Ο πίνακας και το σπίτι.
Ένας πλούσιος παράγγειλε στο Λεονάρντο ντα Βίντσι κάποιον πίνακα.

Αφού του έδωσε την παραγγελία, τον κάλεσε κατόπιν στο σπίτι του για να του δείξη το δωμάτιο όπου θα κρεμούσε το κάδρο.
— Βλέποντας το περιβάλλον εκεί μέσα, του είπε, θα κανονίσετε τί χρώματα θα βάλετε στον πίνακα, ώστε να είναι ταιριαστός σ' αυτό.
Κι ο Λεονάρτο ντα Βίντσι του αποκρίθηκε:
— Κατάλαβα... Αλλά μάλλον κάτι άλλο πρέπει να γίνη. Άφησέ με να φτιάξω τον πίνακα και κατόπιν χτίσε γύρω του εσύ ένα σπίτι που να του ταιριάζη.
Πόσοι και πόσοι, αλλοίμονο, δεν έχουν το χριστιανισμό σαν στόλισμα προσαρμοσμένο στη ζωή τους, ενώ θάπρεπε να προσαρμόσουν τη ζωή τους σ’ αυτόν!
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο184)

Ο περισσότερος κόσμος της εποχής μας είναι μορφωμένος κοσμικά και τρέχει με την κοσμική μεγάλη ταχύτητα.

Επειδή όμως του λείπει ο φόβος του Θεού – «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110, 10) –, λείπει το φρένο, και με ταχύτητα, χωρίς φρένο, καταλήγει σε γκρεμό. Οι άνθρωποι είναι πολύ προβληματισμένοι και οι περισσότεροι πολύ ζαλισμένοι. Έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους. Σιγά‐σιγά κατευθύνονται προς το να μην μπορούν να ελέγχουν τον εαυτό τους.

Αν αυτοί που έρχονται στο Άγιον Όρος είναι τόσο πολύ συγχυσμένοι, τόσο μπερδεμένοι, με τόσο άγχος , σκεφθήτε οι άλλοι που είναι μακριά από τον Θεό, από την Εκκλησία, πώς θα είναι! Και βλέπεις σε όλα τα κράτη φουρτούνα, ζάλη μεγάλη! Ο καημένος ο κόσμος – ο Θεός να βάλει το χέρι Του! – βράζει σαν την χύτρα ταχύτητος. Και οι μεγάλοι πώς τα φέρνουν! Μαγειρεύουν‐μαγειρεύουν, τα ρίχνουν όλα στην χύτρα ταχύτητος και σφυρίζει τώρα η χύτρα! Θα πεταχθή σε λίγο η βαλβίδα! Είπα σε κάποιον που είχε μία μεγάλη θέση:

«Γιατί μερικά πράγματα δεν τα προσέχετε; Τί θα γίνει;».

«Πάτερ μου, μου λέει, λίγο χιόνι ήταν πρώτα το κακό, τώρα έχει γίνει ολόκληρη χιονοστιβάδα. Μόνο ένα θαύμα μπορεί να βοηθήση».

Αλλά και με τον τρόπο που πηγαίνουν μερικοί να βοηθήσουν την κατάσταση, κάνουν μεγαλύτερη την χιονοστιβάδα του κακού. Αντί να λάβουν ορισμένα μέτρα για την παιδεία κ .λπ., κάνουν χειρότερα. Δεν κοιτάζουν πώς να διαλύσουναυτήν την χιονοστιβάδα, αλλά την κάνουν μεγαλύτερη. Βλέπεις, το χιονάκι είναι λίγο στην αρχή. Αν κυλήση στον κατήφορο , γίνεται ένας σβώλος . Ο σβώλος, καθώς μαζεύει και άλλο χιόνι , ξύλα , πέτρες κ .λπ., γίνεται σιγά‐σιγά μεγαλύτερος‐μεγαλύτερος, και τελικά γίνεται ολόκληρη χιονοστιβάδα . Έτσι και το κακό λίγο‐λίγο έχει γίνει πια χιονοστιβάδα και κυλάει, τώρα θέλει βόμβα για να σπάση.

– Αγωνιάτε, Γέροντα;

– Άχ , τί άσπρισαν τα γένια μου πρόωρα; Εγώ πονάω δυο φορές , μία , όταν προβλέπω μία κατάσταση και φωνάζω, για να προλάβουμε ένα κακό που πρόκειται να γίνη, και μία , όταν δεν δίνουν σημασία – ίσως όχι από περιφρόνηση –, και συμβαίνη μετά το κακό και μου ζητούν τότε την συμπαράστασή μου.

Τώρα καταλαβαίνω τί τραβούσαν οι Προφήτες. Μεγαλύτεροι Μάρτυρες ήταν οι Προφήτες! Πιό μεγάλοι Μάρτυρες από όλους τους Μάρτυρες, παρʹ όλου που δεν πέθαναν όλοι με μαρτυρικό θάνατο. Γιατί οι Μάρτυρες για λίγο υπέφεραν, ενώ οι Προφήτες έβλεπαν μία κατάσταση και υπέφεραν συνέχεια. Φώναζαν‐φώναζαν, και οι άλλοι τον χαβά τους. Και όταν έφθανε η ώρα και ερχόταν η οργή του Θεού εξ αιτίας τους, βασανίζονταν και εκείνοι μαζί τους . Τουλάχιστον όμως τότε τόσο έφθανε το μυαλό των ανθρώπων. Άφηναν τον Θεό και προσκυνούσαν τα είδωλα. Σήμερα που καταλαβαίνουν, είναι η μεγαλύτερη ειδωλολατρία.
Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ο διάβολος βάλθηκε να καταστρέψη τα πλάσματα του Θεού. Έχει κάνει παγοινιά (Παγοινιά ή παγγεν(ε)ία (πάντες από κοινού, πάν το κοινόν): εργασία την οποία αναλαμβάνουν όλοι μαζί οι αδελφοί μίας Μονής ή μίας Σκήτης.) , να καταστρέψη τον κόσμο.

Λύσσαξε, γιατί άρχισε να μπαίνη στον κόσμο η καλή ανησυχία. Είναι πολύ αγριεμένος, γιατί γνωρίζει ότι είναι λίγη η δράση του (Βλ. Αποκ. 12, 12). Τώρα κάνει όπως ένας εγκληματίας πού, όταν τον κυκλώνουν, λέει: «Δεν έχω σωτηρία! Θα με πιάσουν!». και τα κάνει όλα γυαλιά‐καρφιά. Ή όπως οι στρατιώτες, που εν καιρώ πολέμου, όταν τελειώσουν τα πυρομαχικά, βγάζουν την λόγχη ή το σπαθί και ρίχνονται και ό,τι γίνει. Σού λέει: «Έτσι κι αλλιώς χαμένοι είμαστε, ας σκοτώσουμε όσο πιο πολλούς μπορούμε».

Ο κόσμος καίγεται! Το καταλαβαίνετε; Έπεσε πολύς πειρασμός. Τέτοια πυρκαγιά έχει βάλει ο διάβολος, που ούτε όλοι οι πυροσβέστες αν μαζευθούν, δεν μπορούν να κάνουν τίποτε, αναγκάζονται οι άνθρωποι να στραφούν στον Θεό και να Τον παρακαλέσουν να ρίξη μία βροχή γερή, για να σβήση. Έτσι και για την πνευματική πυρκαγιά που άναψε ο διάβολος, μόνον προσευχή χρειάζεται, για να βοηθήση ο Θεός.
Όλος ο κόσμος πάει να γίνη μία περίπτωση. Γενικό ξεχαρβάλωμα! Δεν είναι να πής: «Σʹ ένα σπίτι χάλασε λίγο το παράθυρο ή κάτι άλλο, ας το διορθώσω». Όλο το σπίτι είναι ξεχαρβαλωμένο. Έχει γίνει χαλασμένο χωριό. Δεν ελέγχεται πια η κατάσταση. Μόνον από πάνω, ό,τι κάνει ο Θεός. Τώρα είναι να δουλεύη ο Θεός με το κατσαβίδι, με χάδια, με σκαμπίλια, να το διορθώση. Μία πληγή έχει ο κόσμος που κιτρίνισε και θέλει σπάσιμο, αλλά ακόμη δεν ωρίμασε καλά. Πάει να ωριμάση το κακό, όπως τότε στην Ιεριχώ (Βλ. Ι. Ναυή 6, 24) που ήταν για απολύμανση.
Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «Με Πόνο και Αγάπη» ‐ σ.14

Υπέροχο παράπονο. 
Κάποτε ένας άθεος παρασύρθηκε από ευσεβή γνωστό του και πήγε μαζί του στην Εκκλησία, όπου είχε να πατήση το πόδι του από πολλά χρόνια.
Στην έξοδό τους, είπε ειρωνικά στον πιστό.
- Οι προσευχές σας μου φαίνονται πολύ μακρές. Δεν θα μπορούσαν να ναι πιο σύντομες;
Κι ο πιστός του απάντησε:
- Γιατί όχι; Αλλά, να ξέρεις, αυτό συμβαίνει για τον εξής λόγο: όσο περισσότεροι λείπουν από την Εκκλησία, τόσο πιο πολλά είναι αναγκασμένοι οι παρόντες να λένε στον Θεό. Διότι λένε κι αυτά που θάλεγαν οι απόντες αδελφοί τους.
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο594)

Τα αίτια της απιστίας

Ο ιεραπόστολος Μορφάτ εκήρυττε ανάμεσα στους αγρίους για την ανάσταση των νεκρών και την μελλοντική κρίση και όλοι τον άκουγαν με μεγάλη έκπληξη. Ο αρχηγός μάλιστα παραξενεύθηκε πολύ και άρχισε τις ερωτήσεις, όπως π.χ. αν θ' αναστηθούν όλοι, αν θ’ αναστηθή ο πατέρας του κλπ. Και ενώ ο ιεραπόστολος τον εβεβαίωνε, ο άγριος αρχηγός εφώναξε:

— Ξέρεις ότι σ’ αγαπώ πολύ. Αυτό όμως δεν το πιστεύω. Δεν θα γίνη. Δεν είναι δυνατόν να γίνη.
— Γιατί φίλε μου; είπε ο Μορφάτ.
—Έχω σφάξει τόσες χιλιάδες. Θ’ αναστηθούν όλοι λοιπόν; Να, η αίτια της απιστίας στην χαρμόσυνη αυτή αλήθεια. Πόσοι άλλοι «πολιτισμένοι» προσπαθούν να την απορρίψουν ακριβώς γιατί δεν τους συμφέρει!...
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο470)

Ηττημένος νικητής

«Αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ήμών» (A’ Ιωαν. ε’ 4)
Στα 1867 ιδρύθη στην Αγγλία ένας σύλλογος απίστων με επικεφαλής τον φιλόσοφο Μπράϊτον. Ο άπιστος φιλόσοφος σε μια ομιλία του, στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, υποσχέθηκε να κρημνίση την πίστι στην ανάστασι του Χριστού.

Στις 3 Μαΐου του 1870 οι εφημερίδες εκαλούσαν τον μορφωμένο κόσμο στον οποίον θα εξέθετε ο φιλόσοφος τα πορίσματα των ερευνών του, που έκαμε επί τρία χρόνια. Ανάμεσα στο πυκνό ακροατήριό του εμφανίσθη ο Μπράΐτον να κηρύξη την νίκη, αλλά από την αντίστροφο πλευρά.

Κύριοι, τρία χρόνια εργάσθηκα για την αποψινή μου ομιλία. Θέλησα να νικήσω την πίστι στην ανάστασι του Χριστού, μα εκείνη με ενίκησε...
...«Και πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν Αυτής!».


(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο571)

Το βάλσαμον. 
Ανέκαθεν το ανθρώπινον πνεύμα στάθηκε με έκσταση μπροστά στην παγερή σιωπή του τάφου.

Διερεύνησε με αγωνία το μυστήριο του θανάτου και ρώτησε με επιμονή:

«Από που έρχομαι και που πηγαίνω;».
Αλλά στην αγωνιώδη αυτή ερώτηση, του δόθηκαν οι πιο αντίθετες απαντήσεις:
«Από το Μηδέν στο Πουθενά», απάντησε αποκαρδιωτικά η αυτάρεσκη Απιστία.
«Εκ του θανάτου εις την Ζωήν», απέδειξε ο Ιησούς «παρά τη πύλη» της Ναΐν.

Και ο μεν σκεπτικιστής αποσβολωμένος μπροστά στο αίνιγμα του θανάτου, αναφωνεί μελαγχολικά μαζί με τον Ιούλιο Σιμόν:

« Γεννήθηκα με την άγνοια. Έζησα με την αμφιβολία. Πεθαίνω με την αβεβαιότητα. Ω! υπέρτατον Ον, λυπήσου με !».
Ο Χριστιανός όμως αντιμετωπίζει το θάνατο με τις γαλήνιες επιθανάτιες λέξεις του Λακορνταίρ:

«Θεέ μου, Θεέ μου, άνοιξέ μου, άνοιξέ μου ! και τον χαιρετίζει όπως ο περίφημος αστρονόμος Βιγουρδάν στον επικήδειο του μεγάλου μαθηματικού Πουανκαρέ:

«Δεν σου απευθύνω τελευταίον αποχαιρετισμόν — είπε προς τον νεκρό — αλλά καλήν συνάντησιν εις τα πέραν του τάφου, τα οποία το λογικόν βλέπει εν εσόπτρω, τα οποία η καρδία μαντεύει και όπου ο Θεός επαγγέλλεται αθάνατον ειρήνην εις όλους τους εργάτας του αγαθού».
Το «Μη κλαίε» λοιπόν, της Ναΐν, δεν στάθηκε βάλσαμο για την τραυματισμένη καρδιά μιας μονάχα μητέρας. Υπήρξε δύναμις και παραμυθία για μυριάδες ψυχές.

Και πάντα, όταν σέρνουμε βαρύ το βήμα πάνω στον τάφο αγαπημένων νεκρών, όταν ο πόνος σπαθίζη την ψυχή μας και το δάκρυ ρέη καφτό από τα μάτια μας, τίποτε άλλο δεν μπορεί τότε να παύση τους λυγμούς, να στειρεύση το δάκρυ, να εμπνεύση την ελπίδα, παρά η μυστική, η αιωνία κι αθάνατη φωνή της Ναΐν: «Μη κλαίε».


Από το βιβλίο «Κογχύλια από την Τιβεριάδα»
(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο536)

Η φωνή του Πνεύματος. 
Διηγούνται, πως κάποτε μια συντροφιά ασεβών βρήκε τρόπο διασκεδάσεως τη διακωμώδηση του ιερού Ευαγγελίου.

Πήρε ο πρώτος της παρέας στα χέρια του την αγία Γραφή και άρχισε να διαβάζη απομιμούμενος τη φωνή του ιερέως του. Το κομμάτι που διάβαζε, ήταν κατά τύχην η παραβολή του Ασώτου.
«Άνθρωπός τις είχε δύο υιούς», εδιάβαζε ο κωμωδός. «Και συναγαγών άπαντα ο νεώτερος απεδήμησεν εις χώραν μακράν...».

«Σαν και σένα, Γιάννη», του φώναξε ο πιο έξυπνος και η παρέα άρχισε να καγχάζη.
«Και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού, ζων ασώτως».

«Σαν και σένα, Γιάννη», του ξαναφώναξαν αστεϊζόμενοι.

Αλλ' εκείνος αυτή τη φορά δε μίλησε. Κάτι ένοιωθε μέσα του, καθώς έβλεπε μέσα στις γραμμές της παραβολής, που θέλησε να περιγελάση, να αναδύεται ο ίδιος ο εαυτός του. Ένας κόμπος έδενε το λαιμό του.

Και όταν έφθασε στο «Αναστάς, πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου», ξέσπασε σε δάκρυα. Οι άλλοι τον κύτταζαν κατάπληκτοι.

Αλλ’ εκείνος «αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού». Το Πνεύμα του Θεού του είχε μιλήσει σε μια ανεπάντεχη στιγμή με ένα εντελώς ξεχωριστό τρόπο...
Και σε σένα κράζει το Πνεύμα, φίλε αναγνώστα. Προσπάθησε ν’ ακούσης τη φωνή του.

«Εξαπέστειλεν ο Θεός το πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών, κράζον, Αββά, ο πατήρ». Ακούεις την κραυγή του;
Από το βιβλίο «Ύδωρ εκ Πέτρος- του κ. Κ. Κούρκουλα

Ένας άθεος προσεύχεται! 

Στις φοβερές μάχες του Στάλινγκραντ, το 1942—43, ένας Ρώσος στρατιώτης, ο Μίτια, αναφέρει το εξής περιστατικό:

Οι Γερμανοί μας κτυπούσαν σκληρά. Σε μια στιγμή είδα ένα Γερμανό να έρχεται επάνω μου, και αμέσως άλλον.. άλλον.. μια ολόκληρη σειρά. Άρπαξα το πολυβόλο μου και οι σφαίρες έφευγαν βροχή.

Ξαφνικά το πολυβόλο σταμάτησε. Οι σφαίρες είχαν τελειώσει! Οι Γερμανοί έφθασαν πολύ κοντά μου. Ένα σύγκρυο με έπιασε από τον τρόμο.

Στο φόβο μου, χωρίς να το νοιώσω, έβαλα μια φωνή:

«Θεέ μου, βοήθησέ με!...»

και έτρεχα να φθάσω στο πρόχωμα. Όσο έτρεχα, τόσο προσευχόμουνα. Σε λίγο ο κίνδυνος είχε φύγει, και εγώ αναρωτιόμουνα:

“Εγώ, κομμουνιστής, μέλος της Κομσομόλ, αρχηγός Μαχητικών Αθέων προσευχήθηκα!"

Μάλιστα, στον κίνδυνο και οι άθεοι προσεύχονται!

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο278)

Είπεν ο άφρων... Ουκ έστι Θεός

Ένας Θεολόγος στην Γερμανία, μπήκε σε μια ταβέρνα. Ένας από τους θαμώνες είπε δυνατά για να τον ακούση ο Θεολόγος:

—  Δεν υπάρχει Θεός!

Ο Θεολόγος τον πλησίασε και του είπε ήρεμα:

—  Φίλε μου, αυτό που είπες δεν είναι καθόλου καινούργιο. Η Αγία Γραφή το λέει τώρα και χιλιάδες χρόνια.

Ο άνθρωπος παραξενεύθηκε. Και ο Θεολόγος επανέλαβε τα λόγια του Ψαλμωδού: «Είπεν ο άφρων εν τη καρδία αυτού, ουκ έστιν Θεός» (Ψαλμ. ιγ' 1). 

—  Αλλά, φίλε μου, συνέχισε ο Θεολόγος, υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σ' εσένα και στον άφρονα. Εκείνος μόνο το σκέφθηκε, ενώ εσύ το διαλαλείς στις ταβέρνες.

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973, Νο567)

Θεοποίησις του εγώ

Κατηγορούσαν κάποτε μπροστά στον διάσημο Άγγλο φιλόσοφο Τζων Ράσσελ (1795-1878) κάποιον ορθολογιστή ως άθεο.

Κι ο Ράσσελ απάντησε:

— Αυτό είναι ψέμμα. Δεν πρόκειται καθόλου για άθεο. Κανείς στον κόσμο δεν είναι πραγματικά άθεος.

Ο άνθρωπος, για τον όποιο μου μιλάτε, πιστεύει απόλυτα στην ύπαρξη ανωτέρου Όντος, με τη διαφορά ότι αυτό το Όν είναι ο ίδιος ο εαυτός του.

Εκεί που ξερριζώνεται ο Θεός, λατρεύεται το Εγώ.

(Ψιχία από της τραπέζης, Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθήνα 1973 Νο380)

(από το βιβλίο: Εγώ, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1998, σελ. 157-169). 

Για τον Αϊνστάιν, όπως συχνά το είχε διευκρινίσει ο ίδιος, η «θρησκεία» ήταν μάλλον μια στάση δέους και θαυμασμού απέναντι στο σύμπαν, γνήσια ταπεινότητα απέναντι στην αρμονία της φύσης, και όχι πίστη σ’ έναν Θεό προσωπικό που μπορεί να κατευθύνει τις ζωές των ανθρώπων.

Γιατί μου γράφεις «ο Θεός πρέπει να τιμωρήσει τους Άγγλους»; Δεν διατηρώ στενές σχέσεις ούτε με τον έναν ούτε με τους άλλους. Βλέπω απλώς με μεγάλη λύπη ότι ο Θεός τιμωρεί τόσο πολλά παιδιά Του για τις πολυάριθμες ανοησίες τους, για τις οποίες όμως μόνο Αυτός ο Ίδιος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος. Κατά τη γνώμη μου, μόνο η ανυπαρξία Του μπορεί να τον δικαιολογήσει.
Επιστολή στον ελβετό συνάδελφό του Edgar Meyer, 2 Ιανουάριου 1915. Προσφέρθηκε από τον Robert Schulmann. Αναφέρεται επίσης στο CPAE Τόμ. 8 (υπό έκδοση).

Κάθε αληθινός ερευνητής της φύσης νιώθει κάποιου είδους θρησκευτική ευλάβεια, επειδή είναι αδύνατον να φανταστεί ότι αυτός είναι ο πρώτος που μελέτησε τα λεπτεπίλεπτα νήματα που συνδέουν όσα αντιλαμβάνεται.
1920. Αναφέρεται στο βιβλίο του Moszkowski, Conversations with Einstein, σελ. 46.

Εφόσον οι ψυχικές μας εμπειρίες συνίστανται από αναπαραγωγές και συνδυασμούς των αισθητηριακών εντυπώσεων, θεωρώ κενή και άνευ νοήματος την έννοια μια ψυχής χωρίς σώμα.
Επιστολή σε κάποια Βιεννέζα, 5 Φεβρουάριου 1921. Αρχείο Αϊνστάιν 43-847. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 40.

Δεν μπορώ να συλλάβω την έννοια ενός προσωπικού Θεού που κατευθύνει άμεσα τις πράξεις των ανθρώπων... Η θρησκευτικότητά μου συνίσταται στον ταπεινό θαυμασμό μπροστά στο άπειρα ανώτερο πνεύμα που αποκαλύπτεται μέσα από το μικρό κομμάτι της πραγματικότητας... το οποίο είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε.
Επιστολή σε τραπεζίτη του Κολοράντο, Αύγουστος 1927. Αρχείο Αϊνστάιν 48-380. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 66.

Όλα είναι καθορισμένα... από δυνάμεις που δεν τις ελέγχουμε. Είναι καθορισμένα για το έντομο όπως και για το άστρο. Οι άνθρωποι, τα φυτά ή η κοσμική σκόνη —όλα χορεύουν στον μυστηριώδη σκοπό που παίζει από μακριά κάποιος αόρατος αυλητής.
Στην εφημερίδα The Saturday Evening Post, 26 Οκτωβρίου 1929. Αναφέρεται στο βιβλίο του Clark, Einstein, σελ. 346-347.

Πιστεύω στο Θεό του Σπινόζα που αποκαλύπτεται μέσα στην αρμονία του όλου, και όχι σ’ ένα Θεό που ασχολείται με τη μοίρα και τις πράξεις των ανθρώπων.
Τηλεγράφημα σε εβραϊκή εφημερίδα, 1929. Αρχείο Αϊνστάιν 33-272. (Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Σπινόζα, Θεός και υλικός κόσμος είναι αδιάσπαστα. Όσο καλύτερα κατανοεί κανείς το σύμπαν τόσο πλησιάζει το Θεό.)

Όποιος έχει πειστεί απόλυτα για την παγκόσμια ισχύ της αρχής της αιτιότητας δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να αποδεχθεί την ιδέα ενός όντος που παρεμβαίνει στη ροή των γεγονότων... Δεν δέχεται ούτε τη θρησκεία του φόβου ούτε την κοινωνική και ηθική θρησκεία. Δεν μπορεί να συλλάβει ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί˙ κι αυτό για τον απλό λόγο ότι οι πράξεις του ανθρώπου καθορίζονται από εσωτερική και εξωτερική αναγκαιότητα, ώστε, στα μάτια του Θεού, ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι περισσότερο υπεύθυνος απ’ όσο ένα άψυχο αντικείμενο για τις κινήσεις που εκτελεί... Η ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου πρέπει να βασιστεί αποτελεσματικά στη σύμπνοια, τη μόρφωση, τους δεσμούς και τις ανάγκες της κοινωνίας˙ η θρησκευτική βάση δεν είναι απαραίτητη. Η ανθρώπινη κατάσταση θα ήταν αξιολύπητη αν η αυτοσυγκράτηση οφειλόταν στο φόβο της μετά θάνατον τιμωρίας ή στην ελπίδα της μετά θάνατον ανταμοιβής.
Από το «Θρησκεία και Επιστήμη», The New York Times Magazine, 9 Νοεμβρίου 1930, σελ. 1-4. Στα γερμανικά, στην Berliner Tageblatt, 11 Νοεμβρίου 1930.

Κάθε πράξη και σκέψη του ανθρώπινου γένους σχετίζεται με την ικανοποίηση των εσώτατων αναγκών και με την ανακούφιση του πόνου. Αυτό πρέπει να το έχει κανείς συνεχώς κατά νουν, αν θέλει να κατανοήσει τα πνευματιστικά κινήματα και την ανάπτυξή τους. Το συναίσθημα και η επιθυμία είναι οι κινητήριες δυνάμεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δημιουργίας.
Όπ.π.

Είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσει κανείς αυτό το [κοσμικό θρησκευτικό] συναίσθημα σε κάποιον που δεν το έχει ποτέ αισθανθεί... Οι θρησκευτικές μεγαλοφυΐες όλων των εποχών διακρίθηκαν από αυτό ακριβώς το είδος του θρησκευτικού συναισθήματος, που δεν γνωρίζει ούτε δόγματα ούτε τη σύλληψη του Θεού κατ’ εικόνα του ανθρώπου˙ γι’ αυτό και δεν υπάρχει εκκλησία η οποία να βασίζει την κεντρική διδασκαλία της στο συναίσθημα αυτό... Κατά τη γνώμη μου, η σημαντικότερη αποστολή της τέχνης και της επιστήμης είναι να αφυπνίσει αυτό το συναίσθημα και να το κρατήσει ζωντανό σε όσους είναι δεκτικοί.
Για την «κοσμική θρησκεία», ένας ύμνος στην ομορφιά και την αρμονία της φυσικής που έγινε κοινή πεποίθηση των φυσικών.
'Οπ.π.

Ισχυρίζομαι ότι το κοσμικό θρησκευτικό συναίσθημα είναι το ισχυρότερο και ευγενέστερο κίνητρο της επιστημονικής έρευνας.
'Οπ.π.

Κατά τη γνώμη μου, οι ωραιότερες υποθέσεις στο βασίλειο της επιστήμης πηγάζουν από ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα... Πιστεύω επίσης ότι αυτό το είδος θρησκευτικότητας... είναι η μόνη δημιουργική θρησκευτική δραστηριότητα της εποχής μας.
Στο Forum 83 (1930), σελ. 373.

Δεν μπορώ να συλλάβω την ιδέα ενός Θεού που ανταμείβει και τιμωρεί τα πλάσματά του, ή διαθέτει θέληση σαν τη δική μας. Δεν μπορώ και ούτε θα ’θελα να διανοηθώ έναν άνθρωπο που επιβιώνει του φυσικού του θανάτου. Ας αφήσουμε τις αδύνατες ψυχές να τρέφουν τέτοιες σκέψεις, από φόβο ή παράλογο εγωισμό.
Από το «Τι πιστεύω», Forum and Century 84 (1930), σελ. 193-194. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 8-11.

Οι πράξεις μας πρέπει να βασίζονται στην —πάντα παρούσα— επίγνωση ότι οι άνθρωποι στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις πράξεις τους δεν είναι ελεύθεροι αλλά κατευθυνόμενοι από την αιτιότητα τόσο όσο η κίνηση των άστρων.
Δήλωση στην Αμερικανική Εταιρεία Σπινόζα, 22 Σεπτεμβρίου 1932. Αρχείο Αϊνστάιν 33-291.

Η φιλοσοφία είναι σαν μια μητέρα που γέννησε και προίκισε όλες τις άλλες επιστήμες. Δεν πρέπει λοιπόν να γκρινιάζουμε για τη γύμνια και τη φτώχεια της, αλλά μάλλον να ελπίζουμε ότι κάτι από το δικό της δονκιχωτικό ιδανικό θα επιζήσει και μέσα στα παιδιά της, ώστε να μη βυθιστούν στη βαρβαρότητα.
Επιστολή στον Bruno Winawer, 8 Σεπτεμβρίου 1932. Αρχείο Αϊνστάιν 36-532. Αναφέρεται στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 106.

Δεν μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί τα δημιουργήματά του, που οι προθέσεις του μιμούνται τις δικές μας —με λίγα λόγια, ένα Θεό που είναι απλώς η αντανάκλαση των ανθρώπινων αδυναμιών... Μου φτάνει να ατενίζω το μυστήριο της συνειδητής ζωής που διαιωνίζεται, να συλλογίζομαι τη θαυμαστή δομή του σύμπαντος που αντιλαμβανόμαστε αμυδρά, και να προσπαθώ ταπεινά να κατανοήσω έστω και ένα απειροελάχιστο κλάσμα της ευφυΐας που εκδηλώνεται στη φύση.
Από «Το πιστεύω μου» για τη Γερμανική Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 1932. Αναφέρεται στο βιβλίο του Leach, Living Philosophies, σε λ. 3.

Η οργανωμένη θρησκεία ίσως μπορέσει να ξανακερδίσει ένα μέρος του σεβασμού που έχασε στον τελευταίο πόλεμο, αν αφιερωθεί στην ενεργοποίηση της καλής θέλησης και της ενέργειας των οπαδών της ενάντια στο ανερχόμενο ρεύμα της ανελευθερίας.
The New York Times, 30 Απριλίου 1934. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Pais, Einstein Lived Here, σελ. 205.

Δύσκολα θα βρει κανείς ανάμεσα στα πιο βαθυστόχαστα επιστημονικά πνεύματα κάποιον που να μην διαθέτει το δικό του θρησκευτικό συναίσθημα. Αυτό όμως είναι κάτι διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα του αφελούς ανθρώπου. Για τον δεύτερο, ο Θεός είναι ένα ον από τη φροντίδα του οποίου ελπίζει να ωφεληθεί και του οποίου φοβάται την τιμωρία˙ η εξιδανίκευση του συναισθήματος που νιώθει το παιδί για τον πατέρα του.
Από «Το θρησκευτικό πνεύμα της επιστήμης». Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Mein Weltbild, 1934. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 40.

Ο επιστήμονας διακατέχεται από την αίσθηση της παγκόσμιας αιτιότητας... Το θρησκευτικό του συναίσθημα παίρνει τη μορφή εκστατικής έκπληξης μπροστά στην αρμονία του φυσικού νόμου, όπου αποκαλύπτεται μια ευφυΐα τόσο ανώτερη ώστε, σε σύγκριση μ’ αυτήν, το σύνολο της συστηματικής σκέψης και οι πράξεις των ανθρώπινων όντων μοιάζουν εντελώς ασήμαντα... Το συναίσθημα αυτό αναμφισβήτητα είναι ανάλογο μ ε εκείνο που διακατείχε τις θρησκευτικές ιδιοφυΐες όλων των εποχών.
Όπ.π.

Ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης ζωής ή και της ζωής κάθε πλάσματος; Η απάντηση στο ερώτημα ανήκει στη θρησκεία. Ίσως αναρωτηθεί κανείς: Έχει άραγε νόημα να τίθεται μια τέτοια ερώτηση; Η απάντησή μου είναι ότι ο άνθρωπος που θεωρεί δίχως νόημα τη ζωή, τη δική του και των συνανθρώπων του, δεν είναι μόνο δυστυχής αλλά και ανάξιος για ζωή.
Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Mein Weltbild, 1934. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 11.

Όποιος ασχολείται σοβαρά με την επιστήμη, πείθεται ότι τελικά στους νόμους του σύμπαντος εκδηλώνεται ένας νους πολύ ανώτερος από το νου του ανθρώπου... Έτσι η ενασχόληση με την επιστήμη οδηγεί σε ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό συναίσθημα που είναι πραγματικά πολύ διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα κάποιου αφελέστερου ανθρώπου.
Επιστολή σε κάποιο παιδί που τον είχε ρωτήσει αν οι επιστήμονες προσεύχονται˙ 24 Ιανουαρίου 1936. Αρχείο Αϊνστάιν 42-601.

Οτιδήποτε θεϊκό και καλό υπάρχει στο σύμπαν πρέπει να το αποκρυπτογραφήσουμε και να το εκφράσουμε εμείς. Δεν μπορούμε να παραμένουμε αδρανείς και να το περιμένουμε από το Θεό.
Συζήτηση καταγεγραμμένη από τον Algernon Black, φθινόπωρο του 1940. Αρχείο Αϊνστάιν 54-834.

Ένας θρησκευόμενος άνθρωπος είναι ευσεβής υπό την έννοια ότι δεν αμφιβάλλει για τη σπουδαιότητα αυτών των υπερπροσωπικών στόχων και σκοπών οι οποίοι δεν απαιτείται ούτε είναι δυνατόν να θεμελιωθούν ορθολογικά.
Nature 146 (1940), σελ. 605.

Η πίστη στο ενδεχόμενο οι κανόνες που ισχύουν στον υπαρκτό κόσμο να είναι ορθολογικοί, δηλαδή κατανοητοί από τη λογική, ανήκει στη σφαίρα [της θρησκείας]. Δεν μπορώ να φανταστώ έναν πραγματικό επιστήμονα χωρίς αυτή τη βαθιά πίστη.
Από το «Επιστήμη και Θρησκεία», γραπτή συμμετοχή σε συμπόσιο που έγινε στη Νέα Υόρκη το 1941 με θέμα τη συμβολή της επιστήμης, της θρησκείας και της φιλοσοφίας στην υπόθεση της αμερικανικής δημοκρατίας. Αρχείο Αϊνστάιν 28-523. Στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 41-49.

Η επιστήμη χωρίς τη θρησκεία είναι χωλή, η θρησκεία χωρίς την επιστήμη είναι τυφλή.
Όπ.π., σελ. 46. (Η ρήση αυτή ίσως αποτελεί λογοπαίγνιο σχετιζόμενο με τη ρήση του Καντ «Η αντίληψη χωρίς την ενόραση είναι κενή, η ενόραση χωρίς την αντίληψη είναι τυφλή».)

Κυρία πηγή των σημερινών συγκρούσεων ανάμεσα στη σφαίρα της θρησκείας και τη σφαίρα της επιστήμης είναι η έννοια του προσωπικού Θεού.
Όπ.π., σελ. 47.

Στον αγώνα τους για το ηθικό καλό οι θρησκευτικοί δάσκαλοι πρέπει να έχουν το ανάστημα να παραιτηθούν από το δόγμα του προσωπικού Θεού, να παραιτηθούν δηλαδή από αυτή την πηγή φόβου και ελπίδας η οποία στο παρελθόν έδωσε τόση δύναμη στα χέρια των ιερέων.
Όπ.π., σελ. 48.

Όσο περισσότερο εξελίσσεται πνευματικά η ανθρωπότητα, τόσο πιο πολύ βεβαιώνομαι ότι ο δρόμος για την αληθινή θρησκευτικότητα δεν περνάει από το φόβο της ζωής, το φόβο του θανάτου και την τυφλή πίστη, αλλά μέσα από την αναζήτηση της ορθολογικής γνώσης.
Όπ.π. σελ. 49.

Είναι αρκετά πιθανό ότι μπορούμε να κάνουμε σπουδαιότερα πράγματα από τον Ιησού, επειδή όσα είναι γραμμένα γι’ αυτόν στη Βίβλο είναι ποιητικά ωραιοποιημένα.
Αναφέρεται στο άρθρο του W. Hermanns, «Μια συζήτηση με τον Αϊνστάιν», Οκτώβριος 1943. Αρχείο Αϊνστάιν 55-285.

Ο νους δεν μπορεί να συλλάβει καμία ιδέα ανεξάρτητη από τις πέντε μας αισθήσεις [δηλαδή ουδεμία ιδέα οφείλεται σε θεϊκή επιφοίτηση].
Όπ.π.

Δεν πιστεύω ότι η φιλοσοφία και η λογική θα αποτελέσουν οδηγούς του ανθρώπου στο εγγύς μέλλον. Θα παραμείνουν όμως το ωραιότερο ιερό καταφύγιο των ολίγων εκλεκτών.
Επιστολή στον Benedetto Croce, 7 Ιουνίου 1944. Αρχείο Αϊνστάιν 34-075. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Pais, Einstein Lived Here, σελ. 122.

Διαβάζω συχνά τη Βίβλο, ωστόσο το αυθεντικό κείμενο μου είναι απρόσιτο.
Επιστολή στον Η. Friedmann, 2 Σεπτεμβρίου 1945, αναφερόμενος στο γεγονός ότι δεν γνώριζε την εβραϊκή γλώσσα. Αναφέρεται στο βιβλίο του Pais, Subtle Is the Lord, σελ. 38.

Είναι αυτό... το συμβολικό περιεχόμενο των θρησκευτικών παραδόσεων που πιθανότατα έρχεται σε σύγκρουση με την επιστήμη... Έχει επομένως ζωτική σημασία για τη διατήρηση της αληθινής θρησκείας να αποφεύγονται τέτοιες συγκρούσεις, όταν προκύπτουν από ζητήματα που δεν είναι πράγματι καθοριστικά για την επιδίωξη των θρησκευτικών στόχων.
Δήλωση στη Λέσχη Λιμπεραλιστών Ιερέων, Νέα Υόρκη. Δημοσιεύτηκε στο The Christian Register, Ιούνιος 1948.

Η στάση μου απέναντι στο Θεό είναι η στάση ενός αγνωστικιστή. Είμαι πεπεισμένος ότι κάποιος που γνωρίζει την πρωταρχική σημασία των ηθικών αρχών για τη βελτίωση και τον εξευγενισμό της ζωής δεν χρειάζεται την ιδέα ενός νομοθέτη, ειδικά ενός νομοθέτη που βασίζεται στην ανταμοιβή και την τιμωρία.
Επιστολή στον M. Berkowitz, 25 Οκτωβρίου 1950. Αρχείο Αϊνστάιν 59-215.

Μόνο «θρησκευτική» μπορώ να χαρακτηρίσω την εμπιστοσύνη στην ορθολογική φύση της πραγματικότητας —ορθολογική στο μέτρο που είναι προσιτή στην ανθρώπινη λογική. Όταν απουσιάζει το συναίσθημα αυτό, η επιστήμη εκφυλίζεται σε πεζό εμπειρισμό.
Επιστολή στον Maurice Solovine, 1 Ιανουάριου 1951. Αρχείο Αϊνστάιν 21-474,80-871. Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Letters to Solovine, σελ. 119.

Η απλή έλλειψη πίστης σ’ έναν προσωπικό Θεό δεν αποτελεί φιλοσοφία.
Επιστολή στον V.T. Aaltonen, 7 Μαΐου 1952, σχετικά με τη γνώμη του ότι η πίστη σ’ έναν προσωπικά Θεό είναι καλύτερη από τον αθεϊσμό. Αρχείο Αϊνστάιν 59-059.

Το συναίσθημά μου είναι θρησκευτικό στο βαθμό που με διαποτίζει η επίγνωση ότι το ανθρώπινο πνεύμα αδυνατεί να κατανοήσει βαθύτερα την αρμονία του σύμπαντος˙ αρμονία που εμείς προσπαθούμε να τη διατυπώσουμε με «νόμους της φύσης».
Επιστολή στην Beatrice Frohlich, 17 Δεκεμβρίου 1952. Αρχείο Αϊνστάιν 59-797.

Η ιδέα ενός προσωπικού Θεού μου είναι εντελώς ξένη και τη θεωρώ ακόμη και αφελή.
Όπ.π.

Η υπόθεση της ύπαρξης ενός αθέατου όντος... δεν διευκολύνει να κατανοήσουμε την ευταξία που συναντάται στον αισθητό κόσμο.
Επιστολή σε φοιτητή από την Αϊόβα, που τον είχε ρωτήσει «Τι είναι Θεός;»˙ Ιούλιος 1953. Αρχείο Αϊνστάιν 59-085.

Δεν πιστεύω στην αθανασία του ατόμου και θεωρώ ότι η ηθική είναι αποκλειστικά ανθρώπινο μέλημα που δεν υποκινείται από κάποια υπεράνθρωπη αρχή.
Ιούλιος 1953. Αρχείο Αϊνστάιν 36-553. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 39.

Αν ο Θεός δημιούργησε όντως τον κόσμο, σίγουρα η πρωταρχική του έγνοια δεν ήταν να κάνει το δημιούργημά του εύκολα κατανοητό σε μας.
Επιστολή στον David Bohm, 10 Φεβρουάριον 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 8-041.

Θεωρώ ότι η Κοινωνία των Φίλων είναι η θρησκευτική κοινότητα με τα υψηλότερα ηθικά πρότυπα. Όσο γνωρίζω, δεν έκαναν ποτέ ανήθικους συμβιβασμούς και πάντοτε καθοδηγούνται από τη συνείδησή τους. Νομίζω δε ότι η επιρροή τους, ιδιαίτερα στα διεθνή πράγματα, είναι ωφέλιμη και αποτελεσματική.
Επιστολή στον A. Chappie. Αυστραλία 23 Φεβρουαρίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 59-405. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Nathan και Norden. Einstein on Peace, σελ. 510.

Δεν πιστεύω σε έναν προσωπικό Θεό˙ ποτέ δεν το αρνήθηκα, πάντοτε το εξέφραζα με σαφήνεια. Αν υπάρχει κάτι μέσα μου που μπορεί να θεωρηθεί θρησκευτικό, αυτό είναι ο απεριόριστος θαυμασμός για τη συγκρότηση του κόσμου όπως αποκαλύπτεται από την επιστήμη.
Επιστολή σε θαυμαστή, 22 Μαρτίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 39-525. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 43.

Είμαι βαθιά θρησκευόμενος μη πιστός... Τούτο εκφράζει ένα μάλλον νέο είδος θρησκείας.
Επιστολή στον Hans Muesham, 30 Μαρτίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 38-434.

Δεν προσπαθώ να φανταστώ το Θεό. Μου αρκεί να στέκομαι με δέος μπροστά στη συγκρότηση του κόσμου, στο βαθμό που μπορούμε να την εκτιμήσουμε, βασιζόμενοι στις ανεπαρκείς αισθήσεις μας.
Επιστολή στον S. Flesh, 16 Απριλίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 30-1154.

Ουδέποτε απέδωσα στη φύση πρόθεση, σκοπό ή οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ανθρωπομορφικό. Αυτό που βλέπω στη φύση είναι μια μεγαλόπρεπη κατασκευή που μόνο με πολύ ατελή τρόπο μπορούμε να την κατανοήσουμε και η οποία πρέπει να γεμίζει κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο με ένα συναίσθημα ταπεινότητας. Πρόκειται για ένα συναίσθημα γνήσια θρησκευτικό που δεν έχει καμία σχέση με το μυστικισμό.
1954 ή 1955. Αναφέρεται στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 39.

Η ηθική αξία του ανθρώπου δεν μετριέται από το ποιες είναι οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις, αλλά μάλλον από το ποια συγκινησιακά ερεθίσματα δέχθηκε από τη φύση κατά τη διάρκεια της ζωής του.
Στην Αδελφή Margrit Goehner, Φεβρουάριος 1955. Αρχείο Αϊνστάιν 59-831.

Η επιστημολογία χωρίς επαφή με την επιστήμη καταλήγει να είναι σχήμα κενό. Η επιστήμη χωρίς επιστημολογία είναι —αν μπορεί να διανοηθεί κανείς κάτι τέτοιο— πρωτόγονη και θολή.
Αναφέρεται στο βιβλίο του Schilpp, Albert Einstein: Philosopher- Scientist, σελ. 5.

Έτσι ανέπτυξα... μια βαθιά θρησκευτικότητα που όμως τελείωσε απότομα στην ηλικία των δώδεκα ετών. Διαβάζοντας εκλαϊκευμένα επιστημονικά βιβλία απέκτησα σύντομα τη βεβαιότητα ότι το μεγαλύτερο μέρος των ιστοριών της Βίβλου δεν μπορεί να είναι αληθινό... Η δυσπιστία μου απέναντι σε κάθε είδους αυθεντία μεγάλωσε μέσα απ’ αυτή την εμπειρία... κι αυτή τη στάση δεν την εγκατέλειψα ποτέ.
Όπ.π., σελ. 9.

Εκεί πάνω βρισκόταν αυτός ο τεράστιος κόσμος που υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς, τα ανθρώπινα όντα, και στέκεται μπροστά μας σαν ένας μεγάλος, αιώνιος γρίφος, ο οποίος, μερικώς τουλάχιστον, είναι προσιτός στην παρατήρηση και τη σκέψη μας. Η ενατένιση αυτού του κόσμου μου έγνεψε σαν απελευθέρωση, και σύντομα παρατήρησα ότι πολλοί άνθρωποι που είχα μάθει να τους εκτιμώ και να τους θαυμάζω είχαν βρει εσωτερική ελευθερία και ασφάλεια στην αφοσιωμένη ενασχόλησή τους μ’ αυτόν.
Όπ.π., σελ. 95.

Δεν είναι όλα στη φιλοσοφία τόσο μελιστάλαχτα γραμμένα; Ίσως κάτι στην αρχή φαίνεται σαφές, όταν όμως το ξανακοιτάξεις, έχει εξαφανιστεί. Απομένει μόνο το χαρτί.
Αναφέρεται στο βιβλίο των Rosenthal-Schneider, Reality and Scientific Truth, σελ. 90.

Οι απόψεις μου συγγενεύουν με του Σπινόζα: θαυμασμός για την ομορφιά και πίστη στη λογική απλότητα της τάξης και της αρμονίας που μπορούμε να αντιληφθούμε με τρόπο ταπεινό και ατελή μόνο. Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι από την ατελή μας γνώση και κατανόηση και ότι πρέπει να θεωρούμε τις αξίες και τις ηθικές υποχρεώσεις αποκλειστικά ανθρώπινα προβλήματα.
Αναφέρεται στο βιβλίο του Hoffmann, Albert Einstein: Creator and Rebel, σελ. 95.

Η θρησκεία μου συνίσταται στον ταπεινό θαυμασμό προς το απεριόριστα ανώτερο πνεύμα που αποκαλύπτεται στις μικρότατες λεπτομέρειες τις οποίες είμαστε ικανοί να αντιληφθούμε με την εύθραυστη και αδύναμη νόησή μας. Αυτή η βαθιά συναισθηματική βεβαιότητα για την παρουσία μιας ανώτερης λογικής δύναμης, που αποκαλύπτεται στο ακατανόητο σύμπαν, συνιστά τη δική μου ιδέα του Θεού.
Αναφέρεται στη νεκρολογία της εφημερίδας The New York Times, 19 Απριλίου 1955.

(από το βιβλίο: Εγώ, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1998, σελ. 157-169)


Μου το βεβαιώνει η συνείδησή μου πριν απ’ όλα. Κατόπιν ο νους μου και η βούληση μου.
Πρώτον, η συνείδηση μου λέει: τόσα πάθη που υπέστη ο Χριστός για το καλό και τη σωτηρία των ανθρώπων δεν θα μπορούσαν να επιβραβευτούν με τίποτε άλλο παρά με την ανάσταση και την υπερκόσμια δόξα. Τα ανείπωτα πάθη του Δικαίου στεφανώθηκαν με την ανείπωτη δόξα. Αυτό μου δίνει ικανοποίηση και ηρεμία.
Δεύτερον, ο νους μού λέει: χωρίς την λαμπρή αναστάσιμη νίκη όλο το έργο του Υιού του Θεού θα παρέμενε στον τάφο, ολόκληρη η αποστολή Του θα ήταν μάταιη.
Τρίτον, η βούληση μού λέει: η ανάσταση του Χριστού με έσωσε από τους ταλαντευόμενους δισταγμούς ανάμεσα στο καλό και το κακό, και με θέτει αποφασιστικά στον δρόμο του καλού. Και αυτό μου φωτίζει τον δρόμο και μου δίνει στήριγμα και δύναμη.

Εκτός από τις τρεις φωνές, οι οποίες από μέσα μου βεβαιώνουν εμένα, υπάρχουν και άλλοι ασφαλώς μάρτυρες, που το βεβαιώνουν.
Είναι οι ένδοξες μυροφόρες γυναίκες, είναι οι δώδεκα μεγάλοι απόστολοι, και πέντε εκατοντάδες άλλων μαρτύρων, που όλοι μετά την ανάστασή Του Τον έβλεπαν και Τον άκουγαν, όχι στον ύπνο τους αλλά στην πραγματικότητα, και όχι μόνο για ένα λεπτό αλλά για σαράντα ολόκληρες ημέρες.
Μου το βεβαιώνει εκείνος ο πύρινος Σαύλος ο μεγαλύτερος Εβραίος διώκτης του χριστιανισμού· μου το μαρτυρεί, ότι είδε εκείνο το φώς του αναστηθέντα Κυρίου καταμεσής της ημέρας, και ότι άκουσε τη φωνή Του, και ότι υπάκουσε την εντολή Του. Αυτήν την μαρτυρία ο Παύλος δεν ήθελε να την αρνηθεί ούτε μετά από τριάντα χρόνια, ούτε ακόμα και την ώρα που στη Ρώμη του Νέρωνα η μάχαιρα έπεφτε στο κεφάλι του.
Μου το βεβαιώνει και ο άγιος Προκόπιος, αρχηγός του Ρωμαϊκού στρατού που ξεκίνησε να αφανίσει τους χριστιανούς στις χώρες της ανατολής, και στον οποίον εμφανίστηκε ξαφνικά ζωντανός ο Χριστός και τον γύρισε με το μέρος Του. Και αντί να σφάξει ο Προκόπιος τους χριστιανούς, αυτοβούλως παραδόθηκε για να τον σφάξουν στο όνομα του Χριστού. Μου το βεβαιώνουν ακόμα χιλιάδες μαρτύρων του Χριστού στις φυλακές, στους τόπους εκτελέσεων μέσω αιώνων και αιώνων, από τους μάρτυρες των Ιεροσολύμων μέχρι τους μάρτυρες των Βαλκανίων, έως τις μέρες μας, ως τους νεότερους Μοσχοβίτες μάρτυρες.
Μου το βεβαιώνουν και όλες οι δίκαιες και αγαθές ψυχές, τις οποίες συχνά συναντώ στη ζωή, και οι οποίες χαίρονται όταν ακούν ότι ο Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών. Αυτό ανταποκρίνεται στη συνείδησή τους, δονεί την ψυχή τους, και ευφραίνει την καρδιά τους.
Μαρτυρία παίρνω και από τους αμαρτωλούς και τους αντιπάλους του Χριστού. Μόνο και μόνο με το ότι αυτοί, ως αμαρτωλοί και μοχθηροί, απορρίπτουν την ανάσταση του Χριστού εγώ βεβαιώνομαι για το αντίθετο. Σε κάθε δικαστήριο τίθεται θέμα της συμπεριφοράς των μαρτύρων, και ως εκ τούτου σταθμίζουν την αξία της μαρτυρίας τους.

Όταν νηφάλιοι, καθαροί και άγιοι μάρτυρες ισχυρίζονται πως ξέρουν ότι ο Χριστός ανέστη, λαμβάνω με ευχαρίστηση την μαρτυρία τους ως αληθή. Αλλά όταν οι ακάθαρτοι, άδικοι και ασυνείδητοι απορρίπτουν την ανάσταση του Χριστού, μ’ αυτό ενδυναμώνουν τη μαρτυρία των πρώτων, και μου βεβαιώνουν ακόμα περισσότερο την αλήθεια της Ανάστασης του Κυρίου μου. Εφόσον αυτοί όσα απορρίπτουν, τα απορρίπτουν από κακεντρέχεια και όχι από γνώση.
Με βεβαιώνουν ακόμα αρκετοί λαοί και φυλές, που μόνο η πίστη στην Ανάσταση του Χριστού τους έβγαλε από την άγρια κατάσταση στη διαφώτιση, από τη δουλεία στη ελευθερία, από το βούρκο του αμοραλισμού και του σκοταδισμού στο φως των τέκνων του Θεού. Και η ανάσταση του Σερβικού λαού μου μαρτυρεί την Ανάσταση του Χριστού.
Ακόμα και η λέξη «Ανάσταση» εκ νεκρών μου βεβαιώνει το αυτονόητο. Γιατί χωρίς την Ανάσταση του Χριστού δεν θα υπήρχε ούτε καν η λέξη στις ανθρώπινες γλώσσες. Όταν ο Παύλος πρώτη φορά πρόφερε αυτή τη λέξη στην πολιτισμένη Αθήνα, οι Αθηναίοι εξεπλάγησαν και αναστατώθηκαν.
Και έτσι, τέκνα του Θεού, σας χαιρετώ κι εγώ. Αληθώς Ανέστη ο Χριστός.

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται, Εκδ. Εν πλώ, σ. 70-72).

«Το επιχείρημά μου κατά του Θεού συνίστατο στην άποψι ότι το σύμπαν έμοιαζε φοβερά σκληρό και άδικο.

Πως, όμως, είχε γεννηθή μέσα μου αυτή η ιδέα του δικαίου και του αδίκου;

Κανείς δεν ονομάζει μια γραμμή τεθλασμένη, παρά μόνο εάν έχη κάποια ιδέα για το πώς μοιάζει μια ευθεία γραμμή. Με τι σύγκρινα αυτό το σύμπαν όταν το χαρακτήριζα άδικο;

Αν όλο το παιχνίδι ήταν κακό και ανόητο από το Α μέχρι το Ω, για να το πω απλά, γιατί τότε εγώ, που υποτίθεται ότι ήμουν κομμάτι του παιχνιδιού, αντιδρούσα απέναντί του τόσο βίαια; Κάποιος αισθάνεται βρεγμένος όταν πέφτη στο νερό, κι αυτό γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ζώο του νερού: ένα ψάρι δεν θα αισθανόταν ποτέ βρεγμένο.

Βέβαια, θα μπορούσα να είχα παρατήσει την όλη ιδέα μου περί δικαιοσύνης λέγοντας ότι δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια ατομική μου άποψι. Αν, όμως, έκανα κάτι τέτοιο, τότε θα κατέρρεε και το επιχείρημά μου κατά του Θεού, μιας και το επιχείρημα στηριζόταν στο γεγονός ότι έλεγα πως ο κόσμος ήταν πραγματικά άδικος, όχι ότι απλώς δεν ικανοποιούσε το προσωπικό μου γούστο.

Έτσι, προσπαθώντας ακριβώς να αποδείξω ότι ο Θεός δεν υπάρχει —με άλλα λόγια, ότι όλη η πραγματικότητα ήταν παράλογη—, διαπίστωσα ότι έπρεπε να υποθέσω πως ένα τμήμα της πραγματικότητας -συγκεκριμένα, η ιδέα την οποία είχα περί δικαιοσύνης- ήταν γεμάτο από νόημα. Συνεπώς ο αθεϊσμός αποδεικνύεται πολύ απλοϊκός.

Αν το σύμπαν στο σύνολό του δεν έχει κανένα νόημα δεν θα διαπιστώναμε ποτέ ότι δεν έχει κανένα νόημα:

όπως ακριβώς, εάν δεν υπήρχε φως στο σύμπαν κι ως εκ τούτου πλάσματα με μάτια, ποτέ δεν θα ξέραμε ότι είναι σκοτάδι.

Το σκοτάδι θα ήταν λέξι δίχως κανένα νόημα»  (C.S. Lewis).

(στο: αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Πιστεύω στο Θεό, εκδ. άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, σελ. 207-208)

Αθεΐα εναντίον πίστης!

"Heaven

is a fairy story

for people afraid of the

dark".

Ο Παράδεισος είναι ένα παραμύθι για ανθρώπους

που φοβούνται τo σκοτάδι (Stephen Hawking Βρετανός θεωρητικός φυσικός, κοσμολόγος, συγγραφέας και Διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Θεωρητικής Κοσμολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ).

"Atheism 

is a fairy story

for those afraid of the

light".

Ο αθεϊσμός είναι ένα παραμύθι για εκείνους

που φοβούνται το φως (John Lennox- καθηγητής Μαθηματικών Πανεπιστημίου Οξφόρδης).

 

Σελίδα 1 από 11