαυμαστή δομή του σύμπαντος που αντιλαμβανόμαστε αμυδρά, και να προσπαθώ ταπεινά να κατανοήσω έστω και ένα απειροελάχιστο κλάσμα της ευφυΐας που εκδηλώνεται στη φύση.
Από «Το πιστεύω μου» για τη Γερμανική Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 1932. Αναφέρεται στο βιβλίο του Leach, Living Philosophies, σε λ. 3.

Η οργανωμένη θρησκεία ίσως μπορέσει να ξανακερδίσει ένα μέρος του σεβασμού που έχασε στον τελευταίο πόλεμο, αν αφιερωθεί στην ενεργοποίηση της καλής θέλησης και της ενέργειας των οπαδών της ενάντια στο ανερχόμενο ρεύμα της ανελευθερίας.
The New York Times, 30 Απριλίου 1934. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Pais, Einstein Lived Here, σελ. 205.

Δύσκολα θα βρει κανείς ανάμεσα στα πιο βαθυστόχαστα επιστημονικά πνεύματα κάποιον που να μην διαθέτει το δικό του θρησκευτικό συναίσθημα. Αυτό όμως είναι κάτι διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα του αφελούς ανθρώπου. Για τον δεύτερο, ο Θεός είναι ένα ον από τη φροντίδα του οποίου ελπίζει να ωφεληθεί και του οποίου φοβάται την τιμωρία˙ η εξιδανίκευση του συναισθήματος που νιώθει το παιδί για τον πατέρα του.
Από «Το θρησκευτικό πνεύμα της επιστήμης». Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Mein Weltbild, 1934. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 40.

Ο επιστήμονας διακατέχεται από την αίσθηση της παγκόσμιας αιτιότητας... Το θρησκευτικό του συναίσθημα παίρνει τη μορφή εκστατικής έκπληξης μπροστά στην αρμονία του φυσικού νόμου, όπου αποκαλύπτεται μια ευφυΐα τόσο ανώτερη ώστε, σε σύγκριση μ’ αυτήν, το σύνολο της συστηματικής σκέψης και οι πράξεις των ανθρώπινων όντων μοιάζουν εντελώς ασήμαντα... Το συναίσθημα αυτό αναμφισβήτητα είναι ανάλογο μ ε εκείνο που διακατείχε τις θρησκευτικές ιδιοφυΐες όλων των εποχών.
Όπ.π.

Ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης ζωής ή και της ζωής κάθε πλάσματος; Η απάντηση στο ερώτημα ανήκει στη θρησκεία. Ίσως αναρωτηθεί κανείς: Έχει άραγε νόημα να τίθεται μια τέτοια ερώτηση; Η απάντησή μου είναι ότι ο άνθρωπος που θεωρεί δίχως νόημα τη ζωή, τη δική του και των συνανθρώπων του, δεν είναι μόνο δυστυχής αλλά και ανάξιος για ζωή.
Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Mein Weltbild, 1934. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 11.

Όποιος ασχολείται σοβαρά με την επιστήμη, πείθεται ότι τελικά στους νόμους του σύμπαντος εκδηλώνεται ένας νους πολύ ανώτερος από το νου του ανθρώπου... Έτσι η ενασχόληση με την επιστήμη οδηγεί σε ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό συναίσθημα που είναι πραγματικά πολύ διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα κάποιου αφελέστερου ανθρώπου.
Επιστολή σε κάποιο παιδί που τον είχε ρωτήσει αν οι επιστήμονες προσεύχονται˙ 24 Ιανουαρίου 1936. Αρχείο Αϊνστάιν 42-601.

Οτιδήποτε θεϊκό και καλό υπάρχει στο σύμπαν πρέπει να το αποκρυπτογραφήσουμε και να το εκφράσουμε εμείς. Δεν μπορούμε να παραμένουμε αδρανείς και να το περιμένουμε από το Θεό.
Συζήτηση καταγεγραμμένη από τον Algernon Black, φθινόπωρο του 1940. Αρχείο Αϊνστάιν 54-834.

Ένας θρησκευόμενος άνθρωπος είναι ευσεβής υπό την έννοια ότι δεν αμφιβάλλει για τη σπουδαιότητα αυτών των υπερπροσωπικών στόχων και σκοπών οι οποίοι δεν απαιτείται ούτε είναι δυνατόν να θεμελιωθούν ορθολογικά.
Nature 146 (1940), σελ. 605.

Η πίστη στο ενδεχόμενο οι κανόνες που ισχύουν στον υπαρκτό κόσμο να είναι ορθολογικοί, δηλαδή κατανοητοί από τη λογική, ανήκει στη σφαίρα [της θρησκείας]. Δεν μπορώ να φανταστώ έναν πραγματικό επιστήμονα χωρίς αυτή τη βαθιά πίστη.
Από το «Επιστήμη και Θρησκεία», γραπτή συμμετοχή σε συμπόσιο που έγινε στη Νέα Υόρκη το 1941 με θέμα τη συμβολή της επιστήμης, της θρησκείας και της φιλοσοφίας στην υπόθεση της αμερικανικής δημοκρατίας. Αρχείο Αϊνστάιν 28-523. Στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 41-49.

Η επιστήμη χωρίς τη θρησκεία είναι χωλή, η θρησκεία χωρίς την επιστήμη είναι τυφλή.
Όπ.π., σελ. 46. (Η ρήση αυτή ίσως αποτελεί λογοπαίγνιο σχετιζόμενο με τη ρήση του Καντ «Η αντίληψη χωρίς την ενόραση είναι κενή, η ενόραση χωρίς την αντίληψη είναι τυφλή».)

Κυρία πηγή των σημερινών συγκρούσεων ανάμεσα στη σφαίρα της θρησκείας και τη σφαίρα της επιστήμης είναι η έννοια του προσωπικού Θεού.
Όπ.π., σελ. 47.

Στον αγώνα τους για το ηθικό καλό οι θρησκευτικοί δάσκαλοι πρέπει να έχουν το ανάστημα να παραιτηθούν από το δόγμα του προσωπικού Θεού, να παραιτηθούν δηλαδή από αυτή την πηγή φόβου και ελπίδας η οποία στο παρελθόν έδωσε τόση δύναμη στα χέρια των ιερέων.
Όπ.π., σελ. 48.

Όσο περισσότερο εξελίσσεται πνευματικά η ανθρωπότητα, τόσο πιο πολύ βεβαιώνομαι ότι ο δρόμος για την αληθινή θρησκευτικότητα δεν περνάει από το φόβο της ζωής, το φόβο του θανάτου και την τυφλή πίστη, αλλά μέσα από την αναζήτηση της ορθολογικής γνώσης.
Όπ.π. σελ. 49.

Είναι αρκετά πιθανό ότι μπορούμε να κάνουμε σπουδαιότερα πράγματα από τον Ιησού, επειδή όσα είναι γραμμένα γι’ αυτόν στη Βίβλο είναι ποιητικά ωραιοποιημένα.
Αναφέρεται στο άρθρο του W. Hermanns, «Μια συζήτηση με τον Αϊνστάιν», Οκτώβριος 1943. Αρχείο Αϊνστάιν 55-285.

Ο νους δεν μπορεί να συλλάβει καμία ιδέα ανεξάρτητη από τις πέντε μας αισθήσεις [δηλαδή ουδεμία ιδέα οφείλεται σε θεϊκή επιφοίτηση].
Όπ.π.

Δεν πιστεύω ότι η φιλοσοφία και η λογική θα αποτελέσουν οδηγούς του ανθρώπου στο εγγύς μέλλον. Θα παραμείνουν όμως το ωραιότερο ιερό καταφύγιο των ολίγων εκλεκτών.
Επιστολή στον Benedetto Croce, 7 Ιουνίου 1944. Αρχείο Αϊνστάιν 34-075. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Pais, Einstein Lived Here, σελ. 122.

Διαβάζω συχνά τη Βίβλο, ωστόσο το αυθεντικό κείμενο μου είναι απρόσιτο.
Επιστολή στον Η. Friedmann, 2 Σεπτεμβρίου 1945, αναφερόμενος στο γεγονός ότι δεν γνώριζε την εβραϊκή γλώσσα. Αναφέρεται στο βιβλίο του Pais, Subtle Is the Lord, σελ. 38.

Είναι αυτό... το συμβολικό περιεχόμενο των θρησκευτικών παραδόσεων που πιθανότατα έρχεται σε σύγκρουση με την επιστήμη... Έχει επομένως ζωτική σημασία για τη διατήρηση της αληθινής θρησκείας να αποφεύγονται τέτοιες συγκρούσεις, όταν προκύπτουν από ζητήματα που δεν είναι πράγματι καθοριστικά για την επιδίωξη των θρησκευτικών στόχων.
Δήλωση στη Λέσχη Λιμπεραλιστών Ιερέων, Νέα Υόρκη. Δημοσιεύτηκε στο The Christian Register, Ιούνιος 1948.

Η στάση μου απέναντι στο Θεό είναι η στάση ενός αγνωστικιστή. Είμαι πεπεισμένος ότι κάποιος που γνωρίζει την πρωταρχική σημασία των ηθικών αρχών για τη βελτίωση και τον εξευγενισμό της ζωής δεν χρειάζεται την ιδέα ενός νομοθέτη, ειδικά ενός νομοθέτη που βασίζεται στην ανταμοιβή και την τιμωρία.
Επιστολή στον M. Berkowitz, 25 Οκτωβρίου 1950. Αρχείο Αϊνστάιν 59-215.

Μόνο «θρησκευτική» μπορώ να χαρακτηρίσω την εμπιστοσύνη στην ορθολογική φύση της πραγματικότητας —ορθολογική στο μέτρο που είναι προσιτή στην ανθρώπινη λογική. Όταν απουσιάζει το συναίσθημα αυτό, η επιστήμη εκφυλίζεται σε πεζό εμπειρισμό.
Επιστολή στον Maurice Solovine, 1 Ιανουάριου 1951. Αρχείο Αϊνστάιν 21-474,80-871. Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Letters to Solovine, σελ. 119.

Η απλή έλλειψη πίστης σ’ έναν προσωπικό Θεό δεν αποτελεί φιλοσοφία.
Επιστολή στον V.T. Aaltonen, 7 Μαΐου 1952, σχετικά με τη γνώμη του ότι η πίστη σ’ έναν προσωπικά Θεό είναι καλύτερη από τον αθεϊσμό. Αρχείο Αϊνστάιν 59-059.

Το συναίσθημά μου είναι θρησκευτικό στο βαθμό που με διαποτίζει η επίγνωση ότι το ανθρώπινο πνεύμα αδυνατεί να κατανοήσει βαθύτερα την αρμονία του σύμπαντος˙ αρμονία που εμείς προσπαθούμε να τη διατυπώσουμε με «νόμους της φύσης».
Επιστολή στην Beatrice Frohlich, 17 Δεκεμβρίου 1952. Αρχείο Αϊνστάιν 59-797.

Η ιδέα ενός προσωπικού Θεού μου είναι εντελώς ξένη και τη θεωρώ ακόμη και αφελή.
Όπ.π.

Η υπόθεση της ύπαρξης ενός αθέατου όντος... δεν διευκολύνει να κατανοήσουμε την ευταξία που συναντάται στον αισθητό κόσμο.
Επιστολή σε φοιτητή από την Αϊόβα, που τον είχε ρωτήσει «Τι είναι Θεός;»˙ Ιούλιος 1953. Αρχείο Αϊνστάιν 59-085.

Δεν πιστεύω στην αθανασία του ατόμου και θεωρώ ότι η ηθική είναι αποκλειστικά ανθρώπινο μέλημα που δεν υποκινείται από κάποια υπεράνθρωπη αρχή.
Ιούλιος 1953. Αρχείο Αϊνστάιν 36-553. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 39.

Αν ο Θεός δημιούργησε όντως τον κόσμο, σίγουρα η πρωταρχική του έγνοια δεν ήταν να κάνει το δημιούργημά του εύκολα κατανοητό σε μας.
Επιστολή στον David Bohm, 10 Φεβρουάριον 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 8-041.

Θεωρώ ότι η Κοινωνία των Φίλων είναι η θρησκευτική κοινότητα με τα υψηλότερα ηθικά πρότυπα. Όσο γνωρίζω, δεν έκαναν ποτέ ανήθικους συμβιβασμούς και πάντοτε καθοδηγούνται από τη συνείδησή τους. Νομίζω δε ότι η επιρροή τους, ιδιαίτερα στα διεθνή πράγματα, είναι ωφέλιμη και αποτελεσματική.
Επιστολή στον A. Chappie. Αυστραλία 23 Φεβρουαρίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 59-405. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Nathan και Norden. Einstein on Peace, σελ. 510.

Δεν πιστεύω σε έναν προσωπικό Θεό˙ ποτέ δεν το αρνήθηκα, πάντοτε το εξέφραζα με σαφήνεια. Αν υπάρχει κάτι μέσα μου που μπορεί να θεωρηθεί θρησκευτικό, αυτό είναι ο απεριόριστος θαυμασμός για τη συγκρότηση του κόσμου όπως αποκαλύπτεται από την επιστήμη.
Επιστολή σε θαυμαστή, 22 Μαρτίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 39-525. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 43.

Είμαι βαθιά θρησκευόμενος μη πιστός... Τούτο εκφράζει ένα μάλλον νέο είδος θρησκείας.
Επιστολή στον Hans Muesham, 30 Μαρτίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 38-434.

Δεν προσπαθώ να φανταστώ το Θεό. Μου αρκεί να στέκομαι με δέος μπροστά στη συγκρότηση του κόσμου, στο βαθμό που μπορούμε να την εκτιμήσουμε, βασιζόμενοι στις ανεπαρκείς αισθήσεις μας.
Επιστολή στον S. Flesh, 16 Απριλίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 30-1154.

Ουδέποτε απέδωσα στη φύση πρόθεση, σκοπό ή οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ανθρωπομορφικό. Αυτό που βλέπω στη φύση είναι μια μεγαλόπρεπη κατασκευή που μόνο με πολύ ατελή τρόπο μπορούμε να την κατανοήσουμε και η οποία πρέπει να γεμίζει κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο με ένα συναίσθημα ταπεινότητας. Πρόκειται για ένα συναίσθημα γνήσια θρησκευτικό που δεν έχει καμία σχέση με το μυστικισμό.
1954 ή 1955. Αναφέρεται στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 39.

Η ηθική αξία του ανθρώπου δεν μετριέται από το ποιες είναι οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις, αλλά μάλλον από το ποια συγκινησιακά ερεθίσματα δέχθηκε από τη φύση κατά τη διάρκεια της ζωής του.
Στην Αδελφή Margrit Goehner, Φεβρουάριος 1955. Αρχείο Αϊνστάιν 59-831.

Η επιστημολογία χωρίς επαφή με την επιστήμη καταλήγει να είναι σχήμα κενό. Η επιστήμη χωρίς επιστημολογία είναι —αν μπορεί να διανοηθεί κανείς κάτι τέτοιο— πρωτόγονη και θολή.
Αναφέρεται στο βιβλίο του Schilpp, Albert Einstein: Philosopher- Scientist, σελ. 5.

Έτσι ανέπτυξα... μια βαθιά θρησκευτικότητα που όμως τελείωσε απότομα στην ηλικία των δώδεκα ετών. Διαβάζοντας εκλαϊκευμένα επιστημονικά βιβλία απέκτησα σύντομα τη βεβαιότητα ότι το μεγαλύτερο μέρος των ιστοριών της Βίβλου δεν μπορεί να είναι αληθινό... Η δυσπιστία μου απέναντι σε κάθε είδους αυθεντία μεγάλωσε μέσα απ’ αυτή την εμπειρία... κι αυτή τη στάση δεν την εγκατέλειψα ποτέ.
Όπ.π., σελ. 9.

Εκεί πάνω βρισκόταν αυτός ο τεράστιος κόσμος που υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς, τα ανθρώπινα όντα, και στέκεται μπροστά μας σαν ένας μεγάλος, αιώνιος γρίφος, ο οποίος, μερικώς τουλάχιστον, είναι προσιτός στην παρατήρηση και τη σκέψη μας. Η ενατένιση αυτού του κόσμου μου έγνεψε σαν απελευθέρωση, και σύντομα παρατήρησα ότι πολλοί άνθρωποι που είχα μάθει να τους εκτιμώ και να τους θαυμάζω είχαν βρει εσωτερική ελευθερία και ασφάλεια στην αφοσιωμένη ενασχόλησή τους μ’ αυτόν.
Όπ.π., σελ. 95.

Δεν είναι όλα στη φιλοσοφία τόσο μελιστάλαχτα γραμμένα; Ίσως κάτι στην αρχή φαίνεται σαφές, όταν όμως το ξανακοιτάξεις, έχει εξαφανιστεί. Απομένει μόνο το χαρτί.
Αναφέρεται στο βιβλίο των Rosenthal-Schneider, Reality and Scientific Truth, σελ. 90.

Οι απόψεις μου συγγενεύουν με του Σπινόζα: θαυμασμός για την ομορφιά και πίστη στη λογική απλότητα της τάξης και της αρμονίας που μπορούμε να αντιληφθούμε με τρόπο ταπεινό και ατελή μόνο. Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι από την ατελή μας γνώση και κατανόηση και ότι πρέπει να θεωρούμε τις αξίες και τις ηθικές υποχρεώσεις αποκλειστικά ανθρώπινα προβλήματα.
Αναφέρεται στο βιβλίο του Hoffmann, Albert Einstein: Creator and Rebel, σελ. 95.

Η θρησκεία μου συνίσταται στον ταπεινό θαυμασμό προς το απεριόριστα ανώτερο πνεύμα που αποκαλύπτεται στις μικρότατες λεπτομέρειες τις οποίες είμαστε ικανοί να αντιληφθούμε με την εύθραυστη και αδύναμη νόησή μας. Αυτή η βαθιά συναισθηματική βεβαιότητα για την παρουσία μιας ανώτερης λογικής δύναμης, που αποκαλύπτεται στο ακατανόητο σύμπαν, συνιστά τη δική μου ιδέα του Θεού.
Αναφέρεται στη νεκρολογία της εφημερίδας The New York Times, 19 Απριλίου 1955.

(από το βιβλίο: Εγώ, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1998, σελ. 157-169)

Αθεΐα εναντίον πίστης!

"Heaven

is a fairy story

for people afraid of the

dark".

Ο Παράδεισος είναι ένα παραμύθι για ανθρώπους

που φοβούνται τo σκοτάδι (Stephen Hawking Βρετανός θεωρητικός φυσικός, κοσμολόγος, συγγραφέας και Διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Θεωρητικής Κοσμολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ).

"Atheism 

is a fairy story

for those afraid of the

light".

Ο αθεϊσμός είναι ένα παραμύθι για εκείνους

που φοβούνται το φως (John Lennox- καθηγητής Μαθηματικών Πανεπιστημίου Οξφόρδης).

 

(από το βιβλίο:Η Αρχή των Πάντων, του Hans Kung,Ομοτίμου Καθηγητού Οικουμενικής Θεολογίας Πανεπιστημίου Τυβίγγης).
β) Ουδεμία οριστική θεωρία για όλα
Στην καθημερινή μαθηματική πράξη, η σταθερή βεβαιότητα για την προβληματική των θεμελίων των Μαθηματικών παίζει βέβαια ένα μικρό ρόλο. Για τη δική μας θεματολογία είναι σπουδαίο το εξής: Ένας μαθηματικός ή φυσικός, ο οποίος σκοπεύει «να γνωρίσει το πνεύμα του Θεού», θα έπρεπε ίσως να έρχεται σε διαλογική σχέση με φιλοσοφικοθεολογικούς προβληματισμούς τόσο σοβαρά όσο με προβληματισμούς των Φυσικών Επιστημών.

Εάν τα θεμέλια των Μαθηματικών με πολλούς τρόπους είναι αναπόδεικτα, δεν θα έπρεπε άραγε τότε να διατυπώνει κάποιος παγκόσμιες αξιώσεις του μαθηματικο-φυσικοεπιστημονικού στοχασμού με μεγαλύτερη μετριοφροσύνη και επιφυλακτικότητα;
Σήμερα το κατανοεί αυτό ο Στέφεν Χόκινγκ:

«Εάν υπάρχουν μαθηματικά συμπεράσματα, που δεν είναι δυνατό να αποδειχθούν, τότε υπάρχουν προβλήματα των Φυσικών Επιστημών, που δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν. Δεν είμαστε άγγελοι, που βλέπουν το σύμπαν από έξω. Μάλλον εμείς και τα μοντέλα μας είμαστε τμήματα του σύμπαντος, το οποίο περιγράφουμε. Έτσι μια φυσικοεπιστημονική θεωρία σχετίζεται προς τον εαυτό της, όπως στο θεώρημα του Γκέντέλ. Τότε πρέπει να περιμένουμε, ότι αυτή είτε είναι αντιφατική, είτε είναι ατελής».
Αλλά ο Χόκινγκ αντιμετωπίζει το ναυάγιο της προσπάθειάς του για μια ενιαία θεωρία, που γνωρίζει το πνεύμα του Θεού, μόνο κατά έμμεσο τρόπο:

«Μερικοί θα απογοητευθούν πολύ, εάν δεν υπάρχει καμιά τελεσίδικη θεωρία (ultimate theory), η οποία μπορεί να διατυπωθεί ως ένας περιορισμένος αριθμός αρχών».

Έχει επίσης υποστηρίξει:

«Αλλά έχω αλλάξει αυτή τη γνώμη (mind) μου. Τώρα είμαι χαρούμενος, διότι η από μέρους μας αναζήτηση κατανόησης ποτέ δεν θα φθάσει σ' ένα τέλος και διότι πάντοτε θα βρισκόμαστε εκ νέου μπροστά στην πρόκληση για νέες ανακαλύψεις». Έτσι από την ανάγκη εκδηλώνει μιαν αρετή και προσθέτει: «Χωρίς αυτό θα είχαμε αποτελματωθεί. Το θεώρημα του Γκέντελ εγγυάται, ότι θα υπάρχει πάντοτε εργασία για τους μαθηματικούς». Και φυσικά επίσης για τους φυσικούς.


γ) Αφορμή για κριτικό αυτοστοχασμό
Έτσι η αλαζονική φιλοδοξία ενός φυσικού, ο οποίος ήθελε να υποβιβάσει ολόκληρο τον κόσμο σε μια φυσικοεπιστημονική θεωρία και δεν τρόμαζε μπροστά στον υποβιβασμό της Φιλοσοφίας, Θεολογίας και Ανθρωπολογίας, προσγειώθηκε στην πραγματικότητα. Και έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε το σχόλιο του John Cornwell, Διευθυντή του Προγράμματος Επιστήμη και Ανθρώπινη Διάσταση (Science and Humanity Dimension Projects) στο Κολέγιο του Ιησού στο Κέιμπριτζ:

«Η δόξα του Χόκινγκ»-, ο οποίος ανέβασε μια ανεξέταστη από την παρατήρηση θεωρία στο ύψος των Αϊνστάιν, Μπορ, Dirac ή του Χάιζενμπεργκ «θεμελιώνεται πάνω στην ιδέα ότι αυτός βρισκόταν σ' έναν αγώνα δρόμου με το χρόνο για ν’ ανακαλύψει προ του θανάτου του την αλήθεια της ύπαρξης. Ομολογώντας ότι “πάντοτε κάτι θα μένει για ν’ ανακαλύψουμε”, εντάσσει πάλι τον εαυτό του στη σειρά των θνητών με τις περιορισμένες διανοητικές δυνάμεις. Στην πράξη μπορεί να αναγνωρίσει ό,τι είπε ο εξαίρετος Βρετανός επιστήμονας J. Β. S. Haldane, τονίζοντας ότι δεν είναι μόνο θαυμάσιο να εξηγήσουμε και να παρουσιάσουμε το σύμπαν, αλλ’ ότι είναι ακόμη πιο θαυμάσιο, όταν μπορούμε να εξηγήσουμε και να παρουσιάσουμε εμάς τους ίδιους.
Ο Χόκινγκ μαζί με το φίλο και συνάδελφό του Roger Penrose έχει δείξει ότι «η γενική θεωρία του Αϊνστάιν για τη σχετικότητα περιλαμβάνει την ιδέα ότι ο χώρος και ο χρόνος αρχίζουν με το Big Bang και τελειώνουν σε μαύρες τρύπες». Αλλά επίσης έπρεπε ο Χόκινγκ να διορθώσει τις εμπειρικές αντιλήψεις του για τις μαύρες τρύπες. Οι μαύρες τρύπες είναι υπερμεγέθεις συγκεντρώσεις πολύ πυκνής ύλης, που βρίσκονται στο κέντρο του γαλαξία μας και ενδεχομένως στο κέντρο των περισσότερων γαλαξιών. Μια μαύρη τρύπα -που ήδη πολύ πιο πριν περιγράφηκε και υπολογίσθηκε από τον Γερμανό φυσικό Karl Schwarzschild (1873-1916)- εμφανίζεται όταν ένα ιδιαιτέρως πλούσιο σε μάζα άστρο εκρήγνυται καιόμενο και καταστρέφεται και υπό την πίεση της δικής του βαρύτητας συμπιέζεται σ’ ένα πολύ συμπυκνωμένο σωρό ύλης κατά τρόπον ώστε είναι δυνατό να εφαρμόζονται σ’ αυτόν οι νόμοι της βαρύτητας, όπως και της Φυσικής των Κβάντα. Η γη μας θα ήταν ακόμη μια σφαίρα με διάμετρο μικρότερη από ένα εκατοστόμετρο, ενώ ο ήλιος θα σχημάτιζε σφαίρα με διάμετρο μικρότερη από τρία χιλιόμετρα.

Κατά την προηγούμενη θεωρία του Χόκινγκ του έτους 1976, καθετί που υπερβαίνει ορισμένα όρια, τον «ορίζοντα των γεγονότων» [« Ereignishorizont»], απορροφάται στη μαύρη τρύπα, σε μια τόσο πυκνή μάζα, ώστε το φως δεν μπορεί να φύγει από αυτήν. Ο Χόκινγκ απαιτούσε την ύπαρξη καθαρής ακτινοβολίας, η οποία δεν θα περιείχε κανενός είδους πληροφορία.

Μάλιστα το 1977 με τον Αμερικανό συνάδελφό του John Preskill (Ινστιτούτο Τεχνολογίας στην Καλιφόρνια) έβαλε το ευρέως γνωστό στοίχημα ότι η πληροφορία που καταβροχθίζεται από τη μαύρη τρύπα μένει για πάντα κρυμμένη και ποτέ δεν απελευθερώνεται.
Παρά τούτα τον Ιούλιο του 2004 ο Χόκινγκ στο 17ο Συνέδριο, που έγινε στο Δουβλίνο για τη γενική σχετικότητα και τη βαρύτητα, υποστηρίζει ότι με διακυμάνσεις στο χείλος μιας μαύρης τρύπας είναι δυνατό να εξέρχεται κάποια πληροφορία. Είχε χάσει το στοίχημα. Επιπλέον αναθεώρησε την επί τρεις δεκαετίες υποστηριζόμενη από αυτόν γνώμη, ότι η νομιζόμενη εξαφάνιση ύλης και ενέργειας στις μαύρες τρύπες σχετιζόταν με παράλληλα σύμπαντα δίπλα στο δικό μας σύμπαν.

Όχι, οι συμπαγείς δίνες, που σχηματίζονται με την αποσύνθεση άστρων, με κανέναν τρόπο δεν στέλνουν την από αυτές απορροφώμενη ενέργεια και ύλη σ’ ένα παράλληλο σύμπαν. Όλα μένουν στο δικό μας σύμπαν και διατηρούνται περισσότερο χρόνο με συμπαγή μορφή πριν διαλυθούν σε μαύρες τρύπες:

«Δεν υπάρχει κανένα νεογέννητο σύμπαν, όπως κάποτε νόμιζα».

Εξέφρασε τη μεγάλη λύπη του, διότι έπρεπε να απογοητεύσει τους ανήκοντες στην κοινότητα της επιστημονικής φαντασίας.
Εξάλλου για τους έχοντες γνώση και πείρα των υπολογιστών, από το πρώτο θεώρημα περί της Μη πληρότητας [Unvollstandigkeitssatz] του Γκέντελ προκύπτει εκείνο που παρατηρεί ο Βιενέζος Καθηγητής Rudolf Taschner για το «Scientific Computing» [«επιστημονική χρήση του υπολογιστή»]:

«Δεν υπάρχει από μια υπολογιστική μηχανή καμιά καθολική πραγματοποιήσιμη διαδικασία, η οποία για όλα τα προγράμματα των υπολογιστών να μπορεί να κρίνει, εάν θα σταματήσουν κάποτε ή εάν αδιακόπως θα συνεχίζουν χωρίς τέλος. Αυτό είναι το μήνυμα που μας λυτρώνει από τη σχεδόν θρησκευτική πίστη στην παντογνωσία και παντοδυναμία του υπολογιστή. Όσο εκλεπτυσμένα και αν είναι δυνατό να συναρμολογηθεί μία υπολογιστική μηχανή, πάντοτε υπάρχει γι’ αυτήν ένα άθραυστο καρύδι, με το οποίο όλες οι τεχνικές τελειότητες αρνούνται να έλθουν σε αντιπαράθεση».

Ήδη προ του Taschner ο Alan Turing είχε γνωρίσει και αποδείξει το άλυτο αυτού του «προβλήματος του σταματήματος».
Διερωτώμαι εάν δεν ήλθε η ώρα, ο Χόκινγκ και οι καθ’ όμοιον τρόπο σκεπτόμενοι επιστήμονες να ελέγξουν και να αναθεωρήσουν όχι μόνο γεμάτες από φαντασία θεωρίες και μερικές εμπειρικές αντιλήψεις, αλλά γενικώς τα από τον 19ο αιώνα προερχόμενα θετικιστικά θεμέλια της επιστημονικής σκέψης. Εννοείται ότι αυτό δεν είναι εύκολο εγχείρημα, διότι εγγίζει τα θεμέλια των Μαθηματικών και της Λογικής. Αλλά ο Θετικισμός είναι κάτι περισσότερο από μια θεωρία, είναι κοσμοθεωρία. Και μερικοί επιστήμονες δεν αντιλαμβάνονται ότι παρατηρούν τον κόσμο διαρκώς μέσα από θετικιστικά ματογυάλια.
(Η αρχή των Πάντων, εκδ. Ουρανός, σελ. 67-72 όπου οι παραπομπές, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

(από το βιβλίο: Η Αρχή των Πάντων, του Hans Kung,Ομοτίμου Καθηγητού Οικουμενικής Θεολογίας Πανεπιστημίου Τυβίγγης). 

Κανένας δεν έκανε τόσο φανερά τα κοσμοθεωρητικά βάθη όσο εκείνος ο φυσικός, που προσπάθησε στους πολύ πρόσφατους χρόνους να διατυπώσει μια Μεγάλη Ενοποιημένη Θεωρία (GUT = Grand Unified Theory), η οποία θα έκανε περιττό τον Δημιουργό Θεό (GOD).
γ) GUT αντί GOD; Χόκινγκ
Ο από πολλούς ανθρώπους δικαίως θαυμαζόμενος Άγγλος φυσικός Στέφεν Χόκινγκ (γεν. 1942) στο Κέιμπριτζ ως γνωστόν, ένεκα μιας αθεράπευτης βλάβης νεύρων του νωτιαίου μυελού, μπορεί να συνεννοείται με το περιβάλλον του μόνο με το κομπιούτερ.

Ο επιστήμονας αυτός είχε την ελπίδα ότι, με τις έρευνές του για την κατάσταση του σύμπαντος αμέσως μετά την έκρηξη, με συγχώνευση όλων των γνωστών αλληλεπιδράσεων, θα αναπτύξει μία «Μεγάλη Ενοποιημένη Θεωρία» (GUT). Αυτή θα έπρεπε να εξηγήσει τι «συγκρατεί τον κόσμο εσώτατα». Αλλ’ ενώ ο Χάιζενμπεργκ με τη Μηχανική των Κβάντα είχε παρουσιάσει μια εμπειρικά βεβαιωμένη μεγάλη θεωρία και κατά τα άλλα έδειχνε βαθύ σεβασμό στη θρησκευτική σφαίρα, ο Χόκινγκ στο μπεστ σέλερ του Μια σύντομη ιστορία του χρόνου, (που αν και δύσκολα κατανοητό και σ’ αυτούς τους θεράποντες των Φυσικών Επιστημών, εκδόθηκε σε 25 εκατομμύρια αντίτυπα), με τη μεγάλη αισιοδοξία του Διαφωτισμού υποσχέθηκε μια ενιαία μεγάλη θεωρία, η οποία δεν θα εξηγούσε μόνον ορισμένα εμπειρικά δεδομένα, αλλά θα μας έκανε «να γνωρίζουμε το νου [τη σκέψη] του Θεού» (the mind of God, γερμ. den Geist Gottes).
Αυτό διατυπώθηκε συνειδητά με ειρωνική διάθεση. Διότι η γνώμη του Χόκινγκ ήταν:

Με μια τέτοια ενοποιημένη θεωρία για τα πάντα (Theory of Everything= TOE) ο ίδιος ο κόσμος θα εξηγούσε τον εαυτό του και ο Θεός ως Δημιουργός δεν θα ήταν αναγκαίος. Εάν το σύμπαν ήταν πλήρως κλεισμένο στον εαυτό του, χωρίς ξεχωρισμένες μοναδικότητες και όρια, εάν θα ήταν δυνατό να περιγραφεί εξ ολοκλήρου με μια ενοποιημένη θεωρία, τότε η Φυσική θα έκανε τον Θεό περιττό.
Ήταν βέβαια ευκολότερο να βρεθεί μία εντυπωσιακή βραχυγραφία GUT ή ΤΟΕ παρά η ίδια η θεωρία, που θα συνένωνε όλες τις δυνάμεις του φυσικού κόσμου.
Στην περί κόσμου παράσταση του Χόκινγκ -για ένα κλεισμένο στον εαυτό του σύμπαν χωρίς όρια και χωρίς προϋποθέσεις αρχής- διαφορετικά από την παλαιότερη θεωρία της αρχικής έκρηξης δεν θα υπήρχε καμιά ξεχωριστή «μοναδικότητα», κατά την οποία ο Θεός θα είχε την πλήρη ελευθερία να καθορίσει προϋποθέσεις αρχής και νόμους του σύμπαντος.

«Φυσικά θα ήταν πάντοτε στην κρίση του Θεού να εκλέξει τους νόμους, που προσδιορίζουν το σύμπαν. Υπάρχουν μόνο πολύ λίγες πλήρεις ενιαίες θεωρίες —ίσως μάλιστα μόνο μία, π.χ. η θεωρία των χορδών—, που είναι χωρίς εσωτερικές αντιφάσεις και επιτρέπουν την ύπαρξη τόσο πολύπλοκων δημιουργημάτων όπως των ανθρώπων, οι οποίοι ερευνούν τους νόμους τον σύμπαντος και μπορούν να ερωτούν για την ουσία του Θεού».
Μία «πλήρης ενιαία θεωρία»; Όμως ο Χόκινγκ ήταν αρκετά νηφάλιος ώστε να διαπιστώσει ότι, ακόμη και με τόσον επινοητικές εξισώσεις για όλα, με κανέναν τρόπο δεν είναι δεδομένη η πραγματικότητα του παντός και εν πάση περιπτώσει παραμένει ανοικτό το ερώτημα γιατί γενικώς υπάρχει ένα σύμπαν:

«Επίσης εάν είναι δυνατή μόνο μία ενιαία θεωρία, αυτή θα ήταν ένα σύστημα κανόνων και εξισώσεων. Ποιος όμως εμπνέει ψιθυρίζοντας αποκαλυπτικά στις εξισώσεις την ωδή και δημιουργεί σ’ αυτές ένα σύμπαν, το οποίο αυτές μπορούν να περιγράφουν; Η συνηθισμένη μέθοδος, κατά την οποία η επιστήμη κατασκευάζει ένα μαθηματικό μοντέλο, δεν μπορεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα γιατί πρέπει να υπάρχει ένα σύμπαν που περιγράφεται από το μοντέλο».
Παρά ταύτα ο Χόκινγκ εξέφρασε σαφώς την ελπίδα ότι μια μέρα μία «μεγάλη ενοποιημένη θεωρία» μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα γιατί γενικώς υπάρχει ένα σύμπαν.

«Όταν εμείς ανακαλύψουμε μια τέλεια θεωρία, θα έπρεπε αυτή μετά παρέλευση ορισμένου χρόνου να είναι κατανοητή για τον καθένα, όχι μόνο για μια φούχτα ειδικών. Τότε όλοι μας φιλόσοφοι, εκπρόσωποι των Φυσικών Επιστημών και μη ειδικοί θα μπορέσουμε ν' αντιμετωπίσουμε το ερώτημα, γιατί υπάρχουμε εμείς και το σύμπαν... Όταν θα βρίσκαμε την απάντηση σ αυτό το ερώτημα, τούτο θα σήμαινε τον τελικό θρίαμβο του ανθρώπινου λόγου, διότι τότε θα γνωρίζαμε το πνεύμα (Geist) του Θεού». Εντούτοις έπρεπε να έλθουν τελείως διαφορετικά τα πράγματα.
δ) Ο παγκόσμιος τύπος - μια μεγάλη απογοήτευση
Έτσι είχε σκεφθεί ο Χόκινγκ: Να βρεθεί ένας πλήρης τύπος των φυσικών νόμων, δηλαδή μία σειρά από κανόνες, που θα έπρεπε τουλάχιστον καταρχήν να μας καθιστούν ικανούς να προβλέπουμε το μέλλον με οποιαδήποτε ακρίβεια και έτσι να προσδιορίζουμε ακριβώς την κατάσταση του σύμπαντος σε κάποια ορισμένη χρονική περίοδο. Η κλασική Φυσική είχε ακόμα δεχθεί ότι, όταν σε μια ορισμένη χρονική περίοδο γνωρίζουμε τις θέσεις και τις ταχύτητες όλων των σωματιδίων, τότε θα μπορούσαμε επίσης να υπολογίσουμε τις θέσεις όπως και τις ταχύτητες για κάθε άλλη χρονική περίοδο. Αλλά η Φυσική των Κβάντα είχε δείξει, ότι καταρχήν υπάρχουν συμβάντα που δεν είναι δυνατό να υπολογισθούν. Όμως ο σκοπός του Χόκινγκ και των ομοφρόνων του είναι να βρουν -λαμβάνοντας υπόψη και τη Θεωρία των Κβάντα- μια περιεκτική θεωρία της πραγματικότητας με ή ακόμη και χωρίς τον Θεό.
Και τώρα η μεγάλη έκπληξη: το έτος 2004 ο Χόκινγκ σε μια από τις παραδόσεις του στο Κέιμπριτζ άφησε να νοηθεί, ότι καταρχήν εγκατέλειψε για πάντα την αναζήτησή του για μια μεγάλη ενοποιημένη θεωρία. Απέκτησε την πεποίθηση ότι διαψεύσθηκε η ελπίδα του να βρει μια πλήρη περιεκτική θεωρία, για να γνωρίσει εσώτατα τον κόσμο και να μπορεί έτσι επίσης να τον ελέγχει. Δεν φαίνεται σ' αυτόν δυνατό να διατυπώσει μια θεωρία του σύμπαντος με έναν περιορισμένο αριθμό εκφράσεων.
Ο Χόκινγκ επί του προκειμένου δημιούργησε έκπληξη επικαλούμενος την «αρχή [το θεώρημα] της Μη πληρότητας» του Τσεχοαυστριακού μαθηματικού Κουρτ Γκέντελ (1906-1978), ίσως του πλέον σημαντικού διδασκάλου της Λογικής κατά τον 20ό αιώνα. Η πρόταση αυτή στο έτος 1930 τονίζει ότι ένα περιορισμένο σύστημα αξιωμάτων περιέχει πάντοτε τύπους, οι οποίοι μέσα στο σύστημα αυτό ούτε να αποδειχθούν ούτε να αντικρουσθούν είναι δυνατόν. Αυτή η κατάσταση μοιάζει με το γνωστό παράδειγμα της αρχαιότητας όπου κάποιος κάνει τη δήλωση «Αυτή η έκφραση είναι εσφαλμένη». Όταν προϋποθέτουμε ότι όλες οι εκφράσεις είναι καταρχήν αληθείς ή εσφαλμένες (αυτό θα ήταν η πληρότητα [Vollstandigkeit] του συστήματος), τότε αυτή η μνημονευθείσα έκφραση θα ήταν ακριβώς αληθής, εάν ήταν εσφαλμένη. Επομένως υπάρχει μια αντίφαση.
Εάν τώρα ο Χόκινγκ χρησιμοποιεί και κατανοεί τον Γκέντελ ορθά ή εσφαλμένα: πρέπει να πούμε ότι αυτός με όλα αυτά συνεχίζει να αντιλαμβάνεται την εμπειρία, την οποία δεκαετίες πριν απ’ αυτόν είχαν παρουσιάσει διαπρεπείς μαθηματικοί και θεωρητικοί επιστήμονες. Διότι η ανάπτυξη των Μαθηματικών ήδη περί το 1910 είχε οδηγήσει σε μια φιλονικία για τα θεμέλια. Πρόκειται έως σήμερα για μια επίκαιρη αντιπαράθεση περί των θεμελίων των Μαθηματικών. Ιδίως για την κατάσταση της διδασκαλίας περί των ποσοτήτων και του αποκλεισμένου τρίτου.'Οταν κάποιος, όπως εγώ ήδη στα έτη της δεκαετίας του 1970, έχει ασχοληθεί με τα δεδομένα της Θεωρίας της Επιστήμης, δεν θα εκπλαγεί για τη στροφή του Χόκινγκ. Επομένως GOD αντί GUT;

(η συνέχεια στην επόμενη ανάρτηση)

(Η αρχή των Πάντων, εκδ. Ουρανός, σελ. 57-62 όπου οι παραπομπές, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

 

Πηγή: Big Bang Refined by Fire by Dr. Hugh Ross, 1998. Reasons To Believe, Pasadena, CA.

www.oode

Οι επιστημονικές παρατηρήσεις δείχνουν ότι το Σύμπαν είναι συντονισμένο με μεγάλη ακρίβεια, στο να φιλοξενήσει τη ζωή, ακόμα και να υπάρξει. Και αυτό δυσκολεύει τους άθεους να το εξηγήσουν χωρίς κάποιον Νομοθέτη αυτών τών δυνάμεων, που να προσδιόρισε τις σωστές αναλογίες τους για να μπορέσει να υπάρξει ο κόσμος. Στη συνέχεια θα δοθούν μερικά παραδείγματα:

1. Ισχυρή Σταθερά Πυρηνικής Δύναμης

Αν ήταν μεγαλύτερη: Δεν θα σχηματιζόταν υδρογόνο, και χωρίς υδρογόνο δεν θα υπήρχε ζωή. Επίσης οι ατομικοί πυρήνες για τα περισσότερα στοιχεία δεν θα υπήρχαν ή θα ήταν εξαιρετικά ασταθείς.

Αν ήταν ήταν μικρότερη: Δεν θα υπήρχαν στοιχεία βαρύτερα από το υδρογόνο δηλαδή πάλι δεν θα υπήρχε ζωή.

2. Ασθενής σταθερά πυρηνικής δύναμης

Αν ήταν μεγαλύτερη: Πάρα πολύ υδρογόνο θα μετατρεπόταν σε ήλιο στην Μεγάλη Έκρηξη. Ως εκ τούτου, τα αστέρια θα μετέτρεπαν πάρα πολλή ύλη σε βαρύτερα στοιχεία κάνοντας την ζωή αδύνατη.

Αν ήταν μικρότερη: Πολύ λίγο ήλιο θα παραγόταν από την μεγάλη έκρηξη. Ως εκ τούτου, τα αστέρια θα μετέτρεπαν πολύ λίγη ύλη σε βαριά στοιχεία κάνοντας επίσης την ζωή αδύνατη.

3. Σταθερά Βαρυτικής Δύναμης

Αν ήταν μεγαλύτερη: Τα αστέρια θα εξαντλούσαν την ενέργειά τους πάρα πολύ γρήγορα και πολύ άνισα για τη χημεία της ζωής.

Αν ήταν μικρότερη: Τα αστέρια θα ήταν πολύ "δροσερά" για να ξεκινήσουν την πυρηνική σύντηξη. Έτσι, πολλά από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη χημεία της ζωής δεν θα είχαν σχηματισθεί.

4. Σταθερά Ηλεκτρομαγνητικής Δύναμης

Αν ήταν μεγαλύτερη: Οι χημικοί δεσμοί θα διαταράσσονταν, και στοιχεία με μεγαλύτερη μάζα από το βόριο θα ήταν ασταθή σε σύντηξη.

Αν ήταν μικρότερη: Οι χημικοί δεσμοί θα ήταν ανεπαρκείς για τη χημεία της ζωής.

5. Συσχέτιση της Ηλεκτρομαγνητικής Δύναμης με την Σταθερά Βαρυτικής Δύναμης

Αν ήταν μεγαλύτερη: Όλα τα αστέρια θα είχαν τουλάχιστον 40% μεγαλύτερη μάζα από τον Ήλιο μας, και ως εκ τούτου η αστρική καύση θα ήταν πολύ πιο σύντομη και πολύ πιο άνιση και γι' αυτό αδύνατη να στηρίξει ζωή.

Αν ήταν μικρότερη: Όλα τα αστέρια θα είχαν τουλάχιστον 20% λιγότερη μάζα από τον Ήλιο, κι έτσι θα ήταν ανίκανα να παράξουν βαρέα στοιχεία.

6. Αναλογία των ηλεκτρονίων με τη μάζα του πρωτονίου

Αν ήταν μεγαλύτερη: Ο χημικός δεσμός θα ήταν ανεπαρκής για τη χημεία της ζωής.

Αν ήταν μικρότερη: Το ίδιο όπως παραπάνω.

7. Αναλογία του αριθμού των πρωτονίων με τον αριθμό των ηλεκτρονίων

Αν ήταν μεγαλύτερη: Ο ηλεκτρομαγνητισμός θα υπερίσχυε τής βαρύτητας και δεν θα σχηματίζονταν αστέρια, πλανήτες και γαλαξίες.

Αν ήταν μικρότερη: Το ίδιο όπως παραπάνω.

8. Ρυθμός διαστολής του σύμπαντος

Αν ήταν μεγαλύτερος: Δεν θα σχηματιζόντουσαν γαλαξίες.

Αν ήταν μικρότερος: Το σύμπαν θα κατέρρεε, ακόμη και πριν σχηματιστούν αστέρια.

9. Επίπεδο της εντροπίας του σύμπαντος

Αν ήταν μεγαλύτερο: Τα αστέρια δεν θα μπορούσαν να σχηματιστούν μέσα στους πρωτο-γαλαξίες

Αν ήταν μικρότερο: Δεν θα σχηματιζόντουσαν πρωτο-γαλαξίες.

10. Πυκνότητα μάζας του σύμπαντος

Αν ήταν μεγαλύτερη: η υπεραφθονία του δευτερίου από την μεγάλη έκρηξη θα έκανε τα αστέρια να καίγονται πιο γρήγορα. Πάρα πολύ γρήγορα για να σχηματισθεί ζωή.

Αν ήταν μικρότερη: Ανεπαρκές ήλιο από την μεγάλη έκρηξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε έλλειψη βαρέων στοιχείων.

11. Ταχύτητα του φωτός

Αν ήταν γρηγορότερη: Τα αστέρια θα ήταν πάρα πολύ φωτεινά για τη στήριξη της ζωής.

Αν ήταν βραδύτερη: Τα αστέρια δεν θα ήταν επαρκώς φωτεινά για τη στήριξη της ζωής.

12. Ηλικία του σύμπαντος

Αν ήταν παλαιότερη: Τα αστέρια ηλιακού τύπου δεν θα είχαν σταθερή φάση καύσης.

Αν ήταν νεότερη: Τα αστέρια ηλιακού τύπου σε φάση καύσης δεν θα είχαν ακόμη σχηματιστεί.

13. Αρχική ομοιομορφία της ακτινοβολίας

Αν ήταν πιο ομοιόμορφη: Τα αστέρια, τα αστρικά σμήνη και οι γαλαξίες δεν θα είχαν σχηματισθεί.

Αν ήταν λιγότερο ομοιόμορφη: Το σύμπαν θα ήταν γεμάτο μαύρες τρύπες και κενό.

14. Μέση απόσταση μεταξύ των γαλαξιών

Αν ήταν μεγαλύτερη: Ο σχηματισμός των τελευταίων αστέρων στην ιστορία του Σύμπαντος (δηλαδή σαν του Ηλίου μας) θα εμποδιζόταν από την έλλειψη των υλικών.

Εάν ήταν μικρότερη: Βαρυτική διελκυστίνδα συγκρούσεων θα αποσταθεροποιούσε την τροχιά του Ηλίου.

15. Πυκνότητα του σμήνους των γαλαξιών

Αν ήταν πυκνότερο: Οι συγκρούσεις και οι συγχωνεύσεις γαλαξιών θα είχαν διαταράξει την τροχιά του Ηλίου.

Αν ήταν λιγότερο πυκνό: Ο αρκετά αργός σχηματισμός αστέρων στην ιστορία του σύμπαντος θα μπορούσε να εμποδίζεται από την έλλειψη του υλικού.

16. Μέση απόσταση ανάμεσα στα άστρα

Εάν ήταν μεγαλύτερη: Τα βαριά και πυκνά στοιχεία θα ήταν πάρα πολύ αραιά για βραχώδεις πλανήτες, και πλανήτες σαν τη γη δεν θα σχηματίζονταν.

Εάν ήταν μικρότερη: Οι πλανητικές τροχιές θα ήταν πολύ ασταθείς για τη ζωή.

17. Μοριακή πολικότητα του νερού

Εάν ήταν μεγαλύτερη: Η θερμότητα σύντηξης και η εξάτμιση θα ήταν υπερβολικά υψηλή.

Εάν ήταν μικρότερη: Η θερμότητα σύντηξης και η εξάτμιση θα ήταν πολύ χαμηλή για τη ζωή. Το νερό δεν θα λειτουργούσε ως διαλύτης. Ο πάγος δεν θα επέπλεε και οι ωκεανοί θα πάγωναν.

18. Αναλογία μάζας εξωτικής ύλης προς μάζα συνήθους ύλης

Εάν ήταν μεγαλύτερη: Το σύμπαν θα κατέρρεε πριν σχηματιστούν άστρα σαν τον Ήλιο.

Εάν ήταν μικρότερη: Δεν θα σχηματίζονταν γαλαξίες.

Totaliter aliter. 
«Δυο καλόγηροι τον μεσαίωνα —υποστηρίζει ένας μύθος— διερωτώντο σαν τι πράγμα να 'ταν ο ουρανός.

Ο πρώτος υποστήριζε ότι ήταν taliter, δηλ. όμοιος με αυτό τον κόσμο.

Ο δεύτερος επέμενε ότι είναι aliter, δηλ. διαφορετικός απ' αυτό τον κόσμο.

Στο τέλος, μη βρίσκοντας κάποια λύσι, αποφάσισαν να περιμένουν, ώσπου κάποιος από τούς δύο να πεθάνη, οπότε και θα έλεγε στον άλλο τι θα έβλεπε.
Μετά καιρό πέθανε ο ένας και τάφηκε.
Συνεπής στην υπόσχεσί του επισκέφθηκε τον άλλο στον ύπνο του και του είπε τα έξης, για το θέμα που τους απασχολούσε:

Nec taliter,

nec aliter,

sed

totaliter aliter.

Δηλαδή, ούτε όπως το σκεφτόσουν, ούτε όπως το σκεφτόμουν, αλλά τελείως διαφορετικά.
Πράγματι ο Ουρανός, η σφαίρα, δηλαδή, στην οποία η παρουσία του Θεού σ' όλη της τη μεγαλοπρέπεια αποκαλύπτεται, δεν είναι κάτι που μοιάζει ή που δεν μοιάζει με τον κόσμο τον όποιο βλέπουμε.

Η ακτινοβολία της αγιότητος του Θεού κυριαρχεί εκεί και πράγματα "που ανθρώπινο μάτι δεν είδε κι αυτί δεν άκουσε και σε καρδιά δεν ανέβηκαν" για να τα επιθυμήση, έχει εκεί ετοιμασμένα ο Θεός για εκείνους ττου σ' αυτή τη ζωή Τον αγάπησαν και τον υπηρέτησαν (Α' Κορ 2, 9).
Εκεί είναι “η σκηνή του Θεού, μετά των ανθρώπων", των λυτρωμένων του Χριστού (Απκ 22, 3)»(Β2, 200).

(Στο: αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Η Δευτέρα παρουσία, σελ.230-231)

Γράφει ο οσ. Νίκων Μπελιάεφ: «Κάποια μέρα ο π. Βαρσανούφιος μου διηγήθηκε το εξής:
Θα σου μιλήσω για έναν Άγγλο. Δεν ξέρω αν οι σύγχρονοι Άγγλοι ασχολούνται με τέτοια θέματα. Αυτός, όμως, ο συγκεκριμμένος τύπος, καθόταν συνεχώς και χάζευε εξω απ' το παράθυρο του σπιτιού. Και ήλθε σε εκστασι˙ και σαν βγήκε απ' την εκστασί του, ψιθύρισε μονολογώντας: Τώρα το κατάλαβα.
— Και τί κατάλαβες:, τον ρώτησε η γυναίκα του.
— Κατάλαβα, πώς θα είναι τα σώματά μας μετά τη γενική ανάστασι.
— Και πώς το κατάλαβες αυτό:
— Να. Κυττούσα το παράθυρο και σκεπτόμουν, πώς το τζάμι είναι διαφανές. Και μετά, ότι τα υλικά απ' τα οποία αποτελείται: χώμα, άνθρακας... δεν είναι καθόλου διαφανή. Έτσι λοιπόν, και το σώμα του ανθρώπου μετά το θάνατο, ενώ θα έχη γίνει χώμα και στάκτη, με προσταγή του Θεού θ' αναστηθή σε μια διαφορετική, άφθαρτη μορφή. Πιο φωτεινό. Πιο καθαρό. Πιο ελαφρό »(ΡΖ, 38).
• Ο Επίσκ. Διοκλείας Κάλλιστος γράφει: «Μας το λέει ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος (+373): "Σκέψου τον άνθρωπο μέσα στον οποίο κατοικούσε η λεγεώνα από κάθε είδους δαίμονες (Μρ 5, 9)˙ βρίσκονταν εκεί, αν και δεν ήταν αναγνωρίσιμοι, επειδή ο στρατός τους ήταν από υλικό λεπτότερο και αιθεριότερο απ’ ό,τι η ίδια η ψυχή.

Ολόκληρος αυτός ο στρατός κατοικούσε σ’ ένα σώμα.
Εκατό φορές λεπτότερα και αιθεριότερα θα είναι τα σώματα των δικαίων όταν εγερθούν κατά την ανάστασι: θα μοιάζουν με μια σκέψι που είναι ικανή, αν θέλη, να απλωθή και να διασταλή, ή απεναντίας, αν επιθυμή, να συσταλή και να μαζευθή: αν συσταλή, βρίσκεται κάπου˙ αν διασταλή βρίσκεται παντού "(Sebastian Brock, The Harp of the Spirit: Eighteen Poems of Saint Ephrem (Studies Supplementary to Sobornst No. 4: 2nd ed., London 1983), σελ. 23-24).
Αυτή ίσως να είναι η καλύτερη περιγραφή της δόξας της αναστάσεως την οποία μπορούμε να βρούμε. "Ας αφήσουμε τα υπόλοιπα στη σιωπή. “Ούπω εφανερώθη τί έσόμεθα" (Α' Ίω 3, 2)»(Συ, τεύχ. 49, 32).

(αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Η Δευτέρα Παρουσία, Σταμάτα 2016, σελ. 213-214 όπου και οι παραπομπές)

«Κάθε καλό χορήγημα και κάθε τέλειο δώρο προέρχεται και κατεβαίνει από πάνω, από τον Πατέρα των φώτων» (Ιακ. 1:17).
Σε μια συζήτηση με τον Σ.Φ. Μορς, τον εφευρέτη του τηλέγραφου, ο αιδ. Τζορτζ Χάρβεϋ τον ρώτησε:
- Κύριε καθηγητά, όταν κάνατε τα πειράματά σας στο εργαστήριο, φτάσατε ποτέ στο σημείο να μην ξέρετε τι να κάνετε;
- Και βέβαια! Πολλές φορές!
- Και σε τέτοιες στιγμές τι κάνατε;
- Προσευχόμουν στο Θεό για περισσότερο φως!
- Και το παίρνατε αυτό το φως;
- Ναι. Και μπορώ να πω ότι, όταν άρχισα να παίρνω τιμητικές διακρίσεις από την Αμερική και την Ευρώπη για την εφεύρεσή μου, ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι αξίζω αυτές τις τιμές. Έκανα μια πολύτιμη εφαρμογή του ηλεκτρισμού όχι γιατί ήμουν ανώτερος από άλλους ανθρώπους, αλλά αποκλειστικά και μόνο γιατί ο Θεός, που το προόριζε για τους ανθρώπους, έπρεπε να το αποκαλύψει σε κάποιον, και το αποκάλυψε σ’ εμένα.
Κάτω από το φως αυτού του περιστατικού, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το πρώτο μήνυμα που έστειλε ο Μορς με την εφεύρεσή του ήταν:

«Πόσο θαυμαστά τα έργα του Θεού!».

(Ημερολόγιο εκδόσεων "ο Λόγος" 16-3-2003)

Διάφορες απόπειρες έγιναν, για να ταυτιστεί ο αστέρας της αφήγησης με κάποιο εξαιρετικό ουράνιο φαινόμενο και να καθοριστεί η σύμπτωσή του με αστρονομικό υπολογισμό.

Η πιο περίφημη από αυτές είναι αυτή του Κέπλερ (1605), ο οποίος νόμισε, ότι επρόκειτο για πάρα πολύ κοντινή σύνοδο των πλανητών Δία και Κρόνου και τους αστερισμού των Ιχθύων –μιας συνόδου σπανιότατης, που σημειώνεται ανά 800 έτη.

Αλλά το αστέρι του χωρίου μας αναφέρεται αναμφίβολα σε ένα ιδιαίτερο αστέρι, το οποίο δεν σημείωσε κάποια καταπληκτική εμφάνιση στη φύση. Πράγματι, η άγνοια, την οποία εκδηλώνουν ο Ηρώδης και οι Ιεροσολυμίτες ως προς τη φύση του αστεριού μάλλον υποδηλώνει, ότι η εμφάνισή του δεν προκάλεσε την προσοχή κάποιου άλλου παρά μόνο των αστρολόγων (W.F. Slater).
Ως προς τη φύση του αστεριού διατυπώθηκαν διάφορες γνώμες.

Ο Χρυσόστομος, ο Ευθύμιος Ζιγαβηνός και ο Διόδωρος ο Ταρσού θεώρησαν ότι «δεν ήταν ένα από τα πολλά αυτό το αστέρι, ή μάλλον δεν ήταν καν αστέρι, αλλά μία αόρατη δύναμη που μετασχηματίστηκε σε αυτήν τη μορφή» (Χρυσόστομος).

Ο Ωριγένης «το αστέρι που φάνηκε στην ανατολή, νομίζουμε ότι είναι καινούργιο και δεν είναι παραπλήσιο με κανένα από τα συνηθισμένα, ούτε με αυτά που είναι στην απλανή περιοχή (που δεν μετακινούνται), ούτε με όσα είναι στις κατώτερες σφαίρες, αλλά έγινε στο είδος τέτοιο, όπως κατά καιρούς γίνονται οι κομήτες ή δοκίδες (=είδος μετεώρου με σχήμα δοκού) ή πωγωνίες (=κομήτης με πώγωνα (γένι)».
Πιο σωστή η εκδοχή που συνδυάζει και τις δύο γνώμες, σύμφωνα με την οποία το αστέρι για το οποίο γίνεται λόγος, ήταν στην αρχή αληθινό αστέρι, όταν δηλαδή φάνηκε ταυτόχρονα με τη γέννηση του Σωτήρα. Όταν όμως βγήκαν από τα Ιεροσόλυμα είδαν πάλι το αστέρι το οποίο είχαν δει στην πατρίδα τους, αλλά όχι πλέον το αληθινό εκείνο, αλλά υπερφυσικό αντίτυπο αυτού, το οποίο τους οδηγούσε στη Βηθλεέμ και τέλος αφού ήλθε στάθηκε επάνω από όπου ήταν το παιδί (Δαμαλάς).
Και ότι το αστέρι που φάνηκε στους μάγους κατά την πορεία τους από Ιεροσόλυμα στη Βηθλεέμ ήταν υπερφυσικό, φαίνεται πρώτον μεν

«από την λαμπρότητα. Διότι κανένα αστέρι δεν φαίνεται την ημέρα, λόγω της υπερβολικής ηλιακής λαμπρότητας, αυτό μόνο φαινόταν την ημέρα και δεν μπορούσε ο ήλιος να το κρύψει»· και επίσης και «από το ότι βάδιζε το αστέρι πολύ κοντά στη γη. Διότι δεν θα έδειχνε το σπήλαιο, αν βρισκόταν ψηλά παραπλήσια με τα άλλα αστέρια. Αυτό όμως αφού ήλθε σταμάτησε πάνω από όπου ήταν το παιδί» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος).
«Ότι ήταν αγγελική δύναμη το αστέρι είναι φανερό… από το ότι κινούνταν μεν, όταν κινούνταν οι μάγοι, ενώ στεκόταν όταν αναπαύονταν» (Θεοφύλακτος)


(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν. Τρεμπέλα, εκδ. Σωτήρ, μετάφραση στα νέα ελληνικα. Δες στην ανάρτηση Η Γέννηση στο κατά Ματθαίον)

Σελίδα 1 από 7