Ο διάσημος Ρώσος ιερέας, Δημήτριος Ντούτκο, στο βιβλίο του «Στο Σταυροδρόμι» (Μόσχα 1994), παραθέτει ένα σχετικό περιστατικό, που του το ανέφερε μια μορφωμένη γυναίκα.
«Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία. Ήταν μια γριούλα. Και ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.
Ο παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. Η γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο. Και να ξαφνικά ο παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με τον άρρωστο.
Ο άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει.
– Φύγε από εδώ! Ποιος σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ο παπάς τα έχασε.
– Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με κάλεσε η γριά!
– Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!
Ο παπάς, καθώς στέκει απέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του αρρώστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον κάλεσε.
Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο.
– Να αυτή!
– Ποια αυτή, ξέρεις, τί λες, παπά; Αυτή είναι η μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα!
Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ο άρρωστος άρχισε να κλαίει. Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε. Η μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας»
(αρχ. Παύλου Μπακογιάννη, Μετά θάνατον, εκδ. «Θαβώρ», σελ. 111-112)

(Μιλάει ο όσιος γέρων Πορφύριος).

Ακούστε ένα σχετικό παράδειγμα.
Κάποτε ένας παπάς είχε πάει σε μία ομιλία με μορφωμένους· τον είχε πάρει μαζί του ένας εξάδελφός του. Ο ομιλητής είπε πολλά πάνω σ’ ένα θέμα μαρξιστικό. Οι ακροατές του ενθουσιάστηκαν και τον εχειροκρότησαν στο τέλος. Αλλά, όπως ήταν ακόμη πάνω στην έδρα, είδε τον παπά και είπε:
- Έχομε κι έναν παπά στην ομιλία μας. Αν μπορεί, να μας έλεγε το θέμα από θρησκευτικής και φιλοσοφικής πλευράς.
Το είπε ειρωνικά νομίζοντας ότι θα τον ταπεινώσει και θα εξευτελίσει την Εκκλησία. Ο παπάς σηκώθηκε και είπε:
- Τι να σου πω εγώ, παιδί μου, δεν ξέρω, αλλά έχω ακούσει· ο τάδε σοφός λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο τάδε… κ.λ.π., κ.λ.π. Ο Μωυσής λέει έτσι κι έτσι στην τάδε σελίδα, ο Ησαΐας, ο Δαβίδ, ο Χριστός.

Συνέχισε λέγοντας αυτό το χωρίο από τον Απόστολο Παύλο: «…που σοφός; που γραμματεύς; που συζητητής του αιώνος τούτου;… τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη… όπως μη καυχήσηται πάσα σάρξ ενώπιον του Θεού».
Έκλεισε το στόμα ο «σοφός», ο ομιλητής. Το σπουδαίο είναι ότι ο παπάς τα είπε με πραότητα και χωρίς εγωισμό. Ήταν δεσπότης του Πατριαρχείου. Όταν τελείωσε, είπε:
-    Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Εσείς κρίνετε ποιο είναι το σωστό.
Είπε στο τέλος ο ομιλητής ντροπιασμένος:
-    Πολύ καλά μας τα είπε ο παπάς! Τ’ αναίρεσε όλα τα δικά μου.
Είναι σπουδαίο πράγμα η κατάρτιση, όταν συνδυάζεται με την πραότητα, την καλοσύνη και την αγάπη. Αυτά ισχύουν για όλες τις περιπτώσεις. Να μιλάτε, όταν έχετε σχετική κατάρτιση στο θέμα. Αν δεν έχετε, να μιλάτε με το παράδειγμά σας.
Στις συζητήσεις λίγα λόγια για τη θρησκεία και θα νικήσετε. Αφήστε εκείνον που έχει άλλη γνώμη να ξεσπάσει, να πει, να πει… Να αισθανθεί ότι έχει να κάνει μ’ έναν ήρεμο άνθρωπο. Να επιδράσετε με την καλοσύνη σας και την προσευχή σας κι έπειτα του μιλάτε λίγο.

(Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι,Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, σελ. 396-396)

Ιάσων Ιερομ.

Μια μέρα ήρθε στην Εκκλησία ένας φίλος Προτεστάντης. Μου ζήτησε να έρθει, δεδομένου ότι δεν είχε δει ποτέ απ' την αρχή ως το τέλος τη Θεία Λειτουργία των Ορθοδόξων. Ο, τι είδε λοιπόν κι ό, τι άκουσε ήταν εντελώς μακριά του. Όταν κάποιος έχει συνηθίσει να μαζεύεται σ' έναν ουδέτερο χώρο, όπως ένα προτεσταντικό ναό, ν' ακούει ένα κηρυγμα απ' τον πάστορα, να λέει έπειτα κάποια τραγουδάκια και φεύγοντας ν' αναπτύσσει μια κοινωνικότητα με τους άλλους ανθρώπους στην έξοδο, τότε, κάποια πράγματα, σίγουρα, του φαίνονται αδιανόητα, σε σημείο που και να προσπαθείς να εξηγήσεις, πάλι θα σε κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό.

Ο δυτικός άνθρωπος μπορεί να δει τη Λειτουργία μονάχα σα διαδικασία. Η διαδικασία αυτή δεν είναι άσχετη από την προσευχή ή την διδασκαλία... μα μια διαδικασία είναι πάντα διαδικασία και τη Θεία Λειτουργία των Ορθοδόξων δε μπορεί να τη δει κανείς ούτε σαν διαδικασία, ούτε σα μια φολκλορική επιτέλεση. Η Θεία Λειτουργία είναι Μετοχή (απ' το ρήμα μετέχω).

Θυμάμαι έναν παλιό παπά που προσπαθούσε να εξηγήσει τι είναι η Θ. Λειτουργία στο εκκλησίασμα του χωριού του: "η Θ. Λειτουργία είναι σα μια μπρίζα. Όταν λέμε το “Ευλογημένη η Βασιλεία”, τότε η μπρίζα αυτή συνδέεται με την παροχή ρεύματος που δεν είναι άλλη, απ' την Βασιλεία των Ουρανών”. Μέσα στη Θεία Λειτουργία υπάρχει πρώτα απ' όλα η “συμφωνία” της Αθανασίας.

Αυτοί που συμμετέχουν, οι Πιστοί, συμφωνούν στο ότι δεν θα πεθάνουν ποτέ γιατί τρέφονται -όχι από ιδέες ή σύμβολα- αλλά απ' τον ίδιο τον Θεό που βρίσκεται μες το Αγιοπότηρο. Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού ούτε συμβολίζει, ούτε εικονίζει, ούτε παραδειγματίζει. Το Σώμα του Χριστού που κοινωνάμε είναι το ίδιο που σταυρώθηκε πάνω στο ξύλο. Το Αίμα του Χριστού που κοινωνάμε είναι το ίδιο που πήγασε απ' την πλευρά Του.

Στη Θ. Λειτουργία οι Πιστοί διδάσκονται εξίσου: διδασκαλία λιβανισμένη κι απ' των Προτεσταντών διαφορετική. Γι' αυτό και το πρώτο της μέρος, απ' την αρχή ως το Χερουβικό, λέγεται Λειτουργία του Λόγου. Αν στο Λόγο όμως αυτό δεν μετέχουμε, τότε η Θ. Λειτουργία μοιάζει απλώς με σχολείο. Στο δεύτερο μέρος της Λειτουργίας, που λέγεται Λειτουργία του Μυστηρίου, μετέχουμε στο Λόγο που διδαχτήκαμε.

Ο Χριστός δεν είναι έννοια, ο Χριστός είναι εδώ, μπροστά μας, Υιός και Λόγος του Θεού, βρώση και πόση των ανθρώπων. Οι Προτεστάντες δε μπορούν να μας καταλάβουν γιατί δεν κοινωνάνε. Κι επειδή δε κοινωνάνε, γι' αυτούς ο Χριστός γίνεται έννοια και σύνολο κανόνων. Σ' αυτή την αρχή δομήθηκε όλη η Προτεσταντική Δύση. Κι έτσι, σήμερα, έφτασε στην Αθεΐα.

«Στράφηκαν και προς αυτή την εκκλησία του κοιμητηρίου [στο Όλονετς]. Αποφάσισαν να την γκρεμίσουν.

Όλοι οι άνθρωποι από φόβο εγκατέλειψαν την εκκλησία.
Τότε βρέθηκε μια νέα γυναίκα. Ήταν περίπου 25 χρόνων. Ήλθε, λοιπόν, στην εκκλησία και την έκανε σπίτι της. Ήλθαν οι εργάτες και κάποια μηχανήματα για να γκρεμίσουν την εκκλησία, αλλά η ίδια αντιστάθηκε. Δεν έβγαινε απ’ την εκκλησία.

Το παράδοξο είναι ότι οι άθεοι υποχώρησαν μάλλον για δύο λόγους. α) Η νέα αυτή γυναίκα ήταν δυναμική προσωπικότητα κι όλοι στην περιοχή τη σέβονταν. Αν γκρέμιζαν την εκκλησία και τη σκότωναν, πιθανόν να υπήρχαν αντιδράσεις. β) Υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι άθεοι που γκρέμιζαν ή βεβήλωναν ναούς, αντιμετώπιζαν την τιμωρία του Θεού. Σε κάποια διπλανή πόλι, ένας άθεος που γκρέμιζε το καμπαναριό μιας εκκλησίας, έπεσε και σκοτώθηκε. Το γεγονός διαδόθηκε κι έκοψε σε πολλούς τα φτερά.

Έτσι οι εχθροί της πίστεως, είτε από σεβασμό είτε από φόβο, δεν τόλμησαν να την πειράξουν. Υπολόγισαν μάλιστα, πως αυτή η γυναίκα θα καθίση λίγες μέρες ή μήνες και θ’ αναγκασθή να βγη. Άλλωστε ο βαρύς χειμώνας, με τις τόσο χαμηλές θερμοκρασίες, δεν επιτρέπει τέτοιους ηρωϊσμούς. Όμως διαψεύσθηκαν. Η γυναίκα αυτή έμεινε μέσα στην εκκλησία 15  χρόνια! Την περιποιόταν, τη φρόντιζε, ενώ απ’ ότι φαίνεται οι πιστοί κρυφά της προμήθευαν τρόφιμα κι ό,τι άλλο χρειαζόταν.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, μπροστά στην προέλασι των Γερμανών, ο Stalin αναγκάσθηκε να συμβιβασθή και να ζητήση τη βοήθεια της Εκκλησίας. Έτσι η Εκκλησία γνώρισε μια ανέλπιστη ελευθερία κι αναγέννησι. Πολλοί ναοί άνοιξαν κι οι πιστοί μπορούσαν να εκδηλώσουν το πιστεύω τους. Την εποχή εκείνη η γυναίκα αυτή άφησε την εκκλησία κι επέστρεψε στο σπίτι της.
Όμως η αντιθρησκευτική προπαγάνδα γνώρισε νέα έξαρσι στην εποχή του Khrushchev. Παρά την αποσταλινοποίησι, ο Khrushchev φάνηκε ιδιαίτερα σκληρός απέναντι στην Εκκλησία. Και τότε καταστράφηκαν πολλές εκκλησίες. Όπως ήταν επόμενο, η μικρή αυτή εκκλησία ήταν “κάρφος εν τω οφθαλμώ” και ξαναμπήκε στο στόχαστρο των αθέων. Ήταν γύρω στο 1960. Μόλις αυτή η γυναίκα πληροφορήθηκε τις προθέσεις τους δεν έχασε καιρό. Παρά την ηλικία της –πλησίαζε τότε τα 60 χρόνια της- ήλθε κι εγκαταστάθηκε πάλι στην εκκλησία. Τα σχέδια των αθέων ματαιώθηκαν. Αυτή τη φορά έμεινε 10 χρόνια μέσα στην εκκλησία. Και μόνο να φαντασθή κανείς πως άντεξε συνολικά 25 χειμώνες με θερμοκρασίες που φθάνουν και 40 υπό το μηδέν, μπορεί να καταλάβη πόσος ηρωϊσμός χρειάζεται. Αλλά για φαντασθήτε να περάσης 25 χρόνια, το ένα τέταρτο της ζωής σου, σε μια εκκλησία! Πάντως, χάρι στην αυτοθυσία της η εκκλησία σώθηκε.
Όταν κατά  το 1971 βεβαιώθηκε ότι η εκκλησία δεν κινδυνεύει, επέστρεψε στο σπίτι της. Θέλησε όμως  να αφιερωθή στον Κύριο. Έτσι ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και πήρε το όνομα Βαρβάρα. Επειδή τα μοναστήρια είχαν κλείσει, μόναζε στο φτωχικό σπιτάκι της εκτελώντας τα μοναχικά της καθήκοντα. Όλοι τη θεωρούν ηρωΐδα εδώ στην περιοχή. Πάλεψε μόνη της με μια αντίχριστη υπερδύναμι και με τη χάρι του Θεού νίκησε. Αυτή η αδύναμη, η άσημη, η φτωχή. Όπως λέει κι ο απόστολος Παύλος: “Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη· και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνη τα ισχυρά· και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήση”(Α’ Κορ 1, 27 – 28)»(ΡΦ, 75).

(στο αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Η μητέρα μας η Εκκλησία, Σταμάτα 2014, όπου παρατίθεται η πηγή: Κέντρου νεότητος Θηβών, επιμ. Αρχιμ. Νεκταρίου Αντωνοπούλου, Ρωσία-Φιλανδια, Ταξιδιωτικό Χρονικό, εκδ. Ακρίτας, Αθηνα 2004)

Η άγνοια του Θεού σκοτώνει την παρουσία του Θεού μέσα μας, ιδιαίτερα μάλιστα

όταν η άγνοια είναι ηθελημένη και συνειδητή. Ένα άγνωστο πρόσωπο είναι νεκρό

πρόσωπο. Τα πρόσωπα που δεν θέλουμε να γνωρίσουμε δεν υπάρχουν για μας. Δεν

μας επηρεάζουν, δεν μας αλλάζουν, δεν μας αφορούν. Τα πρόσωπα που αγνοούμε

είναι για μας νεκρά και αδιάφορα. Μπορεί να ξέρουμε για την ύπαρξή τους, αλλά,

αφού δεν μας ενδιαφέρει να τα γνωρίσουμε, δεν ζωντανεύουν αυτά τα πρόσωπα για

μας ποτέ. Έτσι γίνεται και με τον Χριστό. Μπορεί να γνωρίζουμε ότι υπάρχει. Αν

δεν ενδιαφερθούμε να γνωριστούμε μαζί Του προσωπικά, θα μείνει για μας ένα

πρόσωπο άγνωστο και στην πραγματικότητα νεκρό.

Η γνωριμία με το Χριστό επιτυγχάνεται μέσα από τη συνομιλία μαζί Του και μέσα

Από την ένωσή μας με το πανάγιο πρόσωπό Του. Η συνομιλία με το Χριστό είναι

η προσευχή και η ένωση μαζί Του, είναι τα μυστήρια της Εκκλησίας.

Η λησμοσύνη του Θεού επίσης, Τον φονεύει μέσα στην ψυχή μας και Τον εξαφανίζει

σιγά-σιγά από τη ζωή μας. Χωρίς να το καταλάβουμε πολλές φορές βάζουμε το Θεό στο περιθώριο. Γίνεται ο Χριστός ένα πρόσωπο στις υποσημειώσεις της καθημερινότητάς μας. Μία παραπομπή στα αζήτητα κεφάλαια της ζωής μας. Ένα

πρόσωπο συμπαθές, αλλά απόμακρο. Μάθαμε κάποτε λίγα πράγματα γι’ Αυτόν, αλλά

δεν επιθυμούμε να μάθουμε Αυτόν τον Ίδιο. Τον θυμόμαστε σε κάποια δυσκολία, στην αρρώστια, στον πειρασμό, στον πόνο. Τον λησμονούμε, όμως, μετά. Μπορούμε να ζούμε χωρίς Εκείνον. Ο Χριστός δεν είναι ζωντανός κάθε δευτερόλεπτο που περνάει για μας. Είναι ένα ξύλινο πρόσωπο, σαν τις ξύλινες εικόνες που Τον εικονίζουν και τις προσκυνάμε αραιά και που. Ένα ξύλινο πρόσωπο κλεισμένο σ’ ένα ξύλινο κουτί, που το βάζουμε στα πιο ψηλά ράφια μαζί με τα υπόλοιπα άχρηστα και αζήτητα. Ο Χριστός γίνεται μία μούμια του παρελθόντος, σκονισμένη, νεκρή, παλιομοδίτικη, ξεπερασμένη. Μία μούμια, που πολλές φορές μπορεί να προκαλεί φόβο και αποστροφή.

Αν όμως, γνωρίσουμε το Χριστό αληθινά, αν Τον βάλουμε στη σκέψη και στην προσευχή μας όσο γίνεται πιο συχνά, ει δυνατόν και αδιάκοπα, αν Τον αγαπήσουμε παράφορα, όπως μα ς αγαπάει κι Εκείνος, αν αφεθούμε σε μία ένωση μαζί Του, τότε θα γίνει ο θησαυρός μας! Θα ζωντανέψει μέσα μας. Θα φέρει στην ύπαρξή μας την αληθινή ζωή, γιατί ο Ίδιος είναι η Ζωή. Αν θέλουμε πραγματικά να γίνουμε κληρονόμοι της δικής Του περιουσίας και Βασιλείας, ας γίνουμε φίλοι Του, αδέλφια Του και παιδιά Του. Ας γινόμαστε ένα μ’ Εκείνον που έγινε ένα μ’ εμάς. Ας Τον ποθούμε και ας Τον ψάχνουμε, διότι τότε θα κληρονομήσουμε την αδιάσπαστη σχέση μαζί Του, που αυτή είναι η Σωτηρία, η Λύτρωση και ο Παράδεισος.

(αρχιμ. Αστερ;iου Xατζηνικολάου, Η οδός του Κυρίου, εκδ. Σωτήρ, σελ. 24-26)

«Ας υποθέσουμε ότι πέφτει στα χέρια των ιστορικών του έτους τρεις χιλιάδες, μια σύντομη βιογραφία του Ναπολέοντα, που διασώθηκε τυχαία από κάποια πυρηνική καταστροφή.

Αν ακολουθήσουν την ίδια μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε παλαιότερα στην περίπτωση του Ιησού, τότε οι ιστορικοί αυτοί θα μπορέσουν να αποδείξουν ότι η εποποιΐα του στρατηγικού δαιμονίου του Ναπολέοντα δεν είναι παρά ένας απλός μύθος, ένας θρύλος, στον οποίο οι άνθρωποι του μακρυνού δεκάτου ένατου αιώνα ενσάρκωσαν την προϋπάρχουσα ιδέα του «Μεγάλου Στρατηλάτη».
Οι εκστρατείες στην έρημο και στα χιόνια, η γέννηση και ο θάνατος του ήρωα σ’ ένα μακρυνό νησί, το ίδιο το όνομά του, η προδοσία, η ήττα, οι τελευταίες αναλαμπές και η οριστική πτώση κάτω από τα κτυπήματα του φθόνου και της αντίδρασης, η εξορία στην καρδιά του ωκεανού δείχνουν ότι ο Ναπολέων δεν υπήρχε ποτέ.

Στο φανταστικό πρόσωπό του ενσαρκώθηκε ο αιώνιος μύθος του αυτοκράτορα, ίσως μάλιστα και η ιδέα της Γαλλίας στην οποία, άγνωστοι πατριώτες έδωσαν, δυο αιώνες πριν, όνομα, ύπαρξη και φανταστικές ηρωϊκές πράξεις».
Αυτά θα ισχυριστούν πολλοί εμπειρογνώμονες, που θα εφαρμόσουν στην περίπτωση του Ναπολέοντα τη μέθοδο την οποία χρησιμοποίησαν πολλοί μελετητές του προβλήματος του Ιησού από τη Ναζαρέτ».
Jean Guitton

Υπάρχει διαφορά στο να γνωρίζει κανείς πράγματα ή να γνωρίζει ανθρώπους. Εξιχνιάζουμε τα πράγματα μέσω της δικής μας παρατήρησης. Ενώ, τους ανθρώπους τους εξιχνιάζουμε από τα λόγια και τις πράξεις τους. Βέβαια, το μεγαλύτερο μέρος της γνώσης μας για πράγματα κι ανθρώπους είναι από δεύτερο χέρι, μέσω γνωστοποίησης από άλλους, αλλά, εδώ, ενδιαφέρομαι για τη γνώση που άμεσα αποκτούμε για μας.
Υποθέστε ότι θέλω να σας περιγράψω ένα αυτοκίνητο. Μπορώ να σας πω τη μάρκα του, το μοντέλο, το χρώμα του, την τελική του ταχύτητα και την επιτάχυνσή του, κάτω από διάφορες συνθήκες. Μπορώ να σας δώσω τις διαστάσεις του για το μήκος του, το βάρος του και να σας δώσω μια κατά το μάλλον υποκειμενική περιγραφή για τα χαρακτηριστικά του χειρισμού του. Όλες αυτές οι πληροφορίες μπορούν να αποκτηθούν από μετρήσεις και δοκιμαστικές οδηγήσεις, που έχω κάνει μόνος μου.
Αλλά, υποθέστε τώρα ότι θέλω να σας μιλήσω για τον ιδιοκτήτη του. Θα μπορούσα να τον μετρήσω, τι ύψος έχει και τι βάρος, να βγάλω μια φωτογραφία του ή και να μελετήσω τη συμπεριφορά του. Όμως, μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν θα μπορούσα να βρω πολλά πράγματα γι’ αυτόν, ως άνθρωπο. Εάν περιόριζα την περιγραφή μου στα αποτελέσματα αυτών των παρατηρήσεών μου γι’ αυτόν, θα ήταν τρομερά ελλειπής στα βασικότερα σημεία της ανθρώπινης προσωπικότητάς του.

Προκειμένου να γνωρίσω τις ελπίδες και τους φόβους του, τα πράγματα που σκέφτεται και το τι είναι πραγματικά ως άνθρωπος, είναι ανάγκη να μου μιλήσει, προσωπικά, και να τα μάθω από τον ίδιο. Εάν δεν μιλήσει σε μένα, θα μπορούσα να τα μάθω γι’ αυτόν από άλλους, αλλά, τούτο θα εξαρτηθεί από το τι έχει πραγματικά μιλήσει στους άλλους.
Η γνώση μας για τους ανθρώπους εξαρτάται από το τι κάνουν (στην επικοινωνία τους μαζί μας ή με άλλους), ενώ η γνώση μας για τα πράγματα εξαρτάται από το τι εμείς κάνουμε. Στην πράξη, ίσως υπάρξουν πολλά κοινά σημεία στη μελέτη ανάμεσα σε πράγματα και ανθρώπους. Ο ψυχίατρος γνωρίζει πως να αποσπάσει μια απάντηση από τον ασθενή του κι ο καλός δάσκαλος μπορεί να προκαλέσει τους μαθητές του.

Η διαφορά ανάμεσα στην παρατήρηση και στην αυτο-αποκάλυψη δεν πρέπει βέβαια να πιεσθεί, ώστε να φθάσει κανείς στα άκρα για να είναι έγκυρη η διάκριση. Υπάρχουν γεγονότα για άλλους ανθρώπους, που μπορούμε να τα γνωρίσουμε μέσω της παρατήρησης, είτε τους αρέσει είτε όχι, αλλά, γενικά, όσο περισσότερο η γνώση μας εξαρτάται μόνο από τις δικές μας έρευνες, τόσο περισσότερο αντιστοιχεί τούτο στενότερα στο να γνωρίζω κάποιον ως πράγμα.
Υπάρχει ακόμα ένα διακριτικό χαρακτηριστικό για να γνωρίσει κανείς ένα πρόσωπο. Είναι ένας δρόμος διπλής κατεύθυνσης: Τον γνωρίζω και με γνωρίζει.

Μια προσωπική σχέση είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τη γνώση μας για ένα αυτοκίνητο. Η διαφορά είναι πιο χτυπητή αν δούμε τα δυο ρήματα της γλώσσας, γινώσκω και επιγινώσκω, που φανερώνουν διάφορες μορφές γνώσης.
Κι ο Θεός; Οι Χριστιανοί ισχυρίζονται ότι ο Θεός είναι Πρόσωπο. Επομένως, είναι συνεπές προς τούτο να ισχυριστούμε ότι ο Θεός μπορεί να γίνει γνωστός μέσω της αυτο-αποκάλυψης, μ’ έναν τρόπο που ένα πρόσωπο γνωρίζεται, και που κι ο Θεός γνωρίζει εμάς.

Και, δεν θα πρέπει να παραξενευόμαστε, όταν βλέπουμε ότι οι φυσικές επιστήμες πολύ λίγο μπορούν να βοηθήσουν, καθώς θέτουμε ερωτήματα περί του Θεού και περί των σκοπών του.

(Οι κάτοικοι της Ανδρομέδας, Denis Osborne,εκδ. Πέργαμος σελ. 56-57)

GOD is NOWHERE (=πουθενά) ή GOD is NOW HERE (=τώρα εδώ);

Ένας αθεϊστής του προηγούμενου αιώνα είχε πάρει απόφαση, ώστε η κόρη του να μη αποκτήσει καμιά λαθεμένη θρησκευτική ιδέα, καθώς θα μεγάλωνε. Ήξερε ότι, όταν θα πήγαινε στα σπίτια μερικών συμμαθητριών της, θάβλεπε να κρέμονται στους τοίχους ορισμένα Βιβλικά χωρία, όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή. Για να αντιμετωπίσει αυτό το φαινόμενο, είχε κρεμάσει μέσα στη σάλα του σπιτιού τους – όσο ακόμα το κορίτσι ήταν μικρό και δεν μπορούσε να διαβάσει – ένα αντίθετο κείμενο, που έλεγε απλά:
Ο ΘΕΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΟΥΘΕΝΑ  (Σημ. τ. μετ.: Αγγλικά GOD is NOWHERE )

Λίγους μήνες αργότερα, το κοριτσάκι ξάφνιασε τον πατέρα, λέγοντάς του ότι μπορούσε να διαβάσει «τη γραφή στον τοίχο». Με υπερηφάνεια, αργά-αργά, και συλλαβή προς συλλαβή, όπως συνηθίζουν τα παιδιά σ’ αυτή τη μικρή ηλικία, και διάβασε:

«Ο Θεός υπάρχει, τώρα εδώ». (Σημ. τ. μετ.: Το προηγούμενο ΠΟΥΘΕΝΑ (NOWHERE) έγινε τώρα από το κοριτσάκι ΤΩΡΑ ΕΔΩ (NOW HERE), καθώς η λέξη χωρίστηκε διαφορετικά. Τούτο είναι δύσκολο να δοθεί και στην Ελληνική μετάφραση και το σημειώνουμε εδώ, μια που οι περισσότεροι σήμερα ξέρουν έστω και λίγα Αγγλικά, ώστε να φανεί το πάθημα του ανθρώπου, που θέλει να αποφύγει την πανταχού παρουσία του Θεού).

Απορείς μερικές φορές για τον Θεό; Επειδή ο Θεός δεν είναι «κάπου», το έργο της έρευνας γι’ αυτόν διαφέρει από κάθε άλλη έρευνα, που θα μπορούσαμε να κάνουμε. Όταν ο απόστολος Παύλος μιλούσε στους φιλοσόφους στην Αθήνα, τους είπε για το ψηλάφισμα του Θεού, προκειμένου να τον βρουν, και συνέχισε με τα εξής λόγια: «Καίτοι δεν είναι μακρυά από τον καθένα μας». Και, για να δώσουμε τα ίδια τα λόγια Έλληνα συγγραφέα:
«Εν αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν».

(Οι κάτοικοι της Ανδρομέδας, Denis Osborne, εκδ. Πέργαμος σελ. 49-50)

Η απαίτηση της Κριτικής για να αναγνωρίσει την εκ νεκρών Ανάσταση του Ιησού ως αναντίρρητο ιστορικό γεγονός είναι, καθώς ήδη είπαμε, η εξής:
«Να θυσίαζαν οι πρώτοι κήρυκες της Ανάστασης κι αυτή τη ζωή τους, υποστηρίζοντας με το αίμα τους τη μαρτυρία τους».
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Εδώ πρέπει τώρα να μελετήσουμε διάφορες περιπτώσεις θανάτου για να ξεχωρίσουμε τη μοναδική κι αξιοθαύμαστη περίπτωση των Αποστόλων του Χριστού.
1.Θάνατος για ιδεολογία
Μπορεί να θανατωθεί ένας άνθρωπος για τις αρχές και την ιδεολογία του, χωρίς με τούτο να συμβαίνει ώστε, κατ’ ανάγκη, οι αρχές κι ιδέες του να είναι αγαθές κι αληθινές. Η ιστορία μας το διδάσκει αυτό, φέρνοντας αρκετά παραδείγματα μαρτύρων, για πολλαπλές αρχές και ιδέες – πολιτειακές, φιλοσοφικές και θρησκευτικές, - που δεν ήσαν ούτε αγαθές ούτε και αληθινές.
Στην περίπτωση μάλιστα που η θανάτωση είναι αναγκαστική – κατόπιν δικαστικής απόφασης ανέκκλητης – το να δεχθεί ένας το θάνατο, για τις αρχές και τις ιδέες του, δεν προσθέτει με το θάνατό του αυτόν κανένα κύρος σ’ αυτές· γιατί, εφόσον ο θάνατος είναι υποχρεωτικός και με το να τις αρνιόταν δεν θα ξέφευγε τη θανάτωσή του, είναι φυσικό – καθιερωμένο από τον ανθρώπινο εγωισμό – να τις κρατήσει μέχρι θανάτου.
Διαφορετική όμως είναι η περίπτωση όταν ανοίγεται στον μελλοθάνατο η πόρτα να ξεφύγει τον θάνατο εάν θα αρνιόταν τις αρχές αυτές και τις ιδέες του. Εδώ, με το να προτιμήσει αυτός το θάνατο, αποδείχνει ότι σοβαρά τις πιστεύει και μάλιστα τις εκτιμάει περισσότερο απ’ τη ζωή του: Αλλά, και πάλι, εδώ δεν αποδείχνεται με τούτο ότι οι αρχές κι ιδέες του είναι αντικειμενικά αγαθές κι αληθινές. Έχουμε παραδείγματα ανθρώπων ενθουσιαστών ή φανατικών. Έχει κι η πλάνη τους μάρτυρές της, καθώς τους έχει κι η αλήθεια, μας διδάσκει πάλι η Ιστορία· η Βίβλος, μάλιστα, προχωρεί ακόμα πιο πέρα, και μας λέει ότι κι ο σατάν έχει τα θαυματουργά όργανά του, καθώς τα έχει κι ο Θεός (Έξοδος 7/10-12, 20-22, 8/5-7, 17-18. Δευτερονόμιο 13/1-3. 2 Θεσσαλονικείς 2/9-10).
2.Θάνατος για εξωτερικό γεγονός
Προχωρώντας τώρα πιο πέρα, πρέπει να κάνουμε και μια άλλη ακόμα διάκριση· πρέπει να ξεχωρίσουμε μεταξύ «Ιδέας» (φρονήματος) και «Γεγονότος» (εξωτερικού). Διαφέρει η Ιδέα από το Γεγονός· η Ιδέα γεννιέται μες στη Διάνοια, ενώ το γεγονός γεννιέται έξω απ’ τη Διάνοια, κι έρχεται μέσα από τα αισθητήρια του σώματος. Η πρώτη είναι κυρίως υποκειμενική, το δεύτερο είναι κυρίως αντικειμενικό.
Έτσι, ας θεωρήσουμε την περίπτωση ενός μάρτυρα, που προτιμάει να πεθάνει βεβαιώνοντας ένα Γεγονός (όχι Ιδέα), παρά να ξεφύγει το θάνατο με το να το αρνηθεί. Ο θάνατος αυτός έχει αποδεικτική δύναμη για το μαρτυρούμενο γεγονός, μεγαλύτερη από όση θα είχε με ίσους όρους για υποστήριξη μιας Ιδέας· γιατί, καθώς είπαμε, η Ιδέα έχει μέσα της πολλά υποκειμενικά στοιχεία, που μπορεί να γεννήσουν την προκατάληψη, ενώ το εξωτερικό Γεγονός, - όταν αποκλειστεί η περίπτωση ψευδαίσθησης – είναι αντικειμενικό.
Και, αν πολλοί, περισσότεροι από έναν μάρτυρες, προτιμήσουν ελεύθερα το θάνατο για να βεβαιώσουν το ίδιο Γεγονός – όχι όλοι μαζί, αλλά χωριστά σε διάφορους τόπους και διάφορες χρονικές στιγμές – οι θάνατοι αυτοί στο σύνολό τους έχουν πολύ περισσότερη αποδεικτική δύναμη από όση ένας απ’ αυτούς.
Και, εάν επί πλέον ακόμα βεβαιωθεί ότι, όλοι αυτοί προτού χύσουν το αίμα τους ζούσαν επί χρόνια σταθερά κάτω από την επίδραση του Γεγονότος εκείνου, μια καινούρια ζωή που είχε αλλάξει ριζικά την προηγούμενη ζωή τους, μια ζωή αφιερωμένη εξολοκλήρου στο να σώσουν τους συνανθρώπους τους από την πλάνη και την κακία, ανακοινώνοντας σ’ αυτούς για να πιστέψουν το μέγα και σωτήριο Γεγονός, που αυτοί είδαν, άκουσαν και ψηλάφησαν, και γι’ αυτό δούλεψαν αδιάκοπα με ζήλο κι αυταπάρνηση απόλυτη, με σταθερότητα και θάρρος, με μια γαλήνη ενωμένη με δύναμη που ξετύλιξαν μέσα στους ακατάπαυστους και τρομερούς κινδύνους, μ’ ένα ανώτερο και απόλυτα ισορροπημένο πνεύμα, που διαλάμπει από τις λίγες σελίδες που μας άφησαν, απαλλαγμένοι από μυστική έξαρση και φανατισμό, αφιερώνοντας ακόμα και την τελευταία στιγμή προτού χυθεί το αίμα τους για να βεβαιώσουν το Γεγονός· κατόπι από μια τέτοια μεταβολή ζωής, ο εκούσιος θάνατος των μαρτύρων τούτων έχει, για την αμερόληπτη Κριτική – έστω και μόνος του χωρίς άλλες συνοδευτικές αποδείξεις – ένα άπειρο βάρος που δικιολογεί την πλήρη πίστη στο μαρτυρούμενο γεγονός.
3.Μοναδικότητα της μαρτυρίας των αποστόλων
Λοιπόν, τέτοια περίπτωση εκουσίων θανάτων, ανθρώπων μοναδικής ηθικής τελειότητας, για να βεβαιώσουν ένα Γεγονός παγκόσμιας σημασίας, είναι μοναδική στην Παγκόσμια Ιστορία, κι είναι η περίπτωση των Αποστόλων του Χριστού που βεβαιώνουν την Ανάστασή του από τους νεκρούς.

(βιβλίο: Οι αρνητές του υπερφυσικού, Κ. Μεταλληνός, εκδ. Πέργαμος 1987, σελ.104-107)

Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που δεν γνωρίζουν, αλλά πιστεύουν ότι είναι αλήθεια. Κανείς δεν πέθανε για κάτι που και γνωρίζει και πιστεύει ότι δεν είναι αλήθεια!
Ως επιχείρημα για την Ανάσταση του Χριστού λέμε οι Χριστιανοί ότι κανείς δεν θα έδινε τη ζωή του για ένα ψέμα. Οι Απόστολοι όμως έδωσαν τη ζωή τους για το Χριστό.

Πολλοί άπιστοι απαντούν ότι και άλλοι έδωσαν και δίνουν τη ζωή τους για μία πίστη, ιδεολογία, ιδανικό κλπ. Οπότε το επιχείρημα της αυτοθυσίας, μας λένε, δεν έχει δύναμη. Μπορούν να το επικαλεστούν οι πάντες!
Υπάρχει όμως μία τεράστια διαφορά. Ένας μουσουλμάνος κλπ, πεθαίνει για το Ισλάμ διότι πιστεύει ότι το Ισλάμ είναι η αλήθεια. Δεν το ξέρει ως αυτόπτης και αυτήκοος με αποδείξεις διότι δεν ήταν εκεί στη σπηλιά που ο Μωάμεθ είδε το πρώτο «όραμα» όπως είπε εκ των υστέρων ο ίδιος. Απλώς το πιστεύει. Του το κήρυξαν και αυτός το πιστεύει. Και για αυτήν την αλήθεια που πιστεύει πεθαίνει.

Αλλά μπορεί κάποιος να αυταπατάται ή να έχει παραπλανηθεί ή εξαπατηθεί κλπ. Άρα η αυτοθυσία του όντως δεν αποδεικνύει τίποτα. Το ίδιο για όλες τις θρησκείες και ιδεολογίες.

Άλλο οι ιδρυτές, άλλο οι οπαδοί! Οι πρώτοι ερευνώνται ιστορικά, όχι οι δεύτεροι!
Οι Απόστολοι όμως είναι τελείως διαφορετική περίπτωση. Δεν πέθαναν για κάτι που πίστεψαν ως αλήθεια. Αλλά για κάτι που ήξεραν! Για ένα γεγονός!
Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που «πιστεύουν» ότι είναι αλήθεια. Κανείς όμως δεν πεθαίνει για κάτι που «γνωρίζει», όχι πιστεύει, γνωρίζει ότι δεν είναι αλήθεια.
Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που είναι ψέμα αλλά το πιστεύουν ως αλήθεια. Κανείς δεν πεθαίνει για κάτι που είναι ψέμα και το γνωρίζει καλά ότι είναι ψέμα!
Αν η Ανάσταση δεν είχε γίνει τότε οι μαθητές θα πέθαιναν για κάτι που ήξεραν καλά ότι είναι ψέμα. Αυτό είναι η ύψιστη ανοησία και δεν συνέβη ποτέ εκτός αν κάποιος είναι παράφρων ή πλανήθηκε. Αν οι Απόστολοι ήταν παράφρονες ή πλανήθηκαν είναι βεβαίως ένα επόμενο θέμα προς διερεύνηση.
Άρα δεν μας ενδιαφέρει η αυτοθυσία των οπαδών μιας θρησκείας μέσα στους αιώνες, ούτε καν των πρώτων μαθητών της, συμπεριλαμβανομένου και του Χριστιανισμού. Αυτοί μπορεί κάλλιστα να παραπλανήθηκαν και παρασύρθηκαν από τους ιδρυτές μιας θρησκείας και να την πίστεψαν ως αληθινή έστω και αν δεν είναι.
Μας ενδιαφέρει ο θάνατος των πρώτων αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων μιας θρησκείας, των ιδρυτών της! Αυτοί οι πρώτοι πέθαναν για την πίστη τους; Και εννοούμε θάνατο που θα μπορούσαν να αποφύγουν, όχι θάνατο αναγκαστικό! Αν επέλεξαν οι ίδιοι και μάλιστα με χαρά να υποστούν φρικτά βασανιστήρια ενώ είχαν την επιλογή να τα γλιτώσουν, για τέτοιο θάνατο μιλάμε! Πέθαναν για αυτά τα υπερφυσικά γεγονότα που βεβαίωναν; Διότι μόνο αυτοί γνώριζαν την αλήθεια από πρώτο χέρι. Όχι οι μαθητές τους. Αλλά αυτοί οι δάσκαλοι!
Άρα ο εκούσιος θάνατος και η αυτοθυσία εκατομμυρίων μαρτύρων Χριστιανών, κατ’ ουσίαν και αντικειμενικά, όντως δεν είναι αποδεικτικό επιχείρημα της Ανάστασης του Χριστού!
Αντιθέτως, ο εκούσιος θάνατος και η αυτοθυσία των αυτοπτών Αποστόλων για το γεγονός της Ανάστασης είναι αποδεικτικό επιχείρημα, διότι μόνο αυτοί ήξεραν ακριβώς αυτό για το οποίο πέθαιναν. Όχι πίστευαν, αλλά ήξεραν από πρώτο χέρι. Δεν θα πέθαιναν, αυτοί και μόνο αυτοί, για κάτι που, αυτοί και μόνο αυτοί, ήξεραν καλά ότι είναι μύθος, ότι είναι ψέμα, ότι δεν έγινε ποτέ!


(παρακάτω ένας διάλογος του π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου με άπιστο νέο)
- (π. Επιφάνιος) Μείζων δέ πάντων των γεγονότων τούτων, ή Ανάστασίς Του. Όλο τό οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στό γεγονός τής Αναστάσεως. Αυτό δεν τό λέω εγώ. Τό λέγει ό Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία ή πίστις ημών». Άν ό Χριστός δέν αναστήθηκε, Όλα καταρρέουν. Ό Χριστός όμως ανέστη, που σημαίνει ότι είναι Κύριος τής Ζωής καί του Θανάτου, άρα Θεός.
- Εσείς τά είδατε όλα αυτά; Πώς τά πιστεύτετε;
- Όχι, εγώ δέν τά είδα. Αλλ’ αυτοί που τά είδαν, δηλ. οι Απόστολοι, τά εβεβαίωσαν καί προσυπέγραψαν αυτήν τήν μαρτυρία τους μέ τό αίμα τους. Ή μαρτυρία της θυσίας της ζωής είναι ή ύψιστη μαρτυρία.
Φέρε μου και σύ κάποιον, πού νά μου πή ότι ό Μαρξ πέθανε και ανέστη και νά πεθάνη γι’ αυτό πού λέει και εγώ θά τόν πιστέψω, ως τίμιος άνθρωπος.
-  Νά σάς πω. Χιλιάδες μαρξιστές βασανίσθηκαν και πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Γιατί δέν ασπάζεσθε και σεις τόν μαρξισμό;
-  Τό είπες και μόνος σου. Οι μαρξιστές πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Δέν πέθαναν γιά γεγονότα. Σέ μιά ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο νά υπεισέλθη πλάνη. Επειδή δέ είναι ίδιον τής ανθρώπινης ψυχής νά θυσιάζεται γιά κάτι πού πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί μαρξιστές πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Αυτό δέν μάς υποχρεώνει νά τήν δεχθούμε σάν σωστή. Άλλο νά πεθαίνης γιά ιδέες και άλλο νά πεθαίνης γιά γεγονότα.
Οι Απόστολοι όμως δέν πέθαναν γιά ιδέες. Ούτε γιά τό «αγαπάτε αλλήλους», ούτε γιά τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οι Απόστολοι πέθαναν μαρτυρούντες υπερφυσικά γεγονότα.

Και όταν λέμε γεγονός, εννοούμε ότι υποπίπτει στις αισθήσεις μας και γίνεται αντιληπτό απ’ αυτές. Οι Απόστολοι εμαρτύρησαν «δι’ ά ακηκόασι και εθεάσαντο και αί χείρες αυτών εψηλάφησαν». Και ό Ευαγγελιστής Ιωάννης αυτό ακριβώς λέγει: «ό εωρακώς μεμαρτύρηκε», δηλ. εγώ ό ίδιος πού γράφω αυτά, εγώ ό ίδιος είδα τόν εκατόνταρχο νά λογχίζη τήν πλευράν Του και νά εξέρχεται αίμα και νερό από αυτήν.
Ό Πασκάλ κάμνει έναν πολύ ωραίο συλλογισμό. Λέγει, λοιπόν, ότι μέ τους Αποστόλους συνέβη εν εκ τών τριών: Ή ηπατήθησαν ή μάς εξηπάτησαν ή μάς είπαν τήν αλήθεια….  (βιβλίο: Υποθήκες Ζωής, σελ. 203-206)

Σελίδα 1 από 9