Απάντηση σε όσους ισχυρίζονται ότι η θεότητα του Χριστού είναι δόγμα που κατασκεύασε τους επόμενους αιώνες η Εκκλησία! Ο Ιγνάτιος γράφει το 110 μ.Χ !!!
Εισαγωγή: Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος υπήρξε δεύτερος επίσκοπος Αντιοχείας. Η επισκοπία του αρχίζει από το 70 μ.Χ. Η γνωριμία του με αποστόλους είναι βέβαιη… Πρόκειται για επίσκοπο οικουμενικού κύρους. Στο διωγμό του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε κατασπαραγμό από θηρία στο Κολοσσαίο της Ρώμης. Ο διωγμός συνέβη μεταξύ των ετών 107 και 117. Στις τελευταίες ημέρες της ζωής του ο Ιγνάτιος έγραψε επτά Επιστολές, οι οποίες του εξασφάλισαν την εξαιρετική τιμή του πρώτου μεταποστολικού μεγάλου θεολόγου και πρώτου Πατρός και Διδασκάλου της Εκκλησίας. (Στυλιανού Παπαδόπουλου Πατρολογία Α σελ. 177-178).
1)  οι διάκονοι… να είναι επιφορτισμένοι με τη διακονία του Ιησού Χριστού, ο οποίος ήταν κοντά στον Πατέρα προαιώνια και στο τέλος φανερώθηκε (Προς Μαγνησίους 6,1)
2)  ένας Θεός υπάρχει, ο οποίος φανέρωσε τον εαυτό του μέσω του Ιησού Χριστού του Υιού του, που είναι ο Λόγος του, ο οποίος προήλθε από τη σιγή (Προς Μαγνησίους 8,2)
3)  Εγώ ο Ιγνάτιος, που ονομάζομαι και Θεοφόρος, στην ευλογημένη… και εκλεγμένη με το αληθινό πάθος και το θέλημα του Πατέρα και του Ιησού Χριστού του Θεού μας, στην Εκκλησία την αξιομακάριστη, που βρίσκεται στην Έφεσο της Ασίας (Προς Εφεσίους Προοίμιο)
4)  σύμφωνα με την πίστη και αγάπη του Ιησού Χριστού, του Σωτήρα μας, και όντας μιμητές του Θεού, ολοκληρώσατε τελείως το συγγενικό έργο αναζωογονώντας το με το αίμα του Θεού (Προς Εφεσίους 1,1)
5)  Ένας γιατρός υπάρχει σαρκικός και πνευματικός, γεννημένος και αγέννητος, ο οποίος έγινε Θεός σαρκωμένος, ζωή αληθινή που θανατώθηκε, και από την Μαρία και από τον Θεό, πρώτα παθητός και συγχρόνως απαθής, ο Ιησούς Χριστός ο Κύριος μας (Προς Εφεσίους 7,2)
6)  Τίποτα δεν διαφεύγει την προσοχή του Κυρίου…. Ας κάνουμε λοιπόν τα πάντα, σαν να κατοικεί αυτός μέσα μας, για να γίνουμε οι ναοί του, και αυτός να είναι ο Θεός μας μέσα μας (Προς Εφεσίους 15,3)
7)  Διότι ο Θεός μας Ιησούς Χριστός κυοφορήθηκε από τη Μαρία κατ’ οικονομία Θεού, προερχόμενος από τη γενιά βέβαια του Δαβίδ, αλλά δια του Αγίου Πνεύματος, ο οποίος γεννήθηκε και βαπτίσθηκε (Προς Εφεσίους 18,2)
8)  Εγώ ο Ιγνάτιος, που ονομάζομαι και Θεοφόρος, στην ελεημένη από τη μεγαλειότητα του ύψιστου Πατέρα και του Ιησού Χριστού, του μοναδικού Υιού του, Εκκλησία, την αγαπημένη και φωτισμένη με το θέλημα εκείνου που θέλησε τα πάντα, τα οποία υπάρχουν με την αγάπη του Ιησού Χριστού του Θεού μας (Προς Ρωμαίους προοίμιο)
9)  Διότι ο Θεός μας Ιησούς Χριστός, που βρίσκεται στον Πατέρα του, φαίνεται περισσότερο (Προς Ρωμαίους 3,3)
10)  Επιτρέψτε μου να γίνω μιμητής του πάθους του Θεού μου (Προς Ρωμαίους 6,3)
11)  Να μελετάς τους χρόνους. Να περιμένεις αυτόν που είναι πάνω από τον χρόνο, τον αόρατο, αυτόν που έγινε για μας ορατός, τον αψηλάφητο, τον απαθή, αυτόν που για μας έγινε παθητός, που υπέφερε για μας με κάθε τρόπο (Προς Πολύκαρπον 3,2)
12)  Προσεύχομαι να είστε υγιείς πάντοτε ενωμένοι με τον Θεό μας Ιησού Χριστό (Προς Πολύκαρπον 8,3)
(από τις εκδόσεις εκδόσεις ΕΠΕ  τόμος 4 σελ.76-149)

Σημειώνει εύστοχα ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: "Το αποστολικό κήρυγμα υπήρξε πάντοτε μια αφήγησις του τι πράγματι είχε συμβή, hic et nunc. Αλλά ό,τι συνέβη ήταν θεμελιώδες και νέον: «Ο Λόγος σαρξ εγένετο» (Ιω. 1, 14).

Βεβαίως η ενανθρώπησις, η ανάστασις, η ανάληψις είναι γεγονότα ιστορικά όχι ακριβώς με την ίδιαν έννοιαν ή εις το αυτό επίπεδον με τα γεγονότα της ιδικής μας καθημερινής ζωής. Τα γεγονότα όμως αυτά δεν είναι δια τον λόγον αυτόν ολιγώτερον ιστορικά ούτε ολιγώτερον πραγματικά, αλλά τουναντίον είναι ακόμη περισσότερον ιστορικά – είναι βασικώς σημαντικώτερα.

Φυσικά δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθούν πλήρως παρά μόνον δια της πίστεως. Αυτό εν τούτοις δεν τα απομακρύνει από τα ιστορικά πλαίσια. Η πίστις απλώς ανακαλύπτει μιαν νέαν διάστασιν και συλλαμβάνει το ιστορικόν δεδομένον εις όλον το βάθος του, εις την πλήρη και θεμελιώδη πραγματικότητά του.

Οι Ευαγγελισταί και οι Απόστολοι δεν ήσαν χρονογράφοι. Η αποστολή των δεν συνίστατο εις το να καταγράφουν πλήρως όλας τας πράξεις του Ιησού ημέραν προς ημέραν, έτος προς έτος. Περιγράφουν την ζωή του, αφηγούνται τα έργα του, ώστε να μας δώσουν μιαν εικόνα του· μιαν εικόνα ιστορικήν και εν ταυτώ θεϊκή. Αυτό δεν είναι προσωπογραφία, αλλά μάλλον εικών, και ασφαλώς εικών ιστορική, εικών του ενανθρωπήσαντος Κυρίου. Η πίστις δεν δημιουργεί νέαν αλήθειαν, αλλ’ απλώς ανακαλύπτει την ενυπάρχουσαν".


Σημειώνει ο Tasker: Είναι (τα ευαγγέλια) λεπτομερείς κι αναλυτικές βιογραφίες του Ι. Χριστού; Είναι έργα ιστορικά, όπως αυτά του Θουκυδίδη ή του Ιώσηπου ή άλλων ιστορικών;

Τα Ευαγγέλια δεν είναι ακριβώς ιστορία, αν και περιέχουν ιστορία, εφόσον αφηγούνται πραγματικά γεγονότα, τα οποία όχι μόνον συνέβησαν στην ανθρώπινη ιστορία, αλλά και την επηρέασαν δυναμικά.

Δεν είναι βιογραφίες, αν και εμπεριέχουν βιογραφικές λεπτομέρειες.

Δεν είναι Θεολογικές πραγματείες, αν και είναι θεολογικά κείμενα.

Δεν είναι βιβλία ευσεβείας, αν και είναι  αναμφίβολη η αξία τους για την ευσέβεια.

Είναι προ παντός και κυρίως διηγήσεις ωρισμένων έργων και λόγων πλήρων νοήματος, διότι αι πράξεις του ιδίου του Θεού εν τη ανθρωπίνη ζωή και εν τω θανάτω Εκείνου, τον Οποίον μια ομάς ανθρώπων εδέχθη ως Κύριο και Σωτήρα.

(Σωτηρίου Δεσπότη, Ο κώδικας των Ευαγγελίων, εκδ. Άθως, σελ. 85-86)

 

1) Πάπυρος Ρ 52

Text (=κείμενο) John (Ιωάννης 18:31–33, 18:37–38, Date (=χρονολόγηση παπύρου) 125–150, Script (=γλώσσα) Greek
Found (=τόπος εύρεσης) Egypt, Now (=που βρίσκεται τώρα) at John Rylands University Library
Cite C. H. Roberts, "An Unpublished Fragment of the Fourth Gospel in the John Rylands Library" (Manchester University Press, 1935)
Size (=μέγεθος) fragment, Type (=τύπος χειρογράφου) not ascertainable, Category(=κατηγορία ανάλογα με χρονολογία) I

Gospel of John 18:31-33 (recto)

    ΟΙ ΙΟΥΔΑΙΟΙ ΗΜΕΙΝ ΟΥΚ ΕΞΕΣΤΙΝ ΑΠΟΚΤΕΙΝΑΙ
    ΟΥΔΕΝΑ ΙΝΑ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΠΛΗΡΩΘΗ ΟΝ ΕΙ-
    ΠΕΝ ΣΗΜΑΙΝΩΝ ΠΟΙΩ ΘΑΝΑΤΩ ΗΜΕΛΛΕΝ ΑΠΟ-
    ΘΝΗΣΚΕΙΝ ΙΣΗΛΘΕΝ ΟΥΝ ΠΑΛΙΝ ΕΙΣ ΤΟ ΠΡΑΙΤΩ-
    ΡΙΟΝ Ο ΠΙΛΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΦΩΝΗΣΕΝ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥΝ
    ΚΑΙ ΕΙΠΕΝ ΑΥΤΩ ΣΥ ΕΙ O ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΙΟΥ-
    ΔΑΙΩN
Gospel of John 18:37-38 (verso)

    ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΕΙΜΙ ΕΓΩ ΕΙΣ TOΥΤΟ ΓΕΓΕΝΝΗΜΑΙ
    ΚΑΙ (ΕΙΣ ΤΟΥΤΟ) ΕΛΗΛΥΘΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ ΙΝΑ ΜΑΡΤΥ-
    ΡΗΣΩ ΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΑΣ Ο ΩΝ ΕΚ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕI-
    ΑΣ ΑΚΟΥΕΙ ΜΟΥ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΛΕΓΕΙ ΑΥΤΩ
    Ο ΠΙΛΑΤΟΣ ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ
    ΕΙΠΩΝ ΠΑΛΙΝ ΕΞΗΛΘΕΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΙΟΥ-
    ΔΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΛΕΓΕΙ ΑΥΤΟΙΣ ΕΓΩ ΟΥΔΕΜΙΑΝ
    ΕΥΡΙΣΚΩ ΕΝ ΑΥΤΩ ΑΙΤΙΑΝ


2) Πάπυρος Ρ90


Name P. Oxy 3523, Sign P90, Text John 18:36-19:1r+19:1-7v, Date 2nd century, Script Greek

Found Oxyrhynchus, Egypt, Now at Papyrology Rooms, Sackler Library, Oxford

Size 16 x 12 cm, Type Alexandrian text-type, Category I

Gospel of John 18:36-19:1 (recto)
BAΣIΛEIA H EMH OI YΠHPETAI OI EMOI
ΩNIZONTO AN INA MH ΠAPAΔOΘΩ
TOIΣ IOYΔAIOIΣ NYN ΔE H BAΣIΛEIA H
EMH OYK EΣTIN ENTEYΘEN EIΠEN
OYN AYTΩ O ΠEIΛATOΣ OYKOYN BAΣI-
ΛEYΣ ΣY EI AΠEKPIΘH O IΣE ΣY ΛEΓEIΣ
OTI BAΣIΛEYΣ EIMI EΓΩ EIΣ TOYTO
ΓEΓENNHMAI KAI EIΣ TOYTO EΛHΛYΘ-
A EIΣ TON KOΣMON INA MAPTYPH-
ΣΩ TH AΛHΘEIA ΠAΣ O ΩN EK THΣ
HΘEIAΣ AKOYEI MOY THΣ ΦΩNHΣ
ΛEΓEI AYTΩ O ΠEIΛATOΣ TI EΣTIN
AΛHΘEIA KAI TOYTO EIΠΩN ΠAΛIN
EΞHΛΘEN ΠPOΣ TOYΣ IOYΔAIOYΣ
KAI ΛEΓEI AYTOIΣ EΓΩ OYΔEMIAN
EYPIΣKΩ EN AYTΩ AITIAN EΣTIN
ΔE ΣYNHΘEIA YMEIN INA ENA AΠ-
OΛYΣΩ YMEIN EN TΩ ΠAΣXA BOYΛE-
ΣΘE OYN INA AΠOΛYΣΩ YMIN TON
BAΣIΛEA TΩN IOYΔAIΩN EKPAYΓ-
AΣAN OYN ΠAΛIN ΛEΓONTEΣ MH
TOYTON AΛΛA TON BAPABBAN HN
DE O BAPABBAΣ ΛHΣTHΣ TOTE OYN
ΛABΩN O ΠEIΛATOΣ TON IΣE KAI EMA-
Gospel of John 19:1-7 (verso)
ΣTIΓΩΣEN KAI OI ΣTPATIΩTAI ΠΛE-
ΞANTEΣ ΣTEΦANON EΞ AKANΘΩN
EΠEΘHKAN AYTOY TH KEΦAΛH KAI
IMATION ΠOPΦYPOYN ΠEPIEBA-
ΛON AYTON KAI HPXONTO ΠPOΣ AY-
TON KAI EΛEΓON XAIPE O BAΣIΛEY-
Σ TΩN IOYΔAIΩN KAI EΔIΔOΣAN AY-
TΩ PAΠIΣMATA HΛΘEN ΠAΛIN
O ΠEIΛATOΣ KAI LEΓEI AYTOIΣ IΔE
AΓΩ YMIN AYTON EΞΩ INA ΓNΩ-
TE OTI AITIAN EN AYTΩ OYX EYPIΣ-
KΩ EΞHΛΘEN OYN O IΣE EΞΩ ΦOP-
ΩN TON AKANΘINON ΣTEΦANON
KAI TO ΠOPΦYPOYN IMATION KAI
ΛEΓEI AYTOIΣ IΔOY O ANΘPΩΠOΣ
OTE OYN EIΔON AYTON OI APXIEPE
KAI OI YΠHPETAI EKPAZAN LEΓON-
TEΣ ΣTAYPΩΣON AYTON ΛEΓEI AY-
TOIΣ O ΠEIΛATOΣ ΛABETE YMEIΣ
AYTON KAI ΣTAYPΩΣATE EΓΩ ΓAP
OYX EYPIΣKΩ EN AYTΩ AITIAN
AΠEKPIΘHΣAN OI IOYΔAIOI HMEIΣ
NOMON EXOMEN KAI KATA TON ...

 

3) Πάπυρος P 104


Name P.Oxy.LXIV 4404, Sign P104, Text Matthew 21v34-37; 43 and 45(?)

Date 100-200 [1], Script Greek

Found Egypt, Now at Papyrology Rooms, Sackler Library, Oxford

Size 7 x 5.2 cm, Type Western text-type, Category I, Note Matt. 21:44 omitted

Gospel of Matthew 21:34-37 (recto)
AΠE-
ΣTEIΛEN TOYΣ ΔOYΛOYΣ AYTOY ΠPOΣ
TOYΣ ΓEΩPΓOYΣ ΛABEIN TOYΣ KAP-
ΠOYΣ AYTOY KAI ΛABONTEΣ OI ΓEΩP-
ΓOI TOYΣ ΔOYΛOYΣ AYTOY ON MEN
EΔEIPAN ON ΔE AΠEKTEINAN ON
ΔE EΛIΘOBOΛHΣAN ΠAΛIN AΠE-
ΣTEIΛEN AΛΛOYΣ ΔOYΛOYΣ ΠΛEIO-
NAΣ TΩN ΠPΩTΩN KAI EΠOIHΣAN
AYTOIΣ ΩΣAYTΩΣ YΣTEPON ΔE AΠE-
ΣTEIΛEN

 

4) Πάπυρος P32


Name Papyrus Rylands 5, Text Titus 1; 2 †

Date 100-300, Script Greek

Found Egypt, Now at John Rylands University Library

Cite A. S. Hunt, Catalogue of the Greek Papyri in the John Rylands Library I, Literatury Texts (Manchester 1911), pp. 10-11
Size  10.6 x 4.9 cm, Type Alexandrian text-type, Category I

Epistle to Titus 1:11-15 (recto)
EΠIΣTOMI-
ZEIN OITINEΣ OΛOYΣ OIKOYΣ ANATPE-
ΠOYΣI ΔIΔAΣKONTEΣ A MH ΔEI AIΣXPOY
KEPΔOYΣ XAPIN EIΠEN TIΣ EΞ AYTΩN
IΔIOΣ AYTΩN ΠPOΦHTHΣ KPHTEΣ AEI
ΨEYΣTAI KAKA ΘHPIA ΓAΣTEPEΣ APΓAI
H MAPTYPIA AYTH EΣTIN AΛHΘHΣ ΔI
HN AITIAN EΛENXE AYTOYΣ AΠOTOMΩΣ
INA YΓIAINΩΣIN EN TH ΠIΣTEI MH
ΠPOΣEXONTEΣ IOYΔAIKOIΣ MYΘOIΣ
KAI ENTOΛAIΣ ANΘPΩΠΩN APOΣTPEΦO-
MENΩN THN AΛEΘEIAN ΠANTA KA-
ΘAPA TOIΣ KAΘAPOIΣ TOIΣ ΔE MEMIAM-
MENOIΣ KAI AΠIΣTOIΣ OYΔEN KAΘAPON
Epistle to Titus 2:3-8 (verso)
ΔIABO-
ΛOYΣ MHΔE OINΩ ΠOΛΛΩ ΔEΔOYΛΩ-
MENAΣ KAΛOΔIΔΣKAΛOYΣ INA
ΣΩΦPONIZΩΣIN TAΣ NEAΣ ΦIΛAN-
ΔPOYΣ EINAI ΦIΛOTEKNOYΣ ΣΩΦPO-
NAΣ AΓNAΣ OIKOYPΓOYΣ AΓAΘAΣ
YΠOTAΣΣOMENAΣ TOYΣ IΔIOIΣ AN-
ΔPAΣIN INA MH O ΛOΓOΣ TOY ΘY BΛA-
ΣΦHMHTAI TOYΣ NEΩTEPOYΣ
ΩΣAYTΩΣ ΠAPAKAΛEI ΣΩΦPON-
EIN ΠEPI ΠANTA ΣEAYTON ΠAPE-
XOMENOΣ TYΠON KAΛΩN EPΓΩN
EN TH ΔIΔAΣKAΛIA AΦΘONIAN ΣE-
MNOTHTA ΛOΓON YΓIH AKATAΓNΩ-
ΣTON INA O EΞ ENANTIAΣ ENTPA-
ΠH

5) Πάπυρος P46


Name P. Chester Beatty II; Ann Arbor, Univ. of Michigan, Inv. 6238
Sign P46, Text Pauline epistles
Date c. 175–225, Script Greek, Now at Dublin, University of Michigan

Cite Sanders, A Third Century Papyrus Codex of the Epistles of Paul
Size 28 cm by 16 cm, Type Alexandrian text-type, Category I
Note Affinity with Minuscule 1739

 

6) Πάπυρος P64

Sign P64, Text Matthew 3; 5; 26, Date Late 2nd/3rd century, Script Greek

Found Coptos, Egypt, Now at Barcelona, Fundación Sant Lluc Evangelista, Inv. Nr. 1;
Oxford, Magdalen College, Gr. 18, Type Alexandrian text-type, Category I

 

7) Πάπυρος P66

Name P. Bodmer II

Text  John 1:1-6:11; 6:35-14:26,29-30; 15:2-26; 16:2-4,6-7; 16:10-20:20,22-23; 20:25-21:9,12,17
Date about AD 200 (Martin), AD 100-150 (Hunger), "early or middle fourth century" (Nongbri)
Found Jabal Abu Mana, Egypt, Now at  Bodmer Library, Geneva

Cite Martin, Victor. Papyrus Bodmer II: Évangile de Jean 1-14 (1956); Martin, Victor. Papyrus Bodmer II: Évangile de Jean 14-21 (1958); Martin, Victor and Barns, J.W.B. Papyrus Bodmer II: Supplément, Évangile de Jean 14-21 (1962); Aland, Kurt. "Neue neutestamentliche Papyri III" NTS 20 (1974) pp. 357-381; Hunger, Herbert. "Zur Datierung des Papyrus Bodmer II (P66)," Anzeiger der Österreichischen Akademie der Wissenschaften philosophisch-historische Klasse 97 (1961) 12–23; Nongbri, Brent. "The Limits of Palaeographic Dating of Literary Papyri: Some Observations on the Date and Provenance of P.Bodmer II (P66)," Museum Helveticum 71 (2014), 1-35.
Size 39 folios; 14.2×16.2 cm; 15-25 lines per page, Type Free; scribe+major&minor editors
Category I, Note very close to P75, B, 0162

 

8) Πάπυρος P75

Name P. Bodmer XIV-XV, Sign P75

Text Luke 3:18-24:53 + John 1-15 (extensive portions of,)

Date 175-225 (Martin and Kasser), late third century-early fourth century (Orsini), fourth century (Nongbri)
Script Greek, Found Pabau, Egypt, Now at Vatican Library, Rome, Cite  V. Martin, R. Kasser, Papyrus Bodmer XIV-XV
Size 26 cm x 13 cm, Type Alexandrian text-type, Category I
Note very close to P66, B, 0162

 

9) Πάπυρος P77

Name P. Oxy. 2683 and 4405, Text Matthew 23 †

Date 2nd/3rd century, Script  Greek, Found  Egypt, Now at  Sackler Library

Cite  L. Ingrams, P. Kingston, P. Parsons, and J. Rea, OP XXXIV (1968), pp. 4-6.
Size  4.6 cm x 7 cm, Type Alexandrian text-type, Category I

 

10) Uncial 0189

Text Acts 5:3-21, Date  c. 200, Script Greek, Found unknown
Now at Berlin State Museums

Cite    A.H. Salonius, 'Die griechischen Handschriftenfragmente des Neuen Testaments in den Staatlichen Museen zu Berlin', ZNW 26 (1927): 116-119.
Size 1 vellum leaf; 18 x 11.5 cm; 32 lines/page, Type Alexandrian, Category I
Hand    reformed documentary, Note page numbers suggest Acts only codex

Για περισσότερες πληροφορίες για τον κάθε πάπυρο και ΟΛΟΥΣ ΤΟΥ ΠΑΠΥΡΟΥΣ δες

Πηγή: wikipedia, categories of New Testament manuscripts και

List of the New Testament papyri

(γράφει ο άγιος Ειρηναίος, επίσκοπος Λυών το 180 μ.Χ.).
«Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, όπως ξέρετε, το έγραψε ο Ματθαίος. Το έγραψε για τους Εβραίους. Και φυσικά στη γλώσσα τους. Το έγραψε τότε, που οι απόστολοι Πέτρος και Παύλος βρίσκονταν στη Ρώμη και θεμελίωναν την εκεί Εκκλησία.
Μετά το θάνατο των δύο αυτών αποστόλων ο Μάρκος, μαθητής και εκφραστής των θέσεων του Πέτρου, έγραψε και αυτός Ευαγγέλιο, που περιέχει αυτά που κήρυττε ο Πέτρος.

Την ίδια εποχή έγραψε σε βιβλίο το Ευαγγέλιο και ο Λουκάς, που ήταν συνοδοιπόρος του Παύλου. Ο Λουκάς στο Ευαγγέλιό του έγραψε αυτά που δίδασκε ο Παύλος.
Λίγο αργότερα, δηλαδή τότε που έμενε στην Έφεσο, έγραψε Ευαγγέλιο και ο Ιωάννης, ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, εκείνος που στον μυστικό δείπνο ανέπεσεν επί το στήθος του Ιησού».


(Ειρηναίου Λουγδούνου, Έλεγχος και ανατροπή… Γ, 1,1,4-7 (P.G. 7,844) στο Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου,Τι είναι ο Χριστός;, Πρέβεζα 1991, σελ. 36)

(γράφει ο άγιος Ειρηναίος, επίσκοπος Λυών το 180 μ.Χ.)
«Επειδή είναι τέσσερα τα σημεία του κόσμου στον οποίο ζούμε και τέσσερεις οι διευθύνσεις των ανέμων και ακόμα η Εκκλησία έχει διασπαρεί σε όλη τη γη και στύλος της και στήριγμά της είναι το Ευαγγέλιο και το Πνεύμα που ζωοποιεί,

είναι φυσικό να έχει τέσσερεις στύλους, που πνέουν από παντού αφθαρσία και ζωοποιούν τους ανθρώπους. Ο Λόγος, ο Δημιουργός των πάντων, που κάθεται πάνω στα Χερουβείμ και συνέχει τα πάντα και φανερώθηκε στους ανθρώπους,

Αυτός μας έδωσε το τετράμορφο Ευαγγέλιο, που διέπεται από ένα Πνεύμα […].

Τα Χερουβείμ έχουν τέσσερα πρόσωπα και εικονίζουν την παρουσία του Χριστού. Το πρώτο ζώο είναι όμοιο με λιοντάρι, που χαρακτηρίζει το δραστήριο, το ηγεμονικό, το βασιλικό,

ο μόσχος την ιερατική και ιερουργική τάξη, ο άνθρωπος την παρουσία του ανθρώπου και ο αετός τη χάρη, που δόθηκε στην Εκκλησία με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.

Και τα Ευαγγέλια συμφωνούν. Έχουν την ίδια μορφή με τα Χερουβείμ, επί των οποίων κάθεται ο Χριστός.

Το κατά Ιωάννην την ηγεμονική και ένδοξη καταγωγή του από τον Πατέρα, το κατά Λουκάν τον ιερατικό χαρακτήρα, ο Ματθαίος τη γέννηση του ανθρώπου […] τον τύπο του πράου και ταπεινόφρονα ανθρώπου […] ο Μάρκος από το προφητικό Πνεύμα, που επιφοίτησε εξ’ ύψους στους ανθρώπους δείχνει την πτερωτική εικόνα του Ευαγγελίου. Γι αυτό και είναι σύντομο και το κήρυγμα το κάνει επιτροχάδην. Είναι προφητικός ο χαρακτήρας του…

Για αυτό και δόθηκαν στην ανθρωπότητα τέσσερεις γενικές διαθήκες (μία του κατακλυσμού με το ουράνιο τόξο, δεύτερη του Αβραάμ με το σημείο της περιτομής, τρίτη η νομοθεσία επί του Μωϋσή, τέταρτη η του Ευαγγελίου με τον Κύριο ημων Ιησού Χριστό […]

Είναι ανόητοι και αμαθείς, επιπλέον δε και αυθάδεις όσοι αρνούνται τη μορφή του Ευαγγελίου και εισάγουν περισσότερες μορφές (για να φανούν ότι βρήκαν περισσότερα από την αλήθεια) είτε λιγότερες (για να αρνηθούν τις οικονομίες του Θεού)»


(Αγίου Ειρηναίου,Έλεγχος και ανατροπή της Ψευδωνύμου γνώσεως Γ΄11,8-9,μετάφρ. Αρχιμ. Ειρηναίου Χατζηεφραιμίδη, στο βιβλίο Ο Κώδικας των Ευαγγελίων, Σωτηρίου Δεσπότη,εκδ.Άθως, σελ.41-42)

(Απόσπασμα από Ομιλία Α εις τον Ματθαίον)

Καί διατί τάχα ἐνῷ ἦσαν τόσον πολλοί οἱ μαθηταί, γράφουν μόνον δύο ἀπό τούς ἀποστόλους καί δύο ἀπό τούς ἀκολούθους των;
Διότι ὁ ἕνας ἦτο μαθητής τοῦ Παύλου καί ὁ ἄλλος τοῦ Πέτρου καί μαζί μέ τόν Ἰωάννην καί τόν Ματθαῖον ἔγραψαν τά Εὐαγγέλια. Ἐπειδή τίποτε δέν ἔκαναν διά νά δοξασθοῦν ἀλλά διά νά ἐξυπηρετήσουν μίαν ἀνάγκην.
Καί λοιπόν δέν ἔφθανεν ἕνας εὐαγγελιστής νά τά ἐξιστορήση ὅλα;
Βεβαίως ἔφθανεν. Ἄν ὅμως πάλιν αὐτοί πού γράφουν εἶναι τέσσαρες ἐνῷ δέν γράφουν κατά τόν ἴδιον χρόνον, οὔτε εἰς τούς αὐτούς τόπους οὔτε ἔπειτα ἀπό συνάντησιν καί συνομιλίαν, ἔν τούτοις ὁμιλοῦν δι' ὅλα σάν ἀπό ἕνα στόμα, γίνεται, τότε αὐτό ἡ μεγίστη ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας.
Ναί, ἀλλά συνέβη τό ἀντίθετον, παρατηρεῖ· εἰς πολλά σημεία συλλαμβάνονται νά διαφωνοῦν.
Ἀκριβῶς αὐτό εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας. Ἄν δηλαδή εἶχαν συμφωνήσει δι' ὅλα μέ τήν μεγαλυτέραν ἀκρίβειαν καί διά τόν χρόνον καί διά τόν τόπον καί διά τάς λέξεις τάς ἰδίας, κανείς ἀπό τούς ἐχθρούς δέν θά ἐπίστευεν ὅτι χωρίς συνάντησιν καί συμφωνίαν ἀνθρωπίνην ἔγραψαν ὅσα ἔγραψαν· δέν εἶναι δεῖγμα εἰλικρινείας τόσον μεγάλη συμφωνία.

Τώρα ὅμως καί ἡ φαινομενική εἰς τάς λεπτομερείας διαφωνία τούς ἀπαλλάσσει ἀπό κάθε ὑποψίαν καί ὑπεραμύνεται θαυμάσια τοῦ τρόπου τῶν συγγραφέων. Ἐάν ὡμίλησαν διαφορετικά διά τόν χρόνον καί τόν τόπον, τοῦτο δέν ζημιώνει καθόλου τήν ἀλήθειαν τῶν λόγων των.

Ἀλλά καί αὐτά ὅμως, καθόσον μᾶς παραχωρήσει ὁ Θεός, θά προσπαθήσωμεν προχωροῦντες νά τά διαλευκάνωμεν καί ἔχομεν τήν ἀξίωσιν μαζί μέ τά λεχθέντα νά προσέξετε καί ἐκεῖνο· ὅτι εἰς τά κεφαλαιώδη, πού συγκρατοῦν τήν ζωήν μας καί συνθέτουν τό κήρυγμα, πουθενά δέν εὑρίσκεται κανένας ἀπό αὐτούς νά διαφωνῇ.

Ποῖα εἶναι αὐτά; Ὅτι ὁ Θεός λόγου χάριν ἔγινεν ἄνθρωπος, ὅτι ἔκαμε θαύματα, ὅτι ἐσταυρώθη, ἐτάφη, ἀνέστη, ἀνελήφθη, ὅτι πρόκειται νά κρίνῃ, ὅτι ἔδωκε σωστικάς ἐντολάς, ὅτι δέν εἰσήγαγε νόμον ἀντίθετον πρός τήν Παλαιάν Διαθήκην, ὅτι εἶναι Υἱός, Μονογενής, γνήσιος, ὅτι εἶναι τῆς ἰδίας οὐσίας μέ τόν Πατέρα καί ὅσα ὅμοια. Εἰς αὐτά θά εὕρωμεν ὅτι συμφωνοῦν ἀπολύτως.
Ἐνῷ ὡς πρός τά θαύματα, ἄν δέν τά ἀνέφεραν ὅλοι ὅλα, ἀλλά ὁ ἕνας αὐτά καί ὁ ἄλλος ἐκεῖνα, τοῦτο ἄς μή σέ ἀνησυχῇ. Ἄν τά ἀνέφερεν ἕνας ὅλα, οἱ ἄλλοι ἦσαν περιττοί· ἄν πάλιν τά ἀνέφεραν ὅλοι διαφορετικά ἀπό τούς ἄλλους καί μόνον αὐτοί, δέν θά ὑπήρχεν ἀπόδειξις τῆς συμφωνίας. Διά τοῦτον τόν λόγον καί ἀπό κοινοῦ ὡμίλησαν διά πολλά καί καθένας ἀπό αὐτούς ἐπῆρε καί μᾶς διηγεῖται κάτι τό ἰδιαίτερον. Ἔτσι οὔτε περιττός θά φανῇ καί ὅτι συμμετέχει εἰς τήν ἐξιστόρησιν χωρίς λόγον ἀλλά καί κριτήριον ἀκριβές θά προσφέρη διά τήν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων.

3. Ὁ Λουκάς λοιπόν παραθέτει καί τήν αἰτίαν, ἡ ὁποία τόν ὤθησεν εἰς τήν συγγραφήν. Λέγει· «Ἵνα ἔχῃς περί ὧν κατηχήθης λόγων τήν ἀσφάλειαν»(Λουκ.1,4). Δηλαδή, διά νά εἶσαι ἀσφαλισμένος μέ τήν διαρκή ὑπόμνησιν καί νά παραμένης ἀσφαλής. Ὁ Ἰωάννης ἀπό τήν ἄλλην ἀπεσιώπησε τήν αἰτίαν. Διότι ὑπάρχει παράδοσις πού ἔφθασε μέχρις ἡμῶν ἀπό παλαιά, ἀπό τήν ἐποχήν τῶν πατέρων μας, ὅτι μήτε ὁ Ἰωάννης δέν ἤρχισε νά γράφῃ χωρίς λόγον. Ἀλλά ἐπειδή οἱ τρεῖς ἠθέλησαν ν' ἀσχοληθοῦν μέ τήν ἀφήγησιν τῆς θείας οἰκονομίας καί παρ' ὀλίγον ν' ἀποσιωπηθῇ ἡ διδασκαλία περί θεότητος, τόν ἐφώτισεν ὁ Θεός καί ἔτσι ἤρχισε τήν συγγραφήν τοῦ εὐαγγελίου του. Τοῦτο γίνεται φανερόν καί ἀπό αὐτήν τήν διήγησιν ἀλλά καί ἀπό τό προοίμιον τοῦ εὐαγγελίου. Δέν ἀρχίζει ἀπό τήν γήν κάτω ὅμοια μέ τούς ἄλλους ἀλλά ἀπό τόν οὐρανόν ὑψηλά, ὅπου ἐβιάζετο νά φτάσῃ καί χάριν τοῦ ὁποίου ἔχει συνθέσει τό βιβλίον του ὅλον· καί ὄχι μόνον εἰς τό προοίμιον ἀλλά καί ἀπ' ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ εὐαγγελίου του εἶναι ὑψηλότερος ἀπό τούς ἄλλους.
Ἐπίσης λέγεται ὅτι καί ὁ Ματθαῖος, ἀφοῦ ἦλθαν καί τόν παρεκάλεσαν, ἄφησε γραπτά εἰς τούς Ἰουδαίους πού ἐπίστευσαν ὅσα ἐδίδαξε προφορικά καί ὅτι συνέγραψε τό εὐαγγέλιόν του εἰς τήν ἑβραϊκήν γλῶσσαν. Ἀλλά καί ὁ Μάρκος εἰς τήν Αἴγυπτον ἔκαμε τό ἴδιο ἔπειτα ἀπό παράκλησιν τῶν μαθητῶν.
Διά τοῦτο λοιπόν ὁ μέν Ματθαῖος, ἐπειδή γράφει πρός Ἐβραίους, δέν ἠθέλησε νά δείξῃ τίποτε περισσότερον παρά ὅτι κατήγετο ἀπό τόν Ἀβραάμ καί τόν Δαυίδ, ὁ δέ Λουκᾶς ἐπειδή ἐπευθύνεται εἰς ὅλους τούς ἀνθρώπους ἀπό κοινοῦ, ὁδηγεῖ τόν λόγον πιό πέρα καί προχωρεῖ μέχρι τού Ἀδάμ. Καί ὁ ἕνας ἀρχίζει ἀπό τήν καταγωγήν· ἐπειδή τίποτε δέν ἱκανοποιοῦσε τόσον τόν Ἰουδαῖον, ὅσον νά μάθῃ ὅτι ὁ Χριστός ἦτο ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ καί τοῦ Δαυίδ. Ὁ τρόπος αὐτός δέν εἶναι καί τοῦ ἄλλου· ἀναφέρει πρώτον πολλά ἄλλα πράγματα καί τότε προχωρεῖ εἰς τήν γενεαλόγησιν.
Τήν συμφωνίαν των θά τήν δείξωμεν καί ἀπό τήν οἰκουμένην πού ἐδέχθη τό κήρυγμα ἀλλά καί ἀπό τούς ἰδίους τούς ἐχθρούς τῆς ἀληθείας (….).
Ἐάν ὅμως ὑπάρχῃ κάποια ἀντίθεσις εἰς τά λεχθέντα, οὔτε ὅσαι διδάσκουν τά ἀντίθετα θά τά ἐδέχοντο εἰς τό σύνολόν των ἀλλ' ἕνα μέρος μόνον πού θά ἐσυμφωνοῦσε μέ αὐτάς· οὔτε πάλιν ὅσαι ἀπέσπασαν ἕνα μέρος μόνον θά ἠλέγχοντο ἀπό τό μέρος αὐτό, ὥστε μήτε τά ἴδια τά ἀποκόμματα αὐτά νά μένουν ἀπαρατήρητα ἀλλά νά βοοῦν τήν συγγένειαν πρός ὅλον τό σῶμα.
Καί ὅπως, ὅταν πάρῃς ἕνα μέρος ἀπό πλευράν, θά ἔχῃς τά πάντα εἰς τό μέρος αὐτό ἀπό ὅσα εἶναι συγκροτημένον τό ζῶον, καί νεῦρα δηλαδή καί φλέβας, καί ὀστᾶ καί ἀρτηρίας καί αἶμα καί θά ἔλεγε κανείς θά ἔχῃς ἕνα δεῖγμα ἀπό ὁλόκληρον τήν ζύμην, ἔτσι καί προκειμένου διά τάς Γραφάς, εἰς ἕκαστον σημεῖον τῶν λεχθέντων εἶναι δυνατόν νά διακρίνῃς φανεράν τήν συγγένειαν μέ τό σύνολον.
Ἄν ὅμως ἦσαν διαφορετικά, οὔτε ἡ συγγένεια θά ἐφαίνετο ἀλλά καί ἡ διδασκαλία ἡ ἰδία θά εἶχε πρό πολλοῦ διαλυθῆ. «Πᾶσα γάρ βασιλεία», λέγει, «ἐφ' ἑαυτῆς μερισθεῖσα οὐ σταθήσεται»(Λουκ. 11, 17). Τώρα ὅμως καί εἰς αὐτό τό σημεῖον λάμπει ἡ ἰσχύς τοῦ Πνεύματος· ἔπεισε τούς ἀνθρώπους νά ἀσχολοῦνται μέ τά πλέον ἀπαραίτητα καί κατεπείγοντα πράγματα ἀλλά καί ἀπό τά μικρά αὐτά νά μή ζημιώνεται καθόλου.
4. Δέν πρέπει νά ἐπιμείνωμεν ὑπερβολικά εἰς ὅσα ὁ καθείς ἔγραψεν ἰδιατέρως. Ἀλλ' ὅτι δέν ἐστάθησαν ἀντιμέτωποι, τοῦτο θά προσπαθήσωμεν νά ἀποδείξωμεν μέ ὅλην τήν ἀνάπτυξίν μας.
Σύ ὅταν κατηγορῇς τήν διαφωνίαν των, κάμνεις τό ἴδιο ὅπως ἄν διέταζες νά χρησιμοποιήσουν τάς ἰδίας λέξεις καί τήν ἰδίαν σύντάξιν. Δέν σοῦ ἀντιτάσσω ἀκόμη ὅτι καί ὅσοι κομπάζουν πολύ διά τήν ρητορικήν καί τήν φιλοσοφίαν των, μολονότι εἶναι πολλοί καί ἔγραψαν πολλά βιβλία διά τά ἴδια πράγματα, ὄχι μόνον διεφώνησαν ἀλλά καί εἶπαν μεταξύ των τά ἀντίθετα. Εἶναι διαφορετικόν πράγμα ἡ διαφωνία ἀπό τήν ἀντίθεσιν.
Δέν ἀναφέρω τίποτε ἀπό αὐτά. Ἄς μή μοῦ τύχῃ ἀπό τήν παράκρουσιν ἐκείνων καί συνθέσω ἐγώ τήν ὑπεράσπισίν μου· οὔτε ἐπιθυμῶ νά συγκροτήσω τήν ἀλήθειαν ἀπό τό ψεύδος. Θά ἐρωτήσω ὅμως εὐχαρίστως ἐκεῖνο· πῶς ἔγιναν πιστευτά τά συγκρουόμενα; Πῶς ἐπεκράτησαν; Πῶς μολονότι ἔλεγαν πράγματα ἀντίθετα, ἐθαυμάζοντο, ἐγίνοντο πιστευτοί καί διελαλοῦντο εἰς ὅλην τήν οἰκουμένην; Ὑπῆρχον ἐν τούτοις πολλοί μάρτυρες τῶν λεγομένων, καθώς ἐπίσης πολλοί ἐχθροί καί ἀντίπαλοι.
Διότι βέβαια, ἀφοῦ ἔγραψαν τά γραπτά των δέν τά ἔχωσαν εἰς μίαν γωνίαν ἀλλά τά διέδωσαν εἰς κάθε σημεῖον γῆς καί θαλάσσης, εἰς τάς ἀκοάς ὅλων. Τά ἐδιάβαζαν ἐπί παρουσίᾳ τῶν ἐχθρῶν των, ὅπως καί τώρα, καί κανένα σημεῖον τῶν λεχθέντων δέν ἐσκανδάλισε κανένα καί πολύ εὐλόγως. Διότι ἡ θεία δύναμις ἦτο ἐκείνη πού ἤρχετο καί ἐπετύγχανε τά πάντα εἰς αὐτούς.
Ἄν δέν συνέβαινε τοῦτο, πῶς ὁ τελώνης, ὁ ἁλιεύς, ὁ ἀγράμματος διετύπωνε τάς σκέψεις αὐτάς; Ὅσα οἱ ἔξω σοφοί μήτε νά τά φαντασθοῦν δέν ἠμπόρεσαν ποτέ, αὐτοί μέ πολλήν ἐνημέρωσιν τά κηρύττουν καί πείθουν εἰς αὐτά· καί ὄχι μόνον ὅσον ἦσαν ἐν τῇ ζωῇ ἀλλά καί μετά θάνατον καί ὄχι πέντε ἤ δέκα ἀνθρώπους, οὔτε ἑκατό καί χιλίους ἤ δέκα χιλιάδας ἀλλά ὁλοκλήρους πόλεις, φυλάς καί λαούς, τήν γῆν καί τήν θάλασσαν, τήν Ἑλλάδα καί τήν βαρβαρικήν, τήν κατοικημένην καί τήν ἀκατοίκητον, καί μάλιστα ὁμιλοῦντες διά πράγματα πού υπερβαίνουν κατά πολύ τήν φύσιν μας. Διότι ἄφησαν τήν γῆν καί ὁμιλοῦν διά τά οὐράνια καί μᾶς προτείνουν μίαν ἄλλην ζωήν καί ἕναν ἄλλον βίον καί πλοῦτον καί πτωχείαν καί ἐλευθερίαν καί δουλείαν καί ζωήν καί θάνατον καί κόσμον καί πολιτείαν ὅλα διαφοροποιημένα. Ὄχι ὅπως ὁ Πλάτων(4), πού συνέθεσε τήν καταγέλαστον ἐκείνην πολιτείαν καί ὁ Ζήνων(5) καί ὅποιος ἄλλος συνέγραψε πολιτείαν καί συνέθεσε νόμους. (…)

Καί μάλιστα ἐνῷ ἔγραψαν ὄχι μέ τήν βίαν τῶν διωγμῶν, ὄχι μέ κινδύνους καί πολέμους, ἀλλά μέ κάθε εὐχέρειαν καί ἐλευθερίαν καί ἐνῷ ἐστόλιζαν τά γραφόμενά των μέ λογῆς σχήματα. Τά κηρύγματα τώρα τῶν ἁλιέων, ἄν καί τούς κατεδίωκαν, τούς ἐκτυποῦσαν, ἄν καί ἐκινδύνευαν ὅλοι, καί δοῦλοι καί ἐλεύθεροι, καί βασιλεῖς καί στρατιῶται, καί βάρβαροι καί Ἕλληνες, ὅλοι μέ κάθε προθυμίαν τά ἐδέχθησαν.

(εκδόσεις ΕΠΕ, Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, τόμος 9 σελ. 23-33)

Θέματα: Αγία Γραφή, Ευαγγέλια, απόκρυφα, αθεΐα

κ. Ιωάννης Δ. Καραβιδόπουλος στην εφημερίδα «το Βήμα».

Μια εντυπωσιακή Ανάσταση: Η ανάσταση του Χριστού δεν περιγράφεται στα τέσσερα ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Δίδονται μόνο οι μαρτυρίες ανδρών και γυναικών που επισκέφτηκαν τον κενό τάφο ή συναντήθηκαν με τον αναστημένο Χριστό. Γι' αυτό άλλωστε και η βυζαντινή εικονογραφία - πλην ορισμένων περιπτώσεων που μαρτυρούν μάλλον δυτική αναγεννησιακή επίδραση - παριστάνει όχι τη σκηνή της ανάστασης αλλά τον αναστημένο Χριστό να σηκώνει από το βασίλειο του Αδη έναν άνδρα (τον Αδάμ) και μια γυναίκα (την Εύα) ως εκπροσώπους του ανθρώπινου γένους, υπογραμμίζοντας έτσι τις ανθρωπολογικές προεκτάσεις της ανάστασης. Ωστόσο το Ευαγγέλιο του Πέτρου, ένα κείμενο του 2ου αιώνα μ.Χ., δίνει μια φανταστική περιγραφή της ανάστασης παρουσιάζοντας τον Χριστό με υπεράνθρωπες, μυθικές διαστάσεις να εξέρχεται του τάφου:

«Καθώς ξημέρωνε το Σάββατο, νωρίς το πρωί ήρθε πλήθος κόσμου από την Ιερουσαλήμ και τη γύρω περιοχή, για να δουν τον σφραγισμένο τάφο. Τη νύχτα όμως κατά την οποία ξημέρωνε η Κυριακή, οι στρατιώτες είδαν τους ουρανούς να ανοίγουν και δύο άνδρες να κατεβαίνουν από 'κεί μέσα σε λαμπερό φως και να πλησιάζουν τον τάφο. Εκείνη η πέτρα που είχε τοποθετηθεί μπροστά στην είσοδο κύλησε από μόνη της και ήρθε στο πλάι, ο τάφος άνοιξε και οι δύο νεανίσκοι μπήκαν μέσα.
Όταν λοιπόν οι στρατιώτες τα είδαν αυτά, ξύπνησαν τον εκατόνταρχο και τους πρεσβυτέρους - γιατί κι αυτοί επίσης φύλαγαν τον τάφο. Και ενώ αφηγούνταν αυτά που είδαν, βλέπουν πάλι να βγαίνουν από τον τάφο τρεις άνδρες, οι δύο από αυτούς υποβάσταζαν τον ένα και τους ακολουθούσε ένας σταυρός. Των μεν δύο το κεφάλι έφτανε ως τον ουρανό, ενώ του άλλου που τον οδηγούσαν το κεφάλι ξεπερνούσε τους ουρανούς.

Όταν τα είδαν αυτά ο εκατόνταρχος και οι άνθρωποί του, έσπευσαν νύχτα στον Πιλάτο αφήνοντας τον τάφο που φρουρούσαν και ανέφεραν όλα αυτά που είδαν. Είχαν μεγάλη ταραχή και έλεγαν: "Αληθινά, αυτός ήταν ο Υιός του Θεού"».

(Άρθρο Εφημερίδας Το Βήμα: Τα Πάθη και η Ανάσταση στα απόκρυφα ευαγγέλια. Ο κ. Ιωάννης Δ. Καραβιδόπουλος είναι καθηγητής στο τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης)

Τα ευαγγέλια δεν είχον σκοπόν να εκθέσωσι λεπτομερώς την όλην ζωήν του Ιησού. Αναφέρουσι μόνον την δημόσιαν Αυτού δράσιν (αρχομένην από του 30ου έτους) και ταύτην ουχί λεπτομερώς, αλλά κεφαλαιωδώς (βλ. Ιωαν. κα΄ 25). Μόνον δε εισαγωγικώς περιγράφουσι τα της Γεννήσεως, Περιτομής Αυτού κ.τ.λ.. Η ζωή του Ιησού, μέχρι του τριακοστού έτους, ήτο καθαρώς ιδιωτική εν τω οικογενειακώ Αυτού περιβάλλοντι, μη έχουσα αντικειμενικόν ενδιαφέρον. διό και οι Ευαγγελισταί αντί άλλης περιγραφής λέγουσιν επιγραμματικώς: «Το δε παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας και χάρις Θεού ην επ΄αυτό» (Λουκ. β΄40). Έν δε γεγονός, όντως αξιόλογον, όπερ παρουσιάζει η περίοδος αύτη, δεν παραλείπωσι να αναφέρουσι ούτοι. Είναι δε τούτο η εν τω Ναώ συνδιάλεξις Αυτού μετά των σοφών του Ισραήλ.

Τινές υπεστήριξαν, ότι κατά την περίοδον ταύτην μετέβη εις τας Ινδίας προς σπουδήν, άλλοι δε, ότι εμαθήτευσε παρά τοις Εσσαίοις. Ταύτα όμως αποκλείονται δια τους εξής κυριωτέρους λόγους:
α) Τι εχρειάζετο τας σπουδάς ο Ιησούς, όστις, 12ετής ων, κατέπληξεν εν τω Ναώ τους πάντας;
β) Διατί οι συμπατριώται Αυτού ηπόρουν και έλεγον: «Πώς ούτος οίδε γράμματα μη μεμαθηκώς», και «πόθεν τούτω η σοφία αύτη και αι δυνάμεις»; (βλ. Ιωαν. ζ΄15 και Ματθ. ιγ΄54). Ήτο δυνατόν να αγνοώσι την μετάβασιν Αυτού εις τας Ινδίας και τας σπουδάς Αυτού; γ) Πώς οι εχθροί Αυτού Φαρισαίοι δεν έρριψαν κατ΄Αυτού την κατηγορίαν ταύτην, εφ΄όσον διετείνετο ότι ήτο Υιός του Θεού;
δ) Πώς οι Μαθηταί Αυτού και οι πρώτοι οπαδοί εδέχθησαν να υποστώσι φρικτά μαρτύρια χάριν Αυτού, εφ΄όσον εγνώριζον ότι Ούτος δεν ήτο εκ Θεού, αλλ΄ήτο κοινός λαοπλάνος, οφείλων την διδασκαλίαν και τα θαύματα Αυτού εις Ινδικάς ή Εσσαϊκάς επιδράσεις.

(αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου, Άρθρα, μελέται…. Τόμος Α σελ. 295)

(Χρήστου Σπ. Βούλγαρη,Εισαγωγή στην καινή Διαθήκη, τόμος Β σελ. 1157-1163)

Στην Εκκλησιαστική Γραμματολογία, «Απόκρυφα» χαρακτηρίζονται ψευδεπίγραφα έργα, τα οποία διαπραγματεύονται θέματα όμοια με εκείνα της Αγίας Γραφής.

Τα βιβλία αυτά γραφέντα από του 2ου μ.Χ. αιώνος και εξής, δεν περιλαμβάνονται στον Κανόνα της Καινής Διαθήκης, αλλά αναγινώσκονται απλώς ή απορρίπτονται από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς των πρώτων αιώνων. Ένεκα τούτου, ο χαρακτηρισμός αυτών ως «Αποκρύφων της Καινής Διαθήκης» ή «Απόκρυφος Καινή Διαθήκη» είναι αδόκιμος, εφ’ όσον αυτά δεν περιβάλλονται με το κύρος της επισήμου Συλλογής των κανονικών βιβλίων της Καινής Διαθήκης. Δοκιμότερος είναι ο όρος «Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα» τον οποίο έχει καθιερώσει και η προς την μελέτη και έκδοση αυτών ιδρυθείσα το 1995 Εταιρεία εις Λωζάνην της Ελβετίας, υπό την ονομασία «Ascociation pour l’ Etude de la Litterature Apocryphe Chretienne». Η Εταιρεία αυτή εκδίδει και το σχετικό περιοδικό «Apocrypha» και έχει καθιερώσει και την σειρά της εκδόσεως των κειμένων με τον τίτλο  «Corpus Scriptorum Christianorum - Series Apocryphorum».

Αν και έχουν αποβληθεί από τον κανόνα της Καινής Διαθήκης, εν τούτοις τα κείμενα αυτά σχετίζονται με την Καινή Διαθήκη ως προς το φιλολογικό τους είδος, διότι διακρίνονται σε Απόκρυφα Ευαγγέλια, Πράξεις, Επιστολές, και Αποκαλύψεις, όπως και σε Διαλόγους και Ερωτήσεις, και ως προς το περιεχόμενό τους, καθόσον αναφέρονται σε πρόσωπα και γεγονότα των κανονικών βιβλίων της Καινής Διαθήκης, στα οποία προσδίδουν συνήθως μυθικό χαρακτήρα και περιεχόμενο, ξένον προς την ιστορικώς βεβαιωμένην γνησίαν αποστολικήν παράδοση.

Ο όρος «Απόκρυφα» δηλώνοντας τα κεκρυμμένα ή μυστικά, δηλώνει τα μη προσιτά σε όλους, αλλά μόνον σε όσους έχουν τις προϋποθέσεις για αυτό (Δες Κολ. 2,3), τα υπερφυσικώς διατηρηθέντα μακράν της δημοσιότητας μέχρι του κατάλληλου χρόνου της φανέρωσής τους. Σε κάποιους κύκλους αιρετικών, ο όρος δήλωνε τα καλώς προφυλασσόμενα από την κοινή χρήση λόγω του βάθους των νοημάτων τους, τα οποία δεν μπορούσε να συλλάβει ο οποιοσδήποτε. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς όμως χρησιμοποιούσαν τον όρο με αρνητική έννοια, για δήλωση βιβλίων αμφιβόλου αξίας και πολλάκις αιρετικών, τα οποία και κατονόμαζαν σε καταλόγους.

Σκοπός των βιβλίων τούτων ήταν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η δημοσιοποίηση και κυκλοφορία των απόψεων των συγγραφέων τους, οι οποίοι πίστευαν ότι εξέφραζαν την γνήσια αποστολική παράδοση, γι’ αυτό και απέδιδαν το περιεχόμενό τους σε επιφανή πρόσωπα της ιερής ιστορίας. Πολλά εκ των βιβλίων τούτων είναι προϊόντα αιρετικών ομάδων, ενώ άλλα είναι αντίγραφα παλαιοτέρων, με πολλές προσθήκες. Κατά κανόνα (εκτός ελαχίστων, και πάλι, εξαιρέσεων), κανένα από αυτά δεν διασώζει αυθεντικές και γνήσιες παραδόσεις ή λόγια και έργα των πρωταγωνιστούντων προσώπων.

Ο ισχυρισμός μερικών ερευνητών ότι σε μερικά από αυτά, και μάλιστα τα αρχαιότερα, όπως είναι τα καθ’ Εβραίους και κατ’ Αιγυπτίους Ευαγγέλια, τα οποία μάς είναι γνωστά από παραθέσεις και έμμεσες αναφορές σε πατερικά έργα, υπάρχει υλικό παράλληλο με το υλικό των κανονικών Ευαγγελίων, δεν ευσταθεί, διότι τα έργα αυτά δεν φέρουν τη σφραγίδα της γνησιότητας και αυθεντικότητας εκ μέρους της Εκκλησίας, η οποία είναι, όχι μόνο ο φύλαξ, αλλά και ο αυθεντικός ερμηνευτής της γνήσιας αποστολικής παράδοσης. Ως επί το πλείστον, τα βιβλία αυτά είναι «παράσιτα» των κανονικών, διότι τυγχάνουν επέκταση και φανταστική ανάπτυξη ή διαστολή θεμάτων και επεισοδίων των κανονικών βιβλίων, με μεταφορά υλικού από πρόσωπο σε πρόσωπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας τακτικής είναι η διήγηση της γεννήσεως της Θεοτόκου Μαρίας και της ανατροφής της στο ναό, η οποία αποτελεί επέκταση και εξιδανίκευση της διηγήσεως του Σαμουήλ. Η τακτική αυτή είναι ιδιαιτέρως καταφανής στις απόκρυφες Πράξεις, και μάλιστα τις Πράξεις του Θωμά, χαρακτηριστική επίσης του φιλολογικού αυτού είδους.

Έτσι λοιπόν, τα αίτια της εμφάνισης και ανάπτυξης της αποκρύφου φιλολογίας είναι δύο, δηλαδή

πρώτον η επιθυμία ευσεβών τινών χριστιανών, οι οποίοι καλύπτουν το όνομά τους με πρόσωπα της Καινής Διαθήκης, να συμπληρώσουν τα «κενά», κατ’ αυτούς, της Καινής Διαθήκης, όπως π.χ. της ζωής του Ιησού Χριστού, της Θεοτόκου, των Αποστόλων, κ.α. και με αυτόν τον τρόπο να δώσουν μία πληρέστερη διήγηση της ζωής τους. Και εδώ βεβαίως είναι η πρώτη βασική παρεξήγηση των συγγραφέων αυτών, για το χαρακτήρα των κανονικών βιβλίων, τα οποία δεν αποτελούν «βιογραφίες» των ιστορουμένων προσώπων, αλλά δείγματα του έργου και της διδασκαλίας τους με σκοπό την ενίσχυση της πίστης των αναγνωστών (Δες Ιωάν. 20,30-31.21,25). Με σκοπό, λοιπόν, την κάλυψη των «κενών» αυτών έχουμε τη συγγραφή διαφόρων αποκρύφων, όπως π.χ. η πληροφορία του Παύλου στο Β΄Κορ. 12,2 (οἶδα ἄνθρωπον… ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ… καὶ ἤκουσεν ἄῤῥητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι»), οδήγησε στη συγγραφή της αποκρύφου «Αποκαλύψεως Παύλου».

Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί και η ανάδειξη δευτερευόντων ή και ανωνύμων προσώπων των κανονικών βιβλίων στα απόκρυφα, τα οποία διατηρήθηκαν στην εκκλησιαστική, και μάλιστα την λειτουργική παράδοση, όπου καταλαμβάνουν εξέχουσα θέση. Έτσι ο ανώνυμος εκατόνταρχος της σταυρώσεως του Ιησού Χριστού ονομάζεται Λογγίνος στα Απόκρυφα, από τα οποία εισέρχεται και στα Συναξάρια. Οι τρεις Μάγοι φέρουν τα ονόματα Γασπάρ, Βαλτάσαρ και Μελχιώρ, στα απόκρυφα· οι δύο ληστές της Σταυρώσεως ονομάζονται Γέστας και Δυσμάς (ή Δημάς)· η αιμορροούσα γυναίκα ονομάζεται Βερονίκη, κ.ο.κ. Εκεί όμως, όπου οργιάζει η φαντασία των συγγραφέων των αποκρύφων είναι η περίοδος μεταξύ της γεννήσεως και της βαπτίσεως του Χριστού, περί της οποίας ουδέν στοιχείον έχομεν στα κανονικά Ευαγγέλια. Στα απόκρυφα ευαγγέλια, τα οποία καλύπτουν την περίοδο αυτή έχουμε φαντασιώδεις διηγήσεις περί θαυμάτων της παιδικής ηλικίας του Ιησού, περί της γεννήσεως και της παιδικής ηλικίας της Θεοτόκου, περί της φυγής εις την Αίγυπτο, κ.λ.π. στη μεταγενέστερη δε περίοδο της ζωής του έχουμε διηγήσεις περί της καθόδου αυτού στον Άδη, περί της αναστάσεως αυτού, περί της ιεραποστολικής δραστηριότητας των Αποστόλων σε διάφορα μέρη του κόσμου, κλπ.

Αυτού του είδους την τάση συμπληρώσεως των «κενών» των αρχαιοτέρων κειμένων από τα μεταγενέστερα, παρατηρούμε και στα κανονικά κείμενα, κυρίως στα Ευαγγέλια. Έτσι π.χ. ο Ιωάννης παρατηρεί ότι ήταν ο Πέτρος εκείνος, ο οποίος έκοψε με μαχαίρι το αυτί του δούλου του αρχιερέα, και το όνομά του ήταν Μάλχος, ενώ οι Συνοπτικοί κανενός το όνομα δεν αναφέρουν (Ματθ. 26,47 εξ. Μάρκ. 14,43 εξ. Λουκ. 22,47 εξ. Ιωάν. 18,1 εξ). Ομοίως, σε αντίθεση με τον Μάρκο και τον Ματθαίο, ο Λουκάς σημειώνει ότι ο ένας από τους δύο ληστές της σταύρωσης μετανόησε και ζήτησε άφεση από τον Ιησού Χριστό (Λουκ. 23,39-43 παράλ). Το γεγονός αυτό έγινε αφορμή να αναπτυχθούν διάφορες φανταστικές ιστορίες περί των ληστών τούτων και του Ιησού, όπως π.χ. ότι αυτοί συνάντησαν το παιδί Ιησού στην Αίγυπτο, όπου ο Ιησούς προφήτευσε την συνάντησή τους τριάντα έτη αργότερα, την μετάνοια του Δυσμά και την είσοδό του στον Παράδεισο προς κατάπληξιν του Θανάτου και του Άδου, για τα οποία κάνουν λόγο το Αραβικό Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Ιησού και οι Πράξεις Πιλάτου. Εξ’ αφορμής επίσης των διηγήσεων αυτών ο Δυσμάς επέσυρε την προσοχή των ελλήνων και λατίνων πατέρων της Εκκλησίας και μάλιστα ανακηρύχθηκε άγιος εορταζόμενος, εις μεν την Ελληνικήν Εκκλησίαν την 23η Μαρτίου, εις δε την Λατινική την 25η Μαρτίου, και εις την Συριακή, την ενάτη ημέρα μετά την Μεγάλη Παρασκευή. Τέτοια παραδείγματα είναι πολλά.

Το δεύτερο αίτιο της αναπτύξεως της αποκρύφου φιλολογίας ήταν η μέσω των βιβλίων αυτών διάδοση των απόψεων των αιρετικών. Έτσι, με την εμφάνιση των πρώτων Συλλογών ή καταλόγων κανονικών βιβλίων της Καινής Διαθήκης, στα οποία αποτυπωνόταν η καταγεγραμμένη ευαγγελική και αποστολική παράδοση της αρχέγονης εκκλησίας, άρχισαν να εμφανίζονται και τα πρώτα βιβλία των διαφόρων αιρετικών κύκλων, με τα οποία προβαλλόταν η δική τους γραπτή παράδοση, για να αποδείξουν ότι αυτοί σε τίποτα δεν υστερούσαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Για αυτό ακριβώς και η εμφάνιση των αποκρύφων άρχισε από τον 2ο αιώνα. Έτσι ο Ειρηναίος, π.χ. λέει για τους Γνωστικούς ότι «και μαζί με αυτά, φέρνουν κρυφά αμύθητο πλήθος αποκρύφων και νόθων γραφών, τις οποίες αυτοί έπλασαν, για να προκαλέσουν κατάπληξη στους ανόητους και σε αυτούς που δεν γνωρίζουν τα γράμματα της αλήθειας» (Έλεγχος, Α,20,1). Παρόμοιες πληροφορίες διασώζουν πολλοί εκκλησιαστικοί συγγραφείς και πατέρες, μεταξύ των οποίων οι Ιππόλυτος, Έλεγχος, Ζ,20, Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, Α, 12·15. Ωριγένης, Ομιλ. Α εις Λουκάν. Επιστολή 1,9. Επιφάνιος, Πανάριον, 26,5. 30.3.34,18. 40,2.45,4 47,1 51,3. Ανακεφ., 45. Ευσέβιος, Εκκλ. Ιστορ. Δ, 22,9. Αθανάσιος, ΛΘ΄ εορτ. Επιστολή, 2. Δίδυμος, Απόσπ. Εις Πράξ. 8, 39. Κύριλλος Ιεροσολ.,Κατήχησις Δ, 35. Βασίλειος, Ασκητικά, 1, κ.α..

Ήδη ο Ευσέβιος, Εκκλ. Ιστ. Γ, 25, διέκρινε τα κατά την εποχή του κυκλοφορούντα βιβλία σε «ομολογούμενα», «αντιλεγόμενα», «νόθα» και «αιρετικά», και μεταξύ των δύο τελευταίων κατηγοριών παραθέτει και τα γνωστά σε μας απόκρυφα, όπως τα Ευαγγέλια του Πέτρου, του Θωμά και του Ματθίου, και τις Πράξεις Ανδρέου και Ιωάννου. Στο αμφιβαλλόμενο έργο του Μ. Αθανασίου «Σύνοψις επίτομος της Θείας Γραφής, Παλαιάς και Νέας Διαθήκης» (ΒΕΠΕΣ, 33,263 εξ), μεταξύ των κανονικών βιβλίων αναφέρονται και: οι Περίοδοι Πέτρου, Ιωάννου, Θωμά, το κατά Θωμάν Ευαγγέλιο, η Διδαχή των Αποστόλων και τα (ψευδο)Κλημέντια. Πλήρης, βεβαίως, κατάλογος των αποκρύφων δεν διασώθηκε, ενώ οι διάφοροι διασωθέντες κατάλογοι κανονικών και αποκρύφων βιβλίων, για τους οποίους θα μιλήσουμε παρακάτω, άλλοτε επικαλύπτονται και άλλοτε διαφέρουν, ενώ πολλά από τα μνημονευόμενα σε αυτούς έχουν χαθεί.

Η χειρόγραφη παράδοση των αποκρύφων έχει μακρά και περίπλοκη ιστορία που οφείλεται, τόσο στις προσθήκες στο αρχικό κείμενο ή αφαιρέσεις από αυτό, όσο και στις μεταφράσεις τους, σε σημείο, ώστε, πολλές φορές, μία μετάφραση να είναι εκτενέστερη ή βραχύτερη του πρωτοτύπου. Πολλές φορές, επίσης, τα χειρόγραφα του ίδιου έργου δεν συμφωνούν απολύτως μεταξύ τους ως προς το περιεχόμενο. Πολλά από αυτά σώζονται στην πρωτότυπη ελληνική γλώσσα τους και σε μεταφράσεις, ενώ άλλα σώζονται μόνο σε μεταφράσεις.

Ως επί το πλείστον, τα απόκρυφα καταδικάστηκαν από την εκκλησία και ιδιαιτέρως στη Δύση, ενώ πολλά από αυτά τροφοδότησαν τη λαϊκή ευσέβεια και ενέπνευσαν έργα τέχνης, όπως είναι π.χ. τα ψηφιδωτά του νάρθηκα της Μονής της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη και του ναού της Santa Maria Maggiore στη Ρώμη, τα οποία οι καλλιτέχνες εμπνεύστηκαν από το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, γι’ αυτό και αναφέρονται σε θέματα της παιδικής ηλικίας της Θεοτόκου. Ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας των διηγήσεων των αποκρύφων ενέπνευσε πολλές φορές τα μεσαιωνικά θρησκευτικά μυθιστορήματα, ενώ στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου οφείλεται και η καθιέρωση της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου, η οποία εορτάζεται την 21η Νοεμβρίου.

Αλλά και αρνητικά τυγχάνουν χρήσιμα τα απόκρυφα καθόσον με την αναταραχή και τα προβλήματα, τα οποία δημιούργησαν στους κόλπους της Εκκλησίας, έδωσαν το έναυσμα ή συντέλεσαν ουσιαστικά στην ανάπτυξη της Ορθοδόξου εκκλησιαστικής γραμματείας. Δια του τρόπου τούτου, τα απόκρυφα κείμενα παρέχουν την εικόνα της πνευματικής, ενίοτε δε και της λειτουργικής πραγματικότητας της αρχαίας Εκκλησίας, καθόσον χάρις σε αυτά γνωρίζουμε τα ποικίλα ρεύματα και τις φυγόκεντρες δυνάμεις, οι οποίες προκλήθηκαν στους κόλπους της Εκκλησία, τους κινδύνους τους οποίους αυτή αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει εκ μέρους του ιουδαϊκού και του ελληνιστικού Γνωστικισμού, τις λαϊκές θρησκευτικές και φιλοσοφικές δοξασίες των πιστών, τα ήθη, τα έθιμα και γενικώς τους προβληματισμούς τους, δεδομένου ότι τα περισσότερα από αυτά εγράφησαν από απλοϊκούς και ευφάνταστους ανθρώπους. Από το άλλο μέρος, με τα απόκρυφα αναδεικνύεται με ανάγλυφο τρόπο ο αγώνας και η αγωνία της Εκκλησίας για την περιφρούρηση, τόσο της πίστεώς της, όσο και του ποιμνίου της.

Το μέγεθος και την έκταση του κινδύνου τούτου καταδεικνύει το γεγονός ότι διάφορες τοπικές εκκλησίες, αφού παρασύρθηκαν, χρησιμοποιούσαν διάφορα νόθα και απόκρυφα βιβλία ως κανονικά και θεόπνευστα, όπως π.χ. η τοπική εκκλησία της Ρωσσού, την οποία αναφέρει ο Ευσέβιος (Εκκλ. Ιστ. ΣΤ, 12), η οποία χρησιμοποιούσε το κατά Πέτρον Ευαγγέλιο στη λατρεία και το οποίο αποδοκίμασε ο επίσκοπος Αντιοχείας Σεραπίων, κατά την εκεί επίσκεψή του. Έτσι λοιπόν, όπως παρατηρεί ο Στ. Παπαδόπουλος (Πατρολογία, Α, 1982, σ. 202), «Τα απόκρυφα εκφράζουν με τρόπο συγκλονιστικό την κρίση στους κόλπους τής Εκκλησίας καί την αγωνία της ενώπιον των πολλών τάσεων πού αναπτύχθηκαν μέ σκοπό τήν επέκταση, τήν ερμηνεία καί κάποτε τήν αλλαγή τής αποστολικής Παραδόσεως. Και είναι αξιοθαύμαστο ότι κατώρθωσε τελικά ή Εκκλησία νά εκφράση τήν αυτοσυνειδησία της καί νά προστατεύση τή γνησιότητά της, παραμερίζοντας κάθε κίβδηλη παράδοση καί κακόδοξη ερμηνεία τών καινοδιαθηκικών γεγονότων. Η διαδικασία αυτή υπήρξε μακρά, διήρκεσε γενικά από τις τελευταίες δε­καετίες του Α' μέχρι τις τελευταίες του Β' καί τις πρώτες του Γ' αιώνα». Κατά τον ίδιο συγγραφέα, τα απόκρυφα επηρέασαν ίσως και τα Μαρτυρολόγια, τους Βίους Αγίων και τις διηγήσεις θαυμάτων.

Κατά τους νεωτέρους χρόνους, το ενδιαφέρον των ερευνητών για τα απόκρυφα εμφανίζεται, κατ’ αρχάς, κατά τον Μεσαίωνα και εντοπίζεται κυρίως στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου (βλ. J. Charlesworth, the new testament Apocrypha and Pseudepigrapha.A Guide to Publications,1987). Γενικώς, κατά την περίοδο αυτή, οι ερευνητές τηρούν αρνητική στάση έναντι αυτών, σε σύγκριση με τα κανονικά βιβλία της Καινής Διαθήκης και σημαντικότερη έκδοση αυτών κατά την περίοδο αυτή είναι η του J.A.Fabricius,Codex Apocryphus Novi Testament,1703. Το εκδοτικό ενδιαφέρον αναζωπυρώνεται κατά τον 19ο αιώνα, κατά την διάρκεια του οποίου εμφανίζονται τα έργα των: J.P. Migne, Dictionnaire des Apocryphes, τ. 1-2, 18 και T. Tiscendorf,Acta Apostolorum Apocrypha,1851, Evangelia Apocrypha,1853,Apocalypses Apocryphae,1866. Τις αρχές του 20ου αιώνα, το ενδιαφέρον εντοπίζεται στη συλλογή των «Αγράφων Λογίων» του Ιησού Χριστού, δηλαδή των μη καταγεγραμμένων στα κανονικά Ευαγγέλια λογίων του Χριστού, από τον A. Resch  και τον D.S. Margoliuth, όπως και στην ανακάλυψη των παπύρων της Οξυρύγχου….

(υπογραμμίσεις δικές μας και η ελαφρά τροποποίηση της γλώσσας προς τη νεοελληνική)

(Χρήστου Σπ. Βούλγαρη,Εισαγωγή στην καινή Διαθήκη, τόμος Β σελ. 1157-1163)

(Πατρολογία,τόμ. Α΄, Στυλιανού Παπαδόπουλου)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τά απόκρυφα χριστιανικά καί γνωστικά ή γνωστικίζοντα κείμενα σπανίως μπορούμε νά χρονολογήσωμε μέ κάποια ακρίβεια. Τά περισσότερα γρά­φηκαν στον Β' αιώνα. Γιά όσα σχετικά κείμενα υπάρχουν ενδείξεις ότι γράφη­καν στο α' ήμισυ του Β' αιώνα, θά κάνωμε λόγο στο σημείο τούτο. Γιά όσα ή ερευνά νομίζει ότι γράφηκαν στο β' ήμισυ του Β' ή στόν Γ' αι. θά γίνη λόγος βραδύτερα (δηλ. μετά τούς συγγραφείς του Β' ή στούς συγγραφείς του Γ' αί., πάλι μέ τον τίτλο: Απόκρυφα), αφού λείπουν ακριβείς χρονολογήσεις τών κειμένων αυτών. Μερικά απόκρυφα πού επηρέασαν περισσότερο τή ζωή τής αρχαίας Εκκλησίας και πού χρονολογούνται ακριβέστερα, καταχωρίσαμε στη χρονολογική τους σειρά. Τέτοια είναι π.χ. ή Διδαχή, η δήθεν Επιστολή του Βαρνάβα, οί Ωδές του Σολομώντα. Επειδή τά απόκρυφα συνιστούν όλως ιδιαίτερη ομάδα στο χώρο τής εκκλησιαστικής γραμματείας, επειδή έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κι επειδή θά είναι πολύ συνοπτική ή παρουσίασή τους, κρίναμε αναγκαία μία σύντομη γενική εισαγωγή εις αυτά.

Τά απόκρυφα βιβλία στη συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν σωθή σέ ανατολικές γλώσσες (Κοπτική, αιθιοπική...), μολονότι τά περισσότερα γράφηκαν αρχικά στήν ελ­ληνική. Για το Γνωστικισμό, από τούς κόλπους του οποίου προέρχονται πολλά από τά μνημονευόμενα εδώ έργα, δεν κάνομε ιδιαίτερο λόγο, διότι κάτι τέτοιο έγινε στην Εισαγωγή (IV 2).

«Βίβλοι απόκρυφοι» χαρακτηρίζονταν αρχικά τά κείμενα πού προορίζονταν για κλειστή ομάδα μυημένων (σέ θρη­σκευτικά μυστήρια ή θρησκευτική γνώση). Στην εκκλησιαστική γραμματεία ονομάστηκαν απόκρυφα τά έργα πού εμφανίστηκαν ώς κείμενα Αποστόλων ή καινοδιαθηκικών και παλαιοδιαθηκικών γενικά προσώπων χωρίς πράγματι νά προέρ­χονται από αύτά. Ιουδαιοχριστιανοί, αιρετικοί, γνωστικίζοντες χριστιανοί, γνωστικοί, ευφάνταστοι, αφελείς καί πάντως όχι γνήσιοι χριστιανοί ισχυρίζονταν ότι κατείχαν απόκρυφα βιβλία ή απόκρυφες παραδόσεις, δηλαδή λόγους, διδασκα­λίες, πληροφορίες (γιά τή ζωή, τή δράση, τά θαύματα) καί αποκαλύψεις προσώπων τής ΚΔ, συμπεριλαμβανομένου καί του Χρίστου. Τέτοιο υλικό περιέχεται στά απόκρυφα βιβλία, τά οποία μάλιστα κυκλοφορούσαν σε μεγάλο αριθμό,

πολύ μεγαλύτερο από τον αριθμό των βιβλίων με γνήσια εκκλησιαστική Παράδοση.

Είναι μάλιστα κοινός τόπος ότι σημαντικό μέρος τής ορθοδόξου εκκλησιαστικής γραμματείας και ό καθορισμός (τό κλείσιμο) του Κανόνα τής Κ.Δ. αποτελούν αντίδραση τής Εκκλησίας στην πληθωρική απόκρυφη γραμματεία. Συνέβη όμως, παρά τον αγώνα τής Εκ­κλησίας, μερικά απόκρυφα να τιμηθούν στους κόλπους της ως κανονικά ή δευτεροκανονικά βιβλία ή τουλάχιστον ωφέλιμα έργα.

Το είδος των αποκρύφων έργων είναι σέ γενικές γραμμές ανάλογο με τό είδος των κανονικών καινοδιαθηκικών βιβλίων. Έτσι έχομε Ευαγγέλια, Πράξεις, Επιστολές καί Αποκαλύψεις. Η αναλογία αυτή είναι κάποτε πολύ σχετι­κή, διότι π.χ. αποκαλυπτικό υλικό υπάρχει σέ απόκρυφα ευαγγέλια. (Σχετικά πρέπει νά προσθέσωμε ότι οι κύκλοι, πού δημιούργησαν τήν καινοδιαθηκική απόκρυφη γραμματεία, επεξεργάσθηκαν μέ τις ίδιες διαθέσεις καί Ιουδαϊκά από­κρυφα, όπως είναι ή Διαθήκη των 12 Πατριαρχών καί ή Ανάληψις του Ησαΐα).

Οι συντάκτες αποκρύφων έργων διακρίνονται:

εις αυτούς πού μένουν στο χώρο τής συνοπτικής καί καινοδιαθηκικής παραδόσεως, εις αυτούς πού συμπλη­ρώνουν ευρύτερα τήν παράδοση αυτή καί ζητούν νά υποκαταστήσουν τά κανονικά βιβλία, καί εις αυτούς πού δημιουρ­γούν κάτι το τελείως νέο, χωρίς να προϋποθέτουν στοιχεία καινοδιαθηκικής παραδόσεως. Οί τελευταίοι είναι βασικά οί γνωστικοί, των οποίων τά έργα συμβατικά μόνο χαρα­κτηρίζομε απόκρυφα, διότι το μόνο πού διατηρούν από τήν ΚΔ είναι οί επιγραφές (Ευαγγέλιον, Επιστολή...) καί ή απόδοσή τους σέ αποστολικούς άνδρες, κάτι πού δε θεωρείται πάντοτε αναγκαίο.

Σκοπός τών αποκρύφων ήταν ή οικοδομή των πιστών μέ στοιχεία πού ενίσχυαν τήν ευσέβεια, ή συμπλήρωση τών πολλών κενών πού παρουσιάζουν οι περιγραφές καί διηγήσεις γιά τον Κύριο (παιδική ηλικία κλπ.), τα συγγενικά του πρόσωπα (Θεοτόκος, Ιωσήφ) και τούς Αποστόλους, η διάδοση κι επιβολή κακοδοξιών και η προβολή τελείως νέων αποκαλύψεων, κάτι πού ισχύει κυρίως για τα έργα γνωστικής προελεύσεως, δηλ. για τα περισσότερα απόκρυφα έργα.

Η σημασία των αποκρύφων βιβλίων στή ζωή τής Εκκλησίας υπήρξε αρνητική και οπωσδήποτε μεγάλη.

Η πλη­θώρα τους προϋποθέτει αμφιβολίες, πνευματικό αναβρασμό, απώλεια του αποστολικού φρονήματος ή και διάθεση ενσυνείδητης ή ασυνείδητης απορρίψεως του τελευταίου σε μεγάλο αριθμό πιστών. Προϋποθέτει μία Εκκλησία, ή οποία αγωνίζεται σκληρά για τή γνησιότητα καί τήν αλήθειά της, πού κινδυνεύει από ορισμένα μέλη της. Το μέγεθος καί τη σημασία του αγώνα αυτού υπογραμμίζει τό γεγονός ότι το­πικές Εκκλησίες (ή ίδια ή Εκκλησία) για μακρό χρονικό διάστημα εξέλαβαν απόκρυφα βιβλία (τη δήθεν Επιστολή Βαρνάβα, τή Διδαχή...) σαν θεόπνευστα και τα συμπεριέλαβαν στον Κανόνα τής ΚΔ, με αποτέλεσμα τον μερικό αποπροσανατολισμό των πιστών.

Τα απόκρυφα εκφράζουν με τρόπο συγκλονιστικό την κρίση στους κόλπους τής Εκκλησίας καί την αγωνία της ενώπιον των πολλών τάσεων πού αναπτύχθηκαν μέ σκοπό τήν επέκταση, τήν ερμηνεία καί κάποτε τήν αλλαγή τής αποστολικής Παραδόσεως. Και είναι αξιοθαύμαστο ότι κατώρθωσε τελικά ή Εκκλησία νά εκφράση τήν αυτοσυνειδησία της καί νά προστατεύση τή γνησιότητά της, παραμερίζοντας κάθε κίβδηλη παράδοση καί κακόδοξη ερμηνεία τών καινοδιαθηκικών γεγονότων.

Η διαδικασία αυτή υπήρξε μακρά, διήρκεσε γενικά από τις τελευταίες δε­καετίες του Α' μέχρι τις τελευταίες του Β' καί τις πρώτες του Γ' αιώνα. Τό σκοπό της ή Εκκλησία πραγματοποιούσε όσο πετύχαινε ή προσπάθειά της νά φανερώση καί νά εκφράση τήν αλήθειά της, τη γνήσια Παράδοσή της. Τήν επιτυχή αυτή προσπάθεια διαπιστώνομε στήν ορθόδοξη εκκλησιαστική γραμματεία, ή οποία, για νά καταδείξη τήν έλλειψη γνησιότητος στά απόκρυφα, έπρεπε νά φανερώση, νά εκφράση τήν ίδια τή γνησιότητα.

Ο Θεοφόρος Ιγνάτιος αποτελεί τον πρώτο μέγα σταθμό στην αγωνιώδη θεολογική προσπάθεια τής Εκκλησίας νά υπερνικήση τήν κακοδοξία καί τήν παρέκκλιση, φανερώνοντας τήν αλήθεια καί τή γνησιότητα. Όσοι στήν πορεία τής Εκκλησίας ακολούθησαν τό παράδειγμά του και πέτυχαν μέ τό φωτισμό του Πνεύματος να εκφράσουν τήν αλήθεια σέ άλλα θέματα ονομάσθηκαν Πα­τέρες και Διδάσκαλοι.

Η προσφορά των αποκρύφων -πρέπει συγχρόνως νά αναγνωρίσωμε- είναι σημαντική. Διότι αν στήν εποχή πού γράφηκαν δημιούργησαν στήν Εκκλησία μεγάλα προβλήματα καί προκάλεσαν ώς ένα βαθμό τήν ορθόδοξη γραμ­ματεία, σήμερα μας είναι χρήσιμα γιά τούς έξης λόγους:

Μας δίνουν τήν εικόνα τής πνευματικής καί κάποτε τής λειτουργικής καταστάσεως τής αρχαίας Εκκλησίας. Προσφέ­ρουν πολλά στον ιστορικό καί λαογραφικό εμπλουτισμό μας.

Μέ αυτά γνωρίζομε τις ποικίλες τάσεις, τις κεντρόφυγγες δυνάμεις πού γεννήθηκαν στήν Εκκλησία, τις λαϊκώτερες θρησκευτικές καί φιλοσοφικές αντιλήψεις των πιστών, τή διείσδυση του γνωστικισμού, του Ιουδαϊσμού καί τών ελληνιστικών ή κοσμολογικών αντιλήψεων στή ζωή τής εκκλη­σίας.

Μοναδική γίνεται ή προσφορά των αποκρύφων στή γνώση των ηθών καί εθίμων, των προσδοκιών καί τών προβληματισμών, των ονείρων καί τών φόβων, τών πόνων καί τών απογοητεύσεων τών πρώτων χριστιανών. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα γιά τά λαϊκώτερα στρώματα, διότι τά περισσότερα απόκρυφα οφείλονται στή γραφίδα αφελών, ασήμων καί ευφάνταστων ανδρών.

Σπανιώτατα στά απόκρυφα βιβλία ανευρίσκει κανείς καί αναφορές ή διηγήσεις, πού κατά παρά­δοση ανταποκρίνονται στά ιστορικά δεδομένα προσώπων καί πραγμάτων τής ΚΔ. Η ακατάσχετη τάση τών αποκρύ­φων νά συμπληρώνουν τά κενά τών βιβλικών διηγήσεων μετέβαλε αυτά σέ μεταλλείο παραδόσεων, ειδήσεων καί εξιστορήσεων, σχετικών μέ τά πρόσωπα τής ΚΔ.

Έτσι τά κείμενα αυτά έχουν συχνά χαρακτήρα θρησκευτικών μυθι­στοριών, πού άπειρες φορές έγιναν πηγή εμπνεύσεως γιά τούς καλλιτέχνες (μωσαϊκά τής Santa Maria Magiore Ρώμης, Δάντης κ.ά.), πρότυπα των μεσαιωνικών θρησκευτικών μυθι­στοριών καί αφορμή για εκκλησιαστικές εορτές (Είσόδια τής Θεοτόκου π.χ., τα όποια εορτάζονται στις 21 Νοεμβρίου). Ιδιαίτερα ή ελευθερία τους στήν αποδοχή άλλα καί τήν κατασκευή παραδόσεων επηρέασε ίσως καί τήν Αγιολογία (Μαρτυρολογία, Βίοι αγίων, διηγήσεις θαυμάτων), πού ήκμασε κυρίως από τον Δ' αιώνα καί έξής.

Υπεράνω όλων όμως ή προσφορά τών αποκρύφων έγκειται στο ότι αυτά συντελούν έμμεσα στήν κατανόηση καί τή συνειδητοποίηση τής αλήθειας, τής ορθοδοξίας καί τής γνησιότητος τής αποστολικής Παραδόσεως.

Ανευρέσεις αποκρύφων καί γνωστικών έργων.

Από τό τέλος του περασμένου αιώνα μέχρι το 1945 /6 ή απόκρυφη καί γνωστική γραμματεία αυξήθηκε μέ ρυθμό εντυπωσιακό, όπως δείχνουν οί παρακάτω σημειούμενες περιπτώσεις ανευρέσεως κωδίκων—παπύρων, οί οποίοι παραδίδουν απόκρυφα καί γνωστικά Ευαγγέλια, Πράξεις, Επιστολές, Αποκα­λύψεις καί ποικίλης μορφής γνωστικά έργα.

α. Κώδικες (κοπτικοί) Askevianus καί Brucianus. Βρέθηκαν στήν Αγγλία τό β' ήμισυ του ΙΗ αι. καί είναι γραμμένοι τον 4/5 αιωνα.

β. Πάπυρος (κοπτικός) Berolinensis 8502. Βρέθηκε το 1896 καί είναι γραμμένος τον 5 αί.

γ. Πάπυρος Oxyrhynchus 1081.

δ. Χειρόγραφα (κοπτικά) του Nag - Hammadi. Αποτελούν γιά τον αιώ­να μας τήν πλουσιώτερη σέ αριθμό καί σπουδαιότερη σε σημασία ανεύρεση χειρογράφων πού αφορουν τό χριστιανισμό καί τό γνωστικισμό. Τό 1945 /6 στο Nag-Hammadi τής Άνω Αιγύπτου, πλησίον του αρχαίου Χηνοβοσκίου, ανευρέθηκαν 13 κώδικες 1130 σελίδων πού περιλαμβάνουν τουλάχιστον 53 έργα, σέ κοπτική μετάφραση. Τα έργα αυτά, πού αρχικά ήσαν όλα σχεδόν γραμμένα στήν ελληνική, παρέμεναν άγνωστα στήν επιστήμη εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων (Απόκρυφον Ιωάννου, Σοφία Ιησού Χριστού...), ή ήσαν γνωστά μόνον αποσπασματικά ή από τούς τίτλους τους.

(οι υπογραμμίσεις δικές μας)

(Πατρολογία Α, Στυλιανού Παπαδόπουλου σελ. 200-206)

Σελίδα 1 από 2