Τα ταξίδια ενός σκεπτικιστή αρχαιολόγου.

Ο σερ William Ramsay (1851-1939) θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους αρχαιολόγους που έχουν υπάρξει ποτέ. Φοίτησε στη σχολή Ιστορίας της Γερμανίας στα μέσα του 19ου αιώνα κι έτσι πίστευε ακράδαντα πως το βιβλίο των Πράξεων ήταν προϊόν του δεύτερου αιώνα μ.Χ. Καθώς ερευνούσε για να κάνει μια τοπογραφική μελέτη της Μικράς Ασίας, αναγκάστηκε να μελετήσει τα κείμενα του Λουκά. Το αποτέλεσμα ήταν να αναγκαστεί να αναθεωρήσει τις απόψεις του εξαιτίας των συγκλονιστικών αποδείξεων που έφερε στο φως η έρευνά του.

Μιλώντας σχετικά είπε, «Ξεκίνησα αυτήν την έρευνα χωρίς καμιά μεροληπτικότητα για το συμπέρασμα που τώρα προσπαθώ να υποστηρίξω προς τον αναγνώστη. Αντιθέτως, ξεκίνησα δυσμενώς διατεθειμένος απέναντί του λόγω της εφευρετικότητας και της προφανούς πληρότητας της θεωρίας του Πανεπιστημίου της Τυβίγγης που κάποτε με είχε σχεδόν πείσει. Εκείνη την εποχή δεν με απασχολούσε να ερευνήσω διεξοδικά το θέμα.

Πρόσφατα όμως βρέθηκα να πρέπει να έρθω σε επαφή με το βιβλίο των Πράξεων ως αυθεντία για την τοπογραφία, τις αρχαιότητες και την κοινωνία της Μικράς Ασίας. Προοδευτικά διαπίστωσα ότι σε διάφορες λεπτομέρειες η αφήγηση είχε θαυμαστή αλήθεια.

Μάλιστα, ξεκινώντας με την παγιωμένη άποψη πως το βιβλίο Πράξεων αποτελούσε έργο του 2ου αιώνα και μη θεωρώντας ποτέ τις αποδείξεις του αξιόπιστες για τις συνθήκες του 1ου αιώνα, προοδευτικά διαπίστωσα πως αποτελούσε ένα χρήσιμο σύμμαχο για μερικές πολύπλοκες και δύσκολες ερευνητικές προσπάθειες» (Blaiklock, LAENT, 36 – παράθεση από το βιβλίο του Ramsey: St. Paul the Traveler and the Roman Citizen).
    Αναφορικά με την ικανότητα του Λουκά ως ιστορικού, ο σερ William Ramsay μετά από τριάντα χρόνια μελέτης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι,

ο «Λουκάς είναι πρώτης τάξεως ιστορικός. Δεν είναι απλώς αξιόπιστη η καταγραφή των γεγονότων που κάνει,…αυτός ο συγγραφέας θα πρέπει να συγκαταλεχθεί μεταξύ των μεγαλύτερων ιστορικών»(Ramsey, BRDTNT, 222).
    Ο Ramsey προσθέτει: «Η ιστορία του Λουκά είναι αξεπέραστη ως προς την αξιοπιστία της». (Ramsay, SPTRC, 81)

(Ζητώ Αποδείξεις, Josh McDowell, εκδ. ο Λόγος, σελ. 129)

Η δύναμη της θέλησης!

Το μικρό αγροτικό σχολείο θερμαινόταν από μια παλιού τύπου σόμπα με κάρβουνα. Ένα παιδάκι, είχε την ευθύνη να έρχεται στο σχολείο νωρίς κάθε μέρα ν’ ανάβει τη σόμπα και να ζεσταίνει την αίθουσα, πριν φτάσει ο δάσκαλος κι οι συμμαθητές του. Ένα πρωί, φτάνοντας οι άλλοι είδαν το σχολείο τυλιγμένο στις φλόγες. Έσυραν αναίσθητο το μικρό έξω από το λαμπαδιασμένο κτίριο, μάλλον νεκρό παρά ζωντανό. Είχε σοβαρά εγκαύματα στο κάτω ήμισυ του σώματός του και μεταφέρθηκε στο γειτονικό αγροτικό νοσοκομείο.

Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου, το φρικτά καμένο και ημιαναίσθητο παιδάκι άκουσε αχνά το γιατρό να μιλά στη μητέρα του. Της έλεγε ότι ο γιος της σίγουρα θα πέθαινε – κι ίσως ήταν καλύτερα έτσι – γιατί η φοβερή φωτιά είχε καταστρέψει το κάτω μέρος του σώματός του.

Αλλά το γενναίο παιδί δεν ήθελε να πεθάνει. Πήρε λοιπόν την απόφαση να ζήσει. Και προς μεγάλη έκπληξη του γιατρού του, έζησε. Όταν ο κίνδυνος του θανάτου ξεπεράστηκε, πάλι άκουσε το γιατρό να μιλά με τη μητέρα του χαμηλόφωνα και να της λέει ότι, εφόσον η φωτιά κατέστρεψε τόση σάρκα στο κάτω μέρος του σώματός του, θα ήταν καλύτερα να είχε πεθάνει γιατί τώρα ήταν καταδικασμένο να μείνει ανάπηρο για όλη του τη ζωή, καθώς δε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει καθόλου τα κάτω άκρα του. Άλλη μια φορά το γενναίο παιδί πήρε την απόφασή του. Δε θα γινόταν ανάπηρος. Θα περπατούσε. Δυστυχώς, όμως, από τη μέση και κάτω δεν είχε τη δυνατότητα κίνησης. Τα λεπτά του πόδια απλώς κρέμονταν εκεί, άψυχα.

Τελικά βγήκε από το νοσοκομείο. Κάθε μέρα η μητέρα του του έκανε μασάζ στα πόδια, αλλά δεν υπήρχε καμιά αντίδραση. Το παιδί δεν ένιωθε, δεν έλεγχε τα πόδια του. Η απόφασή του ωστόσο να περπατήσει ήταν ισχυρότατη. Όταν δε βρισκόταν στο κρεβάτι, ήταν αναγκασμένος να κάθεται σε μια αναπηρική πολυθρόνα. Μια ηλιόλουστη μέρα, η μητέρα του τον έσπρωξε με το καροτσάκι στην αυλή για ν’ αναπνεύσει καθαρό αέρα. Εκείνη τη μέρα, αντί να μείνει εκεί ακίνητος, έπεσε σκόπιμα από το καροτσάκι κι άρχισε να σέρνεται πάνω στο γρασίδι.

Προχώρησε έρποντας μέχρι το λευκό ξύλινο φράκτη που υπήρχε γύρω από το οικόπεδό τους. Με μεγάλη προσπάθεια, ανασηκώθηκε στηριγμένος στο φράκτη αποφασισμένος να περπατήσει. Συνέχισε να το κάνει αυτό κάθε μέρα, μέχρι που δημιουργήθηκε μονοπάτι γύρω γύρω, σ’ όλη την έκταση της διαδρομής που ακολουθούσε. Η μεγαλύτερη επιθυμία στη ζωή του ήταν να δώσει ζωή σ’ εκείνα τα πόδια. Με τα καθημερινά μασάζ, την άκαμπτη επιμονή του και τη σιδερένια αποφασιστικότητά του, απέκτησε κάποια στιγμή την ικανότητα να στέκεται στα πόδια του, μετά να περπατά με βοήθεια και μετά να περπατά μόνος του και, τέλος, να τρέχει.

Αρχικά πήγαινε στο σχολείο περπατώντας, μετά πήγαινε στο σχολείο τρέχοντας, και, μετά έτρεχε μόνο και μόνο για να χαρεί το τρέξιμο.

Πολύ αργότερα, στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν, αυτός ο νεαρός που δεν αναμενόταν να ζήσει, που σίγουρα ποτέ δε θα μπορούσε να περπατήσει, που ποτέ δε θα μπορούσε να τρέξει – αυτός ο αποφασιστικός νεαρός, ο Δόκτωρ Γκλεν Κάνιγκχαμ, ήρθε πρώτος στα 1500 μέτρα! (Burt Dubin).

(Βάλσαμο για την ψυχή, εκδ. Διόπτρα σελ. 213-215)

   Και όμως πιστεύεις
   Ένας γιατρός άπιστος, για να αποδείξη ότι δεν υπάρχει ψυχή, ρωτάει ένα πιστόν:

- «Είδες ποτέ με τα μάτια σου καμμιά ψυχή;» «Άκουσες καμμιά ψυχή, με τ΄ αυτιά  σου;» «Εγεύθηκες με τα χείλη σου;» «Εμύρισες με την μύτη σου;»

- ¨Όχι, απαντά ο πιστός.

- «Αισθάνθηκες καμμιά ψυχή;» ερωτά τέλος ο γιατρός.

–Ναι, απαντά ο πιστός.

Τότε, λέγει θριαμβευτικά ο γιατρός, έχουμε τέσσερες αισθήσεις, εναντίον μίας.

Και ο πιστός χριστιανός, με την σειρά του έρωτα και αυτός.

- «Είδες ποτέ γιατρέ μου με τα μάτια σου κανένα πόνον;!! Άκουσες με τ΄ αφτιά σου;!! Εγεύθηκες με το στόμα σου;!! Εμύρισες με την μύτη σου;!!»

- Όχι απαντά ο γιατρός.

- Μήπως αισθάνθηκες ποτέ κανέναν πόνον;

- Βεβαίως, λέγει ο γιατρός.

- Κι ‘ εδώ όμως  π ι σ τ ε ύ ε ι ς ότι ύπάρχει π ό ν ο ς. Έτσι κι’ εγώ πιστεύω ότι υπάρχει ψυχή, γιατρέ μου, και κάθε ψυχή θα δώση μίαν ημέραν λόγον εις τον  δίκαιον  Κριτήν.

   Και όμως πιστεύετε
   Κάποτε ένας άθεος έλεγε στον γνωστό σύγχρονο χριστιανό συγγραφέα Φρανσουά Μωριάκ:
- Ξέρετε, γιατί δεν πιστεύω στον Θεό; Διότι πιστεύω μονάχα σε ό,τι καταλαβαίνω.
- Καταλαβαίνετε, τον ρώτησε τότε γελώντας ο Μωριάκ, πως  η φωτιά λυώνει το βούτυρο και συγχρόνως από υγρό κάνει στερεό το αυγό;
- Όχι, δεν το καταλαβαίνω.
- Κι όμως πιστεύτε στην …. ομελέτα.  Ή όχι;
  Η πίστις  αρχίζει κυρίως από κει που παύει πια να καταλαβαίνει το μυαλό.

Ο «μικράνθρωπος»
         Η ηλεκτρολογία μας λέγει, ότι μέσα στο ηλεκτρικό σύρμα του δωματίου μας  «τρέχουν» σαν το νερό μέσα στους  σωλήνες, δισεκατομμύρια ηλεκτρόνια. Στο μεταλλικό π.χ. νήμα μονοβατικού των  50 κυριών λαμπτήρος του δωματίου μας, συνωθούνται  3.000.000.000 ηλεκτρόνια. Αυτά συνωθούμενα και κρουόμενα θερμαίνονται και μας φωτίζουν. Κι όμως εμείς όλα αυτά  τα ηλεκτρόνια δεν τα βλέπουμε.
            Ο σοφός μαθηματικός του Πανεπιστημίου μας  Π. Ζερβός γράφει :
  «… Όταν λοιπόν αι αισθήσεις μας απατούν δια τα γύρω μας αισθητά πράγματα, ζητεί  ο μικράνθρωπος  να ίδη με τα μάτια τούτον  Θεόν, και να βεβαιωθή  εκ των αισθήσεων του, ότι υπάρχει.
Δεν είναι κατά τόπον οικτρόν  π α ρ ά λ ο γ ο ς;»

   Ο κερδισμένος……..
        Ο σοφός κληρικός του 18ου αιώνος Ευγένιος Βούλγαρις, συναντήθηκε στην αυτοκρατορική αυλή του Βερολίνου, με τον Βολταίρο. Ο διάσημος αυτός άπιστος, έμεινε έκπληκτος από την πίστι του Βούλγαρι και τον ερώτησε:
     -Πως εσύ, που είσαι άνθρωπος σοφός, παραδέχεσαι τέτοιες δεισιδαιμονίες;
     Άνοιξαν τότε μεγάλη συζήτησι και ο Βούλγαρις του ετόνισε, μεταξύ άλλων, τα εξής :
   - Εάν αυτά που λέγεις εσύ είναι σωστά, εγώ που φρονώ διαφορετικά, δεν βλάπτομαι.  Αλλά, εάν εκείνα που φρονώ εγώ είναι σωστά, τότε ποιά τιμωρία περιμένει εσένα που φρονείς τ ‘ αντίθετα;

Πριγκήπισσα της απιστίας

Στο Αμβούργο υπάρχει ένας τάφος μιας άπιστης πριγκήπισσας, που όσο ζούσε εχλεύαζε τον Θεόν και την ανάστασιν των νεκρών. Το πείσμα της την ακολούθησε μέχρι του τάφου. Στην διαθήκη της έλεγε να φτιάξουν το μνήμα της μέσα σε γρανίτη και το στόμιό του να το κλείσουν με βράχους, τσιμέντο  και σίδερα. Στην επιτάφιο πλάκα να γράψουν:

«Όσοι αιώνες κι αν περάσουν ο τάφος δεν θ’ ανοίξη…».

Ένας μικροσκοπικός όμως σπόρος σφηνώθηκε σε μια χαραματιά του βράχου και αργότερα βλάστησε, έγινε ένα πελώριο δένδρο και με τις ρίζες του έσχισε τα βράχια, χλευάζοντας την ανθρώπινη μωρία….

Τα αίτια της απιστίας
     Ο ιεραπόστολος  Μορφάτ εκήρυττε ανάμεσα στους αγρίους για την ανάσταση των νεκρών  και την μελλοντική κρίση και όλοι τον άκουγαν με μεγάλη έκπληξη. Ο αρχηγός μάλιστα  παραξενεύθηκε πολύ και άρχισε τις ερωτήσεις , όπως π.χ αν θ’αναστηθούν όλοι, αν θ’ αναστηθεί ο πατέρας του κ.λ.π. Και ενώ ο ιεραπόστολος τον εβεβαίωνε, ο άγριος αρχηγός εφώναζε:
 - Ξέρεις ότι σ’ αγαπώ πολύ. Αυτό όμως δεν το πιστεύω. Δεν θα γίνη. Δεν είναι δυνατόν να γίνη.
- Γιατί φίλε μου; είπε ο Μορφάτ.
- Έχω σφάξει τόσες χιλιάδες. Θ’ αναστηθούν όλοι λοιπόν;

Να, η αιτία της απιστίας στην χαρμόσυνη αυτή αλήθεια. Πόσοι άλλοι «πολιτισμένοι» προσπαθούν να την απορρίψουν ακριβώς γιατί δεν τους συμφέρει!...

(από το βιβλίο Ψιχία από της τραπέζης, Κωνσταντίνου Κούρκουλα)

                                                         

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ἀπό το βιβλίο "ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ"

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Ὁ ἰαματικός μεγαλομάρτυς Παντελεήμων γεννήθηκε στήν Νικομήδεια. Πατέρας του ἦταν ὁ εἰδωλολάτρης Εὐστόργιος καί μητέρα του ἡ χριστιανή Εὐβούλη. Μαρτύρησε τό 305 ἐπί αὐτόκράτορος Μαξιμιανοῦ.
Εἶχε σπουδάσει τήν ἰατρική στόν διδάσκαλο τῆς ἐπιστήμης αὐτῆς Εὐφρόσυνο. Τήν περίοδο τῶν σπουδῶν του γνώρισε τόν ἱερέα τῆς ἐκκλησίας τῆς Νικομηδείας ἅγιο Ἑρμόλαο. Αὐτός καλλιέργησε τά σπέρματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως, πού εἶχε σπείρει στήν ψυχή του ἡ εὐσεβής Εὐβούλη, καί μετά τήν κανονική κατήχησι τόν βάπτισε.
Μιά μέρα κάποιοι ἔφεραν στό σπίτι τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος ἕναν τυφλό. Ὁ ἅγιος, μαζί μέ τόν πατέρα του, τόν δέχθηκε καί τόν ρώτησε τί θέλει.
- Τό φῶς μου ποθῶ, γιατρέ μου. Πῆγα σέ πολλούς γιατρούς, ἀλλά κανείς δέν μπόρεσε νά μέ θεραπεύση. Ξόδεψα ὅλη τήν περιουσία μου στά φάρμακα καί δέν βρῆκα κανένα ὄφελος. Σέ παρακαλῶ, λυπήσου τήν ταλαιπωρία μου καί θεράπευσέ με.
- Ἀφοῦ ξόδεψες ὅλη τήν περιουσία σου στούς ἄλλους γιατρούς, τοῦ εἶπε ὁ ἅγιος, ἐάν ἐγώ σέ θεραπεύσω, τί θά μοῦ δώσεις;
- Ὅ,τι μοῦ ἀπέμεινε μέ χαρά καί προθυμία θά στό χαρίσω. Μόνο νά μέ θεραπεύσῃς.
- Θά σέ θεραπεύσῃ ὁ ἀληθινός Θεός χρησιμοποιώντας γιά ὄργανο Του ἐμένα! Τόν μισθό ὅμως τῆς θεραπείας, πού μοῦ ὑποσχέθηκες, νά τόν μοιράσῃς στούς φτωχούς.
Ὁ εἰδωλολάτρης πατέρας τοῦ ἁγίου Εὐστόργιος, νομίζοντας ὅτι μέ τήν συνηθισμένη ἰατρική ἀναλαμβάνει νά τόν θεραπεύσῃ, προσπάθησε νά τόν ἐμποδίσῃ:
- Μήν ἀναλαμβάνῃς, παιδί μου, τέτοιο ἔργο, ἀφοῦ τόσοι ἄλλοι γιατροί δέν τό κατώρθωσαν. Πρόσεξε μήν τυχόν ντροπιαστῇς στό τέλος. Τί περισσότερο μπορεῖς νά κάνῃς ἐσύ ἀπό τούς ἄλλους γιατρούς;
Ὁ Εὐστόργιος, νομίζοντας ὅτι ἀναφέρεται στόν διδάσκαλο Εὐφρόσυνο, τοῦ είπε:
- Παιδί μου, δυστυχῶς καί ὁ ἴδιος ὁ διδάσκαλός σου ἐπεχείρησε νά τόν θεραπεύσῃ καί δέν πέτυχε τίποτε.
- Περίμενε, πατέρα, καί θά δῆς τί θά κάνω.
Ἅπλωσε τότε τό δεξί του χέρι, ἔκανε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ στά μάτια τοῦ τυφλοῦ καί προσευχήθηκε πρός τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό.
Ἀμέσως τά μάτια τοῦ τυφλοῦ ἄνοιξαν! Καί ὄχι μόνο τά μάτια τοῦ σώματος, ἀλλά καί τῆς ψυχῆς. Μόλις εἶδε ὁ τυφλός ὅτι μέ τήν ἐπίκλησι τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ θεραπεύθηκε, πίστεψε σ᾿ Αὐτόν. Μέ τό θαῦμα αὐτό πίστεψε καί ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Εὐστόργιος. Σέ λίγο καιρό ὁ ἅγιος Ἑρμόλαος βάπτισε καί τούς δύο.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

Ἡ ανθρωπότης σήμερον ευρίσκεται ενώπιον ενός τεχνικού θαύματος: Κατεκτήθη ή Σελήνη! Να επιδοκιμάση τις ή να αποδοκιμάση το επίτευγμα;
Από κοινωνικής επόψεως είναι δυνατόν να έχη τις επιφυλάξεις, δεδομένου ότι δαπανώνται κολοσσιαία ποσά διά την κατάκτησιν του Διαστήματος, ενώ ακόμη δεν εξηλείφθη ή πείνα από της Γής. Από θρησκευτικής όμως επόψεως ή εξερεύνηση του Διαστήματος ου μόνον ουδέν το επίμεμπτον περιέχει, αλλά και επιβοηθεί εις την βαθυτέραν κατανόησιν του Μεγαλείου της Δημιουργίας. «Ἐκ γαρ μεγέθους καλλονής κτισμάτων αναλόγως ὁ γενεσιουργὸς αυτών θεωρείται» (Σοφ. Σολ. ιγ'5).
'Αρκεί μόνον να φυλαχθώμεν από του κινδύνου της επάρσεως. Αρκεί να μη καταλὰβη ημάς το πνεύμα των ανθρώπων της πυργοποιϊας, περὶ ων ομιλεί ή βίβλος της Γενέσεως (ια' 4). Αρκεί να μη είπωμεν και ημείς εν τη διανοία ημών τα εωσφορικά ρήματα: «Εις τον ουρανόν αναβήσωμεν, επάνω των αστέρων του ουρανού θήσω τον θρόνον μου... ὰναβήσομαι επάνω των νεφών, έσομαι όμοιος τω Υψίστῳ» (Ησ. ιδ' Ι3- Ι 4).
Αν αποφύγωμεν αυτόν τον κίνδυνον, τότε ή εξερεύνηση του Διαστήματος ου μόνον δεν θα βλάψει ημάς, αλλά πολλαπλώς θα ωφελήσει και εις δοξολογίαν Θεού θα οδηγήσει.

Προ 3.500 ετών ὁ θεόπτης και θεόπνευστος Μωϋσής είπε περὶ του ανθρώπου ότι είνε «Εικών» του Θεού. Αλλά ποιού Θεού; Ενὸς Θεού παγκοσμίου, παντοδυνάμου, πανσόφου, αγίου, δικαίου, δημιουργού και κυριάρχου και συντηρητού όλης της Κτίσεως. Αυτός είνε ο Θεού του Μωϋσέως και Αυτού του Θεού «Εἰκών» ωνομὰσθη ό άνθρωπος προ 3.500 ετών. Βλέποντες λοιπόν σήμερον τα καταπληκτικά κατορθώματα του ανθρώπου, τα μαρτυρούντα θαυμαστήν σοφίαν και δύναμιν, βλέποντες τας εις θάμβος οδηγούσα συλλήψεις της ανθρώπινης διανοίας, δεν δυνάμεθα ειμή να ομολογήσωμεν ότι όντως θεοκίνητος χείρ έγραψε περὶ του ανθρώπου τον ανωτέρω χαρακτηρισμὸν εν εποχή καθ' ην ο άνθρωπος ούτε εφαντάζετο ούτε διησθὰνετο καν τας κατακτήσεις εις ας βραδύτερον θα έφθανεν.

Η 'Αγία Γραφή λέγει ότι ό Θεός, πλὰσας τον άνθρωπον, «ηλὰττωσεν αυτὸν βραχύ τι παρ' αγγέλους· δόξη και τιμή εστεφάνωσεν αυτὸν και κατέστησεν αυτὸν επὶ τα έργα των χειρών Αυτοῦ» (Ψαλμ. 8, 6). Ποία δε είνε τα έργα των χειρών του Θεού; «'Οψομαι τους ουρανοὐς, έργα των δακτύλων Σου σελήνην και αστέρας, α συ εθεμελίωσας» (Ψαλμ. 8,4). «Κατ' αρχάς Συ, Κύριε, τη γην εθεμελίωσας και έργα των χειρών Σού εὶσιν οι ουρανοὶ» (Ψαλμ. 101,26).
Ο Θεός, άλλωστε, καλεί τον άνθρωπο να κατακτὴση, όχι απλώς τους υλικοὺς ουρανούς, αλλά και τους πνευματικούς ουρανούς και να ζη εκεί εν τη ατελευτὴτῳ αιωνιότητι θεωρών πρόσωπον προς πρόσωπον το Αρχέτυπον Κάλλος. Οπόση ή αξία του ανθρώπου! Σύμπασα ὴ υλική Κτίσις εν οφθαλμοίς Κυρίου δεν ισοφαρίζει την αξίαν μιας και μόνης ανθρώπινης υπάρξεως ενὸς μικρού παιδιού ή ενός αναπήρου γέροντος! (Ματθ. ιστ', 26).

Πολλοί διερωτώνται: Αν διαπιστωθή ύπαρξις λογικών όντων και εις άλλους πλανὴτας, δεν θα υποστή κλονισμέ η Χριστιανικὴ Πίστις;

Αλλ` ὴ Χριστιανικὴ Πίστις δεν είνε ανθρωπίνη ανακάλυψις. είνε θεϊκὴ αποκάλυψις και ως τοιαύτη είνε η ΑΛΗΘΕΙΑ και εις την Γὴν και εις τον Ουρανόν. Ποία λοιπὸν ανακάλυψις, ποία εφεύρεσις, ποίον επίτευγμα είνε δυνατόν να βλάψη την εξ αποκαλύψεως Αλήθειαν: "Αν υπάρχωσι λογικά όντα εις άλλους πλανὴτας (ὐποθετικώς βεβαίως ομιλούμεν, διότι ουδεμίαν επιστημονικὴν ένδειξιν περὶ τούτου έχομεν), τότε εν εκ των τριών θα συμβαίνη: α') Οι «άνθρωποι» εκείνοι θα ζώων εις προπτωπτικὴν καταστασιν. Δηλαδή θα ζώων ως έζων ο Αδάμ και η Εύα εν τω Παραδείσῳ προ της παρακοής.
β') Οι «άνθρωποι» εκεὶνοι θα ευρίσκωνται εις την αυτὴν και ημείς κατάστασιν, ο δε Θεὸς θα ωκονόμησεν ως Αυτὸς οίδε την σωτηρίαν αυτών.
γ') Η Θυσία του Κυρίου επὶ Γής θα ισχύη και δι` αυτούς. Τις οίδεν αν η μετάβασις ημών εις άλλους κόσμους δεν εξυπηρετή τα πάνσοφα Σχέδια της θείας Πρόνοιας; Μετὲβημεν εις άλλας ηπείρους, ως η Αμερική, και εκηρύξαμεν εκεί το Ευαγγέλιον. Τί διαφέρει αν το αυτὸ συμβή και εις ανθρώπους, ουχὶ άλλων ηπείρων, αλλ΄άλλων πλανητών; Υποθέσεις βεβαίως, πάντα ταύτα αλλ΄ είπομεν ότι υποθετικώς ομιλούμεν.

Εάν πάντως απεδεικνύετο η ύπαρξις λογικών όντων εις άλλους κόσμους, τότε ή φράσις του αποστόλου Παύλου περί «τινός κτίσεως ετέρας» (Ρωμ. η΄39), η μέχρι σήμερον θεωρουμένη ως απλὴ υπόθεσις, θα ελάμβανεν ενάργειαν προφητικού λόγου.

Η ανθρωπίνη γνώσις θα προοδεύη. Τα επιτεύγματα της Επιστήμης και της Τεχνικής θα καταπλήσσωσι καθημερινώς τους οφθαλμούς ημών. Ο άνθρωπος, μικρός θεός. «Εικών» του μεγάλου Θεού, εκτυλίσσων διηνεκώς τας θαυμαστάς ικανότητας δι' ων επροίκισεν αυτὸν ο Δημιουργός θα φθάση εις άθλους ιλιγγιώδεις. Παρά πάντα όμως ταύτα θα εξακολουθή να αποτελή την τραγικὴν σύνθεσιν «μεγαλείου-αθλιότητος». περὶ ης ωραιότατα ωμίλησεν ο Πασκάλ, και θα έχη ανάγκην Σωτὴρος και Λυτρωτού, απαλλάσσοντος αὐτὸν εκ της αμαρτίας και του θανάτου. Καν ακόμη φθάσει ο άνθρωπος εις τας εσχατιάς του Σύμπαντος, καν μετακινήση ηλίους και γαλαξίας, η ισχύς του λόγου του ιερού Αυγουστίνου ουδὲποτε θα μειωθή: «Ω Θεέ μου, Συ έπλασας ημάς διά Σεαυτόν και ένεκα τούτου η ανθρωπίνη ψυχή ουδέποτε αισθάνεται ανάπαυσιν ειμή μόνον πλησίον Σου!». Το Σύμπαν ολόκληρον αδυνατεί να αναπαύση την ανθρωπίνην καρδίαν. Η κατάκτησις του Διαστήματος ούτε «νέαν» θεολογίαν θα δημιουργήση, ως αστόχως ελέχθη, ούτε την ειρήνην θα χορηγήση, ούτε τα ανθρώπινα ψυχικά προβλήματα θα λύση.

Η ιστορία του κόσμου, όλου του κόσμου, ορατού και αόρατου, χωρίζεται -εχωρίσθη άπαξ δια παντός- εις δύο περιόδους: Προ Χριστού και μετά Χριστόν! Ο άνθρωπος αναβαίνει εις τους πλανήτας και «κατακτά» το Διάστημα, ενώ ούδ` αυτής της Γης είνε κύριος, εφ΄ όσον ἡ τρομερά σκιά του θανάτου απλούται ανά παν βήμα απειλητική επ' αυτού. Ανυψούμεθα εις τους αστέρας, αλλά ταυτοχρόνως βυθιζόμεθα εις τας αβύσσους των παθών. Υπερνικώμεν την έλξιν της Γης, αλλ΄ ελκόμεθα ακατανικήτως υπό της εν ημίν ιλύος. Πατούμεν πόδα επὶ της Σελήνης, αλλά καταπατούμεθα και συντριβόμεθα υπό των χθαμαλών ορέξεων. Φερόμεθα μετάρσιοι εις τα ύψη των αστέρων, αλλά κυλιόμεθα ακαταπαύστως εις τον βόρβορον των κακιών. Κατακτώμεν τα ουράνια σώματα, αλλά πως θα κατακτήσωμεν την αφθαρσίαν και την εν μακαριότητι αιωνιότητα; Πως θα αναχθώμεν εις τα όψη της αθανασίας; Μόνον δια Ιησού Χριστού «ος παρεδόθη δια τα παραπτώματα ημών και ηγέρθη δια την δικαίωσιν ημών» (Ρωμ. δ', 25). Δια της Πίστεως εις τα μη βλεπόμενα ο Ενώχ (Γεν. ε, 24) και ο Ηλίας (Δ' Βασ. β', Ι Ι) εγένοντο προ χιλιάδων ετών αστροναύται και ουρανοδρόμοι, ο δε απόστολος Παύλος ανήλθεν («εὶτε εν σώματι ουκ οίδεν, ούτε εκτός του σώματος ουκ οίδεν, ο Θεός οίδεν»), υπεράνω αστερισμών και ηλιακών συστημάτων και έφθασε «μέχρι τρίτου ουρανού» και «ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξὸν ανθρώπῳ λαλήσαι» (Β' Κορ. ιβ' 4).

Αλλά τι λέγω; Ο άνθρωπος, η ανθρωπίνη φύσις, η κτιστὴ και ατελὴς και πεπερασμένη ανθρωπίνη φύσις, προσληφθείσα υπό του Σαρκωθὲντος Θεού Λόγου και εν τω Προσώπῳ Αυτού ενωθείσα υποστατικώς μετά της θεότητος, διήλθε και παρήλθε πάντα τα ύψη, αισθητά και νοητά, ανήλθεν υπεράνω των Χερουβεὶμ και των Σεραφείμ, έλαβε διάστασιν υπεργήινον, αυτόχρημα παγκόσμιον, εθεώθη εν ακεραία κυριολεξία, προσεκυνήθη λατρευτικώς απ' Αγγέλων και Αρχαγγέλων, και, «αφθασίας ενδεδυμένη εύπρεπειαν», εκάθισεν «εν δεξιά της Μεγαλωσύνης» του Θεού Πατρός και συμβασιλεύει μετ΄ Αυτού εις τους αιώνας των αιώνων! Του ύψους τούτου υπάρχει ύψος υψηλότερον; Αναμφιβόλως όχι! Ουδεὶς πύραυλος ανθρωπίνης ή και αγγελικής επινοήσεως θα δυνηθή ποτέ να αναβιβάση ημάς εις τηλικαύτα ύψη. Ουδεμία αισθητή μηχανή, καν πάσαν τελειότητα υπερβαίνη, θα κατορθώση ποτὲ να εκτοξεύση τον γήινον ανθρωπον εις τας υπερκοσμίους περιοχάς της θείας Μεγαλειότητος και να αναπαύση αυτού την καρδίαν. Η μόνη μηχανή, ἡ δυναμένη «αναφέρειν εις τα ύψη» του Θεού, εὶνε «η μηχανὴ του Ιησού Χριστού, ος εστί Σταυρός» (αγ. Ιγνατίου Εφεσ. κεφ. 9).

Το υψηλότερον σημείον εν όλη τη Κτίσει είνε και θα παραμείνη, μέχρι της συντελείας των αιώνων, ο μικρός λόφος του Γολγοθά. Εκεί, και μόνον εκεί, υπό την σκιάν ενός καθημαγμὲνου Σταυρού θα ευρίσκωσιν ανάπαυσιν οι οδοιπόροι της παρούσης ζωής και θα σώζωνται εκ των δεσμών της αμαρτίας και του θανάτου. Οι απιστούντες και οι αμφιβάλλοντες, «γεύσασθε και ίδετε» και διά πείρας γνώτε...

Οσαιδήποτε χιλιετίαι και αν παρέλθωσιν, οσονδήποτε και αν η Επιστήμη και η Τεχνική εξελιχθώσιν, οσαδήποτε άλματα και αν ο άνθρωπος πραγματοποιήση, οσονδήποτε υψηλά και αν αναβή, μία φωνή, γλυκεία άμα και ισχυρά, απαλὴ άμα και βροντώδης, ελεγκτική άμα και παρήγορος, θα εξακολουθή να ακούηται συνεχώς εν μέσω των μυρίων θορύβων και να αντηχή ευκρινώς εις πάντα τα πλάτη και τα μήκη και τα βάθη και τα ύψη του Σύμπαντος: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς. ΄Αρατε τον ζυγόν μου εφ υμάς και μάθετε απ' εμού ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών» (Ματθ. ια΄, 28,29)

(αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου,Άρθρα, Μελέται, Επιστολαί, σελ. 298-301)

«…Το συμπέρασμα εκ των αναλογιών τούτων προκύπτει αυτόδηλον. Εάν η μεταξύ πλανητών και γης ομοιότης είναι τόσο στενή, εάν και οι αστέρες εκείνοι διατελούν (βρίσκονται) υφ’ ας και η γη συνθήκας, εάν και εκεί υπάρχουν έτη και μήνες και ημέραι και νύκτες και χειμών και θέρος και ατμόσφαιρα και νέφη και βροχαί και συστήματα ξηράς και συστήματα (δεν είναι απίθανον) θαλάσσης και πάσαι τέλος πάντων αι συνθήκαι, υπό τας οποίας εδώ κάτω συντηρείται και προάγεται η ζωή, πώς είναι δυνατόν να είναι οι όγκοι εκείνοι τα ενδιαιτήματα της νεκρώσεως;

Παρατηρήσατε πόση οικονομία εις τον ιδικόν μας πλανήτη επέδειξεν ο Θεός και πώς ουδέ ο ελάχιστος χώρος υπάρχει ακατοίκητος. Πανταχού η ζωή είναι εγκατεσπαρμένη. Πανταχού η ύλη είναι όχι το φορείο, αλλά ο φορεύς της υπάρξεως. Εις τας ερήμους ενδιαιτάται (ζει) ο λέων. Εις τους πόλους η άρκτος (αρκούδα) και η φώκια. Εις τον πυρίκαυστον ισημερινόν ο πίθηκος και το κολίβριον. Εις την επιφάνειαν του δυσώδους έλους μυριάδες μυριάδων εντόμων. Εις μίαν ψεκάδα ύδατος εκατομμύρια μικροοργανισμών. Και εις αυτά ακόμη τα δηλητήρια και τα ισχυρότατα οξέα η ζωή δεν είναι άγνωστος. Και πώς λοιπόν ο Θείος Νους ο οποίος εδείχθη φειδωλότατος (οικονόμος ως προς το χώρο) ως προς τον πλανήτην μας, υπήρξε άσωτος (σπάταλος ως προς το χώρο) όσον αφορά τους λοιπούς;

Να υποτεθεί άραγε ότι όλοι οι τεράστιοι ούτοι όγκοι, από τους οποίους τινές εκατονταπλάσιοι της γης και χιλιοπλάσιοι, ανηρτήθησαν (κρεμάστηκαν) εκεί επάνω δια να φαιδρύνουν (φωτίσουν) ελάχιστα πως (κάπως) τας μαύρας μας νύκτας με την ασθενεστάτην λάμψιν των; Αλλά διατί μάλλον να μην προστεθή αντί πάντων τούτων, μία περιπλέον (παραπάνω) σελήνη εις την υπάρχουσαν, οπότε και η σπατάλη του υλικού θα απεφεύγετο και ο σκοπός καλλίτερον θα επιτυγχάνετο; Έπειτα προς τι αι σελήναι να προστεθούν ως αναγκαία εξαρτήματά των; Ημείς εμάθομεν εκ των Γραφών ότι η ιδική μας σελήνη εδόθη εις τη γην δια να άρχη (εξουσιάζει) της νυκτός και λαμπρύνει αυτήν με την παρουσίαν της.
Τίνα λόγο υπάρξεως έχουν αι σελήναι του Διός και του Κρόνου και του Ουρανού και του Ποσειδώνος, αφού δεν έχουν να φωτίσουν κανέναν; Αλλά τί λέγω; Εκεί επάνω έχει τις δωμάτια επιπλωμένα, αίθουσας φωταγωγημένας, οικήματα προς κατοικίαν έτοιμα, και ουδείς υπάρχει ο οικών;

Μία τοιαύτη υπόθεσις μου φαίνεται δυσπαράδεκτος, ως διισταμένη (αντιτιθέμενη) προς την ανεξάντλητον του Θεού Σύνεσιν και Τέχνην. Ενώ πολύ λογικότερον και θεοπρεπέστερον ευρίσκω, οσάκις ανυψώνω τα βλέμματα προς τους κόσμους εκείνους, να βαυκαλίζομαι (=ξεγελιέμαι,παραμυθιάζομαι) από την γλυκείαν πίστιν ότι και εκεί επάνω πτερουγίζουν ψυχαί και εκεί επάνω πάλλουν καρδίαι και εκεί επάνω ζουν αδελφοί μου και εκεί επάνω ως από θυσιαστηρίου αναθρώσκουν (ανεβαίνουν) καπνοί και αίνοι υπέρ του Τρισενδόξου Γεχωβά».

(πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Καλλινίκου (+ 1940), Θαυμαστός ο Θεός εν τοις έργοις αυτού, σελ. 17-18, έκδοση 1910 με ελαφρά μετάφραση δική μας)

«Γενηθήτω φως»

Η πρώτη ημέρα του δημιουργικού έργου του Θεού εγκαινιάζεται με τη δημιουργία του φωτός διά του λόγου του. Το φως ήταν φυσικό και απαραίτητο να προηγηθεί των λοιπών δημιουργημάτων, γιατί η ύπαρξη του θα αποτελούσε προυπόθεση γι΄αυτά. Έτσι ολόκληρη η θεία δημιουργία λαμβάνει χώρα στο φως.

Ο απόλυτος έλεγχος του Θεού πάνω στον κόσμο καθίστατε ήδη φανερός από τη λιτή, λακωνική δημιουργική εντολή «γενηθήτω φως». Η προστακτική «γενηθήτω», όπως η έννοια του ρ. γίγνομαι ( είμαι, υπάρχω) δηλώνει, καλεί το φως να λάβει ύπαρξη, ν΄αποκτήσει υπόσταση. Ο Θεός προστάζει, όχι βέβαια χρησιμοποιώντας τη φωνή του, κατά τις ανθρώπινες αναλογίες, αλλά κινούμενος καθαρά από εσωτερική διάθεση και επιθυμία. «Ο Θεός ου δείται φωνής, αρκούσης αυτώ τής βουλήσεως» (102).
Το πρόσταγμα του δεν είναι ο θείος λόγος, που «εκπέμπεται» διά του φωνητικού οργάνου, ερμηνεύουν οι πατέρες, αλλά το θείο θέλημα (103). Το πρόσταγμά του δεν είναι ο θείος λόγος, που «εκπέμπεται» διά του φωνητικού οργάνου, ερμηνεύουν οι πατέρες, αλλά το θείο θέλημα. Το πρόσταγμα αυτό προυποθέτει τη δύναμη του και αντικατοπτρίζει ουσιαστικά το δημιουργικό του έργο «το πρόσταγμα έργον ην» (104).

Με το «γενηθήτω» το φως αποσπάται αυτομάτως από το ανενεργό και σκοτεινό χάος και ενεργοποθείται από το πνεύμα του Θεού, προκειμένου να καταστεί το θεμέλιο ολόκληρης της οργανικής ζωής στον κόσμο. Διαχωρίζεται δηλ. από την πρωταρχική ύλη, εντός της οποίας τα δημιουργήματα δεν είχαν ξεχωριστή ύπαρξη και κάθε στοιχείο ήταν αδιαχώριστο από τα άλλα.

Το φως εμφανίζεται εδώ ως ένα άυλο φαινόμενο, ή ακριβέστερα σαν μια κατάσταση της ύλης, που μπορούσε να υπάρξει αυτοτελώς χωρίς τη φυσική του πηγή, τον ήλιο, ο οποίος θα δημιουργηθεί την Τετάρτη ημέρα. Γεννάται δε ευλόγως το ερώτημα, που η φυσική εμπειρία του ανθρώπου υπαγορεύει πώς εξηγείται αυτό, αφού η αίσθηση του σχετίζεται με την ύπαρξη των ουρανίων σωμάτων ως πηγής, η οποία το εκπέμπει; Ορισμένοι ερμηνευτές υποστηρίζουν ότι στη δημιουργία του «ουρανού και της γης», που προηγήθηκε (1,1), εμπερικλείονται και τα ουράνια σώματα, μεταξύ των οποίων και ο ήλιος ως πηγή του φωτός (105). Άλλοι πάλι διακρίνουν την ύπαρξη του στη λάμψη που εξέπεμπε η βιαία σύγκρουση και τριβή των στοιχείων της ύλης κατά τη διάρκεια της ενεργοποίησης και τακτοποίησής της (106).

Ανάλογο είναι επίσης και το ερώτημα, γιατί το φως δημιουργείται πρώτο μεταξύ των θείων δημιουργημάτων, συμπεριλαμβανομένου και του αστρικού συστήματος, το οποίο σχετίζεται άμεσα με την ύπαρξη του; Οι απαντήσεις που δίδονται σε αυτό συνοψίζονται στις ακόλουθες τέσσερις :
α: Η δημιουργία του φωτός προηγείται εκείνης των λοιπών δημιουργημάτων, επειδή καθιστά δυνατή τη χρονική διαδοχή εντός της οποίας τοποθετείται ο κόσμος, δηλ. το βασικό κύκλο του χρόνου και της τάξης. Ή, άλλως, με τη δημιουργία του στην αρχή του δημιουργικού έργου του Θεού τίθεται η βάση της χρονικής τάξης πρίν από την δημιουργία του «κοσμοχώρου» (107).
β: Η δημιουργία του φωτός προηγείται, αφ΄ενός μέν γιατί αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για τη ζωή, το οποίο μάλιστα σχετίζεται άμεσα με το χρόνο, και αφ΄ετέρου γιατί συμβολίζει την παρουσία του ιδίου του Θεού στον κόσμο και προοιωνίζει της εμφάνιση της ζωής.
γ: Η δημιουργία του φωτός προηγείται για πρακτικούς λόγους, αφού θ΄αποτελούσε της βάση της τάξης και της εργασίας.
δ: Για τους ανατολικούς λαούς το φως δεν συνδέεται κατ΄ανάγκη με τον ήλιο (108).

Διάφορες απόψεις διατυπώθηκαν εξάλλου και ως πρός την φύση του φωτός, το οποίο περιγράφεται ως υλικό «πλήρες μυστηρίου», ή «υπέρτατο στοιχείο», ή «λεπτότατο των στοιχειωδών δυνάμεων».
Ειδικά ο Γρηγόριος Νύσσης το χαρακτηρίζει ως «πυρός ουσία» και «φωτιστική ή πυρώδη ουσία» (109). Γενικά οι πατέρες της Εκκλησίας, αφορμώμενοι από την αντίληψη τους περί του φωτός ως φυσικού φαινομένου, σαφώς διακρινομένου απο το σκότος – όπως άλλωστε το αντιλαμβάνεται κ η Π.Διαθήκη- εισχωρούν στη μεταφορική και πνευματική του σημασία. Έτσι το αισθητό φώς της δημιουργίας, που εξαφάνισε το σκότος ερμηνεύουν ως το «νοητόν φώς» (110), το οποίο διαλύει το σκότος της πλάνης και ευφραίνει τον κόσμο, δίδοντας σ΄όλα όψη θελκτική και ευχάριστη. Σ΄αυτό διακρίνουν το «αληθινόν φώς» (111), που είναι ο ίδιος ο Θεός και το πνεύμα του «φώς γάρ ων ο Θεός»(112).
Από τα ανωτέρω αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο ι. συγγραφέας με την αναφορά του στο φως δεν εννοεί το συγκεκριμένο φυσικό φως των ουρανίων φωτεινών σωμάτων, περί των οποίων θα κάνει ειδικό λόγο παρακάτω. Εννοεί ένα αυτοτελές αρχικό φως, που διαχέεται και φωτίζει τα πάντα. Είναι δε απαραίτητο για τη ζωή, γι΄αυτό και δημιουργείται πρώτο.

Η σύγχρονη επιστήμη της αστροφυσικής, με βάση τα πορίσματα των ερευνών της για τη δημιουργία του σύμπαντος, αποφαίνεται πράγματι για την ύπαρξη ενός κοσμικού φωτός, που διαχέεται μέσω του νεφελώματος από το οποίο εξελίχθηκε το ηλιακό σύστημα.
Το διάχυτο αυτό φως κατανοείται ως η συνεχής ροή των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (ακτινοβολίας), τα οποία πέφτουν πάνω στα αντικείμενα και τα καθιστούν ορατά στον άνθρωπο. Άρα πηγή του δεν είναι ο ήλιος ή κάποιο άλλο φωτεινό σώμα – όπως ο κοινός νούς πίστευε, στηριζόμενος στη φυσική παρατήρηση -, αλλά η ατμόσφαιρα που τα περιβάλλει (113). Και τούτο διότι, όπως υποστηρίζουν οι φυσικοί, τα σώματα αυτά είναι καθαυτά σκοτεινά, ετερόφωτα και όχι αυτόφωτα.
Επομένως, υφίσταται η δυνατότητα ύπαρξης φωτός πρίν από τη δημιουργία του ηλίου, της σελήνης και των αστέρων. Ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας κατά τρόπο αξιοθαύμαστο το φαινόμενο, διακρίνει τη φύση του φωτός από το φωτεινό σώμα (114) αιώνες πολλούς πρίν την ανακάλυψη από τον A. Einstein των φωτονίων, τα οποία δημιουργούν την αίσθηση του φωτός και ορίζουν ό,τι ονομάζουμε «φώς» στην επιστήμη της Φυσικής. Άλλωστε όλες οι μορφές της ύλης τότε έμοιαζαν κατά κάποιο τρόπο με το φώς (115).

Εν κατακλείδι αυτό που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι η πρόταξη του φωτός από τη θεωρούμενη πηγή του στην τάξη της δημιουργίας δεν πρέπει να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα επιστημονικής άγνοιας του ι. συγγραφέα. Απλούστατα διότι εκείνο που θέλει να δηλώσει είναι ο Θεός ως παντοδύναμος προκάλεσε το φώς να φωτίσει τον κόσμο από μια πηγή διαφορετική απ΄αυτήν του ηλίου κατά τις πρώτες ημέρες της δημιουργίας (116).
Είναι γνωστό άλλωστε ότι η Αγία Γραφή αρχίζει (Γεν. 1,5) και τελειώνει (Αποκ.22,5) περιγράφοντας έναν κόσμο, ο οποίος δεν έχασε τη λαμπρότητα του και είναι γεμάτος με θείο φως και όχι με το φως του ηλίου(117). Φυσικά ο τρόπος σκέψης του βιβλικού συγγραφέα είναι διαφορετικός απο τη λογική ενός σύγχρονου φυσικού επιστήμονα, ο οποίος θα κατέτασσε τα δημιουργήματα σύμφωνα με τις αρχές της Φυσικής επιστήμης. Για το λόγο αυτό δεν πρέπει να γίνεται σύγκριση των βιβλικών με τα επιστημονικά δεδομένα, έχοντας υπόψη ότι, όπου τυχόν η βιβλική διήγηση ανταποκρίνεται σ΄αυτά, η ανταπόκριση αυτή είναι εντελώς συμπτωματική, αν και πλήρως επαληθευτική και ενισχυτική της θείας αποκαλύψεως. Και τούτο διότι ο κύριος σκοπός του ι. συγγραφέα είναι να εκθέσει, κινούμενος σε καθαρώς θρησκευτικό έδαφος και όχι επιστημονικό έδαφος, την πίστη του ότι το σύμπαν και ότι υπάρχει σ΄αυτό εκφράζει την επιθυμία του Θεού (118).

Είναι επίσης πολύ πιθανό να ήθελε, με την αποφυγή εξάρτησης του φωτός απο τον ήλιο, να προβεί σε μια ανοικτή διαμαρτυρία εναντίον της λατρείας του ηλίου, η οποία συνηθιζόταν τότε στον ειδωλολατρικό κόσμο. Ο Μ. Βασίλειος παρατηρεί σχετικώς ότι οι πιστοί έπρεπε να προστατευθούν και να μην ακολουθήσουν την ηλιολατρεία νομίζοντας ότι ο ήλιος αντικαθιστά το Θεό ως αρχηγός της ζωής και ζωοδότης(119). ……..
…… Ένα ερώτημα που απασχολεί τους ερμηνευτές αλλά και απλούς αναγνώστες της Βίβλου αναφορικά με τη δημιουργία των ουρανίων σωμάτων είναι τούτο: Ποιά η σχέση του ηλίου, της σελήνης και των άστρων, ως φωτεινών σωμάτων, με το φως, το οποίο είχε δημιουργηθεί πρίν από αυτά; Ή άλλως, πως ήταν δυνατόν να υπάρχει φως ήδη από την πρώτη ημέρα της Δημιουργίας, ενώ απουσίαζε ο ήλιος, η θεωρούμενη πηγή του, που δημιουργήθηκε μόλις την τέταρτη ημέρα; Την απάντηση δίδει η ίδια η βιβλική διήγηση με τη διάκριση, που κάνει μεταξύ της δημιουργίας των φορέων του φωτός ( των «φωστήρων» ) την τετάρτη ημέρα. Το φως εμφανίζεται κατ’ εντολήν του Θεού αυτοτελώς και εκπέμπεται από μια πηγή διαφορετική απ’ αυτήν του ηλίου. Ο ήλιος – όπως και τα άλλα φωτεινά σώματα- δημιουργείται μετά το φως, για ν’ αποτελέσει απλώς το φορέα του, το όχημα μεταφοράς του στον κόσμο (281).

O M. Bασίλειος κατά τρόπο αρκετά εύγλωττο αποφαίνεται επ’ αυτού· «τότε μεν ( την πρώτη ημέρα) αυτή του φωτός η φύσις παρήχθη· νυν δε (την τέταρτη ημέρα) το ηλιακόν τούτο σώμα είναι τω πρωτογόνω εκείνω φωτί παρεσκεύασται»(282)
Και συνεχίζει, παραπέμποντας στη διαφορά, που υπάρχει ομοίως μεταξύ της φωτιάς και του λύχνου, καθώς η πρώτη έχει τη δύναμη να δίδει φως, ενω ο δεύτερος κατασκευάζεται για να δείχνει το φως σ’ αυτούς που το έχουν ανάγκη (283).
Ανάλογη διάκριση κάνει και ο απ. Παύλος, απευθυνόμενος προς την Εκκλησία των Φιλίππων, μεταξύ των πιστών ανθρώπων, οι οποίοι ξεχωρίζουν μέσα στη διεστραμμένη γενεά και φαίνονται «ως φωστήρες» στον κόσμο (Φιλιπ. 2,15) και του Ιησού, που είναι ο ίδιος το «φως το αληθινόν» (Ιω. 1,9. Α΄Ιω. 2,8)

Ο Προκόπιος Γαζαίος εξηγεί περαιτέρω ότι το πρωτόγονο εκείνο άυλο φως ήταν αρχικά διάχυτο, αλλά στη συνέχεια ο Θεός το συγκέντρωσε και δημιούργησε τα φωτεινά σώματα. Δηλ. όπως ακριβώς έπραξε και με το νερό ενωρίτερα, το οποίο στην αρχή ήταν διασκορπισμένο σ’ όλη την επιφάνεια της γης, κατόπιν όμως το συγκέντρωσε σε ορισμένους χώρους και έτσι προέκυψαν οι θάλασσες, οι λίμνες, οι ποταμοί, οι πηγές κλπ. Προσθέτει μάλιστα ότι το πιο καθαρό και ευκρινές ποσόν του πρωτογόνου φωτός το διοχέτευσε στον ήλιο, ενω το υπόλοιπο το μοίρασε στα υπόλοιπα άστρα (284).

Συναφής είναι και η εξήγηση του Σεβηριανού Γαβάλων, ο οποίος βλέπει την ύπαρξη «ενός μονοειδούς» φωτός την πρώτη ημέρα, το οποίο ο Θεός διαμερίζει ως άλλος «τεχνίτης» και μοιράζει στα φωτεινά σώματα (285).
Είναι άκρως σημαντικό το γεγονός ότι στο σημείο αυτό η κοσμολογική διήγηση της Γενέσεως εναρμονίζεται, σε γενικές βεβαίωςς γραμμές, με τα επιστημονικά δεδομένα τόσο της Αστρονομίας, η οποία διακρίνει τη δημιουργία του φωτός απ΄αυτή των πλανητών, όσο και της Φυσικής, η οποία δέχεται την ύπαρξη του φωτός διά των φωτονίων πρίν απο τη δημιουργία των φωτεινών σωμάτων. (Ειδική αν’αλυση στο στ.3)
«Και είδεν ο Θεός ότι καλόν».

Είναι η γνωστή formula με την οποία ο Θεός επιδοκιμάζει και εγκρίνει το νεο κτίσμα του μετά το πέρας της δημιουργίας του (286).(Περισσότερα σχόλια στους στ.4~8~10)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
102. Προκοπίου Γαζαίου,
103. «Όταν δε φωνήν επί Θεού και ρήμα και πρόσταγμα λέγωμεν, ου διά φωνητικών οργάνων εκπεμπόμενων ψόφον..τον θείον λόγον νοούμεν, αλλά την εν θελήματι ροπήν.» (.Μ. Βασιλείου, Εις την Εξαήμερον, Β΄,7, Σ. 45Β)
«Στόμα και λαλιάν του Θεού λέγοντος, το ενδεικτικόν της βουλήσεως» (Ιω. Δαμασκηνού, Διάλογος κατά μανιχαίων, Α΄PG 94,841 πρβλ. Προκοπίου Γαζαίου, αυτόθι)
104. Μ. Βασιλείου, αυτόθι πρβλ. « θείος λόγος ςτσί το του φωτός έργον» (Γρηγορίου Νύσσης, Περί της Εξαημέρου, σ 76 Α).
105. Βλ. H. Sailhamer, “Genesis”, σ. 26. C Westermann, Genesis 1-11. A Commentary, σ. 112
106. Γρηγορίου Νύσσης, ένθ΄ανωτ., σ. 76 Α πρβλ. Ι. Φούντα, Γένεσις, Πειραιεύς 1985, σ. 50
107. C. Westermann, αυτόθι
108. D. E. Gowan, «From Eden to Babel. A. Commentary of the Book of Genesis 1-11» , ITC, Edinburgh 1988, σ.22
109. Ένθ΄ανωτ., σ. 73D και 76C πρβλ. «φωτιστική δύναμις» και «φωτιστικός λόγος» (σ.73D)
110. Ιω. Χρυσοστόμου, Εις την Γένεσιν, ομιλ 3, σ. 34 πρβλ. Μ. Βασιλείου, Εις την Εξαήμερον, Β΄7, σ. 44C
111. Γρηγορίου Νύσσης, ένθ΄ανωτ., σ.81Β. Μ. Βασιλείου, ένθ΄ανωτ., Β΄, 8, σ. 52Β.
112. Προκοπίου Γαζαίου, ένθ΄ανωτ., σ. 61C πρβλ. «έσται σοι Κύριος φως αιώνιον» (Ης. 60,19) «εγώ ειμι το φως του κόσμου» (Ιω. 8,12). Ιω. 1,4. Α’ Τιμ. 6,16 κ.α.
113. C. F. Keil – F. Delitzsch, «The First Book of Moses (Genesis)», σ.49
114. «Τότε μεν γαρ αυτή του φωτός η φύσις παρήχθη, νυν δε το ηλιακόν τούτο σώμα όχημα είναι τω προτογόνω εκείνω φωτί παρεσκεύασται» (Εις την Εξαήμερον, ΣΤ’, 2, Σ. 121 Α)
115. Τα φωτόνια είναι στοιχειώδη ποσά ενέργειας, που εκπέμπονται η απορροφούνται από τα άτομα της ύλης και καλούνται κβάντα φωτός. Αφού υπήρχαν τα φωτόνια, τότε πως δικαιολογείται το σκοτάδι, διερωτάται κανείς; Πρόσφατες έρευνες απέδειξαν ότι πράγματι το σύμπαν στην αρχή ήταν αδιαφανές και σκοτεινό. Βαθμιαία όμως διαστελλόταν και μαζί του μεγάλωνε και το μήκος κύματος του πρώτου εκείνου φωτός, το οποίο αρχικά ήταν εκτυφλωτικό και ερχόταν, όπως και σήμερα, από παντού. Βαθμιαία έγινε ερυθρό, αργότερα υπέρυθρο, ώσπου έφυγε εντελώς απο την πτική περιοχή. Γι’ αυτό δεν το βλέπουμε, αλλά το μετρούμε. (E. Kolb – M. Turner, The Early Universe. Frontiers in Physics, Callifornia 1990, σ. 80, Γ. Γούναρη, ένθ’ ανωτ., σ.119-120)
116. V. P. Hamilton, «The Book of Genesis. Chapters 1-17», σ. 121
117. «Ουκ έχουσιν χρείαν φωτός λύχνου και φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Υεός φωτίσει επ’ αυτούς» (Αποκ. 22,5). Ο Καλβίνος, σε σχόλιο του σχετικό με την ύπαρξη του φωτός χωρίς τον ήλιο, σημειώνει ότι ο «Κύρος από την αρχή της δημιουργίας μαρτυρεί ότι κρατεί στα χέρια του το φως, το οποίο μπορεί να μεταδώσει σε μας χωρίς τον ήλιο» (Commentaries on the First of Moses called Genesis, μεταφρ. J. King, τόμ. 2 {Grand Rapids: Eerdmans, ανατ, 1948} 1:76).
118. C. A. Simpson (INTR.-EXEG.), «The Book of Genesis», σ.468, Το φως ως πρώτο δημιούργημα απαντά και σε εξωβιβλικές κοσμολογίες και κυρίως των ινδών, βαβυλωνίων, ελλήνων και φοινίκων. Διαφέρει όμως απο το φως της βιβίκής διήγησης, διότι, ενώ το εξωβιβλικό συνιστά απλώς προυπόθεση της κοσμικής τάξης, το βιβλικό, πέραν αυτού, καθορίζει τα πλαίσια εντός των οποίων λαμβάνει χώρα η εξαήμερη δημιουργία και κατευθύνει την πορεία της τάξης του κόσμου από την αρχή ως το τέλος της (αυτόθι, σ. 469. C. Westermann, ένθ’ ανωτ., σ. 112)
119. Ένθ’ ανωτ,. Ε’,1, σ. 96ΑΒ……………
281 «Πρώτον μέν ο δημιουργός απλούν φως κατεσκεύασεν, ο δη και ημέραν εκάλεσεν, έπειτα τον ήλιον εκ του πυρός και φωτός συγκείμενον» (Ευσταθίου Αντιοχείας, Υπόμνημα εις την Εξαήμερον, PG 18,717 B).
282 Ένθ΄ανωτ., ΣΤ΄,2, σ. 121 Α πρβλ. «τούτο το ηλιακόν φως, όχημα εκείνω τω φωτί τω προτογόνω παρεσκεύασται» (Ευσταθίου Αντιοχείας, αυτόθι).
283 «Ως γαρ άλλο το πυρ και άλλο ο λύχνος. Το μεν την του φωτίζειν δύναμιν έχον, το δε παραφαίνειν τοις δεομένοις πεποιημένον, ούτω και τω καθαροτάτω εείνω και ευκρινεί και αύλω φωτί όχημα νυν οι φωστήρες παρεσκευάσθησαν» (αυτόθι)
284 Εις την Γένεσιν ερμηνεία, σ.88BC
285 «Το φως,εν υπάρχον, μονοειδές, κατατεμών ο τεχνίτης, εμέρισεν εις ήλιον και σελήνην και άστρα» (ένθ’ ανωτ.,σ.449)
286 Πέραν αυτού η φράση εμπεριέχει από μια άποψη και τη σημασία του κλασικού χαρακτηρισμού του «καλού καγαθού» (Κ.Βλάχου, «Η αφετηρία της Γενέσεως. Συνοπτική θεώρησις της κοσμολογίας και ανθρωπολογίας του βιβλίου της Γενέσως», Ββιβλικά Α΄,Αθήναι 1993, σ.68)

(Σταύρου Καλαντζάκη, «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός…», Εκδ. Πουρναρά, σελ. 102-109 & 203-206)

(γράφει ο Φράνσις Κόλλινς, εξέχων Γενετιστής Επιστήμων)

Επιλογή Ι: Αθεϊσμός και Αγνωστικισμός. Όταν η επιστήμη παραμερίζει την Πίστη

ΑΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ

Ο όρος αγνωστικιστής επινοήθηκε από τον γραφικό Βρετανό Thomas Henry Huxley, γνωστό και σαν το μπουλντόγκ του Δαρβίνου, το 1869. Αυτή είναι η περιγραφή του για το πως κατέληξε να επινοήσει τον όρο:

«Όταν έφθασα σε μια πνευματική ωριμότητα και άρχισα να αναρωτιέμαι αν ήμουν ένας άθεος, ένας θεϊστής ή ένας πανθεϊστής, ένας υλιστής ή ιδεαλιστής, ένας Χριστιανός ή ελεύθερος στοχαστής, βρήκα ότι όσο πιο πολύ μάθαινα και σκεπτόμουνα, τόσο λιγότερο εύκολη ήταν ή απάντηση, ώσπου τελικά έφθασα στο συμπέρασμα ότι δεν είχα θέση σε καμιά από αυτές τις ομάδες, εκτός της τελευταίας. Το μόνο πράγμα στο οποίο όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι ήταν σύμφωνοι, ήταν το μόνο στο οποίο διέφερα από αυτούς. Ήταν τελείως βέβαιοι ότι είχαν φθάσει σε μια κάποια “γνώση” είχαν λίγο ή πολύ λύσει το πρόβλημα τής ύπαρξής, ενώ εγώ ήμουν απόλυτα βέβαιος ότι δεν είχα, και ήμουν πολύ βέβαιος ότι το πρόβλημα είναι άλυτο. Έτσι σκέφτηκα και επινόησα ότι νόμισα ό,τι είναι ο κατάλληλος τίτλος του “αγνωστικιστή”. Ήρθε στο νου μου σαν ενδεδειγμένο αντιλεκτικό στους “γνωστικούς ” της Εκκλησιαστικής ιστορίας, που ισχυρίζονταν ότι ξέρουν τόσα πολλά για τα πράγματα ακριβώς που σε μένα ήσαν άγνωστα».8

Αγνωστικιστής λοιπόν είναι ένας που θα ΄λεγε απλά ότι η γνώση του Θεού δεν μπορεί να επιτευχθεί. Όπως και για την αθεΐα, υπάρχουν ισχυρές και ασθενείς μορφές αγνωστικισμού, με την ισχυρή μορφή να υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίσει ποτέ το ανθρώπινο γένος, και την ασθενή μορφή να λέει απλώς «όχι τώρα».

Οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στον ισχυρό αγνωστικισμό και τη μετριοπαθή αθεΐα είναι ασαφείς όπως αποκαλύπτει ένα ανέκδοτο για το Δαρβίνο. Σ΄ ένα δείπνο μαζί με δύο άθεους, το 1881, ο Δαρβίνος ρώτησε τους φιλοξενούμενούς του: «Γιατί ονομάζετε τους εαυτούς σας άθεους;» λέγοντας ότι αυτός προτιμούσε τον όσο του Huxley «αγνωστικιστής». Ένας από αυτούς απάντησε ότι ο αγνωστικιστής δεν είναι παρά ένας επιφυλακτικός άθεος, και ο άθεος είναι μόνο ένας επιθετικός αγνωστικιστής.9

Πολλοί αγνωστικιστές, εντούτοις, δεν είναι τόσο επιθετικοί και παίρνουν τη θέση ότι δεν είναι δυνατόν, τουλάχιστον γι΄αυτούς, να πάρουν αυτήν την εποχή θέση υπέρ ή κατά της ύπαρξης Θεού. Επιφανειακά αυτή είναι μια λογικά υποστηριζόμενη θέση (ενώ η αθεΐα δεν είναι). Ασφαλώς είναι τελείως συμβιβασμένη με τη θεωρία της εξέλιξης και πολλοί Βιολόγοι θα τοποθετούνταν σ΄ αυτό το στρατόπεδο. Αλλά ο αγνωστικισμός επίσης μπορεί να μην είναι παρά μια φυγή.

Για να υποστηριχθεί καλά θα πρέπει να φθάσει κανείς σ΄αυτόν μετά από μια πλήρη εξέταση όλων των ενδείξεων υπέρ ή κατά της ύπαρξης Θεού. Είναι σπάνιο ένας αγνωστικιστής να έχει κάνει την προσπάθεια να το κάνει αυτό (μερικοί που το έκαναν και αυτοί είναι μάλλον ένας αριθμός περιορισμένος, απρόοπτα μεταστράφηκαν σε πίστη στο Θεό). Επιπλέον, ενώ ο αγνωστικισμός είναι μια άνετη συνηθισμένη στάση για πολλούς, από μια πνευματική άποψη δείχνει μια αδυναμία. Θα θαυμάζαμε κάποιον που θα επέμενε ότι η ηλικία του σύμπαντος δεν μπορεί να γίνει γνωστή και που δεν διέθεσε χρόνο για να δει τις αποδείξεις;

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η επιστήμη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει την απόρριψη των μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών του κόσμου, που στηρίζονται σε αιώνες ιστορίας, ηθικής φιλοσοφίας και στην ισχυρή ένδειξη που προκύπτει από τον ανθρώπινο αλτρουισμό. Είναι μεγάλη επιστημονική «ύβρις» ο αντίθετος ισχυρισμός και μας αφήνει με μια πρόκληση: αν η ύπαρξη του Θεού είναι πραγματική (όχι απλά παράδοση αλλά πραγματικά αληθινή) και αν ορισμένα συμπεράσματα για το φυσικό κόσμο είναι επίσης αληθινά (όχι ακριβώς της μόδας αλλά αντικειμενικά αληθινά), τότε δεν πρέπει να αντιλέγουν το ένα στο άλλο. Μια πλήρως αρμονική σύνθεση πρέπει να είναι δυνατή.

Παρατηρώντας το σημερινό κόσμο είναι, εντούτοις, δύσκολο να ξεφύγει κανείς από την αίσθηση ότι αυτές οι δύο όψεις της αλήθειας δεν επιζητούν την αρμονία αλλά είναι σε πόλεμο. Αυτό δεν είναι πουθενά πιο φανερό από τις διαμάχες γύρω από τη δαρβίνεια θεωρία της εξέλιξης. Εδώ είναι που οι μάχες είναι σήμερα πολύ μανιασμένες, εδώ είναι που η έλλειψη κατανόησης κι από τις δύο πλευρές είναι πολύ βαθιά, εδώ είναι που διακυβεύεται πιο πολύ το μέλλον του κόσμου μας, κι εδώ είναι όπου η αρμονία είναι απελπιστικά αναγκαία. Κι έτσι σ΄ αυτό το θέμα θα είναι καλό να στρέψουμε την προσοχή μας στη συνέχεια.

(Francis Collins, Η Γλώσσα του Θεού σελ.149-151, εκδ. Παπαζήση)

(γράφει ο Φράνσις Κόλλινς, εξέχων Γενετιστής Επιστήμων)

Επιλογή Ι: Αθεϊσμός και Αγνωστικισμός. Όταν η επιστήμη παραμερίζει την Πίστη.
Η χρονιά που ήμουν πρωτοετής στο κολλέγιο, το 1968, ήταν γεμάτη από συνταρακτικά γεγονότα. Τα σοβιετικά τανκς είχαν μπει στην Τσεχοσλοβακία, ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε κλιμακωθεί με την επίθεση των Τετ, και ο Ρόμπερτ Κέννεντυ και ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ είχαν δολοφονηθεί. Αλλά ακριβώς στο τέλος αυτού του έτους ένα άλλο πιο θετικό γεγονός συνέβη, που συγκίνησε τον κόσμο, και ήταν η εκτόξευση του «Απόλλων 8». Ήταν το πρώτο επανδρωμένο διαστημόπλοιο που θα βρισκόταν σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη. Ο Frank Borman, o James Lovell και ο William Anders ταξίδεψαν στο διάστημα για τρεις ημέρες αυτόν τον Δεκέμβριο, ενώ ο κόσμος κρατούσε την αναπνοή του. Κατόπιν άρχισαν να τριγυρίζουν τη Σελήνη, παίρνοντας τις πρώτες φωτογραφίες της Γης που ανέτειλε πάνω από την επιφάνεια της Σελήνης, που θύμισαν σε όλους εμάς πόσο μικρός και εύθραυστος φαίνεται ο πλανήτης μας από το κατάλληλο σημείο του διαστήματος. Την παραμονή των Χριστουγέννων οι τρεις αστροναύτες μετέδωσαν μια ζωντανή τηλεοπτική εκπομπή από το θαλαμίσκο τους. Αφού σχολίασαν τις εμπειρίες τους από την ερημιά του σεληνιακού τοπίου, διάβασαν όλοι μαζί στον κόσμο τους πέντε πρώτους στίχους του κεφαλαίου 1 της Γενέσεως. Σαν ένας αγνωστικιστής εξελισσόμενος σε άθεο την εποχή εκείνη, θυμάμαι ακόμη την ξαφνική αίσθηση δέους που με κυρίευσε, όταν αυτές οι αξέχαστες λέξεις «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον Ουρανόν και την Γ ην» έφθασαν στ΄αυτιά μου από 240.000 μίλια μακριά, ειπωμένες από ανθρώπους που ήταν επιστήμονες και μηχανικοί, αλλά για τους οποίους αυτές οι λέξεις είχαν φανερά μεγάλο νόημα.

Αμέσως μετά η γνωστή Αμερικανίδα αθεΐστρια Madalyn Murray O΄Hair μήνυσε τη ΝΑSΑ γιατί επέτρεψε αυτή την ανάγνωση της Βίβλου την παραμονή των Χριστουγέννων. Υποστήριξε ότι αφού οι Αμερικανοί αστροναύτες ήταν ομοσπονδιακοί υπάλληλοι πρέπει να τους απαγορεύεται η δημόσια προσευχή στο διάστημα. Μολονότι τα δικαστήρια τελικά απέρριψαν την αγωγή της, η ΝΑSA αποθάρρυνε τέτοιες αναφορές στην πίστη σε μελλοντικές πτήσεις· Έτσι ο Buzz Aldrin του «Απόλλωνα ΙΙ» κανόνισε να κοινωνήσει στην επιφάνεια της Σελήνης κατά την πρώτη προσσελήνωση, το 1969, αλλά αυτό το γεγονός δεν αναφέρθηκε ποτέ δημόσια.

Μια μαχητική αθεΐστρια να κινητοποιείται δικαστικά ενάντια στην ανάγνωση της Βίβλου από αστροναύτες που τριγύριζαν τη Σελήνη, την παραμονή των Χριστουγέννων. Τι σύμβολο κλιμακούμενης εχθρότητας ανάμεσα σε πιστούς και άπιστους στο σημερινό κόσμο! Κανένας δεν αντέδρασε, το 1844, όταν το πρώτο τηλεγραφικό μήνυμα του Samuel Morse ήταν; «Τι εποίησεν ο Θεός». Κι όμως με αυξανόμενο ρυθμό, τον 21ο αιώνα, εξτρεμιστές και των δύο πλευρών της αντίθεσης επιστήμης/πίστης επιμένουν ότι η άλλη πλευρά πρέπει να φιμωθεί.

Η αθεΐα εξελίχθηκε από τότε που η O΄ Hair ήταν η πιο ορατή συνήγορός της. Σήμερα δεν είναι οι κοσμικοί ακτιβιστές σαν την O΄ Hair που αποτελούν την πρωτοπορία της, είναι οι εξελικτικοί. Μεταξύ των διαφόρων θορυβωδών υποστηρικτών, οι Richard Dawkins και Daniel Denett διακρίνονται σαν εύγλωττοι σοφοί που ξοδεύουν σημαντική ενεργητικότητα για να εξηγήσουν και να διαδώσουν το Δαρβινισμό, ισχυριζόμενοι ότι μια αποδοχή της εξέλιξης στη Βιολογία απαιτεί μια αποδοχή της αθεΐας στη Θεολογία. Σ' ένα αξιοσημείωτο τέχνασμα μάρκετινγκ, αυτοί και οι συνάδελφοί τους στην αθεϊστική κοινότητα επιχείρησαν επίσης να προωθήσουν τον όρο «λαμπερός» αντί για «άθεος» (το υπονοούμενο συμπέρασμα, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι ίσως είναι «σκοτεινοί», ίσως είναι ένας λόγος γιατί ο όρος δεν επικράτησε ακόμη). Ασφαλώς η εχθρότητά τους για την πίστη είναι απροκάλυπτη. Πώς φθάσαμε εδώ

ΑΘΕΪΑ
Μερικοί έχουν ξεχωρίσει την αθεΐα σε «ελαφρές» και «σκληρές» μορφές.
Ασθενής αθεΐα είναι η απουσία πίστης στην ύπαρξη ενός Θεού ή Θεών, ενώ σκληρή αθεΐα είναι η στερεά πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν τέτοιες θεότητες. Στην καθημερινή συζήτηση η σκληρή αθεῖα είναι γενικά η θέση που παίρνει ένας που έχει αυτήν την άποψη, γι΄αυτό θα συζητήσουμε αυτήν την προοπτική εδώ.
Σε άλλο μέρος έχω υποστηρίξει ότι η αναζήτηση για Θεό είναι ένα πλατιά διαδεδομένο χαρακτηριστικό όλου του ανθρώπινου γένους, άσχετα από γεωγραφική περιοχή και σε όλη την ανθρώπινη ιστορία. Στο αξιοσημείωτο βιβλίο του Εξομολογήσεις (ουσιαστικά η πρώτη αυτοβιογραφία στη Δύση), ο Άγιος Αυγουστίνος περιγράφει αυτή τη νοσταλγία στην πρώτη ακριβώς παράγραφο: «Το να Σε δοξάζω είναι η επιθυμία του ανθρώπου, ενός μικρού κομματιού της δημιουργίας Σου. Εσύ παρακινείς τον άνθρωπο να ευχαριστιέται να Σε υμνεί, γιατί μας έφτιασες για Σένα και η ψυχή μας είναι ανήσυχη μέχρι που να βρει ανάπαυση σε Σένα ».1

Αν αυτή η παγκόσμια αναζήτηση Θεού είναι τόσο επιτακτική, τι θα κάνουμε μ΄ αυτές τις ανήσυχες καρδιές που αρνούνται την ύπαρξή του; Σε ποια βάση στηρίζονται να κάνουν τέτοιες διαβεβαιώσεις με τέτοια σιγουριά; Και ποιες είναι οι ιστορικές ρίζες αυτής της άποψης;

Η αθεΐα έπαιξε μικρό ρόλο στην ιστορία μέχρι το 18ο αιώνα οπότε εμφανίστηκε ο Διαφωτισμός και αναπτύχθηκε ο υλισμός. Στο κάτω-κάτω της γραφής ο sir Ισαάκ Νεύτων ήταν ένας σταθερός πιστός στο Θεό που έγραψε και δημοσίευσε περισσότερες εργασίες για την ερμηνεία της Βίβλου παρά για μαθηματικά και φυσική. Μια πιο δυνατή δύναμη που γέννησε την αθεΐα το 18ο αιώνα ήταν ο Διαφωτισμός, μια επανάσταση ενάντια στην καταπιεστική εξουσία της κυβέρνησης και της Εκκλησίας, που εκδηλώθηκε ιδιαίτερα στη Γαλλική Επανάσταση. Και οι δύο, η γαλλική βασιλική οικογένεια και η ηγεσία της Εκκλησίας, φάνηκαν εξίσου σκληροί, εγωκεντρικοί, υποκριτικοί και αναίσθητοι για τις ανάγκες του κοινού ανθρώπου. Ταυτίζοντας την οργανωμένη Εκκλησία με τον ίδιο το Θεό οι επαναστάτες αποφάσισαν ότι ήταν καλύτερα να απορρίψουν και τους δύο.

Πρόσθετη ενίσχυση για την αθεϊστική προοπτική προσφέρθηκε από τα γραπτά του Sigmund Freud, που ισχυρίσθηκε ότι η πίστη στο Θεό είναι απλά μια επιθυμητική νοοτροπία. Αλλά ακόμη δυνατότερη υποστήριξη για την αθεϊστική προοπτική τα τελευταία 150 χρόνια φάνηκε να προκύπτει από τη δαρβίνεια θεωρία της εξέλιξης. Με σκοπό να διαλύσει το «επιχείρημα σχεδίου» που ήταν ένα δυνατό βέλος στη φαρέτρα του θεϊστή, η εξελικτική θεωρία αρπάχθηκε από τους αθεϊστές σαν ένα δυνατό αντιόπλο κατά της πνευματικότητας.

Κοιτάξτε, για παράδειγμα, τον Eduard O. Wilson, έναν από τους εξέχοντες εξελικτικούς βιολόγους της εποχής μας. Στο βιβλίο του Για τη φύση του ανθρώπου (On Human Nature), ο Wilson με χαρά αναγγέλλει ότι η εξέλιξη θριάμβευσε πάνω στην κάθε είδους μεταφυσική, συμπεραίνοντας:
«Το τελικό αποφασιστικό πέρας που θα απολαύσει η φυσιοκρατία θα προέλθει από την ικανότητά της να εξηγήσει την παραδοσιακή θρησκεία, την κύρια αμφισβήτηση της, σαν ένα ολοκληρωτικά υλικό φαινόμενο. Η Θεολογία δεν είναι πιθανό να επιζήσει σαν ένας ανεξάρτητος πνευματικός κλάδος».2

Μεγάλες κουβέντες!
Ακόμα μεγαλύτερες κουβέντες προήλθαν από τον Richard Dawkins. Σε μια σειρά βιβλίων αρχίζοντας με το Το Εγωιστικό Γονίδιο (The Selfish Gene) και συνεχίζοντας με το Ο Τυφλός Ωρολογοποιός (The Blind Watch-Maker), Ανεβαίνοντας στο Βουνό (Climbing up Mountain) και Ένας Εφημέριος του Διαβόλου (A Devil΄ς Chaplain), περιγράφει με εντυπωσιακές αναλογίες και ρητορικές διακοσμήσεις τις συνέπειες της μεταβολής των ειδών και της φυσικής επιλογής. Βασιζόμενος πάνω σ' αυτή τη δαρβινική θεμελίωση, ο Dawkins κατόπιν επεκτείνει τα συμπεράσματά του για τη θρησκεία με πολύ επιθετικά λόγια: «Είναι της μόδας να χαρακτηρίζουμε ως απειλή από την Αποκάλυψη για την ανθρωπότητα τον ιό του AIDS, τη νόσο των τρελλών αγελάδων και πολλά άλλα, αλλά νομίζω ότι μπορεί να υποστηριχθεί ότι η πίστη είναι ένα από τα μεγάλα κακά του κόσμου, εφάμιλλο με τον ιό της ευλογιάς αλλά δυσκολότερο να ξεριζωθει›.3

Στο τελευταίο του βιβλίο Ο Θεός του Dawkins" (Dawkins God), ο Μοριακός Βιολόγος και Θεολόγος Alister McGrath καταπιάνεται με αυτά τα θρησκευτικά συμπεράσματα και επισημαίνει τις λογικές πλάνες σ΄ αυτά. Τα επιχειρήματα του Dawkins έρχονται σε τρεις κύριες αποχρώσεις.

Πρώτον, υποστηρίζει ότι η εξέλιξη εξηγεί πλήρως τη βιολογική πολυπλοκότητα και την καταγωγή του ανθρώπινου γένους, κι έτσι δεν υπάρχει πια ανάγκη για Θεό. Μολονότι αυτό το επιχείρημα σωστά απαλλάσσει το Θεό από το να έχει κάνει πολλαπλές πράξεις χωριστής δημιουργίας του κάθε είδους στον πλανήτη, είναι βέβαιο ότι δεν αναιρεί την ιδέα ότι ο Θεός πραγματοποίησε το δημιουργικό του σχέδιο με την εξέλιξη. Το πρώτο επιχείρημα του Dawkins συνεπώς δεν εφαρμόζεται στο Θεό που λάτρευε ο Άγιος Αυγουστίνος ή αυτόν που λατρεύω εγώ. Αλλά ο Dawkins είναι δάσκαλος στο να στήνει έναν ψεύτικο άνθρωπο και κατόπιν να τον ξηλώνει με μεγάλη ευχαρίστηση. Στην πραγματικότητα τέτοιοι επαναλαμβανόμενοι βαρείς χαρακτηρισμοί για την πίστη προδίδουν μια φαρμακερή προσωπική διάθεση μάλλον, παρά μια συνέπεια στα λογικά επιχειρήματα τα οποία ο Dawkins τόσο εκτιμά στο επιστημονικό πεδίο.

Το δεύτερο επιχείρημα από αυτή τη σχολή εξελικτικής αθεΐας του Dawkins είναι ένας άλλος αχυράνθρωπος: ότι η θρησκεία είναι παράλογη. Φαίνεται να έχει δεχθεί τον ορισμό της θρησκείας που αποδίδεται στον απόκρυφο μαθητή του Mark Twain: «Πίστη είναι να πιστεύεις ότι ξέρεις ότι δεν είναι έτσι».4 Ο ορισμός της πίστης από τον Dawkins είναι «τυφλή εμπιστοσύνη με απουσία ενδείξεων ακόμα ενάντια στις ενδείξεις».5 Αυτό οπωσδήποτε δεν περιγράφει την πίστη πολλών πιστών στην ιστορία, ούτε αυτών που γνωρίζω εγώ. Ενώ λογικά επιχειρήματα δεν μπορούν ποτέ να αποδείξουν οριστικά την ύπαρξη του Θεού, σοβαροί στοχαστές από τον Αυγουστίνο και τον Ακινάτη έως τον C.S.Lewis, απέδειξαν ότι μια πίστη σε Θεό είναι έντονα αληθοφανής. Δεν είναι λιγότερο αληθοφανής σήμερα. Η καρικατούρα της πίστης που παρουσιάζει ο Dawkins είναι εύκολη γι΄ αυτόν να της επιτεθεί, αλλά δεν είναι το αληθινό πράγμα.

Η τρίτη αντίρρηση του Dawkins είναι ότι πολύ κακό έχει γίνει στο όνομα της θρησκείας. Δεν υπάρχει αντίρρηση σ΄ αυτή την αλήθεια, μολονότι αναντίρρητα μεγάλες πράξεις φιλανθρωπίας έχουν κινητοποιηθεί από την πίστη. Αλλά οι κακές πράξεις που έγιναν στο όνομα της θρησκείας με κανένα τρόπο δεν ενοχοποιούν την αλήθεια της πίστης. Αντίθετα ενοχοποιούν τη φύση των ανθρωπίνων όντων, αυτών των σκουριασμένων δοχείων στα οποία τοποθετήθηκε το καθαρό νερό αυτής της αλήθειας.

Είναι ενδιαφέρον ότι ενώ ο Dawkins υποστηρίζει ότι είναι το γονίδιο και ο ακατάπαυστος αγώνας του για επιβίωση που εξηγεί την ύπαρξη όλων των ζωντανών πλασμάτων, υποστηρίζει ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε τελικά τόσο πολύ προχωρημένοι ώστε να μπορούμε να επαναστατήσουμε ενάντια στις γενετικές επιταγές. «Μπορούμε ακόμα να συζητήσουμε τρόπους για να καλλιεργήσουμε προσεκτικά και να αναπτύξουμε καθαρά αφιλοκερδή αλτρουισμό, κάτι που δεν έχει θέση στη φύση, κάτι που δεν έχει υπάρξει πριν σε όλη την ιστορία του κόσμου».6

Εδώ είναι ένα παράδοξο: ο Dawkins είναι ένας υποστηρικτής του Ηθικού Νόμου. Από που μπορεί να έχει έλθει αυτή η ορμή για καλά αισθήματα; Αυτό ασφαλώς θα έπρεπε να κινήσει την υποψία του για την «τυφλή αδυσώπητη αδιαφορία», που υποστηρίζει ότι αναφέρεται σε όλη τη φύση, περιλαμβανομένου του ίδιου και της υπόλοιπης ανθρωπότητας, από τη άθεη εξέλιξη. Ποια αθεΐα τότε θα έπρεπε να αποδώσει στον αλτρουισμό;
Το μεγάλο και αναπόφευκτο λάθος του ισχυρισμού του Dawkins ότι η επιστήμη απαιτεί αθεΐα είναι ότι προχωρεί πιο πέρα από τις αποδείξεις. Εάν ο Θεός είναι έξω από τη φύση, τότε η επιστήμη δεν μπορεί ούτε να αποδείξει ούτε να αποκλείσει την ύπαρξή Του. Η ίδια η αθεΐα, επομένως, μπορεί να θεωρηθεί σαν μια μορφή τυφλής πίστης, αφού υιοθετεί ένα σύστημα που δεν μπορεί να υποστηριχθεί με βάση την καθαρή λογική.

Ίσως, η πιο γραφική περίληψη αυτής της άποψης προέρχεται από μια απίθανη πηγή: Τον Stephen Jay Gould, που, εκτός από τον Dawkins, είναι πιθανώς ο πιο ευρύτερα διαβασμένος εκπρόσωπος της εξέλιξης στην περασμένη γενιά. Γράφοντας μια, κατά τα άλλα λίγο διαβασμένη βιβλιοκρισία, ο Gould σφυροκόπησε την άποψη του Dawkins:
«Να το πω για όλους τους συναδέλφους μου για εκατομμυριοστή φορά: Η επιστήμη δεν μπορεί με τις νόμιμες μεθόδους της να κρίνει το θέμα της εποπτείας της φύσης από το Θεό. Δεν μπορούμε ούτε να το επιβεβαιώσουμε ούτε να το αρνηθούμε αυτό. Αν κάποιοι από το σινάφι μας (εννοεί και τον Richard Dawkins, αθεϊστή) κάνουν δηλώσεις ότι ο Δαρβινισμός καταργεί το Θεό θα βρω την κ. McInerney (δασκάλα του Gould) να τους δώσει με τη βέργα στα δάχτυλα.

Η επιστήμη μπορεί να δουλέψει μόνο με νατουραλιστικές εξηγήσεις. Δεν μπορεί ούτε να βεβαιώσει ούτε να αρνηθεί άλλου είδους ενεργούντες (όπως ο Θεός) σε άλλες σφαίρες (το βασίλειο της ηθικής, για παράδειγμα). Ξεχάστε τη φιλοσοφία για ένα λεπτό. Η απλή εμπειρία των τελευταίων 100 ετών θα αρκούσε. Ο Δαρβίνος ο ίδιος ήταν αγνωστικιστής (έχοντας χάσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις με τον τραγικό θάνατο της αγαπημένης του κόρης), αλλά η μεγάλη Αμερικανίδα Βοτανολόγος Asa Gray, που ευνοούσε τη φυσική επιλογή και έγραφε ένα βιβλίο με τον τίτλο Darwiniana, ήταν μία αφοσιωμένη Χριστιανή. Προχωρήστε 50 χρόνια μπροστά: ο Charles D. Walcott που ανακάλυψε τα απολιθώματα των Burges Shale ήταν ένας πεπεισμένος δαρβινιστής και εξίσου σταθερός Χριστιανός που πίστευε ότι ο Θεός είχε ορίσει τη φυσική επιλογή για να οικοδομήσει την ιστορία της ζωής σύμφωνα με τα σχέδια και τις προθέσεις Του. Προχωρήστε για άλλα 50 χρόνια στους δύο μεγαλύτερους εξελικτικούς της γενιάς μας: ο G.G. Simpson ήταν ένας ανθρωπιστής αγνωστικιστής, ο Theodosius Dobzhansky είναι ένας πιστός Ρώσος Ορθόδοξος. Ή οι μισοί από τους συναδέλφους μου είναι φοβερά βλάκες ή αλλιώς ο δαρβινισμός είναι πλήρως συμβατός με τις παραδοσιακές θρησκευτικές πίστεις- και εξίσου συμβατός με την αθεΐα».
Έτσι αυτοί που είναι άθεοι πρέπει να βρουν άλλη βάση για να παίρνουν αυτή τη θέση. Η εξέλιξη δεν είναι η κατάλληλη.

(Francis Collins, Η Γλώσσα του Θεού σελ.143-149, εκδ. Παπαζήση)

Γράφει ο Francis Collins (εξέχων Γενετιστής επιστήμονας)

ΖΗΤΗΣΤΕ ΚΑΙ ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ 
Αφού ήλθατε τόσο δρόμο μαζί μου, ελπίζω ότι θα συμφωνήσετε ότι και η επιστημονική και η θρησκευτική κοσμοθεωρία έχουν να προσφέρουν πολλά. Και τα δύο προσφέρουν διαφορετικούς αλλά συμπληρωματικούς τρόπους απάντησης στα μεγαλύτερα ερωτήματα του κόσμου και μπορούν και τα δύο να συνυπάρχουν αρμονικά στο μυαλό ενός πνευματικά περίεργου ανθρώπου που ζει στον 21ο αιώνα.

Η επιστήμη νομιμοποιείται μόνο να ερευνά το φυσικό κόσμο. Είτε ανιχνεύοντας τη δομή του ατόμου, τη φύση του σύμπαντος, ή την ακολουθία του DNA στο ανθρώπινο γονίδιο, η επιστημονική μέθοδος είναι ο μόνος αξιόπιστος δρόμος για να βρούμε την αλήθεια για τα φυσικά φαινόμενα. Ναι, μπορεί πειράματα να αποτυγχάνουν θεαματικά, ερμηνεία πειραμάτων μπορεί να είναι σφαλερή, και η επιστήμη μπορεί να κάνει λάθη. Αλλά ο χαρακτήρας της επιστήμης είναι αυτοδιορθωτικός. Καμία μεγάλη πλάνη δεν μπορεί να παραμείνει για πολύ καιρό, μπροστά στην προοδευτική αύξηση της γνώσης.

Εντούτοις, η επιστήμη μόνη δεν είναι αρκετή για να απαντήσει σε όλα τα σπουδαία ερωτήματα. Κι αυτός ο Albert Einstein είδε τη φτώχια μιας καθαρά νατουραλιστικής κοσμοθεωρίας. Διαλέγοντας προσεκτικά τις λέξεις του, έγραψε:
«Η επιστήμη χωρίς τη θρησκεία είναι κουτσή, ή θρησκεία χωρίς την επιστήμη είναι τυφλή».5 Το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης, η πραγματικότητα του Θεού, η πιθανότητα μέλλουσας ζωής και πολλά άλλα πνευματικά ερωτήματα είναι έξω από τις δυνατότητες της επιστημονικής μεθόδου. Ενώ, επομένως, ένας άθεος μπορεί να ισχυρίζεται ότι αυτό τα ερωτήματα είναι αναπάντητα και άσχετα, αυτό δε συμφωνεί με την ανθρώπινη εμπειρία των περισσοτέρων ατόμων.

Ο John Polkinghorne (εξέχων Βρεττανός φυσικός και ιερέας) επιχειρηματολογεί γι' αυτό το ζήτημα πειστικά με μια σύγκριση με τη μουσική:
«Η φτώχια μιας φυσικής εξήγησης φαίνεται καθαρά αν παρατηρήσουμε το μυστήριο της μουσικής. Από επιστημονική άποψή αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από δονήσεις στον αέρια που χτυπούν στα τύμπανα των αυτιών μας και διεγείρουν νευρικές οδούς στον εγκέφαλο.

Πώς συμβαίνει αυτή ή απλή διαδικασία χρονικής δραστηριότητας να έχει τη δύναμη να μιλά στις καρδιές μας για μια αιώνια ομορφιά; Ολόκληρη ή σειρά των υποκειμενικών εμπειριών, από το να αντιλαμβανόμαστε ένα χρώμα μέχρι το να σαγηνευόμαστε από μια εκτέλεση της Λειτουργιάς σε Β ελάσσονα, και μέχρι τη συνάντηση του μυστικιστή με την ανέκφραστή πραγματικότητα του Ενός, όλες αυτές οι αληθινά ανθρώπινες εμπειρίες βρίσκονται στο κέντρο της συνάντησής μας με την πραγματικότητα, και δεν μπορεί να απορρίπτονται σαν φαινομενικός αφρός στην επιφάνεια ενός σύμπαντος του οποίου η αληθινή φύση είναι απρόσωπη και άψυχή».6

Η επιστήμη δεν είναι ο μόνος δρόμος της γνώσης. Η θρησκευτική κοσμοθεωρία προσφέρει έναν άλλο δρόμο για να βρούμε την αλήθεια. Οι επιστήμονες που το αρνούνται αυτό θα πρέπει να τους συστηθεί να εξετάσουν τα όρια των εργαλείων τους, όπως παριστάνεται σε μια παραβολή που έχει πει ο Αστρονόμος Arthur Eddington.

Περιέγραψε έναν άνθρωπο που ξεκίνησε να μελετήσει τη ζωή στο βάθος της θάλασσας χρησιμοποιώντας ένα δίχτυ που τα μάτια του είχαν μέγεθος τριών ιντσών. Αφού έπιασε πολλά και θαυμάσια πράγματα από τα βάθη, ο άνθρωπος συμπέρανε ότι δεν υπάρχουν ψάρια του βυθού της θάλασσας μικρότερα σε μήκος από τρεις ίντσες! Εάν χρησιμοποιούμε το επιστημονικό δίχτυ για να συλλάβουμε τη δική μας εκδοχή για την αλήθεια, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι αυτό δεν συλλαμβάνει την πραγματικότητα του πνεύματος.

Ποια εμπόδια βρίσκονται στο δρόμο για μια πλατύτερη αποδοχή της συμπληρωματικής φύσης των κοσμοθεωριών, επιστημονικής και θρησκευτικής; Αυτό δεν είναι ένα θεωρητικό ερώτημα για απλή φιλοσοφική θεώρηση. Είναι μια πρόκληση για καθέναν από εμάς. Ελπίζω, λοιπόν, ότι θα με συγχωρήσετε να σας μιλήσω πιο προσωπικά, καθώς πλησιάζουμε στο τέλος αυτού του βιβλίου.

(Francis Collins, H Γλώσσα του Θεού, σελ. 196-198, εκδοσεις Παπαζήση)

Σελίδα 1 από 6