Και στους τρεις Συνοπτικούς ευαγγελιστές το θαύμα αυτό* τοποθετείται στα ίδια τοπικά και χρονικά πλαίσια: συνδέεται τοπικά με την Ιεριχώ και χρονικά με την περίοδο της ανάβασης στην Ιερουσαλήμ για το πάθος.

Ενώ όμως ο Λουκάς τοποθετεί το γεγονός “εν τω εγγίζειν αυτόν (ενν. Ιησούν) εις Ιεριχώ”, οι Μάρκος και Ματθαίος το αφηγούνται μετά την έξοδο του Ιησού και των μαθητών Του από την Ιεριχώ. Επιπλέον, ο Ματθαίος ομιλεί για θεραπεία δύο τυφλών. Εύκολα λοιπόν γεννιέται το ερώτημα, εαν οι τρεις ευαγγελιστές διηγούνται το ίδιο γεγονός ή καθένας τους διαφορετικό γεγονός. Στο ερώτημα αυτό δόθηκαν από τους πρώτους αιώνες μέχρι σήμερα οι ακόλουθες απαντήσεις:
α) Σε πολλούς από τους αρχαιότερους ερμηνευτές επικρατεί η άποψη ότι ο Ματθαίος, που αναφέρει δύο τυφλούς, ανταποκρίνεται περισσότερο στα ιστορικά δεδομένα ως αυτόπτυς μάρτυς του γεγονότος. Από τους δύο αυτούς τυφλούς οι ευαγγελιστές Μάρκος και Λουκάς μνημονεύουν μόνο τον ένα, αυτόν που ήταν πιο γνωστός στην περιοχή (“εμνήσθησαν του επιφανεστέρου”) ή πιο γνωστός εξαιτίας της χριστιανικής ιδιότητος που απέκτησε μετά τη θεραπεία του (Βίκτωρ Αντιοχεύς, Θεοφύλακτος κ.α.).
β) Την άποψη αυτή απορρίπτει ο Ζιγαβηνός, ο οποίος εκθέτει κατόπιν τη δική του: “Εγώ δε στοχαζόμενος, έτερον είναι λέγω παρά τους δύο τούτους (ενν. του Ματθαίου) τον του Μάρκου, και έτερον πάλιν, παρά τον του Μάρκου, τον του Λουκά. Και γαρ ο μεν του Μάρκου και το ιμάτιον έρριψεν υπό της άγαν σπουδής και χωρίς επαφής την ίασιν έλαβεν, ο δε του Λουκά, ερχόμενου μάλλον εις Ιεριχώ του Χριστού και ουκ εκπορευομένου, της ιάσεως έτυχεν”. Επικαλείται μάλιστα ο Ζιγαβηνός ως συμφωνούντα προς την γνώμην του και τον Χρυσόστομο. Η άποψη αυτή περί τριών διαφόρων περιπτώσεων θεραπείας και περι τεσσάρων συνολικά τυφλών βρίσκεται ήδη στον Ωριγένη, ο οποίος τοποθετεί τα γεγονότα κατά την εξής σειρά: “Δύναται ουν το μεν κατά τον Λουκάν εγγίσας τη Ιεριχώ πεποιηκέναι, το δε κατά τον Μάρκον ελθών εις Ιεριχώ, το δε κατά Ματθαίον εκπορευθείς απ'αυτών”.  Ο Ωριγένης δίνει αυτή την ερμηνεία για τους ενδιαφερομένους απλώς για την “ψιλήν” ιστορία και την εναρμόνιση των ευαγγελικών διηγήσεων. Γι' αυτούς που αναζητούν όμως το βάθος αυτών των διηγήσεων τονίζει ότι “εν και το αυτό πράγμα διαφόροις λέξεσι παρίσταται”, και εκθέτει κατόπιν την αλληγορική του ερμηνεία, κατά την οποία Ιεριχώ (σύμφωνα και προς την αλληγορική εξήγηση της παραβολής του καλού Σαμαρείτη) είναι ο κόσμος, έξοδος απ'αυτήν η απομάκρυνση εκ του κοσμικού φρονήματος, δύο τυφλοί  τα βασίλεια του Ισραήλ και του Ιούδα, ένας τυφλός (κατά την διήγηση του Μάρκου και Λουκά) όλος ο λαός τους, που κάθεται “παρά την οδόν”, δηλ. παρά τον Νόμον και τους προφήτες, και ζητεί την ίαση της τυφλότητάς του από τον διερχόμενον Ιησούν ο οποίος και την παρέχει.
γ) Η άποψη του Αμβροσίου, κατά την οποία οι τυφλοί παρουσιάσθηκαν στον Ιησού κατά την είσοδο Του στην Ιεριχώ και ζήτησαν την θεραπεία των, αλλά την έλαβαν κατά την έξοδο Του από την πόλη, παραβιάζει όχι την μια μόνον από τις διηγήσεις των Συνοπτικών αλλά και τις τρεις.
δ) Κατά τον ι. Αυγουστίνο, δύο πράγματι τυφλοί θεραπεύτηκαν όπως διηγείται ο Ματθαίος, αλλά ο ένας θεραπεύτηκε κατά την είσοδο του Ιησού στην Ιεριχώ κι άλλος κατά την έξοδο από την πόλη.
ε) Το πρόβλημα λύνεται, κατ'άλλους, εάν λάβουμε υπόψη μας την πληροφορία του Ιωσήπου, ότι υπήρχαν δύο πόλεις με το όνομα Ιεριχώ, η παλαιά και η νέα πόλη. Το θαύμα έγινε κατά την έξοδο από την μία πόλη και την είσοδο στην άλλη, από τους ευαγγελιστές οι Ματθαίος και Μάρκος αναφέρονται στην παλαιά πόλη, ο Λουκάς στη νέα.
στ) Εαν λάβουμε, τέλος, υπόψη τις νεώτερες έρευνες για τη Μορφοϊστορία των ευαγγελίων και για την φιλολογική σχέση μεταξύ των διηγήσεών τους, δεν θα δυσκολευτούμε να αναγνωρίσουμε ότι ένα και το αυτό γεγονός, που μαρτυρεί τη μεσσιανική εξουσία του Ιησού και που έλαβε χώρα λίγο πριν από το πάθος, παρατίθεται με κάποιες παραλλαγές από τους τρεις Συνοπτικούς ανάλογα βέβαια με την παράδοση που είχε στη διάθεση του έκαστος εξ αυτών.
Την τελευταία αυτή άποψη στηρίζουν οι ακόλουθες σκέψεις. Και οι τρεις ευαγγελιστές θέλουν να υπογραμμίσουν με την διήγηση αυτή ότι ο Ιησούς, που δεν γίνεται κατανοητός από τον όχλο και τους μαθητές Του, αναγνωρίζεται ως Μεσσίας (“υιός Δαυίδ”) από τους τυφλούς, χαρακτηριστικό παράδειγμα των οποίων είναι και αυτό που παραδίδεται από τους ευαγγελιστές κατά την επίσκεψη τους στην Ιεριχώ προ του πάθους.

Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Ιησούς ένα μόνο τυφλό θεράπευσε. Απεναντίας σε πολλούς τυφλούς έδωκεν “ανάβλεψιν”. Οι ευαγγελιστές μάλιστα μιλούν αλλού για ομαδικές θεραπείες τυφλών (π.χ. Μθ 12, 22 ε.15, 30-31. 21, 14 κ.α.), δεν αποσκοπούν όμως με τα ευαγγέλια τους να μας δώσουν ένα ακριβές ημερολόγιο των κινήσεων του Ιησού και των θεραπειών του με τη διαδοχική τους σειρά. Από τις πολλές θεραπείες, που επιτέλεσε ο Ιησούς, εκλέγουν μερικές αντιπροσωπευτικές, για να τονίσουν μ'αυτές τη μεσσιανική εξουσία Του με την οποία πραγματοποιεί τις προφητείες της Π. Διαθήκης.

Όσο για την περίπτωση της διήγησής μας, παρατηρούμε ότι παρόλον που η παράδοση αποκρυσταλλώθηκε διαφορετικά σε μερικές πλευρές της διήγησης του θαύματος (θεραπεία δύο τυφλών κατά την έξοδο του Ιησού από την Ιεριχώ – θεραπεία ενός τυφλού κατα την έξοδο – θεραπεία ενός τυφλού πριν από την είσοδο του Ιησού στην Ιεριχώ), ένα πλήθος κοινών σημείων στις τρεις διηγήσεις οδηγεί στη διαπίστωση ότι πρόκειται για το ίδιο γεγονός: τη θεραπεία τυφλού που μαρτυρεί τη μεσσιανική εξουσία του Ιησού.

*V. K. Robbins, “The Healing of the Blind Bartimaeus in the Markan Theology”, JBL 92(1973),224-243. Kertelge, Die Wunder Jesu...179-182.

(Ιωάννου Καραβιδόπουλου,Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο,εκδ. Πουρναρα,1988, σελ. 355-358)

Σημειώνει εύστοχα ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: "Το αποστολικό κήρυγμα υπήρξε πάντοτε μια αφήγησις του τι πράγματι είχε συμβή, hic et nunc. Αλλά ό,τι συνέβη ήταν θεμελιώδες και νέον: «Ο Λόγος σαρξ εγένετο» (Ιω. 1, 14).

Βεβαίως η ενανθρώπησις, η ανάστασις, η ανάληψις είναι γεγονότα ιστορικά όχι ακριβώς με την ίδιαν έννοιαν ή εις το αυτό επίπεδον με τα γεγονότα της ιδικής μας καθημερινής ζωής. Τα γεγονότα όμως αυτά δεν είναι δια τον λόγον αυτόν ολιγώτερον ιστορικά ούτε ολιγώτερον πραγματικά, αλλά τουναντίον είναι ακόμη περισσότερον ιστορικά – είναι βασικώς σημαντικώτερα.

Φυσικά δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθούν πλήρως παρά μόνον δια της πίστεως. Αυτό εν τούτοις δεν τα απομακρύνει από τα ιστορικά πλαίσια. Η πίστις απλώς ανακαλύπτει μιαν νέαν διάστασιν και συλλαμβάνει το ιστορικόν δεδομένον εις όλον το βάθος του, εις την πλήρη και θεμελιώδη πραγματικότητά του.

Οι Ευαγγελισταί και οι Απόστολοι δεν ήσαν χρονογράφοι. Η αποστολή των δεν συνίστατο εις το να καταγράφουν πλήρως όλας τας πράξεις του Ιησού ημέραν προς ημέραν, έτος προς έτος. Περιγράφουν την ζωή του, αφηγούνται τα έργα του, ώστε να μας δώσουν μιαν εικόνα του· μιαν εικόνα ιστορικήν και εν ταυτώ θεϊκή. Αυτό δεν είναι προσωπογραφία, αλλά μάλλον εικών, και ασφαλώς εικών ιστορική, εικών του ενανθρωπήσαντος Κυρίου. Η πίστις δεν δημιουργεί νέαν αλήθειαν, αλλ’ απλώς ανακαλύπτει την ενυπάρχουσαν".


Σημειώνει ο Tasker: Είναι (τα ευαγγέλια) λεπτομερείς κι αναλυτικές βιογραφίες του Ι. Χριστού; Είναι έργα ιστορικά, όπως αυτά του Θουκυδίδη ή του Ιώσηπου ή άλλων ιστορικών;

Τα Ευαγγέλια δεν είναι ακριβώς ιστορία, αν και περιέχουν ιστορία, εφόσον αφηγούνται πραγματικά γεγονότα, τα οποία όχι μόνον συνέβησαν στην ανθρώπινη ιστορία, αλλά και την επηρέασαν δυναμικά.

Δεν είναι βιογραφίες, αν και εμπεριέχουν βιογραφικές λεπτομέρειες.

Δεν είναι Θεολογικές πραγματείες, αν και είναι θεολογικά κείμενα.

Δεν είναι βιβλία ευσεβείας, αν και είναι  αναμφίβολη η αξία τους για την ευσέβεια.

Είναι προ παντός και κυρίως διηγήσεις ωρισμένων έργων και λόγων πλήρων νοήματος, διότι αι πράξεις του ιδίου του Θεού εν τη ανθρωπίνη ζωή και εν τω θανάτω Εκείνου, τον Οποίον μια ομάς ανθρώπων εδέχθη ως Κύριο και Σωτήρα.

(Σωτηρίου Δεσπότη, Ο κώδικας των Ευαγγελίων, εκδ. Άθως, σελ. 85-86)

 

1) Πάπυρος Ρ 52

Text (=κείμενο) John (Ιωάννης 18:31–33, 18:37–38, Date (=χρονολόγηση παπύρου) 125–150, Script (=γλώσσα) Greek
Found (=τόπος εύρεσης) Egypt, Now (=που βρίσκεται τώρα) at John Rylands University Library
Cite C. H. Roberts, "An Unpublished Fragment of the Fourth Gospel in the John Rylands Library" (Manchester University Press, 1935)
Size (=μέγεθος) fragment, Type (=τύπος χειρογράφου) not ascertainable, Category(=κατηγορία ανάλογα με χρονολογία) I

Gospel of John 18:31-33 (recto)

    ΟΙ ΙΟΥΔΑΙΟΙ ΗΜΕΙΝ ΟΥΚ ΕΞΕΣΤΙΝ ΑΠΟΚΤΕΙΝΑΙ
    ΟΥΔΕΝΑ ΙΝΑ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΠΛΗΡΩΘΗ ΟΝ ΕΙ-
    ΠΕΝ ΣΗΜΑΙΝΩΝ ΠΟΙΩ ΘΑΝΑΤΩ ΗΜΕΛΛΕΝ ΑΠΟ-
    ΘΝΗΣΚΕΙΝ ΙΣΗΛΘΕΝ ΟΥΝ ΠΑΛΙΝ ΕΙΣ ΤΟ ΠΡΑΙΤΩ-
    ΡΙΟΝ Ο ΠΙΛΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΦΩΝΗΣΕΝ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥΝ
    ΚΑΙ ΕΙΠΕΝ ΑΥΤΩ ΣΥ ΕΙ O ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΙΟΥ-
    ΔΑΙΩN
Gospel of John 18:37-38 (verso)

    ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΕΙΜΙ ΕΓΩ ΕΙΣ TOΥΤΟ ΓΕΓΕΝΝΗΜΑΙ
    ΚΑΙ (ΕΙΣ ΤΟΥΤΟ) ΕΛΗΛΥΘΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ ΙΝΑ ΜΑΡΤΥ-
    ΡΗΣΩ ΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΑΣ Ο ΩΝ ΕΚ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕI-
    ΑΣ ΑΚΟΥΕΙ ΜΟΥ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΛΕΓΕΙ ΑΥΤΩ
    Ο ΠΙΛΑΤΟΣ ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ
    ΕΙΠΩΝ ΠΑΛΙΝ ΕΞΗΛΘΕΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΙΟΥ-
    ΔΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΛΕΓΕΙ ΑΥΤΟΙΣ ΕΓΩ ΟΥΔΕΜΙΑΝ
    ΕΥΡΙΣΚΩ ΕΝ ΑΥΤΩ ΑΙΤΙΑΝ


2) Πάπυρος Ρ90


Name P. Oxy 3523, Sign P90, Text John 18:36-19:1r+19:1-7v, Date 2nd century, Script Greek

Found Oxyrhynchus, Egypt, Now at Papyrology Rooms, Sackler Library, Oxford

Size 16 x 12 cm, Type Alexandrian text-type, Category I

Gospel of John 18:36-19:1 (recto)
BAΣIΛEIA H EMH OI YΠHPETAI OI EMOI
ΩNIZONTO AN INA MH ΠAPAΔOΘΩ
TOIΣ IOYΔAIOIΣ NYN ΔE H BAΣIΛEIA H
EMH OYK EΣTIN ENTEYΘEN EIΠEN
OYN AYTΩ O ΠEIΛATOΣ OYKOYN BAΣI-
ΛEYΣ ΣY EI AΠEKPIΘH O IΣE ΣY ΛEΓEIΣ
OTI BAΣIΛEYΣ EIMI EΓΩ EIΣ TOYTO
ΓEΓENNHMAI KAI EIΣ TOYTO EΛHΛYΘ-
A EIΣ TON KOΣMON INA MAPTYPH-
ΣΩ TH AΛHΘEIA ΠAΣ O ΩN EK THΣ
HΘEIAΣ AKOYEI MOY THΣ ΦΩNHΣ
ΛEΓEI AYTΩ O ΠEIΛATOΣ TI EΣTIN
AΛHΘEIA KAI TOYTO EIΠΩN ΠAΛIN
EΞHΛΘEN ΠPOΣ TOYΣ IOYΔAIOYΣ
KAI ΛEΓEI AYTOIΣ EΓΩ OYΔEMIAN
EYPIΣKΩ EN AYTΩ AITIAN EΣTIN
ΔE ΣYNHΘEIA YMEIN INA ENA AΠ-
OΛYΣΩ YMEIN EN TΩ ΠAΣXA BOYΛE-
ΣΘE OYN INA AΠOΛYΣΩ YMIN TON
BAΣIΛEA TΩN IOYΔAIΩN EKPAYΓ-
AΣAN OYN ΠAΛIN ΛEΓONTEΣ MH
TOYTON AΛΛA TON BAPABBAN HN
DE O BAPABBAΣ ΛHΣTHΣ TOTE OYN
ΛABΩN O ΠEIΛATOΣ TON IΣE KAI EMA-
Gospel of John 19:1-7 (verso)
ΣTIΓΩΣEN KAI OI ΣTPATIΩTAI ΠΛE-
ΞANTEΣ ΣTEΦANON EΞ AKANΘΩN
EΠEΘHKAN AYTOY TH KEΦAΛH KAI
IMATION ΠOPΦYPOYN ΠEPIEBA-
ΛON AYTON KAI HPXONTO ΠPOΣ AY-
TON KAI EΛEΓON XAIPE O BAΣIΛEY-
Σ TΩN IOYΔAIΩN KAI EΔIΔOΣAN AY-
TΩ PAΠIΣMATA HΛΘEN ΠAΛIN
O ΠEIΛATOΣ KAI LEΓEI AYTOIΣ IΔE
AΓΩ YMIN AYTON EΞΩ INA ΓNΩ-
TE OTI AITIAN EN AYTΩ OYX EYPIΣ-
KΩ EΞHΛΘEN OYN O IΣE EΞΩ ΦOP-
ΩN TON AKANΘINON ΣTEΦANON
KAI TO ΠOPΦYPOYN IMATION KAI
ΛEΓEI AYTOIΣ IΔOY O ANΘPΩΠOΣ
OTE OYN EIΔON AYTON OI APXIEPE
KAI OI YΠHPETAI EKPAZAN LEΓON-
TEΣ ΣTAYPΩΣON AYTON ΛEΓEI AY-
TOIΣ O ΠEIΛATOΣ ΛABETE YMEIΣ
AYTON KAI ΣTAYPΩΣATE EΓΩ ΓAP
OYX EYPIΣKΩ EN AYTΩ AITIAN
AΠEKPIΘHΣAN OI IOYΔAIOI HMEIΣ
NOMON EXOMEN KAI KATA TON ...

 

3) Πάπυρος P 104


Name P.Oxy.LXIV 4404, Sign P104, Text Matthew 21v34-37; 43 and 45(?)

Date 100-200 [1], Script Greek

Found Egypt, Now at Papyrology Rooms, Sackler Library, Oxford

Size 7 x 5.2 cm, Type Western text-type, Category I, Note Matt. 21:44 omitted

Gospel of Matthew 21:34-37 (recto)
AΠE-
ΣTEIΛEN TOYΣ ΔOYΛOYΣ AYTOY ΠPOΣ
TOYΣ ΓEΩPΓOYΣ ΛABEIN TOYΣ KAP-
ΠOYΣ AYTOY KAI ΛABONTEΣ OI ΓEΩP-
ΓOI TOYΣ ΔOYΛOYΣ AYTOY ON MEN
EΔEIPAN ON ΔE AΠEKTEINAN ON
ΔE EΛIΘOBOΛHΣAN ΠAΛIN AΠE-
ΣTEIΛEN AΛΛOYΣ ΔOYΛOYΣ ΠΛEIO-
NAΣ TΩN ΠPΩTΩN KAI EΠOIHΣAN
AYTOIΣ ΩΣAYTΩΣ YΣTEPON ΔE AΠE-
ΣTEIΛEN

 

4) Πάπυρος P32


Name Papyrus Rylands 5, Text Titus 1; 2 †

Date 100-300, Script Greek

Found Egypt, Now at John Rylands University Library

Cite A. S. Hunt, Catalogue of the Greek Papyri in the John Rylands Library I, Literatury Texts (Manchester 1911), pp. 10-11
Size  10.6 x 4.9 cm, Type Alexandrian text-type, Category I

Epistle to Titus 1:11-15 (recto)
EΠIΣTOMI-
ZEIN OITINEΣ OΛOYΣ OIKOYΣ ANATPE-
ΠOYΣI ΔIΔAΣKONTEΣ A MH ΔEI AIΣXPOY
KEPΔOYΣ XAPIN EIΠEN TIΣ EΞ AYTΩN
IΔIOΣ AYTΩN ΠPOΦHTHΣ KPHTEΣ AEI
ΨEYΣTAI KAKA ΘHPIA ΓAΣTEPEΣ APΓAI
H MAPTYPIA AYTH EΣTIN AΛHΘHΣ ΔI
HN AITIAN EΛENXE AYTOYΣ AΠOTOMΩΣ
INA YΓIAINΩΣIN EN TH ΠIΣTEI MH
ΠPOΣEXONTEΣ IOYΔAIKOIΣ MYΘOIΣ
KAI ENTOΛAIΣ ANΘPΩΠΩN APOΣTPEΦO-
MENΩN THN AΛEΘEIAN ΠANTA KA-
ΘAPA TOIΣ KAΘAPOIΣ TOIΣ ΔE MEMIAM-
MENOIΣ KAI AΠIΣTOIΣ OYΔEN KAΘAPON
Epistle to Titus 2:3-8 (verso)
ΔIABO-
ΛOYΣ MHΔE OINΩ ΠOΛΛΩ ΔEΔOYΛΩ-
MENAΣ KAΛOΔIΔΣKAΛOYΣ INA
ΣΩΦPONIZΩΣIN TAΣ NEAΣ ΦIΛAN-
ΔPOYΣ EINAI ΦIΛOTEKNOYΣ ΣΩΦPO-
NAΣ AΓNAΣ OIKOYPΓOYΣ AΓAΘAΣ
YΠOTAΣΣOMENAΣ TOYΣ IΔIOIΣ AN-
ΔPAΣIN INA MH O ΛOΓOΣ TOY ΘY BΛA-
ΣΦHMHTAI TOYΣ NEΩTEPOYΣ
ΩΣAYTΩΣ ΠAPAKAΛEI ΣΩΦPON-
EIN ΠEPI ΠANTA ΣEAYTON ΠAPE-
XOMENOΣ TYΠON KAΛΩN EPΓΩN
EN TH ΔIΔAΣKAΛIA AΦΘONIAN ΣE-
MNOTHTA ΛOΓON YΓIH AKATAΓNΩ-
ΣTON INA O EΞ ENANTIAΣ ENTPA-
ΠH

5) Πάπυρος P46


Name P. Chester Beatty II; Ann Arbor, Univ. of Michigan, Inv. 6238
Sign P46, Text Pauline epistles
Date c. 175–225, Script Greek, Now at Dublin, University of Michigan

Cite Sanders, A Third Century Papyrus Codex of the Epistles of Paul
Size 28 cm by 16 cm, Type Alexandrian text-type, Category I
Note Affinity with Minuscule 1739

 

6) Πάπυρος P64

Sign P64, Text Matthew 3; 5; 26, Date Late 2nd/3rd century, Script Greek

Found Coptos, Egypt, Now at Barcelona, Fundación Sant Lluc Evangelista, Inv. Nr. 1;
Oxford, Magdalen College, Gr. 18, Type Alexandrian text-type, Category I

 

7) Πάπυρος P66

Name P. Bodmer II

Text  John 1:1-6:11; 6:35-14:26,29-30; 15:2-26; 16:2-4,6-7; 16:10-20:20,22-23; 20:25-21:9,12,17
Date about AD 200 (Martin), AD 100-150 (Hunger), "early or middle fourth century" (Nongbri)
Found Jabal Abu Mana, Egypt, Now at  Bodmer Library, Geneva

Cite Martin, Victor. Papyrus Bodmer II: Évangile de Jean 1-14 (1956); Martin, Victor. Papyrus Bodmer II: Évangile de Jean 14-21 (1958); Martin, Victor and Barns, J.W.B. Papyrus Bodmer II: Supplément, Évangile de Jean 14-21 (1962); Aland, Kurt. "Neue neutestamentliche Papyri III" NTS 20 (1974) pp. 357-381; Hunger, Herbert. "Zur Datierung des Papyrus Bodmer II (P66)," Anzeiger der Österreichischen Akademie der Wissenschaften philosophisch-historische Klasse 97 (1961) 12–23; Nongbri, Brent. "The Limits of Palaeographic Dating of Literary Papyri: Some Observations on the Date and Provenance of P.Bodmer II (P66)," Museum Helveticum 71 (2014), 1-35.
Size 39 folios; 14.2×16.2 cm; 15-25 lines per page, Type Free; scribe+major&minor editors
Category I, Note very close to P75, B, 0162

 

8) Πάπυρος P75

Name P. Bodmer XIV-XV, Sign P75

Text Luke 3:18-24:53 + John 1-15 (extensive portions of,)

Date 175-225 (Martin and Kasser), late third century-early fourth century (Orsini), fourth century (Nongbri)
Script Greek, Found Pabau, Egypt, Now at Vatican Library, Rome, Cite  V. Martin, R. Kasser, Papyrus Bodmer XIV-XV
Size 26 cm x 13 cm, Type Alexandrian text-type, Category I
Note very close to P66, B, 0162

 

9) Πάπυρος P77

Name P. Oxy. 2683 and 4405, Text Matthew 23 †

Date 2nd/3rd century, Script  Greek, Found  Egypt, Now at  Sackler Library

Cite  L. Ingrams, P. Kingston, P. Parsons, and J. Rea, OP XXXIV (1968), pp. 4-6.
Size  4.6 cm x 7 cm, Type Alexandrian text-type, Category I

 

10) Uncial 0189

Text Acts 5:3-21, Date  c. 200, Script Greek, Found unknown
Now at Berlin State Museums

Cite    A.H. Salonius, 'Die griechischen Handschriftenfragmente des Neuen Testaments in den Staatlichen Museen zu Berlin', ZNW 26 (1927): 116-119.
Size 1 vellum leaf; 18 x 11.5 cm; 32 lines/page, Type Alexandrian, Category I
Hand    reformed documentary, Note page numbers suggest Acts only codex

Για περισσότερες πληροφορίες για τον κάθε πάπυρο και ΟΛΟΥΣ ΤΟΥ ΠΑΠΥΡΟΥΣ δες

Πηγή: wikipedia, categories of New Testament manuscripts και

List of the New Testament papyri

Τα ταξίδια ενός σκεπτικιστή αρχαιολόγου.

Ο σερ William Ramsay (1851-1939) θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους αρχαιολόγους που έχουν υπάρξει ποτέ. Φοίτησε στη σχολή Ιστορίας της Γερμανίας στα μέσα του 19ου αιώνα κι έτσι πίστευε ακράδαντα πως το βιβλίο των Πράξεων ήταν προϊόν του δεύτερου αιώνα μ.Χ. Καθώς ερευνούσε για να κάνει μια τοπογραφική μελέτη της Μικράς Ασίας, αναγκάστηκε να μελετήσει τα κείμενα του Λουκά. Το αποτέλεσμα ήταν να αναγκαστεί να αναθεωρήσει τις απόψεις του εξαιτίας των συγκλονιστικών αποδείξεων που έφερε στο φως η έρευνά του.

Μιλώντας σχετικά είπε, «Ξεκίνησα αυτήν την έρευνα χωρίς καμιά μεροληπτικότητα για το συμπέρασμα που τώρα προσπαθώ να υποστηρίξω προς τον αναγνώστη. Αντιθέτως, ξεκίνησα δυσμενώς διατεθειμένος απέναντί του λόγω της εφευρετικότητας και της προφανούς πληρότητας της θεωρίας του Πανεπιστημίου της Τυβίγγης που κάποτε με είχε σχεδόν πείσει. Εκείνη την εποχή δεν με απασχολούσε να ερευνήσω διεξοδικά το θέμα.

Πρόσφατα όμως βρέθηκα να πρέπει να έρθω σε επαφή με το βιβλίο των Πράξεων ως αυθεντία για την τοπογραφία, τις αρχαιότητες και την κοινωνία της Μικράς Ασίας. Προοδευτικά διαπίστωσα ότι σε διάφορες λεπτομέρειες η αφήγηση είχε θαυμαστή αλήθεια.

Μάλιστα, ξεκινώντας με την παγιωμένη άποψη πως το βιβλίο Πράξεων αποτελούσε έργο του 2ου αιώνα και μη θεωρώντας ποτέ τις αποδείξεις του αξιόπιστες για τις συνθήκες του 1ου αιώνα, προοδευτικά διαπίστωσα πως αποτελούσε ένα χρήσιμο σύμμαχο για μερικές πολύπλοκες και δύσκολες ερευνητικές προσπάθειες» (Blaiklock, LAENT, 36 – παράθεση από το βιβλίο του Ramsey: St. Paul the Traveler and the Roman Citizen).
    Αναφορικά με την ικανότητα του Λουκά ως ιστορικού, ο σερ William Ramsay μετά από τριάντα χρόνια μελέτης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι,

ο «Λουκάς είναι πρώτης τάξεως ιστορικός. Δεν είναι απλώς αξιόπιστη η καταγραφή των γεγονότων που κάνει,…αυτός ο συγγραφέας θα πρέπει να συγκαταλεχθεί μεταξύ των μεγαλύτερων ιστορικών»(Ramsey, BRDTNT, 222).
    Ο Ramsey προσθέτει: «Η ιστορία του Λουκά είναι αξεπέραστη ως προς την αξιοπιστία της». (Ramsay, SPTRC, 81)

(Ζητώ Αποδείξεις, Josh McDowell, εκδ. ο Λόγος, σελ. 129)

(γράφει ο άγιος Ειρηναίος, επίσκοπος Λυών το 180 μ.Χ.).
«Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, όπως ξέρετε, το έγραψε ο Ματθαίος. Το έγραψε για τους Εβραίους. Και φυσικά στη γλώσσα τους. Το έγραψε τότε, που οι απόστολοι Πέτρος και Παύλος βρίσκονταν στη Ρώμη και θεμελίωναν την εκεί Εκκλησία.
Μετά το θάνατο των δύο αυτών αποστόλων ο Μάρκος, μαθητής και εκφραστής των θέσεων του Πέτρου, έγραψε και αυτός Ευαγγέλιο, που περιέχει αυτά που κήρυττε ο Πέτρος.

Την ίδια εποχή έγραψε σε βιβλίο το Ευαγγέλιο και ο Λουκάς, που ήταν συνοδοιπόρος του Παύλου. Ο Λουκάς στο Ευαγγέλιό του έγραψε αυτά που δίδασκε ο Παύλος.
Λίγο αργότερα, δηλαδή τότε που έμενε στην Έφεσο, έγραψε Ευαγγέλιο και ο Ιωάννης, ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, εκείνος που στον μυστικό δείπνο ανέπεσεν επί το στήθος του Ιησού».


(Ειρηναίου Λουγδούνου, Έλεγχος και ανατροπή… Γ, 1,1,4-7 (P.G. 7,844) στο Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου,Τι είναι ο Χριστός;, Πρέβεζα 1991, σελ. 36)

(γράφει ο άγιος Ειρηναίος, επίσκοπος Λυών το 180 μ.Χ.)
«Επειδή είναι τέσσερα τα σημεία του κόσμου στον οποίο ζούμε και τέσσερεις οι διευθύνσεις των ανέμων και ακόμα η Εκκλησία έχει διασπαρεί σε όλη τη γη και στύλος της και στήριγμά της είναι το Ευαγγέλιο και το Πνεύμα που ζωοποιεί,

είναι φυσικό να έχει τέσσερεις στύλους, που πνέουν από παντού αφθαρσία και ζωοποιούν τους ανθρώπους. Ο Λόγος, ο Δημιουργός των πάντων, που κάθεται πάνω στα Χερουβείμ και συνέχει τα πάντα και φανερώθηκε στους ανθρώπους,

Αυτός μας έδωσε το τετράμορφο Ευαγγέλιο, που διέπεται από ένα Πνεύμα […].

Τα Χερουβείμ έχουν τέσσερα πρόσωπα και εικονίζουν την παρουσία του Χριστού. Το πρώτο ζώο είναι όμοιο με λιοντάρι, που χαρακτηρίζει το δραστήριο, το ηγεμονικό, το βασιλικό,

ο μόσχος την ιερατική και ιερουργική τάξη, ο άνθρωπος την παρουσία του ανθρώπου και ο αετός τη χάρη, που δόθηκε στην Εκκλησία με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.

Και τα Ευαγγέλια συμφωνούν. Έχουν την ίδια μορφή με τα Χερουβείμ, επί των οποίων κάθεται ο Χριστός.

Το κατά Ιωάννην την ηγεμονική και ένδοξη καταγωγή του από τον Πατέρα, το κατά Λουκάν τον ιερατικό χαρακτήρα, ο Ματθαίος τη γέννηση του ανθρώπου […] τον τύπο του πράου και ταπεινόφρονα ανθρώπου […] ο Μάρκος από το προφητικό Πνεύμα, που επιφοίτησε εξ’ ύψους στους ανθρώπους δείχνει την πτερωτική εικόνα του Ευαγγελίου. Γι αυτό και είναι σύντομο και το κήρυγμα το κάνει επιτροχάδην. Είναι προφητικός ο χαρακτήρας του…

Για αυτό και δόθηκαν στην ανθρωπότητα τέσσερεις γενικές διαθήκες (μία του κατακλυσμού με το ουράνιο τόξο, δεύτερη του Αβραάμ με το σημείο της περιτομής, τρίτη η νομοθεσία επί του Μωϋσή, τέταρτη η του Ευαγγελίου με τον Κύριο ημων Ιησού Χριστό […]

Είναι ανόητοι και αμαθείς, επιπλέον δε και αυθάδεις όσοι αρνούνται τη μορφή του Ευαγγελίου και εισάγουν περισσότερες μορφές (για να φανούν ότι βρήκαν περισσότερα από την αλήθεια) είτε λιγότερες (για να αρνηθούν τις οικονομίες του Θεού)»


(Αγίου Ειρηναίου,Έλεγχος και ανατροπή της Ψευδωνύμου γνώσεως Γ΄11,8-9,μετάφρ. Αρχιμ. Ειρηναίου Χατζηεφραιμίδη, στο βιβλίο Ο Κώδικας των Ευαγγελίων, Σωτηρίου Δεσπότη,εκδ.Άθως, σελ.41-42)


(Ιωάννου Καραβιδόπουλου,Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, εκδ.Πουρναρα, σελ.509-514).

Επίλογος του ευαγγελίου: Οι εμφανίσεις του Αναστημένου Χριστού 16, 9-20.
Πολλοί ερμηνευτές από τους πρώτους ήδη αιώνες αναρωτιούνται: Ποιό είναι το αρχικό τέλος του ευαγγελίου; Το «εφοβούντο γαρ» [ότι είναι δυνατόν να τελειώνει το ευαγγέλιο με το «γαρ», έδειξαν διάφοροι ερευνητές προσάγοντας παραδείγματα από την αρχαία ελληνική φιλολογία· βλ. π.χ. Πλωτίνου,Εννεάδες 32 (V,5): «τελειότατον γαρ»· και Μουσονίου Ρούφου, Tractatus 12: «γνώριμον γαρ». Τα παραδείγματα είναι από το άρθρο του F.W. van Horst, “Can a book end with γαρ? Note on Mark. 16,8” JTS 1972,121-124. Ο Lane προσάγει παράδειγμα και από την πρόσφατη δημοσίευση της κωμωδίας του Μενάνδρου, Δύσκολος, 437: «ναι μα τον Δία, το γουν πρόβατον μικρού τέθνηκε γαρ»] του στιχ. 8;

Πράγματι στο σημείο αυτό τελειώνει το ευαγγέλιο στους δύο μεγάλους αρχαίους κώδικες του 4ου αιώνα, το Σιναϊτικό (Σιν) και το Βατικανό (Β),  επίσης στο μικρογράμματο χειρόγραφο 304 (του 12ου αι.), στη συριακή σιναϊτική μετάφραση και στα περισσότερα χειρόγραφα της αρμενικής μετάφρασης. Από τους εκκλ. συγγραφείς και πατέρες άλλοι παραδίδουν την πληροφορία ότι τα χειρόγραφα του ευαγγελίου που γνωρίζουν τελειώνουν στο «εφοβούντο γαρ» και άλλοι ότι περιέχουν και στους στίχους από το «Αναστάς δε πρωί…» ως το «επακολουθούντων σημείων» (δηλ. τους στιχ. 9-20).
Έτσι π.χ. ο Ευσέβιος Καισαρείας γράφει: «Τα γουν ακριβή των αντιγράφων το τέλος περιγράφει της κατά Μάρκον ιστορίας εν τοις λόγοις του οφθέντος νεανίσκου ταις γυναιξί και ειρηκότος αυταίς μη φοβείσθαι… και ακούσασαι έφυγον και ουδενί ουδέν είπον· εφοβούντο γαρ. Εν τούτω γαρ σχεδόν εν άπασι τοις αντιγράφοις του κατά Μάρκον ευαγγελίου περιγέγραπται το τέλος» (Προς Μαρίνον α ΒΕΠ. 23,328). Επίσης και ο Γρηγόριος Νύσσης: «Εν μεν τοις ακριβεστέροις αντιγράφοις το κατά Μάρκον ευαγγέλιον μέχρι του εφοβούντο γαρ έχει το τέλος» (Εις το άγιον Πάσχα Λόγ. Β 9,PG 46,644-645).

Από την άλλη μεριά όμως ο Βίκτωρ πρεσβύτερος Αντιοχείας γράφει στο τέλος της ερμηνείας του τα εξής: «Ει δε και το «αναστάς πρωί» μετά τα επιφερόμενα παρά πλείστοις αντιγράφοις ου κείνται εν τω παρόντι ευαγγελίω, ως νόθα νομίσαντες αυτά είναι, αλλ’ ήμείς εξ ακριβών αντιγράφων εν πλείστοις ευρόντες αυτά και κατά το Παλαιστινιαίον ευαγγέλιον, ως έχει η αλήθεια Μάρκου, συντεθείκαμεν, και την εν αυτώ επιφερόμενην δεσποτικήν ανάστασιν, μετά το εφοβούντο γαρ… μέχρι του «δια των επακολουθούντων σημείων. Αμήν». Αργότερα ο Ζιγαβηνός παρόλο που γνωρίζει την άποψη ότι η περικοπή είναι «προσθήκη μεταγενεστέρα» ωστόσο την ερμηνεύει: «φασί δε τινες των εξηγητών ενταύθα συμπληρούσθαι το κατά Μάρκον ευαγγέλιον· τα δε εφεξής προσθήκην είναι μεταγενεστέραν. Χρη δε και ταύτην ερμηνεύσαι, μηδέν τη αληθεία λυμαινομένην».
Οι παραπάνω πατερικές μαρτυρίες δείχνουν ότι το ερώτημα περί του τέλους του ευαγγελίου είχε αντιμετωπισθεί ήδη κατά τους πρώτους αιώνες·  αυτό μαρτυρούν άλλωστε και οι  προσπάθειες συγγραφής επίλογου σε αρχαία χειρόγραφα. Ένας τέτοιος σύντομος επίλογος είναι ο ακόλουθος: Πάντα δε τα παρηγγελμένα τοις περί τον Πέτρον συντόμως εξήγγειλαν. Μετά δε ταύτα και αυτός ο Ιησούς από ανατολής και άχρι δύσεως εξαπέστειλεν δι΄αυτών το ιερόν και άφθαρτον κήρυγμα της αιωνίου σωτηρίας. αμήν
Έναν ευρύτερο και γνωστότερο επίλογο αποτελούν οι στιχ, 9-20 [Ο σύντομος επίλογος μόνος του μαρτυρείται σε χειρόγραφο της itala· ακολουθούμενος και από τον ευρύτερο των στίχ. 9-20 μαρτυρείται στα χειρόγραφα L,Ψ,099,0112,274,579,I 602, και σε μερικές αρχαίες μεταφράσεις. Ο ευρύτερος επίλογος (στιχ. 9-20) μόνος του μαρτυρείται στα A,C,D,K,(W),X,Δ,Θ,Π,f 13,28,33,565,700 κ.α., στα βυζαντινά μικρογράμματα, σε Εκλογάδια, στη Vulgata και σε αρχαίες μεταφράσεις· επίσης στους Ιουστίνο, Ειρηναίο, Τατιανό (Διατεσσάρων(, Δίδυμο] που στις νεώτερες κριτικές εκδόσεις τοποθετούνται μέσα σε αγκύλες.
Οι σύγχρονοι ερμηνευτές επισημαίνουν, πέρα από τη διαφοροποίηση της χειρόγραφης παράδοσης, και τα εξής: α) Το διαφορετικό λεξιλόγιο των στίχων αυτών που είναι άγνωστο στο υπόλοιπο σώμα του ευαγγελίου. (π.χ. απιστώ, βεβαιώ, βλάπτω, επακολουθώ, θανάσιμος, θεώμαι, μετά ταύτα κλπ)· β) τη διαπίστωση ότι οι άλλοι δύο Συνοπτικοί ευαγγελιστές ακολουθούν τον Μάρκο στη διήγηση του πάθους και της ανάστασης ως το 16, 8 ενώ μετά από το στίχο αυτό ακολουθούν όχι από κοινού αλλ΄ο καθένας ξεχωριστά άλλη σειρά στις αφηγήσεις του για τις εμφανίσεις του Αναστημένου Χριστού· γ) το γεγονός ότι  οι στίχοι αυτοί αποτελούν σύνοψη όλων των άλλων ευαγγελικών διηγήσεων για τις εμφανίσεις του Αναστημένου Χριστού.
Επίσης συζητούν οι σύγχρονοι ερμηνευτές το θέμα του συγγραφέα των στιχ. 9-20.

Ορισμένοι αποδίδουν τη συγγραφή του τεμαχίου αυτού στον Αριστίωνα τον οποίο αναφέρει ο Παπίας, επίσκοπος στην Ιεράπολη (Ευσεβίου Εκκλ.Ιστ. Γ 39,ΒΕΠ 19,280), και τούτο γιατί σε αρμενικό χειρόγραφο του έτους 989 υπάρχει η πληροφορία, πιθανώς μεταγενέστερη από την εποχή του χειρογράφου, ότι οι στίχοι αυτοί προέρχονται από κάποιον Αρίστωνα. Έτσι, ορισμένοι ταύτισαν τον Αρίστωνα με τον Αριστίωνα του Παπία (Τρεμπέλας, Β. Ιωαννίδης (Εισαγωγή εις την Κ.Δ. 1960,83)· προς την άποψη αυτή κλίνει και ο Grundmann). Ελάχιστοι πιστεύουν ότι ο ίδιος o ευαγγελιστής μεταγενεστέρως πρόσθεσε αυτόν τον επίλογο στο κείμενό του (X. Παπαϊωάννου,169-179· βλ. κριτική της άποψης του Παπαϊωάννου με τα αρχικά Σ.Ε. στη Θεολογία 2(1924),297-306), ενώ άλλοι τον αποδίδουν αορίστως σε μαθητή του Κυρίου με αναγνωρισμένο κύρος (Lagrange, κ.α.), και άλλοι, τέλος δεν προσδιορίζουν εγγύτερα το συγγραφέα αρκούμενοι στην άποψη ότι είναι διαφορετικό του ευαγγελιστή πρόσωπο (Lane,Schmid,Schweizer,Branscomb κ.α. Δες και W.Farmer,The Last Twelve Verses of Mark, 83 ε).
Λαμβάνοντες υπόψη τις μαρτυρίες των χειρογράφων, τα σχόλια των ερμηνευτών εκκλ. συγγραφέων και πατέρων, καθώς και τις απόψεις των συγχρόνων ερμηνευτών παρατηρούμε τα εξής:
α) Δεν έχει αμφισβητηθεί από κανένα – και δεν είναι άλλωστε δυνατό να αμφισβητηθεί – η κανονικότητα των στιχ. 9-20, το γεγονός δηλαδή ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ευαγγελίου και συνεπώς του κανόνα της Κ.Δ. αφού μαρτυρούνται ήδη από το 2ον αιώνα στους Ιουστίνο, Τατιανό, και Ειρηναίο (Βλ. Ειρηναίου, Έλεγχος Γ 10,6 PG 7,879. Ιουστίνου,Α Απολογία 45,5. ΒΕΠ 3,185. Τατιανού,Διατεσσάρων…..
β) Και αν ακόμα προέρχονται οι στίχοι αυτοί από κάποιον άλλον συγγραφέα, διάφορον του ευαγγελιστή Μάρκου, αποτελούν θεόπνευστο κείμενο της εκκλησίας που περιέχει το μήνυμα της Ανάστασης, όπως το έζησαν και το μετέδωσαν αυτοί στους οποίους εμφανίσθηκε ο Αναστημένος Χριστός.
γ) Είναι ορθή η διαπίστωση ότι οι στίχοι αυτοί αποτελούν σύνθεση και περίληψη όλων των ευαγγελικών διηγήσεων για τις εμφανίσεις του Αναστημένου Χριστού, αποτελούν δηλ. την αρχαιότερη «ευαγγελική αρμονία» (Cassien Besobrasoff,La Pentecote Johannique,1939,28…. Ο Gnilka χαρακτηρίζει τους στίχους 9-20 ως «ένα είδος πασχάλιας κατήχησης για τη διδασκαλία της κοινότητας»). Οι στίχοι 9-11 περιέχουν την εμφάνιση στην Μαρία την Μαγδαληνή (Ιω 20,11-18), οι στιχ. 12-13 την εμφάνιση σε δύο μαθητές που πορεύονται προς Εμμαούς (Λκ 24, 13-35), ο στιχ. 14 την εμφάνιση στους ένδεκα (Λκ 24, 36-49. Ιω 20, 19-23), οι στιχ. 15 ε. την εντολή του Αναστάντος προς τους μαθητές (Μθ 28, 18-20) και τέλος οι στιχ. 19-20 την ανάληψη (Λκ 24, 50-53).

(Ιωάννου Καραβιδόπουλου,Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, εκδ.Πουρναρα, σελ.504-508).
Επίσκεψη των μυροφόρων στον κενό τάφο (Μάρκος 16, 1-8).
Όλα τα ευαγγέλιά μας τελειώνουν με την ανάσταση του Χριστού. Για την ακρίβεια αναφέρουν μαρτυρίες για αυτήν (επίσκεψη στον κενό τάφο, εμφανίσεις του Αναστάντος), χωρίς να περιγράφουν αυτό το ίδιο το γεγονός της Ανάστασης (περιγραφή της Ανάστασης με μυθικά χρώματα και διογκωμένες διαστάσεις δίνει το απόκρυφο Ευαγγέλιον Πέτρου. Βλ. Hennecke-Schneemelcher,Neutestamentliche Apokryphen 1959 I,122.). Δεν είναι δυνατόν να δει κανείς και να περιγράψει την ανάσταση, γιατί αυτή εγκαινιάζει ένα νέο κόσμο, που δεν υπάγεται στην νομοτέλεια του παρόντος κόσμου της φθοράς· την ανάσταση τη βλέπει ο πιστός με τα μάτια της πίστης, και τον Αναστημένο Κύριο τον συναντά στα μυστήρια της εκκλησίας (βλ. Λκ 24,30 όπου οι δύο μαθητές στην Εμμαούς αναγνωρίζουν τον Αναστημένο Χριστό όταν ευλόγησε τον άρτον).
Μετά το πέρας του Σαββάτου και «λίαν πρωί» της πρώτης ημέρας της εβδομάδας, της Κυριακής (η οποία πολύ νωρίς έλαβε το όνομα αυτό καθώς συνάγεται από το χωρίο Αποκ 1,10) έρχονται στο μνήμα τρεις γυναίκες: Μαρία η Μαγδαληνή, Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη, για να αλείψουν με αρώματα το σώμα του ενταφιασθέντος Ιησού (στιχ. 1-2). Ο εγγύτερος προσδιορισμός του χρόνου της επίσκεψης «ανατείλαντος του ηλίου» θεωρείται από πολλούς ερμηνευτές ως μη εναρμονιζόμενος προς το «λίαν πρωί» του ιδίου στίχου, γι΄αυτό και προτάθηκαν οι ακόλουθες λύσεις:
α) Οι γυναίκες ανεχώρησαν μεν «λίαν πρωί», έφθασαν όμως στο μνήμα όταν ανέτειλε ο ήλιος· β) η μνεία της ανατολής του ηλίου έχει θεολογική έννοια: συμβολίζει την εκ του τάφου έγερση και ανατολή του νοητού ηλίου της δικαιοσύνης·

γ) πιθανώς δεν εννοείται εδώ η πλήρης ανατολή του ηλίου αλλά το πριν από αυτή λυκαυγές· δ) οι γυναίκες δεν ήλθαν όλες μαζί αλλά μερικές «λίαν πρωί» και άλλες μετά την ανατολή του ηλίου·

ε) ο κώδικας D και μερικά άλλα χειρόγραφα με τη διόρθωση του «ανατείλαντος» σε «ανατέλλοντος» προσπαθούν να τοποθετήσουν την επίσκεψη νωρίτερα.

Νομίζουμε ότι οι χρονικοί προσδιορισμοί των ευαγγελιστών έχουν κάποια ελαστικότητα, γι΄αυτό και συνοδεύονται πολύ συχνά με τις λέξεις «ως», «ωσεί» κ.λ.π. (βλ. σχόλια στο στιχ. 15,25 όπου γίνεται λόγος για την ώρα της σταύρωσης). Ειδικότερα ο Μάρκος συνηθίζει να προσδιορίζει με ένα δεύτερο όρο το ευρύτερο διάστημα που καλύπτει ο αρχικός χρονικός προσδιορισμός (βλ. π.χ. 1,32 «οψίας δε γενομένης, ότε έδυσεν ο ήλιος» κ.α.) το ίδιο πράττει εδώ παρέχοντας με το «ανατείλαντος» τον εγγύτερο προσδιορισμό του χρόνου άφιξης των γυναικών στον τάφο.
Ενώ καθ΄οδόν διαλογίζονται οι γυναίκες πως ή μάλλον ποιος θα σύρει το μεγάλο λίθο, ο οποίος καλύπτει την είσοδο του τάφου, όταν πλησιάζουν διαπιστώνουν ότι ο λίθος «αποκεκύλισται» (στιχ. 2-4). Μόλις εισέρχονται στον τάφο καταλαμβάνονται από δέος, γιατί αντί του νεκρού Ιησού βλέπουν «νεανίσκον» (Τόσο οι πατέρες όσο και οι νεώτεροι ερμηνευτές με τη μορφή του νεανίσκου εννοούν την εμφάνιση αγγέλου: Taylor, Schweizer, Lane, Τρεμπέλας κ.α.) με στολή λευκή να κάθεται στα δεξιά (στιχ. 5). Ο νεανίσκος καθησυχάζει τις μυροφόρες με το «μη εκθαμβείσθε» και κατόπιν απευθύνει σ΄αυτές το μήνυμα της ανάστασης («Διότι πρώτα έπρεπε να τις απαλλάξει από το φόβο και τότε να τους μιλήσει για την ανάσταση»(Βίκτωρ Αντιοχείας)): Ο Ιησούς ο εσταυρωμένος δεν βρίσκεται μεταξύ των νεκρών, «ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε· ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν» (στιχ.6). Ο αρχηγός της ζωής (η «αυτοζωία», κατά τον ύμνον της εκκλησίας) δεν είναι δυνατόν να φυλακισθεί στον τάφο: Διήλθε μέσα από το βασίλειο των νεκρών, για να «πατήσει τον θάνατον», να καταλύσει το βασίλειο του Άδη και να χαρίσει στους ανθρώπους τη ζωή.

«Ο τάφος του Ιησού δεν είναι πια ο τόπος του θανάτου αλλά της ζωής και της δόξης… το πάθος με την έσχατη μορφή του, το θάνατο, αντιστρέφεται από την ανάσταση… Η Χριστολογία της εξουσίας εισβάλλει θριαμβευτικά για να πει τον τελευταίο λόγο στην ευαγγελική ιστορία» ( Δ. Τρακατέλλης). Κατόπιν, ο άγγελος παραγγέλλει στις γυναίκες, που είναι οι πρώτοι αποδέκτες του μηνύματος της ανάστασης, να αναγγείλουν το γεγονός τους μαθητές, καθώς επίσης να μεταφέρουν σ΄αυτούς  την πληροφορία ότι θα συναντήσουν τον Αναστημένο Χριστό στη Γαλιλαία, σύμφωνα με την υπόσχεσή του (βλ.14,18).
Από όλους τους μαθητές ονομαστικά αναφέρεται από τον άγγελο μόνο ο Πέτρος. Η ονομαστική αυτή αναφορά αποβλέπει στο να βεβαιωθεί ο μαθητής αυτός ότι παρά την τριπλή άρνησή του δεν έχασε την εμπιστοσύνη και στοργή του Κυρίου αφού ακολούθησαν μάλιστα, μετά την άρνησή του, τα δάκρυα της μετάνοιας. Άλλωστε στην Καινή Διαθήκη γίνεται λόγος για ιδιαίτερη εμφάνιση του Αναστάντος σ΄αυτόν (Λκ 24,34 και Α΄Κορ 15,5).
Οι τρεις γυναίκες εξέρχονται από τον τάφο με έντονη την αίσθηση «τρόμου και εκστάσεως». Το ευαγγέλιο του Μάρκου, στο οποίο συνεχώς γίνεται λόγος για το θάμβος, την έκσταση και τον θαυμασμό του λαού, που παρακολουθεί τα «σημεία» του Ιησού, κατακλείεται με τον τονισμό του τρόμου και της έκστασης ενώπιον του κατ΄εξοχήν «σημείου» που είναι η Ανάσταση.


(Υπόμνημα στο κατά Λουκάν ,Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 140-146 εκδόσεις «ο Σωτήρ», Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
(Οι παραπομπές των ονομάτων στο τέλος. Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
Λουκ. 3,23  Καὶ αὐτὸς(1) ἦν ὁ Ἰησοῦς ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα ἀρχόμενος(2), ὤν, ὡς ἐνομίζετο, υἱὸς Ἰωσήφ(3), τοῦ Ἡλί(4),
Λουκ. 3,23  Και αυτός ο Ιησούς, δια τον οποίον ελέχθησαν τα ανωτέρω, ήτο, όταν ήρχισε το δημόσιον έργον του, περίπου τριάκοντα ετών, υιός, όπως ενομίζετο από τους Εβραίους, του Ιωσήφ, ο οποίος ήτο υιός του Ηλί,
Στο Λουκά προχωράει η γενεαλογία από κάτω προς τα πάνω, φθάνοντας μέχρι τον πρωτόπλαστο και μέσω αυτού μέχρι το Θεό. Φαίνεται ότι και αυτή φτιάχτηκε με μέθοδο μνημονική, διαιρούμενη σε τμήματα ή 4 σειρές, από τις οποίες μία μεν αποτελείται (η από τον Δαβίδ μέχρι τον Αβραάμ) από δύο επτάδες ή 14 ονόματα, ενώ οι υπόλοιπες τρεις (η από τον Ιησού μέχρι τον Ζοροβάβελ και η από τον Σαλαθιήλ μέχρι τον Νάθαν και η από τον Θάρα μέχρι το Θεό) από τρεις επτάδες ή 21 ονόματα κάθε μία.
Εάν η επταδική αυτή κατάταξη δεν είναι σκόπιμη, παρουσιάζει τουλάχιστον συμπτώσεις και συνδυασμούς περίεργους, οι οποίες βάζουν τη σκέψη, ότι δεν είναι τυχαία. Η σειρά από τον Θάρα μέχρι τον Αδάμ αποτελείται από τους προκατακλυσμιαίους και μετακατακλυσμιαίους πατριάρχες μέχρι τον Αβραάμ, τους οποίους δεν αναφέρει η γενεαλογία του Ματθαίου που αρχίζει από τον Αβραάμ και μετέπειτα. Ανάμεσα στον Αρφαξάδ και τον Σαλά ο θείος Λουκάς ακολουθώντας τους Ο΄ παρεμβάλλει το όνομα του Καϊνάν, που δεν υπάρχει στο Εβραϊκό πρωτότυπο.
Η μεταξύ του Αβραάμ και του Δαβίδ σειρά ταυτίζεται πλήρως με αυτήν του Ματθαίου, με μόνη τη διαφορά ότι ο μεν Ματθαίος απαριθμεί τα ονόματα κατεβαίνοντας, ενώ ο Λουκάς προχωρά ανεβαίνοντας. Ως προς τα ονόματα των δύο άλλων σειρών οι δύο ευαγγελιστές έχουν κοινά μόνο δύο ονόματα, τα του Σαλαθιήλ και Ζοροβάβελ, διαφέροντας τελείως ως προς τα υπόλοιπα. Επιπλέον ο μεν Λουκάς αριθμεί συνολικά από τον Ιησού μέχρι τον Νάθαν 42 ονόματα, ενώ ο Ματθαίος από τον Σολομώντα μέχρι τον Ιησού 28 μόνο. Για συμβιβασμό των διαφορών αυτών δύο προτάθηκαν κύριες λύσεις.
Πρώτη λύση: Ο ευαγγελιστής Ματθαίος παρέχει τη γενεαλογία του Ιωσήφ και ο ευαγγελιστής Λουκάς αυτήν της Θεοτόκου. Ο Ιωσήφ κατάγεται από τον Δαβίδ μέσω του Σολομώντα ακολουθώντας κατευθείαν την προς τα κάτω γραμμή μέχρι τέλους της βασιλείας. Η Μαρία κατάγεται από τον Δαβίδ μέσω του Νάθαν και οι πρόγονοί της, με εξαίρεση ίσως τον Σαλαθιήλ και τον Ζοροβάβελ, είναι όλοι άγνωστοι στην ιστορία.
Το σύστημα αυτό έγινε δεκτό από τον 16ο αιώνα από μεγάλο αριθμό συγγραφέων, ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών, και υποστηρίχτηκε από αυτούς, ότι η παραδοχή αυτού σε τίποτα δεν προσκρούει.
Και μάλιστα α) συμφωνεί πλήρως με το κείμενο του Λουκά αρκεί στο στίχο 23 η φράση «όπως νομιζόταν γιος του Ιωσήφ» να μπει σε παρένθεση, οπότε η έννοια του στίχου θα ήταν: Ο Ιησούς, τον οποίον νόμιζαν γιο του Ιωσήφ, στην πραγματικότητα ήταν γιος του Ηλί.
β) Μία σεβαστή παράδοση αναφέρει, ότι ο πατέρας της Παρθένου λεγόταν Ιωακείμ, ενώ ο Λουκάς ονομάζει αυτόν Ηλί. Αλλά το Χηλί ή Ηλί είναι συντόμευση του Ελιαχείμ και Ελιακείμ, το οποίο έχει την ίδια σημασία με το Ιωακείμ. Στο βιβλίο Ιουδείθ (δ 5,7,11 και ιε 9) ο ίδιος αρχιερέας άλλοτε λέγεται Ιωακείμ (από τη λέξη Γιεχωβά) και άλλοτε Ελιακείμ (από τη λέξη Ελ.) (F.Prat στο  F.Vigouroux Dict. De la Bible ΙΙΙ 168-169). Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι το ίδιο το Ταλμούδ ονομάζει τη Μαρία θυγατέρα του Ηλί (Chagig. 77,4). Από πού οι ραββίνοι άντλησαν αυτήν την πληροφορία; Εάν από τον Λουκά, αποδεικνύει αυτό, ότι νωρίτατα έγινε αντιληπτό από αυτούς το κείμενο του Λουκά με την πρώτη αυτή λύση, μολονότι εκείνοι δεν οδηγούνταν από την προκατάληψη να εναρμονίσουν τα δύο ευαγγέλια. Εάν όμως πάλι άντλησαν την πληροφορία τους από άλλη πηγή, π.χ. την παράδοση, έχουμε πλέον σοβαρή επιβεβαίωση του γενεαλογικού καταλόγου της Παρθένου, τον οποίο ακολούθησε ο Λουκάς (g).
Εναντίον του συστήματος αυτού προβλήθηκε
α) ότι η παράδοση αντιτίθεται σε αυτήν τη λύση. Μολονότι ο Ιλάριος (Mai,Nov. Bibl. Patr.Ι 477) μνημονεύει αυτήν, όμως την αντικρούει. Η αρχαιότητα, όπως και ο μεσαίωνας την αγνοεί. Μόλις γύρω στο τέλος του 15ου αιώνα αρχίζει να αποκτά οπαδούς (Prat). Κανένας Πατέρας ούτε κάποιος θεολόγος πριν τον 15ο αιώνα δεν προσφεύγει σε αυτήν (L).
Η δεύτερη λύση:

Και οι δύο γενεαλογίες αναφέρονται στον Ιωσήφ, αλλά ο μεν Ματθαίος παρέχει τους φυσικούς προγόνους του Ιωσήφ, ενώ ο Λουκάς τους κατά νόμον προγόνους του. Η λύση σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή, αναλύεται σε πλάτος από τον Ιούλιο τον Αφρικανό στην προς Αριστείδην επιστολή του, την οποία αναγράφει και ο Ευσέβιος (Migne 20,89 και 22,965). Και αποδίδει ο Ιούλιος την προτεινόμενη από αυτόν λύση στην παράδοση των κατά σάρκα συγγενών του Κυρίου, των οποίων την αξιοπιστία θεωρεί ανώτερη από κάθε αμφιβολία (Prat). Τη λύση αυτή, την οποία με κάποια ελαφρά τροποποίηση δέχεται και ο Ζ. θα εκθέσουμε στην ερμηνεία.
Όσον αφορά τώρα στην ένσταση πώς η γενεαλογία του Ιωσήφ μπορούσε να είναι και γενεαλογία του Ιησού, αφού γεννήθηκε υπερφυσικά από μόνη τη Μαρία, σημειώνουμε, ότι η ένσταση αυτή καμία δεν θα προκαλούσε εντύπωση σε περιβάλλον εμποτισμένο με ιδέες ιουδαϊκές τόσο, ώστε ούτε οι Πατέρες, οι οποίοι ομόφωνα δέχονται και τις δύο γενεαλογίες ότι είναι του Ιωσήφ, δεν έδωσαν καμία προσοχή σε αυτήν την ένσταση, ούτε ο Ιούλιος ο Αφρικανός αναφέρει αυτήν. Ο Αυγουστίνος μάλιστα φθάνει μέχρι του να βεβαιώσει, ότι «εάν θα γινόταν δυνατόν να αποδείξει κάποιος ότι η Μαρία δεν συνδεόταν με κανέναν δεσμό συγγένειας με τον Δαβίδ, η μνηστεία (αρραβώνας) της με τον Ιωσήφ θα αρκούσε, για να ονομαστεί ο Ιωσήφ πατέρας του Ιησού και για να θεωρηθεί ο Ιησούς γιος του Δαβίδ» (De Cons. Evang. ΙΙ 1,2).
Με παρόμοιο τρόπο μιλούν και οι υπόλοιποι Πατέρες, διότι σύμφωνα με το νόμο μέσω της μνηστείας ο Ιησούς ανήκε στον Ιωσήφ και ο Ιησούς μπορούσε να τον αποκαλέσει πατέρα του, όπως και ο Ιωσήφ δικαιούνταν να ονομάσει τον Ιησού γιο του. Άλλωστε η παράδοση μάς πληροφορεί, και όλοι οι Πατέρες δέχονται αυτήν, ότι ο Ιωσήφ και η Μαρία συνδέονταν με στενή εξ’ αίματος συγγένεια. Ως μονογενής λοιπόν κόρη όφειλε να παντρευτεί τον Ιωσήφ σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου (Αριθμοί λστ 6-12), οι οποίοι υποχρέωναν τις κληρονόμους να παίρνουν σύζυγο από την οικογένειά τους.
Οπωσδήποτε οι Πατέρες από αυτόν τον Ιουστίνο (Διάλογ. Προς Τρύφωνα 100) και τον Ιγνάτιο το Θεοφόρο (επιστολή προς Εφεσ. 18) λένε ξεκάθαρα, ότι η Μαρία καταγόταν από το γένος του Δαβίδ (Prat). Και για να κλείσουμε τα εισαγωγικά αυτά με τον Ωριγένη:
«Γενεαλογείται ο Κύριός μας… ενώ είναι αγενεαλόγητος μεν όσον αφορά τη θεότητά του, αλλά έβαλε τον εαυτό του σε γενεαλογία για χάρη σου. Και γενεαλογείται όχι με όμοιο τρόπο από τους ευαγγελιστές, το οποίο τάραξε πολλούς από αυτούς που συνέβη να διαβάσουν τη Γραφή. Διότι ο μεν Ματθαίος αρχίζοντας από τον Αβραάμ, γενεαλογώντας τον Ιησού κατεβαίνει προς τα κάτω… Ο Λουκάς όμως γενεαλογώντας δεν κατεβάζει τη γενεαλογία, αλλά την ανεβάζει μέχρι τον ίδιο το Θεό…
Και δεν γίνεται με τα ίδια ονόματα η κατάβαση και η ανάβαση της γενεαλογίας. Διότι ο μεν Ματθαίος κατεβάζοντας τον λόγο κατεβάζει αυτόν και μέσω γυναικών αμαρτωλών, γράφοντας μόνο τις άξιες κατηγορίας… την Θάμαρ… την Ραχάβ… και τη γυναίκα του Ουρίου. Επειδή δηλαδή ερχόταν ο Ιησούς για να πάρει τις αμαρτίες των ανθρώπων… για αυτό κατεβαίνοντας πήρε πάνω του τα αμαρτωλά πρόσωπα και γεννιέται μέσω του Σολομώντα… και του Ροβοάμ… και των υπόλοιπων, από τους οποίους πολλοί έκαναν το πονηρό στα μάτια του Κυρίου. Αυτός όμως (ο Λουκάς) ανεβαίνει ανεβαίνοντας από το βάπτισμα και στην γενεαλογία ανεβαίνει όχι μέσω του Σολομώντα, αλλά μέσω του Νάθαν. Και εκεί μεν (στον Ματθαίο) συνεχώς αναφέρεται η λέξη της γέννησης, εδώ όμως η λέξη της γέννησης αποσιωπάται. Ο Αβραάμ γέννησε τον Ισαάκ, ο Ισαάκ γέννησε τον Ιακώβ… και μέχρι τέλους η φράση ο τάδε γέννησε τον τάδε. Εδώ όμως ανεβαίνει λέγοντας: ο Ιησούς, που ήταν υιός, όπως νομιζόταν, του Ιωσήφ, και πουθενά εδώ δεν υπάρχει γέννηση, αλλά μόνο νομίζεται» (Ω).
(1)   Μπαίνει μπροστά η αντωνυμία με έμφαση. Αυτός στον οποίο αναφέρονται τα θαυμαστά αυτά σημεία (p).
(2)   Υπάρχει και η γραφή των αλεξανδρινών κωδίκων: ἀρχόμενος  ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα. Αρχόμενος= όταν έκανε την αρχή του έργου του. Παραλείφθηκε το αντικείμενο ως ευκόλως νοούμενο. Δεν μπορεί πάντως το αρχόμενος να συνδεθεί με το ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα (=στην αρχή των τριάντα ετών), διότι τότε πώς ακολουθεί το ωσεί (=περίπου); (δ). Το ωσεί δεν θα άρμοζε σε ένδειξη τόσο ακριβή και καθορισμένη, την οποία θα δήλωνε η λέξη αρχόμενος (g).
(3)   Υπάρχει και η γραφή «ὤν υἱὸς, ὡς ἐνομίζετο, Ἰωσήφ». Η ορθή στίξη βάζει το «ως ενομίζετο» ανάμεσα σε δύο κόμματα. Είναι τελείως αφύσικο να μπει το κόμμα μετά το Ιωσήφ και όχι πριν από αυτό= που ήταν γιος (όπως νομιζόταν του Ιωσήφ) του Ηλί. Δηλαδή υποτίθεται μεν ότι ήταν γιος του Ιωσήφ, στην πραγματικότητα όμως ήταν εγγονός του Ηλί, πατέρα της Μαρίας. Δεν είναι πιθανόν η λέξη υιός στην ίδια πρόταση να έχει δύο διαφορετικές έννοιες, υιός του Ιωσήφ, εγγονός του Ηλί (p).
Η μετοχή ὤν είναι ρηματική και πρέπει να εξηγηθεί με το «και ήταν» (δ). Όπως νομιζόταν= «όπως νόμιζαν οι Ιουδαίοι. Όπως όμως ήταν η αλήθεια, δεν ήταν γιος του» (Ζ).
(4)   «Πώς ο μεν Ματθαίος είπε τον Ιωσήφ γιο του Ιακώβ, ενώ ο Λουκάς τώρα τον λέει γιο του Ηλί;» (Ζ). Για απάντηση γίνεται δεκτή η λύση του Ιουλίου του Αφρικανού που άκμασε τον Γ΄ αιώνα και είναι η ακόλουθη:
«Επειδή ο Ηλί πέθανε χωρίς παιδί, ο αδελφός του Ιακώβ με τον οποίο είχαν την ίδια μητέρα, παίρνοντας τη γυναίκα εκείνου σύμφωνα με το νόμο, γέννησε τον Ιωσήφ, και έγινε ο Ιωσήφ σύμφωνα με το νόμο μεν γιος του Ηλί, σύμφωνα όμως με τη φύση γιος του Ιακώβ. Και επομένως ο μεν Ματθαίος έγραψε το φυσικό του πατέρα, ενώ ο Λουκάς τον νομικό» (Ζ).
Αλλά εάν σταθούμε μόνο έως εδώ η διαφορά των δύο γενεαλογιών δεν εξηγείται. Διότι εάν δεχτούμε ότι ο Ηλί και ο Ιακώβ ήταν αδέλφια που είχαν όχι μόνο την ίδια μητέρα, αλλά και τον ίδιο πατέρα, τότε στο πρόσωπο του πατέρα τους οι δύο γενεαλογίες θα συναντιούνταν και δεν θα διέφεραν όπως διαφέρουν τώρα. Για αυτό ο Ιούλιος ο Αφρικανός συμπλήρωσε και με νέα υπόθεση τη λύση που πρότεινε, με το να εισηγηθεί ότι οι Ιακώβ και Ηλί ήταν ετεροθαλή από τον πατέρα αδέλφια (g) όπως αναπτύσσει στον επόμενο στίχο και ο Ζ.


Λουκ. 3,24  τοῦ Ματθάν(1), τοῦ Λευΐ, τοῦ Μελχί, τοῦ Ἰωαννᾶ, τοῦ Ἰωσήφ(2),
Λουκ. 3,24  ο οποίος ήτο υιός του Ματθάν, υιός του Λευϊ, υιού του Μελχί, υιού του Ιωννά, υιού του Ιωσήφ,

(1)   «Είναι άλλος αυτός ο Ματθάν»ή Ματθάτ «και άλλος εκείνος» ο Μαθθάν ή Ματθάν που γράφει ο Ματθαίος. «Δηλαδή τη μητέρα του Ηλί και του Ιακώβ πρώτα μεν την παντρεύτηκε αυτός ο Ματθάν που γράφει ο Λουκάς και γέννησε τον Ηλί. Έπειτα, επειδή πέθανε εκείνος και αυτή ήταν χήρα, την πήρε ως γυναίκα του εκείνος ο Ματθάν που γράφει ο Ματθαίος, που ήταν από την ίδια μεν φυλή, αλλά από άλλη συγγένεια, και γέννησε τον Ιακώβ. Επομένως λοιπόν ο Ηλί και ο Ιακώβ έχουν την ίδια μεν μητέρα αλλά διαφορετικό πατέρα· και ανεβάζουν την καταγωγή της γενιάς τους ο μεν πατέρας του Ηλί μέχρι τον Ρησά τον γιο του Ζοροβάβελ, ενώ ο πατέρας του Ιακώβ, μέχρι τον Αβιούδ, τον γιο ομοίως του Ζοροβάβελ» (Ζ).
Και για να γίνει ακόμη σαφέστερο, σύμφωνα με τον Ιούλιο τον Αφρικανό, ο Ματθάν, καταγόμενος από τον Σολομώντα, πήρε σύζυγο την Εσθάν, από την οποία γέννησε τον Ιακώβ. Μετά το θάνατο του Ματθάν η χήρα Εσθά πήρε σύζυγο τον Ματθάτ, που καταγόταν από τον Νάθαν, και γέννησε γιο τον Ηλί. Ο Ιακώβ και ο Ηλί ήταν αδέλφια με την ίδια μητέρα, και ο ένας από αυτούς καταγόταν από τον Σολομώντα (μέσω του Ματθάν), ενώ ο άλλος από τον Νάθαν (μέσω του Ματθάτ). Ο Ηλί πέθανε χωρίς παιδιά, και ο αδελφός του Ιακώβ σύμφωνα με το νόμο παντρεύτηκε τη χήρα του και γέννησε τον Ιωσήφ, που ήταν πραγματικός γιος του Ιακώβ και καταγόταν λοιπόν από τον Σολομώντα, αλλά ήταν νομικός γιος του Ηλί και καταγόταν έτσι και από τον Νάθαν (Prat).
«Ο Ιακώβ επομένως και ο Ηλί είναι αδέλφια από την ίδια μητέρα, την Εσθά. Όταν ο Ηλί πήρε γυναίκα, επειδή πέθανε άτεκνος, όπως πρόσταζε ο νόμος, την πήρε ο Ιακώβ γυναίκα του ως αδελφός για να κάνει παιδί για χάρη του νεκρού αδελφού του Ηλί. Ο Ματθαίος λέγοντας το φυσικό πατέρα του Ιωσήφ, τον Ιακώβ, είπε και το γένος από όπου ο Ιωσήφ κατάγεται, ενώ ο Λουκάς ανέφερε το νομικό πατέρα του Ιωσήφ, τον Ηλί, και είπε και το γένος από όπου ο Ηλί κατάγεται» (σχ.).
Έτσι εξηγούνται οι διαφορές των δύο γενεαλογιών μέχρι τον Ζοροβάβελ. Ο Ματθαίος έχει τη σειρά των ονομάτων αυτών που κατάγονταν από τον Σολομώντα, ενώ ο Λουκάς τη σειρά των ονομάτων των απογόνων του Νάθαν.
(2)   Διαφορετικές γραφές: του Ματθάτ και σύμφωνα με άλλα χειρόγραφα Μαθθάθ, του Λευεί, του Μελχεί, του Ιανναί ή σύμφωνα με άλλα χειρόγραφα του Ιαννά.
 
Λουκ. 3,25  τοῦ Ματταθίου, τοῦ Ἀμώς, τοῦ Ναούμ, τοῦ Ἐσλίμ, τοῦ Ναγγαί,
Λουκ. 3,25  υιού του Ματταθίου, υιού του Αμώς, υιού του Ναούμ, υιού του Εσλίμ, υιού του Ναγγαί,
Λουκ. 3,26  τοῦ Μαάθ, τοῦ Ματταθίου, τοῦ Σεμεΰ, τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Ἰωδᾶ(1),
Λουκ. 3,26  υιού του Μαάθ, υιού του Ματταθίου, υιού του Σεμεΰ, υιού του Ιωσήφ, υιού του Ιωδά,
(1)   Διαφορετικές γραφές: Ματατθίου… Εσλεί ή σύμφωνα με πολλά άλλα χειρόγραφα Εσλί, του Ναγαί… του Σεμεΐ ή Σεμεεί ή Σεμεείν, του Ιωσήφ, του Ιούδα.

Λουκ. 3,27  τοῦ Ἰωαννάν(1), τοῦ Ῥησᾶ, τοῦ Ζοροβάβελ, τοῦ Σαλαθιήλ, τοῦ Νηρί(2),
Λουκ. 3,27  υιού του Ιωαννάν, υιού του Ρησά, υιού του Ζοροβάβελ, υιού του Σαλαθιήλ, υιού του Νηρί,
(1)   Διαφορετικές γραφές: του Ιωαννά ή του Ιωανάν ή του Ιωνάν… του Νηρεί.
(2)   «Τον Σαλαθιήλ ο μεν Ματθαίος τον ονόμασε γιο του Ιεχονίου… ενώ ο Λουκάς γιο του Νηρί» (Ζ). Ομοίως στο Ματθαίο ο Ζοροβάβελ έχει γιο τον Αβδιού και στον Λουκά γιο τον Ρησά. Αλλά τα δύο αυτά ονόματα Ζοροβάβελ και Σαλαθιήλ που συναντιούνται και στους δύο καταλόγους περίπου στη μέση τους, παρουσιάζεται σχεδόν βέβαιο, ότι ανήκουν στην ίδια εποχή σύμφωνα και με το Λουκά και το Ματθαίο. Αλλά τα ονόματα αυτά είναι ελάχιστα κοινά και θα ήταν έκτακτη και εκ πρώτης όψης απίθανη σύμπτωση δύο πρόσωπα που ανήκουν σε διαφορετικούς οίκους να έχουν κατά την ίδια εποχή τα ίδια ονόματα, αλλά και οι διάδοχοί τους πάλι να είναι συνώνυμοι. Επομένως οι Ζοροβάβελ και Σαλαθιήλ του Λουκά είναι οι ίδιοι με αυτούς του Ματθαίου.
Παρόλ’ αυτά το συμπέρασμα αυτό δεν θεωρήθηκε από άλλους ως οριστικό και αδιαμφισβήτητο. Τα ονόματα Ζοροβάβελ και Σαλαθιήλ μπορούσαν μετά την αιχμαλωσία να γίνουν πολύ συνηθισμένα, όπως έγινε κοινότατο στους Γάλλους το όνομα Ναπολέων μετά την αυτοκρατορία. Εάν πάλι δεν συναντιούνται αυτά στα βιβλία της Π.Δ., αυτό εξηγείται από το ότι δεν έχουμε πολλά βιβλία, των οποίων η συγγραφή να ανάγεται στους μεταιχμαλωσιακούς χρόνους. Άλλωστε και τα ονόματα Ιακώβ και Λευΐ, που συναντούμε πολλές φορές στους καταλόγους, δεν εμφανίζονται στην Π.Δ. παρά μόνο όταν πρόκειται να δηλωθούν οι γνωστοί πατριάρχες. Κανείς από τους συνονόματούς τους δεν κατέκτησε τη λαμπρότητά τους.
Ως προς τη διαδοχή των ίδιων ονομάτων (ο Σαλαθιήλ γέννησε τον Ζοροβάβελ) πρέπει να έχουμε υπ’ όψη ότι και στους νεώτερους Ιουδαίους ο πατέρας που έχει το όνομα Αβραάμ συνηθέστατα ονομάζει το γιο του Ισαάκ και αυτός πάλι το γιο του Ιακώβ, έτσι ώστε σε οικογένειες διαφορετικές να βρίσκονται οι ίδιες βιβλικές σειρές που κατεβαίνουν γενεαλογικά. Αυτό μπορούσε κατά τα χρόνια της αιχμαλωσίας να συμβεί και ως προς τα ονόματα Σαλαθιήλ και Ζοροβάβελ (Prat).
Σύμφωνα λοιπόν με την εκδοχή αυτή, οι Σαλαθιήλ και Ζοροβάβελ του Λουκά είναι πρόσωπα διαφορετικά των συνονόματών τους στο Ματθαίο. Αυτή η εκδοχή παρόλ’ αυτά δεν έγινε δεκτή από όλους.
Αν υποτεθεί λοιπόν ότι οι Σαλαθιήλ και Ζοροβάβελ είναι τα ίδια πρόσωπα και στο Ματθαίο και στο Λουκά, η λύση δίνεται ως ακολούθως:
«Τον Σαλαθιήλ ο μεν Ματθαίος τον ονόμασε γιο του Ιεχονίου ως φυσικό γιο του, ενώ ο Λουκάς τώρα, τον ονόμασε γιο του Νηρί ως νομικό γιο του. Ανεβάζουν λοιπόν και αυτοί την καταγωγή, ο μεν Νηρί στον Νάθαν, τον γιο του Δαβίδ, ενώ ο Ιεχονίας στον Σολομώντα, τον γιο ομοίως του Δαβίδ και οι δύο πάλι στον Δαβίδ» (Ζ).
Και πλατύτερα. Σύμφωνα με το Α΄ Παραλειπ. γ 18-19 ο Φαδαΐας υπήρξε αδελφός του Σαλαθιήλ και πατέρας του Ζοροβάβελ. Οι κώδικες όμως Βατικανός και Αλεξανδρινός στο Α΄Παραλ. γ 19 ονομάζουν τον Σαλαθιήλ πατέρα του Ζοροβάβελ. Το τελευταίο αυτό επιβεβαιώνεται και από τα χωρία Αγγαίου α 1, Α΄ Έσδρα ε 5 κτλ.
Σύμφωνα με αυτά ο Ζοροβάβελ είναι φυσικός μεν γιος του Φαδαΐα και της συζύγου του Σαλαθιήλ, σύμφωνα με το νόμο όμως είναι γιος και κληρονόμος του Σαλαθιήλ που πέθανε άτεκνος. Ο Σαλαθιήλ, φυσικός γιος του Ιεχονία καταγόταν από τον Σολομώντα μέσω του Ροβοάμ σύμφωνα με το Ματθαίο και από τον Νάθαν σύμφωνα με το Λουκά ως γιος του Νερί είτε επειδή παντρεύτηκε την κόρη και κληρονόμο του Νερί και έχοντας πεθερό τον Νερί, είτε ως γιος της χήρας του Νερί, οπότε θα ήταν κατά νόμον γιος του Νερί.
Παραμένει ήδη η απορία του πώς σύμφωνα μεν με το Ματθαίο γιος του Ζοροβάβελ είναι ο Αβιούδ, ενώ σύμφωνα με το Λουκά ο Ρησά. Σύμφωνα με το Α΄Παραλ. γ 19 γιοι του Ζοροβάβελ υπήρξαν οι «Μοσολλάμ και Ανανίας και Σαλωμεθί η αδελφή τους». Ούτε το όνομα του Ρησά αναφέρεται, ούτε του Αβιούδ. Μπορεί κάποιος λοιπόν να υποθέσει ότι είχε και άλλα παιδιά ο Ζοροβάβελ που δεν αναφέρονται στον κατάλογο ή ότι οι Αβιούδ και Ρησά είναι εγγόνια του· ειδικά για τον Ρησά ότι είναι εγγόνι του από την κόρη του (g) που παντρεύτηκε με άνδρα από το γένος του Νάθαν.
 
Λουκ. 3,28  (1)τοῦ Μελχί, τοῦ Ἀδδί, τοῦ Κωσάμ, τοῦ Ἐλμωδάμ, τοῦ Ἤρ,
Λουκ. 3,28   υιού του Μελχί, υιού του Αδδί, υιού του Κωσάμ, υιού του Ελμωδάμ, υιού του Ηρ,
Λουκ. 3,29  τοῦ Ἰωσῆ, τοῦ Ἐλιέζερ, τοῦ Ἰωρείμ, τοῦ Ματθάτ, τοῦ Λευΐ,
Λουκ. 3,29  υιού του Ιωσή, υιού του Ελιέζερ, υιού του Ιωρείμ, υιού του Ματθάτ, υιού του Λευϊ,
Λουκ. 3,30  τοῦ Συμεών, τοῦ Ἰούδα, τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Ἰωνᾶ, τοῦ Ἐλιακείμ,
Λουκ. 3,30  υιού του Συμεών, υιού του Ιούδα, υιού του Ιωσήφ, υιού του Ιωνά, υιού του Ελιακείμ,
Λουκ. 3,31  τοῦ Μελεᾶ, τοῦ Μαϊνάν, τοῦ Ματταθᾶ, τοῦ Νάθαν(2), τοῦ Δαυΐδ,
Λουκ. 3,31  υιού του Μελεά, υιού του Μαϊνάν, υιού του Ματταθά, υιού του Ναθαν, υιού του Δαυΐδ,
(1)   Διαφορετικές γραφές: Μελχεί, Αδδεί… Ελμαδάμ… Ιησού (αντί Ιωσή)… Ιωρίμ του Μαθθάθ ή Μαθθάτ ή Ματτάθ, του Λευεί ή Λευί… του Ιωνάμ ή Ιωανάν (αντί του Ιωνά)… του Μελεά ή Μελέα, του Μεννά (αντί Μαϊνάν) του Ματαθά ή Μετταθά, του Νάθαμ ή Ναθάμ, του Δαυείδ ή Δαβίδ ή Δαυίδ.
(2)   Σύμφωνα με το Β΄Βασιλ. ε 14,16 «αυτά είναι τα ονόματα αυτών που γεννήθηκαν από τον Δαβίδ στην Ιερουσαλήμ· Σαμμούς και Σωβάβ και Νάθαν και Σαλωμών… και… Ιεσσιβάθ, Νάθαν…». Δύο γιοι λοιπόν με το όνομα Νάθαν γράφονται ότι είναι του Δαβίδ. Από το Ζαχαρ. ιβ 12 πληροφορούμαστε ότι μεταξύ των φυλών, οι οποίες θα διακρίνονταν, θα ήταν «η φυλή του οίκου του Δαβίδ χωριστά… και η φυλή του οίκου του Νάθαν… και η φυλή του οίκου του Λευί». Όχι μόνο λοιπόν διακρίνεται ως ξεχωριστή η οικογένεια του Νάθαν, αλλά και εκπροσωπεί μαζί με την οικογένεια του Δαβίδ τον βασιλικό οίκο, μπαίνοντας μπροστά και από τη φυλή του οίκου του Λευί.
Λουκ. 3,32   (1)τοῦ Ἰεσσαί, τοῦ Ὠβήδ, τοῦ Βοόζ, τοῦ Σαλμών, τοῦ Ναασσών,
Λουκ. 3,32   υιού του Ιεσσαί, υιού του Ωβήδ, υιού του Βοόζ, υιού του Σαλμών, υιού του Ναασσών,
Λουκ. 3,33   τοῦ Ἀμιναδάβ, τοῦ Ἀράμ, τοῦ Ἰωράμ, τοῦ Ἐσρώμ, τοῦ Φαρές, τοῦ Ἰούδα,
Λουκ. 3,33   υιού του Αμιναδάβ, υιού του Αράμ, υιού του Ιωράμ, υιού του Εσρώμ, υιού του Φαρές, υιού του Ιούδα,
Λουκ. 3,34  τοῦ Ἰακώβ, τοῦ Ἰσαάκ, τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Θάρα, τοῦ Ναχώρ(2),
Λουκ. 3,34  υιού του Ιακώβ, υιού του Ισαάκ, υιού του Αβραάμ, υιού του Θαρα, υιού του Ναχώρ,
(1)   Διαφορετικές γραφές: του Ιωβήδ (αντί Ωβήδ) ή Ωβήλ, του Βόος ή Βοός. Και αντί του Αράμ υπάρχουν οι γραφές «του Αδμίν του Αρνί» ή του Αμίν του Αράμ ή του Αμιναδάμ του Αράμ του Ιωράμ ή του Αδάμ του Αράμ ή του Αδάμ, του Αδμίν, του Αρνί. Και Εσρών αντί Εσρώμ· και Θάρρα αντί Θάρα.
(2)   Οι δύο γενεαλογίες, και του Ματθαίου και του Λουκά, συμφωνούν στο μέχρι τον Αβραάμ τμήμα τους και μεταξύ τους και με την Π.Δ.

Λουκ. 3,35  (1)τοῦ Σερούχ, τοῦ Ῥαγαῦ, τοῦ Φάλεκ, τοῦ Ἔβερ, τοῦ Σαλᾶ,
Λουκ. 3,35  υιού του Σερούχ, υιού του Ραγαύ, υιού του Φαλεκ, υιού του Εβερ, υιού του Σαλά,
Λουκ. 3,36  τοῦ Καϊνάν(2), τοῦ Ἀρφαξάδ, τοῦ Σήμ, τοῦ Νῶε, τοῦ Λάμεχ,
Λουκ. 3,36  υιού του Καϊνάν, υιού του Αρφαξάδ, υιού του Σημ, υιού του Νώε, υιού του Λαμεχ,
Λουκ. 3,37  τοῦ Μαθουσάλα, τοῦ Ἐνώχ, τοῦ Ἰάρεδ, τοῦ Μαλελεήλ, τοῦ Καϊνάν,
Λουκ. 3,37  υιού του Μαθουσάλα, υιού του Ενώχ, υιού του Ιάρεδ, υιού του Μαλελεήλ, υιού του Καϊνάν,
Λουκ. 3,38  τοῦ Ἐνώς, τοῦ Σήθ, τοῦ Ἀδάμ(3), τοῦ Θεοῦ(4).
Λουκ. 3,38  υιού του Ενώς, υιού του Σηθ, υιού του Αδάμ. τον οποίον ως τέκνον του έπλασε κατ' ευθείαν ο Θεός.
(1)   Διαφορετικές γραφές: του Σαρούχ, του Ραγάβ, του Φαλέκ ή Φαλέγ, του Έβερ ή του Εβέρ… του Καϊνάμ… του Λάμεκ, του Μαθουσαλά… του Ιάρετ ή Ιάρεθ, του Μαλελεήλ, του Καϊνάμ.
(2)   Σύμφωνα με τους Ο΄ «ο Αρφαξάδ γέννησε τον Καϊνάν, και ο Καϊνάν γέννησε τον Σαλά, ο Σαλά γέννησε τον Έβερ» (Γεν. ι 24). Το όνομα όμως του Καϊνάν δεν βρίσκεται σε κανένα από τα εβραϊκά χειρόγραφα, ούτε σε κάποια άλλη μετάφραση που έγινε από το εβραϊκό πρωτότυπο. Αυτοί που εκφράζουν την υπόνοια, ότι ίσως πρόκειται για παρεμβολή και νόθευση, θεωρούν ως απίθανη και αβάσιμη την υπόθεση, ότι η νόθευση αυτή έγινε με βάση την αναφορά του Καϊνάν σε αυτόν το στίχο (δες p). Όσον αφορά τα άλλα, το τμήμα αυτό της γενεαλογίας του Λουκά συμφωνεί πλήρως με τις πληροφορίες από την Π.Δ.
(3)   Η επέκταση της γενεαλογίας και πέρα από τους Δαβίδ και Αβραάμ μέχρι τον γενάρχη του όλου ανθρωπίνου γένους, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με την περί καθολικής σωτηρίας διδασκαλία του ευαγγελίου του Παύλου. Για τους Ιουδαίους απαραίτητο ήταν να γνωρίσουν ότι ο Χριστός καταγόταν από τον Αβραάμ και τον Δαβίδ. Για αυτό ο Ματθαίος βάζει πρώτο αυτό στην αρχή του ευαγγελίου του.
Ο Λουκάς γράφοντας εξίσου προς όλους δείχνει ότι ο Μεσσίας συγγενεύει και με τους εθνικούς όπως και με τους Ιουδαίους και όλη η ανθρωπότητα μπορεί να αξιώσει αυτόν ως αδελφό (p).
(4)   Σοφά ο Λουκάς πρόσθεσε και αυτό. Ο Αδάμ υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος. Δεν γεννήθηκε αυτόματα, ούτε από πατέρα και μητέρα, αλλά από το Θεό, όχι όπως οι γιοι του Αδάμ είναι από το Θεό, αλλά με τρόπο τελείως ειδικό. Διότι την ύπαρξη, την οποία οι γιοι του Αδάμ οφείλουν στους γονείς τους λόγω της αγαθότητας του Δημιουργού τους, αυτό ο Αδάμ το πήρε άμεσα από τον Θεό. Ο Αδάμ υπήρξε εξ’ ολοκλήρου δημιουργία του Θεού, και όχι απλώς όπως όλα τα δημιουργήματα, αλλά πιο εξαιρετικό από αυτά. Δες Γεν. α 26 (b).
Ο Λουκάς πιθανότατα πρόσθεσε αυτό για τους εθνικούς αναγνώστες του για να υπενθυμίσει σε αυτούς την από το Θεό καταγωγή του ανθρωπίνου γένους. Αναιρεί έτσι τους μύθους, που κυκλοφορούσαν μεταξύ των εθνικών σε σχέση με την καταγωγή του ανθρώπου (p). Η Γραφή και όσον αφορά στις πρώτες αρχές του ανθρωπίνου γένους καθορίζει και ικανοποιεί πλήρως τη γνώση μας. Αυτοί που περιφρονούν ή αγνοούν αυτήν βρίσκονται σε αμφιβολία και πλάνη μεταξύ των προκοσμικών και μετακοσμικών χρόνων (b). Ανεβάζοντας τη γενεαλογία του ο Λουκάς από το δεύτερο Αδάμ μέχρι τον πρώτο και από αυτόν μέχρι το Θεό, υποδήλωνε, ότι όπως ο Θεός είχε δημιουργήσει άμεσα τον πρώτο Αδάμ φυσώντας στο χώμα, έτσι και το Άγιο Πνεύμα παρήγαγε αμέσως την ανθρώπινη φύση του δεύτερου Αδάμ στον κόλπο της Παρθένου για να σώσει την όλη ανθρωπότητα (L).
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας              Θφ = Θεοφύλακτος
Β = Βασίλειος ο Μέγας                Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας            Σγ = Σεβηριανός
Ζ = Ζιγαβηνός                              Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Η = Ησύχιος                                 Ω = Ωριγένης
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
F. Godet, Commentaire sur l’ Evangile de S. Luc 1888 (σημειώνεται με το g)
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Luc, Deuxieme edition      Paris 1921 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer.   A critical and exegetical commentary on the Gospel according to S. Luc, Fifth edition (1928) (σημειωνεται με το p.)
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by A. Fausset. Τόμ. II (σημειώνεται με το b)
.J. Owen, A Commentary on the Gospel of Luc, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)

 

(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 25-33 εκδόσεις «ο Σωτήρ», Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
(Οι παραπομπές των ονομάτων στο τέλος Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
Ματθ. 1,1 Βίβλος γενέσεως(1) Ἰησοῦ Χριστοῦ(2), υἱοῦ Δαυΐδ(3), υἱοῦ Ἀβραάμ(4).
Ματθ. 1,1  Βιβλίον της γενεαλογίας του Ιησού Χριστού, απογόνου κατά το ανθρώπινον του βασιλέως Δαυΐδ, ο οποίος πάλιν υπήρξεν απόγονος του πατριάρχου Αβραάμ.
«Το Ευαγγέλιο είναι λόγος ο οποίος εύλογα περιέχει αναγγελία αγαθών πραγμάτων και επειδή ωφελεί αυτόν που το ακούει τον ευφραίνει, εφόσον βέβαια αποδεχτεί αυτό που αναγγέλλει, ή είναι λόγος που περιέχει την παρουσία αγαθών» (Κ).
«Ευαγγέλιο ονομάζεται το παρόν βιβλίο» (Χ), «διότι αναγγέλλει σε εμάς πράγματα που είναι καλά» (Θφ)· «διότι ευαγγελίζεται σε όλους, την κατάργηση της κόλασης, τη διάλυση των αμαρτιών, τη δικαιοσύνη, τον αγιασμό, την απολύτρωση, την υιοθεσία, την κληρονομία των ουρανών» (Χ).
(1)   Ειπώθηκε πολύ σωστά, ότι η γενεαλογία αυτή αποτελεί ενωτικό σημείο μεταξύ της Π. και της Κ. Διαθήκης (F). Φράση που χρησιμοποιείται από τους Ο΄(μετάφραση των 70) στα Γέν. β 4 και ε 1 (b). Το Γεν. β 4 περιλαμβάνει τις αφηγήσεις της δημιουργίας του ανθρώπου, του παραδείσου, της πτώσης, της γέννησης του Κάιν και του Άβελ και των απογόνων του Κάιν μέχρι του Λάμεχ (a). Το Γεν. ε 1 περιλαμβάνει όχι μόνο την γενεαλογία του Αδάμ μέχρι του Ιάφεθ αναμιγμένη με κάποιες αφηγήσεις, αλλά και την εξιστόρηση της κακίας των ανθρώπων επί των ημερών του Νώε ε 1-στ 8 (p). Θα ερμηνεύσουμε· βιβλίο, στο οποίο καταγράφονται οι πρόγονοι κάποιου (g).
Ο τίτλος αυτός αναφέρεται κυρίως σε ό,τι αμέσως ακολουθεί, μέχρι το στίχο 17 αν και, λιγότερο πιθανώς, μπορεί να εφαρμοστεί στο όλο βιβλίο, σκοπός του οποίου είναι να αποδείξει, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Υιός του Δαβίδ κλπ. (b).
«Και για ποιό λόγο την αποκαλεί Βίβλο γενέσεως του Ιησού Χριστού; Παρόλο βεβαίως που δεν περιέχει μόνο αυτό, τη γέννηση δηλαδή, αλλά όλη την οικονομία (=το θείο σχέδιο της σωτηρίας). Διότι εδώ υπάρχει η συγκεφαλαίωση όλης της οικονομίας και αποβαίνει σε εμάς η αρχή και η ρίζα όλων των αγαθών… για αυτό ονόμασε το βιβλίο από το πιο σημαντικό από τα κατορθώματα» (Χ).
Από την έννοια της φράσης στα χωρία που αναφέρθηκαν, του Γεν. β 4 και ε 1 θα μπορούσε να βγει ως συμπέρασμα, ότι ο τίτλος αποτελεί την επιγραφή ολόκληρου του περιεχομένου των κεφ. α και β, πιθανότερα όμως αναφέρεται στη γενεαλογία, που ολοκληρώνεται στο στίχο 17 (S).
Ο ευαγγελιστής αναμφίβολα είχε στο νου την Γένεση των Ο΄ όταν προτιμούσε τον τίτλο αυτόν και πιθανώς από τους Ο΄ δανείστηκε τη γενεαλογία, αν και θα μπορούσε να έχει βρει ήδη συλλεγμένη αυτήν σε κάποια από τα ιουδαϊκά αρχεία (p).
(2)   Η φράση «Ιησού Χριστού» συναντιέται στους συνοπτικούς μόνο εδώ και στα Ματθ. α 18 ιστ 21, Μάρκ. α 1.
«Χριστοί (=χρισμένοι) λέγονταν οι βασιλιάδες και οι ιερείς. Διότι χρίονταν με το άγιο λάδι που ανέβλυζε από το κεράτινο δοχείο που το έβαζαν πάνω στο κεφάλι. Λέγεται λοιπόν ο Κύριος Χριστός ως βασιλιάς και ως ιερέας… και χρίστηκε και αυτός κατεξοχήν με το αληθινό λάδι, το Άγιο Πνεύμα. Διότι ποιός άλλος είχε το Πνεύμα όπως ο Κύριος;» (Θφ).
Η λέξη Χριστός έχασε τη σημασία της ως επίθετο (=χρισμένος, δηλαδή Μεσσίας), την οποία εξέφραζε σε συνδυασμό με το άρθρο (ο Χριστός) και έγινε κύριο όνομα. Δες επίσης και Ιω. α 17, όπου χρησιμοποιείται με την ίδια έννοια (S). Από ονομασία που δήλωνε το προφητικό αρχιερατικό και βασιλικό αξίωμα του Κυρίου, έγινε κύριο όνομα (ο).
«Αυτό το Ιησούς, δεν είναι όνομα ελληνικό, αλλά στην εβραϊκή γλώσσα έτσι λέγεται, Ιησούς· το οποίο σημαίνει, αν το μεταφράσουμε στην ελληνική γλώσσα, Σωτήρας· και Σωτήρας από το ότι έσωσε το λαό του» (Χ).
Στην Κ.Δ. με το ίδιο όνομα αναφέρεται ο Ιησούς του Ναυή (Εβρ. δ 8) και ο συνεργός του Παύλου ο Ιησούς ο λεγόμενος Ιούστος (Κολ. δ 11) (ο).
(3)   «Και γιατί δεν είπε γιου του Αβραάμ και στη συνέχεια γιου του Δαβίδ; Τον Δαβίδ τον είχαν όλοι στο στόμα τους, και λόγω της λαμπρότητάς του και λόγω του χρόνου· διότι δεν είχε πεθάνει πριν από τόσα πολλά χρόνια όσο ο Αβραάμ» (Χ).
«Και κανείς δεν τον αποκαλούσε υιό Αβραάμ, αλλά όλοι υιό Δαβίδ. Έτσι λοιπόν άρχισε από τον πιο γνωστό και ανέβηκε στον παλαιότερο» (Ζ).
Ο Αβραάμ υπήρξε ο πρώτος, ο Δαβίδ ο τελευταίος από τους ανθρώπους, στους οποίους έγινε η υπόσχεση για τον Μεσσία. Για αυτό ονομάστηκε υιός Δαβίδ, εφόσον ο Δαβίδ υπήρξε και ο άμεσος πρόγονός του (b). Για κάθε Χριστιανό που προερχόταν από τους Ιουδαίους, η μεσσιακή ιδιότητα του Ιησού θα εξαρτιόταν από την καταγωγή του από τον Δαβίδ και είναι γεγονός, ότι τονίζεται ιδιαιτέρως αυτή η καταγωγή στα πρώτα αποστολικά κηρύγματα προς τους Ιουδαίους. Δες Πράξ. β 30,ιβ 23 και Ρωμ. α 3,Β΄Τιμ. β 8,Απ. κβ 16 (S).
(4)   «Ονόμασε το Χριστό γιο μεν του Δαβίδ, ενώ τον Δαβίδ γιο του Αβραάμ, οδηγώντας τη σκέψη των ακροατών στο να θυμηθούν τις υποσχέσεις. Διότι από παλιά ο Θεός υποσχέθηκε και στον Αβραάμ και στο Δαβίδ ότι θα αναστήσει από το σπέρμα τους το Χριστό. Επειδή οι ακροατές ήταν Ιουδαίοι, γνώριζαν αυτές τις υποσχέσεις» (Ζ).
«Όπως είναι πρέπον λοιπόν, από αυτόν (τον Αβραάμ) γενεαλογεί το Χριστό· διότι ο Χριστός είναι το σπέρμα του Αβραάμ, μέσω του οποίου ευλογηθήκαμε όλοι οι εθνικοί, οι πρώην καταραμένοι» (Θφ). Η καταγωγή του Μεσσία από τον Αβραάμ τονίζεται στη Διαθήκη των 12 Πατριαρχών, Λευΐ 8,15 (a). Ο Μάρκος αρχίζοντας το ευαγγέλιό του ονομάζει τον Ιησού γιο όχι του Δαβίδ αλλά του Θεού, διότι αρχίζει την αφήγησή του από το βάπτισμα του Ιησού από τον Ιωάννη, όπου ο Κύριός μας αποδείχτηκε Υιός του Θεού. Έτσι ο καθένας από τους ευαγγελιστές διακηρύσσει τον σκοπό του έργου του στον τίτλο (b).
«Ο Ματθαίος γράφοντας προς αυτούς που προέρχονταν από την περιτομή (τους Εβραίους), δεν ανέβασε τη γενεαλογία πιο πάνω από τον Αβραάμ… δείχνοντας μόνο ότι αυτός βλάστησε από το σπέρμα του Αβραάμ και του Δαβίδ σύμφωνα με τις υποσχέσεις σε εκείνους· διότι τίποτα δεν ανέπαυε τόσο πολύ τους πιστούς τους προερχομένους από τους Ιουδαίους, όσο το να μάθουν, ότι ο Χριστός ήταν από το σπέρμα του Αβραάμ και του Δαβίδ, μιας και πάντοτε τον προσδοκούσαν ότι από εκεί θα προέλθει· ο Λουκάς όμως, επειδή μέσω του Θεοφίλου μιλούσε γενικά σε όλους τους πιστούς, κάνει πλήρη τη γενεαλογία αρχίζοντας μάλλον από κάτω από το Χριστό και ανεβαίνοντας μέχρι τον Αδάμ» (Ζ)

Ματθ. 1,2  Ἀβραὰμ ἐγέννησε(1) τὸν Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ(2), Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰούδαν(3) καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ,
Ματθ. 1,2   Διότι ο Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, ο Ισαάκ δε εγέννησε τον Ιακώβ, ο δε Ιακώβ εγέννησε τον Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού.
(1)   «Υπήρχε συνήθεια να γενεαλογούνται οι άνδρες. Διότι ο άνδρας σπέρνει, και αυτός είναι αρχή και ρίζα του παιδιού και κεφαλή της γυναίκας· ενώ η γυναίκα με το να τρέφει και να θάλπει και να συναυξάνει το σπέρμα, έχει δοθεί ως βοηθός στον άνδρα» (Ζ).
Ο Ματθαίος απαριθμώντας τους προγόνους του Κυρίου μας χρησιμοποιεί την κατιούσα (=προς τα κάτω) σειρά (αν και στο στίχο 1 χρησιμοποίησε και την ανιούσα (=προς τα πάνω), και αρχίζει από τον Αβραάμ, αντί για τον Αδάμ, όχι για να αποκλείσει τα έθνη, αφού μέσω του Αβραάμ όλα τα έθνη ευλογήθηκαν (b). Το να είναι κάποιος γιος του Αβραάμ σήμαινε ότι ήταν ένας αληθινός Ιουδαίος και αποτελούσε αφορμή καύχησης. Δες και Ματθ. γ 8 (S). Ολόκληρος ο στίχος 2 προέρχεται από το Α΄ Παραλ. α 34 και β 1 (a).
(2)   «Για ποιο λόγο δεν ανέφερε και τον αδελφό του (τον Ησαύ) όταν ήλθε στον Ιακώβ, αλλά αναφέρει τον Ιούδα και τους αδελφούς του; Κάποιοι μεν λένε λόγω του κακού χαρακτήρα του Ησαύ… εγώ όμως δεν θα το έλεγα αυτό. Διότι αν ήταν αυτό, πώς ύστερα από λίγο ανέφερε τέτοιες (κακής φήμης) γυναίκες; Για ποιό λόγο λοιπόν δεν τον ανέφερε; Διότι δεν είχαν καμία σχέση με τους Ισραηλίτες οι Σαρακηνοί και οι Ισμαηλίτες και οι Άραβες, και όσοι έγιναν από τους προγόνους εκείνων. Για αυτό εκείνους μεν τους αποσιώπησε, σπεύδει δε να αναφέρει τους προγόνους του Χριστού και του ιουδαϊκού λαού» (Χ).
(3)   Από όλους τους γιους του ο πατριάρχης Ιακώβ πεθαίνοντας (Γεν. μθ 10) ξεχώρισε τον Ιούδα ως προορισμένο να πάρει το βασιλικό αξίωμα (S). Ανάμεσα στους 12 γιους του Ιακώβ, ο Ιούδας θα ήταν ο μόνος κληρονόμος της μεσσιανικής υπόσχεσης, από την άποψη ότι από αυτόν κατά το ανθρώπινο θα καταγόταν ο Μεσσίας. Δες Γεν. μθ 10 και Εβρ. ζ 14 και Αποκ. ε 5 (F).

Ματθ. 1,3  Ἰούδας δὲ ἐγέννησε(1) τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ(2) ἐκ τῆς Θάμαρ(3), Φαρὲς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐσρώμ(4), Ἐσρὼμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀράμ,
Ματθ. 1,3   Ο Ιούδας δε εγέννησε από την νύμφην αυτού Θάμαρ τους διδύμους Φαρές και Ζαρά, ο Φαρές δε εγέννησε τον Εσρώμ, ο Εσρώμ δε εγέννησε τον Αράμ.
(1)   «Ο Ιούδας πήρε την Θάμαρ νύφη για τον πρώτο του γιο τον Ηρ· επειδή αυτός πέθανε χωρίς παιδιά, την πάντρεψε με τον δεύτερο [Αυνάν] και όταν και αυτός ομοίως πέθανε, υποσχέθηκε να την παντρέψει και με τον τρίτο [Σηλώμ]· επειδή φοβήθηκε όμως μήπως και αυτός πεθάνει αμέσως, ανέβαλλε τον γάμο. Η νύφη όμως επειδή επιθυμούσε πάρα πολύ να πάρει σπέρμα από το γένος του Αβραάμ… μεταμφιεσμένη σε πόρνη κάθισε στις πύλες της πόλης με σκεπασμένο το πρόσωπο. Βλέποντας αυτήν ο Ιούδας και αγνοώντας μπήκε στο σπίτι της σαν σε πόρνη και αφού ενώθηκε σαρκικά μαζί της την κατέστησε έγκυο διδύμων τέκνων» (Ζ).
(2)   «Όταν γεννούσε αυτούς, πρόβαλλε το πρώτο από τα παιδιά από τη μήτρα δίνοντας την εντύπωση ότι θα γεννηθεί πρώτος· και η μαία σύντομα έδεσε με κόκκινη κλωστή το χέρι του παιδιού που βγήκε για να γνωρίζεται αυτός που γεννήθηκε πρώτος· αλλά μάζεψε το χέρι το παιδί μέσα… και γεννήθηκε πρώτο το άλλο παιδί και έπειτα εκείνο που άπλωσε το χέρι. Ονομάστηκε λοιπόν αυτός μεν που πρώτος γεννήθηκε Φαρές, το οποίο σημαίνει διακοπή, διότι διέκοψε τη φυσική σειρά» (Θφ). «Αυτό ήταν συμβολισμός των δύο λαών· κατά τους χρόνους δηλαδή του Αβραάμ εμφανίζεται η εκκλησιαστική πολιτεία, η οποία όμως παρήκμασε στο μεταξύ και παρουσιάστηκε ο ιουδαϊκός λαός και ο Μωσαϊκός νόμος και τότε έχουμε την εμφάνιση ολόκληρου του νέου λαού και των νόμων του» (Χ).
(3)   Είναι αξιοσημείωτο ότι τα ονόματα γυναικών, Θάμαρ, Ραχάβ, Ρουθ και της συζύγου του Ουρίου παρεμβάλλονται στη γενεαλογία. Η Ρουθ υπήρξε Μωαβίτισα και όχι Ιουδαία και οι άλλες τρεις υπήρξαν ένοχες βαρέων αμαρτημάτων. Η παράθεση ονομάτων, τα οποία μπορούσαν να θεωρηθούν ακατάλληλα για να μπουν στη γενεαλογία του Μεσσία έγινε σκόπιμα.
«Διότι για αυτό ήλθε, όχι για να αποφύγει τα δικά μας (κακά), αλλά για να τα εξαφανίσει… και αξίζει να τον θαυμάζουμε… ότι καταδέχτηκε να έχει τέτοιους συγγενείς, χωρίς καθόλου να ντρέπεται τα δικά μας κακά… διδάσκοντας και εμάς με αυτά, να μη σκεπάζουμε το πρόσωπό μας από ντροπή για την κακία των προγόνων μας, αλλά ένα μόνο να επιζητούμε, την αρετή. Διότι ένας τέτοιος άνθρωπος (ενάρετος), και αν ακόμη έχει πρόγονο αλλόφυλη, και αν πόρνη, και αν οτιδήποτε άλλο είναι, σε τίποτα δεν θα μπορέσει να βλαφτεί» (Χ).
«Η μεν Θάμαρ ήταν με παράνομο γάμο… η δε Ραχάβ ήταν πόρνη, η Ρουθ αλλόφυλη, η Βηρσαβεέ η γυναίκα του Ουρίου ήταν μοιχαλίδα… Ο Χριστός ήλθε ως γιατρός, όχι ως κριτής» (Ζ). Η φράση πάρθηκε από το Α΄ Παραλ. β 4 («και η Θάμαρ η νύφη του γέννησε σε αυτόν τον Φαρές και τον Ζαρά»), το οποίο δείχνει, ότι έβλεπε ο συγγραφέας το Α΄ Παραλ. β 4 (a).
(4)   Ο Εσρώμ γεννήθηκε στη Χαναάν, πριν ο Ιακώβ μεταναστεύσει στην Αίγυπτο (Γεν. μστ 12). Από την άλλη ο Ναασσών που αναφέρεται στο στίχο 4 ήταν αρχηγός της φυλής Ιούδα κατά την εποχή της εξόδου του Ισραήλ από την Αίγυπτο (Αριθμ. α 7 και Α΄ Παραλ. β 10). Ο κατάλογος λοιπόν αριθμεί μόνο τρεις γενεές για τα πάνω από 400 έτη, τα οποία διήρκεσε η παραμονή των Ιουδαίων στην Αίγυπτο. Πρέπει λοιπόν να παραλείφθηκαν στο μεταξύ κάποια πρόσωπα στον κατάλογο (F).

Ματθ. 1,4  Ἀρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμιναδάβ, Ἀμιναδὰβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ναασσών(1), Ναασσὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Σαλμών,
Ματθ. 1,4   Ο Αράμ δε εγέννησε τον Αμιναδάβ, ο Αμιναδάβ δε εγέννησε τον Ναασσών, ο Ναασσών δε εγέννησε τον Σαλμών.
(1)   Σύγχρονος του Μωϋσή. Η σιγή ως προς τον Μωϋσή, που τηρείται σε όλο τον κατάλογο, είναι αξιοσημείωτη (b). Ο κατάλογος περιορίζεται στα ουσιώδη και είναι πιο σύντομος και από αυτόν που βρίσκεται στο Α΄ Παραλ. β 10 (L). Τα ονόματα Ναασσών και Σαλμών τα πήρε από το Α΄ Παραλ. β 10 σύμφωνα με τους Ο΄. Και αυτά και το παραπάνω όνομα Εσρώμ δείχνουν ότι ο συλλογέας του καταλόγου χρησιμοποίησε τύπους των Ο΄(της μετάφρασης των 70) (a).

Ματθ. 1,5  Σαλμὼν(1) δὲ ἐγέννησε τὸν Βοὸζ(2) ἐκ τῆς Ῥαχάβ(3), Βοὸζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὠβὴδ(4) ἐκ τῆς Ῥούθ(5), Ὠβὴδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεσσαί,
Ματθ. 1,5   Ο Σαλμών δε εγέννησε τον Βοόζ από την τέως αμαρτωλήν Ραχάβ, ο Βοόζ δε εγέννησε τον Ωβήδ από την Μωαβίτιδα Ρούθ, ο Ωβήδ δε εγέννησε τον Ιεσσαί.
(1)   Η γέννηση του Βοόζ από τον Σαλμών συμφωνεί με τους καταλόγους που βρίσκονται στα χωρία Ρουθ δ 20 και Α΄ Παραλ. β 11, αλλά πουθενά αλλού στην Π.Δ. δεν αναφέρεται ότι η πόρνη Ραχάβ ήταν μητέρα του Βοόζ (S).
«Κάποιοι νομίζουν ότι αυτή είναι εκείνη η Ραάβ η πόρνη, η οποία δέχτηκε τους κατασκόπους του Ιησού του Ναυή. Και διέσωσε αυτούς και διασώθηκε και η ίδια» (Θφ). Από την κυρίευση της Ιεριχούς από τον Ιησού μέχρι τη γέννηση του Δαβίδ πέρασαν 350 έτη, περίοδος προφανώς πολύ μεγάλη για τρεις γενεές, όσες αριθμούνται στον κατάλογο του Ματθαίου ότι έζησαν κατά το διάστημα αυτό. Είναι λοιπόν πιθανόν, ότι ο κατάλογος και στο σημείο αυτό αποσιωπά κάποια ονόματα (F).
(2)    Αυθεντική γραφή Βόες. Στο Α΄ Παραλ. β 11 υπάρχει ο τύπος Βόος ή Βόοζ.
(3)   Η Ραχάβ εξαίρεται στα ιουδαϊκά συναξάρια. Δες και Εβρ. ια 31, Ιακ. β 25. Υποτίθεται, ότι έγινε προσήλυτη και σύμφωνα με κάποια παράδοση παντρεύτηκε τον Ιησού του Ναυή. Κάποιο χωρίο του Ταλμούδ (Τ.Β. Μegilla,14β) αναφέρει: «Οκτώ προφήτες, οι οποίοι συγχρόνως ήταν και ιερείς, κατάγονται από την Ραχάβ» (S).
(4)   Αυθεντική γραφή Ιωβήδ.
(5)   Άλλος τύπος προσηλύτου (L). Η ειδική σημασία της Ρουθ ήταν, ότι υπήρξε Μωαβίτισα και ανήκε λοιπόν σε έθνος ιδιαιτέρως μισητό στους Εβραίους. Δες Δευτερ. κγ 3, όπου κάποιος Μωαβίτης αποκλείστηκε από τη συναγωγή μέχρι δεκάτης γενεάς. Δες ομοίως Νεεμ. ιγ 1 (S).

Ματθ. 1,6  Ἰεσσαὶ δὲ ἐγέννησε τὸν Δαυΐδ τὸν βασιλέα(1). Δαυΐδ δὲ ὁ βασιλεὺς ἐγέννησε τὸν Σολομῶντα(2) ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου(3),
Ματθ. 1,6  Ο Ιεσσαί δε εγέννησε τον βασιλέα Δαυΐδ, ο δε βασιλεύς Δαυίδ εγέννησε τον Σολομώντα από την γυναίκα του Ουρίου.
(1)   Ο Δαβίδ ονομάζεται με τρόπο ειδικό «ο βασιλιάς» όχι μόνο διότι είναι ο πρώτος βασιλιάς από αυτούς που αναφέρονται σε αυτήν τη γενεαλογία, αλλά και διότι ο θρόνος του ήταν υπεσχημένος στον Μεσσία. Δες Λουκ. α 32 (b). Το βασιλικό αξίωμα που αποκτήθηκε από τον Δαβίδ και χάθηκε από τους απογόνους του στην αιχμαλωσία, ανακτήθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Με την αναφορά του Δαβίδ οι πρώτες 14 γενεές συμπληρώνονται. Είναι αξιοσημείωτο, ότι εκτός από την προσθήκη των ονομάτων των γυναικών και τη λέξη «τον βασιλέα» τα τελευταία δέκα ονόματα του καταλόγου του Ματθαίου συμφωνούν ακριβώς με τη μικρή γενεαλογία στο χωρίο Ρουθ δ 18-21. Η αρχική πηγή και για τις δύο είναι πιθανώς το Α΄ Παραλ. κεφάλαια α-β (S).
(2)   Αυθεντική γραφή Σολομώνα. Το δεύτερο τμήμα του καταλόγου αριθμεί τα ονόματα των βασιλέων από τον Σολομώντα μέχρι τον Ιεχονία, ο οποίος έχασε το θρόνο του και οδηγήθηκε στην εξορία. Και για να επιτευχθεί η επιζητούμενη συμμετρία των 14 γενεών αποσιωπούνται τρία ονόματα μετά τον Ασά. Πηγή του καταλόγου αυτού είναι το Α΄ Παραλ. γ 5,10-15 σύμφωνα με τους Ο΄(S).
(3)   «Αναφέρει και τη γυναίκα του Ουρίου, για να υποδηλώσει, ότι δεν πρέπει να ντρεπόμαστε για τους προγόνους μας, αλλά μάλλον να επιδιώκουμε με τη δική μας αρετή να λαμπρύνουμε και εκείνους· και ότι όλοι είναι δεκτοί για το Θεό, ακόμη και αν γεννηθούν από πόρνη, μόνο εάν έχουν αρετή» (Θφ).

Ματθ. 1,7  Σολομὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ῥοβοάμ, Ῥοβοάμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιά, Ἀβιὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀσά(1),
Ματθ. 1,7   Ο Σολομών δε εγέννησε τον Ροβοάμ, ο Ροβοάμ δε εγέννησε τον Αβιά, ο Αβιά δε εγέννησε τον Ασά.
(1)   Στο Α΄ Παραλ. γ 10-11 αναγράφεται το όνομα Ασά και ο Ιώσηπος ονομάζει αυτόν το βασιλιά Άσανον (a).

Ματθ. 1,8  Ἀσὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσαφάτ, Ἰωσαφάτ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωράμ, Ἰωρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὀζίαν(1),
Ματθ. 1,8  Ο Ασά δε εγέννησε τον Ιωσαφάτ, ο Ιωσαφάτ δε εγέννησε τον Ιωράμ, ο Ιωράμ δε εγέννησε τον Οζίαν.
(1)   Στο βιβλίο των Βασιλειών (Δ΄ Βασ. η 25) τον Ιωράμ διαδέχεται ο Οχοζίας, πατέρας του Ιωάς, ο οποίος υπήρξε πατέρας του Αμασίου, ο οποίος γέννησε τον Αζαρία ή Οζία. Ο Ματθαίος λοιπόν αποσιώπησε τρία ονόματα.
«Προσπέρασε τρεις βασιλιάδες λόγω της υπερβολικής τους ασέβειας. Διότι ο Οχοζίας, που ήταν γαμπρός του Αχάβ του βασιλιά του Ισραήλ, μιμήθηκε με ζήλο την ασέβειά του, όπως λέει το βιβλίο των Βασιλειών. Και ο Ιωάς αφού αρχικά ευαρέστησε το Θεό, ύστερα ειδωλολάτρησε, ο οποίος και τον Αζαρία τον γιο του Ιωδάε του ιερέα, ο οποίος τον έλεγξε για την ασέβειά του, διέταξε να τον λιθοβολήσουν όπως έχει γραφτεί στο δεύτερο βιβλίο Παραλειπομένων. Και ο Αμασίας, ενώ αρχικά ευαρέστησε το Θεό, όταν κυρίευσε την Ιδουμαία, θυσίασε στα λάφυρα που βρήκε, στα είδωλα της Ιδουμαίας, όπως και για αυτόν έχει γραφτεί στο Β΄ Παραλειπομένων» (Χ).
Σύμφωνα με τον Ιερώνυμο «εφόσον ο ευαγγελιστής είχε πρόθεση να τοποθετήσει τρεις δεκατετράδες στις διάφορες χρονικές εποχές και ο Ιωράμ είχε αναμιχτεί με το γένος της ασεβούς Ιεζάβελ, εξάλειψε τη μνήμη του μέχρι τρίτης γενεάς». Πράγματι η Αταλία, μητέρα του Οχοζίου, ήταν κόρη της Ιεζάβελ. Την τελευταία όμως αυτήν κάνει μισητή, όχι η εθνική καταγωγή της, αλλά οι διωγμοί της εναντίον των προφητών με σκοπό να καταργήσει τη λατρεία του Ιεχωβά. Είναι αλήθεια, ότι ο Μανασσής συμπεριφέρθηκε πολύ κακά, αλλά μετανόησε. Είναι επίσης δυνατόν η καταδίκη αυτή της εξάλειψης του ονόματος να έγινε από τη συναγωγή, έτσι ώστε τα ονόματα αυτά να μην εμφανίζονται στους γενεαλογικούς πίνακες (L).

Ματθ. 1,9  Ὀζίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωάθαμ, Ἰωάθαμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἄχαζ, Ἄχαζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐζεκίαν,
Ματθ. 1,9   Ο Οζίας δε εγέννησε τον Ιωάθαμ, ο Ιωάθαμ δε εγέννησε τον Αχαζ, ο Αχαζ δε εγέννησε τον Εζεκίαν.
(1)   Έτσι συλλαβίζεται το όνομα στην εβραϊκή. Οι Ο΄ παραλλάσσουν ανάμεσα στο Αμών και το Αμώς. Εδώ το Αμώς είναι η αυθεντική γραφή (S).

Ματθ. 1,10 Ἐζεκίας δὲ ἐγέννησε τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμών, Ἀμὼν(1) δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσίαν,
Ματθ. 1,10  Ο Εζεκίας δε εγέννησε τον Μανασσή, ο Μανασσής δε εγέννησε τον Αμών, ο Αμών δε εγέννησε τον Ιωσίαν.
(1)   Το κείμενο όπως έχει εδώ είναι γεμάτο δυσκολίες. Εάν υποθέταμε μαζί με τον Allen ότι το Ιεχονίας είναι παραφθορά του ονόματος Ιωαχίμ, η σύγχυση θα εκμηδενιζόταν, οπότε θα είχαμε «Ιωσίας δε εγέννησεν τον Ιωακίμ ή Ιωαχίμ», το οποίο θα ανταποκρινόταν στο Α΄ Παραλ. γ 15. Ο συγγραφέας όμως των Παραλειπομένων είχε ειδικό λόγο να σημειώσει τους αδελφούς του Ιωακίμ, χωρίς να αναφέρει αυτούς ονομαστικά, διότι δύο από αυτούς, ο Ιωανάν και ο Σεδεκίας βασίλευαν τότε, ο τελευταίος μάλιστα ήταν το τελευταίο μέλος της Δαβιτικής καταγωγής το οποίο έφερε το στέμμα. Επιπλέον οι δύο αυτοί δεν αναφέρονται ονομαστικά, διότι δεν αποτελούν κρίκους στη γενεαλογία.
Αλλά και άλλη δυσκολία θα απομακρυνόταν. Τώρα με τη διπλή απαρίθμηση του Ιεχονίου, το επόμενο τμήμα του γενεαλογικού καταλόγου (σ. 11-16) εμφανίζει 13 μόνο ονόματα. Ενώ εάν στο στίχο 11 αντικατασταθεί το όνομα Ιεχονίας με το Ιωακίμ, ώστε ο στίχος 12 να αρχίζει με τον Ιεχονία ως πρώτο στον κατάλογο που ακολουθεί μετά την αιχμαλωσία, τότε θα έχουμε και στο τελευταίο αυτό τμήμα του καταλόγου 14 νέα ονόματα (S). Ο Ιεχονίας άλλωστε ήταν, όπως φαίνεται, μόλις 18 ετών, όταν οδηγήθηκε στην αιχμαλωσία (L).
(2)   «Η φράση «κατά την αιχμαλωσία» σημαίνει κοντά στον καιρό της αιχμαλωσίας» (Ζ). Η λέξη μετοικεσία είναι σπάνια και συναντιέται 10 φορές στους Ο΄ (a). Πιο καλή είναι η λέξη μετοίκηση= μετανάστευση από έναν τόπο σε άλλον· ειδικότερα εκείνη, στην οποία κάποιος από άλλον εξαναγκάζεται, όσον αφορά την αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα (g).
«Μετοικεσία λέει την αιχμαλωσία, την οποία ύστερα υπέστησαν όταν όλοι μαζί οδηγήθηκαν στη Βαβυλώνα» (Θφ).
(3)   Δηλαδή στη Βαβυλώνα (b). Η αναφορά της αιχμαλωσίας κλείνει φυσικά το τμήμα αυτό του καταλόγου, δηλώνοντας ότι το βασιλικό αξίωμα που αποκτήθηκε από τον Δαβίδ χάθηκε τώρα για τους απογόνους του (S).

Ματθ. 1,11 Ἰωσίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεχονίαν(1) καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας(2) Βαβυλῶνος(3).
Ματθ. 1,11  Ο Ιωσίας δε εγέννησε τον Ιεχονίαν και τους αδελφούς αυτού κατά την εποχήν, που απήχθησαν αιχμάλωτοι εις την Βαβυλώνα οι Ιουδαίοι.
(1)   Δηλαδή αφού μετανάστευσαν στη Βαβυλώνα (b) και όχι μετά το τέλος της αιχμαλωσίας, διότι είναι βέβαιο, ότι ο Ζοροβάβελ γεννήθηκε ενώ διαρκούσε η αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα (F).
(2)   Ο Ιεχονίας κρατήθηκε φυλακισμένος για 37 έτη και αποκαταστάθηκε στο βασιλικό του αξίωμα από τον διάδοχο του Ναβουχοδονόσορα. Δες Δ΄ Βασ. κδ 8-17 και Ιερ. νβ 31-34 (L).
(3)   Στο Α΄ Παραλ. γ 19 κατά το εβραϊκό πρωτότυπο ο Ζοροβάβελ παρουσιάζεται ως γιος του Φαδαΐα, αλλά στους Ο΄ στο ίδιο χωρίο ο Ζοροβάβελ μαρτυρείται σαν ένας από τους γιους του Σαλαθιήλ. Αυτό αποτελεί άλλη ένδειξη, ότι ο Ματθαίος χρησιμοποιούσε τους Ο΄ (S). Η διαφορά με το εβραϊκό πρωτότυπο εξηγείται με την πιθανότατη εκδοχή, ότι ο Φαδαΐας πήρε σύζυγο την χήρα του Σαλαθιήλ όταν πέθανε (F).
(4)   Τα ονόματα που ακολουθούν μετά τον Ζοροβάβελ προέρχονται από άγνωστη πηγή, ίσως από την οικογένεια του Ιησού (S). Ο Ματθαίος και ο Λουκάς συναντιούνται στις γενεαλογίες τους στα δύο αυτά ονόματα (Ζοροβάβελ και Σαλαθιήλ), και έπειτα και οι δύο παραθέτουν σειρά ονομάτων που δεν αναφέρονται στη Βίβλο. Αλλά ο Λουκάς έχει 18 ονόματα που παρεμβάλλονται μεταξύ Ζοροβάβελ και Ιωσήφ. Είναι άγνωστο σε ποιο σημείο του καταλόγου ο Ματθαίος τον συντομεύει. Σαφές μόνο είναι, ότι ο Ματθαίος δεν υπολογίζει τους απογόνους του Ζοροβάβελ, των οποίων ο κατάλογος παρατίθεται στο Α΄ Παραλ. γ 21-24 (L).
Ματθ. 1,12 Μετὰ δὲ τὴν μετοικεσίαν(1) Βαβυλῶνος Ἰεχονίας(2) ἐγέννησε τὸν Σαλαθιήλ, Σαλαθιὴλ(3) δὲ ἐγέννησε τὸν Ζοροβάβελ(4),
Ματθ. 1,12  Επειτα δε από την βιαίαν αυτήν μετανάστευσιν των Ιουδαίων εις Βαβυλώνα και την ζωήν των εκεί ως αιχμαλώτων, ο Ιεχονίας εγέννησε τον Σαλαθιήλ, ο δε Σαλαθιήλ εγέννησε τον Ζοροβάβελ.
Ματθ. 1,13 Ζοροβάβελ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιούδ, Ἀβιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιακείμ, Ἐλιακεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀζώρ,
Ματθ. 1,13  Ο Ζοροβάβελ δε εγέννησε τον Αβιούδ, ο Αβιούδ δε εγέννησε τον Ελιακείμ, Ελιακείμ δε εγέννησε τον Αζώρ.
Ματθ. 1,14  Ἀζὼρ δὲ ἐγέννησε τὸν Σαδώκ, Σαδὼκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀχείμ, Ἀχεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιούδ,
Ματθ. 1,14  Ο Αζώρ δε εγέννησε τον Σαδώκ, ο Σαδώκ δε εγέννησε τον Αχείμ, ο Αχείμ δε εγέννησε τον Ελιούδ.
Ματθ. 1,15  Ἐλιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλεάζαρ, Ἐλεάζαρ δὲ ἐγέννησε τὸν Ματθάν, Ματθὰν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ,
Ματθ. 1,15   Ο Ελιούδ δε εγέννησε τον Ελεάζαρ, ο Ελεάζαρ δε εγέννησε τον Ματθάν, ο Ματθάν δε εγέννησε τον Ιακώβ.
Ματθ. 1,16  Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσὴφ(1) τὸν ἄνδρα(2) Μαρίας(3), ἐξ ἧς ἐγεννήθη(4) Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος(5) Χριστός.
Ματθ. 1,16  Ο Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιωσήφ, τον μνηστήρα της Μαρίας, από την οποίαν εγεννήθη ο Ιησούς ο ονομαζόμενος Χριστός.
(1)   «Δεν υπήρχε νόμος στους Ιουδαίους να γενεαλογούνται γυναίκες. Για να φυλάξει λοιπόν και τη συνήθεια και να μη φανεί ότι από την αρχή της εξιστόρησης την παραβαίνει και για να μας γνωρίσει και την κόρη, για αυτό το λόγο αφού αποσιώπησε τους προγόνους αυτής (της Μαρίας), γενεαλόγησε τον Ιωσήφ» (Χ).
«Επειδή δηλαδή αποδείχτηκε ότι ο Ιωσήφ ήταν από το γένος εκείνων, είναι προφανές, ότι και η Θεοτόκος από εκεί καταγόταν» (Ζ). «Διότι υπήρχε νόμος που πρόσταζε ότι δεν επιτρέπεται ο γάμος από άλλη φυλή αλλά από την ίδια» (Χ).
«Για αυτό και με το να γενεαλογήσει τον μνηστήρα της Θεομήτορος, με αυτό απέδειξε αυτό που είχε σκοπό. Αφού δηλαδή ο Ιωσήφ αποδείχτηκε ότι ήταν από τη γενιά εκείνων, είναι προφανές ότι από εκεί καταγόταν και η Θεοτόκος» (Ζ).
«Πώς όμως θα μάθουμε, ότι από τον Δαβίδ καταγόταν (η παρθένος); Άκουσε το Θεό να λέει στον Γαβριήλ να μεταβεί «σε Παρθένο μνηστευμένη με άνδρα, του οποίου το όνομα είναι Ιωσήφ, από τον οίκο και τη γενιά του Δαβίδ» (Λουκ. α 27). Τι πιο σαφές θέλεις από αυτό, όταν ακούσεις ότι η Παρθένος ήταν από τον οίκο και τη γενιά του Δαβίδ;» (Χ).
Απέναντι στο νόμο ο Ιησούς ήταν ο κληρονόμος του Ιωσήφ, και για αυτό και δόθηκε η γενεαλογία του Ιωσήφ. Ως κληρονόμος του Ιωσήφ, ο Ιησούς ήταν ο κληρονόμος του Δαβίδ, οπότε καμία ανακολουθία (ασυμφωνία) δεν υπάρχει στο γεγονός ότι τα δύο ευαγγέλια, τα οποία αναφέρουν τη γέννηση από την παρθένο, παραθέτουν τη γενεαλογία του Ιωσήφ. Άλλωστε ήταν τελείως δυνατόν και η Μαρία να καταγόταν από τον Δαβίδ. Κατά τον δεύτερο μάλιστα αιώνα πιστευόταν από όλους ότι η Μαρία καταγόταν από το γένος του Δαβίδ. Δες Ιουστίνου προς Τρύφωνα 43,45,100, Ειρην.ΙΙΙ,ΧΧΙ,5 Τερτυλλιανού Adv.Jud.9.Ανάληψη Ησαΐου Χ 2, Ευαγγέλιο της γεννήσεως Μαρίας Ι,1 (p).
«Είναι όμως ανάγκη να πούμε και άλλη αιτία περισσότερο μυστηριακή και απόρρητη, για την οποία γενεαλογείται ο Ιωσήφ, ενώ δεν συνέβαλε καθόλου στη γέννηση. Ποιά λοιπόν είναι αυτή; Δεν ήθελε να γνωρίζουν οι Ιουδαίοι κατά το χρόνο της γέννησης, ότι ο Χριστός γεννήθηκε από Παρθένο… Δεν είναι δικός μου αυτός ο λόγος, αλλά των (αποστολικών) Πατέρων μας, των θαυμαστών και σπουδαίων εκείνων ανδρών. Διότι, αφού κάλυψε με πυκνή σκιά πολλά από την αρχή και ονόμαζε τον εαυτό του υιό ανθρώπου και δεν μας αποκάλυψε καθαρά την ισότητά του σε όλα με τον Πατέρα, γιατί θαυμάζεις, επειδή κάλυψε μέχρις ορισμένου σημείου και αυτό, επειδή ήθελε να ρυθμίσει κάτι το σπουδαίο και αξιοθαύμαστο;
Αλλά ποιό είναι, θα πει κάποιος, αυτό το αξιοθαύμαστο; Το να διασωθεί η Παρθένος και να απαλλαχτεί από κάθε ανήθικη υποψία. Διότι, αν αυτό γινόταν γνωστό από την αρχή στους Ιουδαίους, και θα λιθοβολούσαν την Παρθένο… και θα την καταδίκαζαν για μοιχεία… Διότι εάν μετά από τόσα θαύματα, ακόμη τον αποκαλούσαν αυτόν (τον Ιησού) γιό του Ιωσήφ, πώς θα πίστευαν πριν από τα θαύματα ότι γεννήθηκε από Παρθένο;… Διότι θα τους συντάρασσε πολύ αυτούς (τους Ιουδαίους) το παράξενο και πρωτοφανές γεγονός, που όμοιό του ούτε καν είχε ακουστεί ότι έγινε στους προγόνους τους. Διότι αυτός μεν που μια και καλή πείστηκε, ότι είναι Υιός του Θεού, ούτε αυτό θα μπορούσε να το αμφισβητήσει λοιπόν· αυτός όμως που τον θεωρούσε πλάνο και αντίθεο, πώς δεν θα σκανδαλιζόταν περισσότερο από αυτό και δεν θα οδηγούνταν σε αυτήν την υποψία;» (Χ).
Άλλο ζήτημα προβάλλεται από το ότι ο Λουκάς αναφέρει τον Ηλί και όχι τον Ιακώβ ως πατέρα του Ιωσήφ. Η θεωρία, ότι η γενεαλογία του Λουκά είναι της Μαρίας, δεν είναι άξια λόγου. Η θεωρία είναι παλαιότερη του Annius του Viterbo (γύρω στο 1490 μ.Χ.). Δες στο Αποκ. δ 7, στο υπόμνημα που αποδίδεται στον Βικτωρίνο Mign.P.L.v 324 (p).
Η καλύτερη λύση είναι ότι ο Λουκάς παρέχει την πραγματική καταγωγή του Ιωσήφ, ενώ ο Ματθαίος δίνει την βασιλική καταγωγή του Ιωσήφ. Και οι δύο γενεαλογίες είναι του Ιωσήφ, αν και η γενεαλογία της Μαρίας μπορεί να συμπίπτει με αυτήν του Ιωσήφ σε κάποιον παλαιότερο πρόγονο. Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή ο Ηλί υπήρξε ο πραγματικός πατέρας του Ιωσήφ. Ο Ιακώβ, που γράφει ο Ματθαίος, μπορεί να είναι άλλος συγγενής του Ιωσήφ, του οποίου ο Ιωσήφ ήταν σύμφωνα με το νόμο κληρονόμος και μέσω του οποίου ο Ματθαίος αποδείκνυε την βασιλική καταγωγή του Ιωσήφ (S).
(2)   Η λέξη λέγεται και για τον μνηστήρα (αρραβωνιαστικό). Δες Αποκ. κα 2 και αλλού (g).
«Είπε τον Ιωσήφ άνδρα της, επειδή ήταν μνηστήρας της. Και πράγματι στη συνέχεια της εξιστόρησης την ονομάζει και αυτήν γυναίκα του, επειδή ήταν αρραβωνιαστικιά του. Διότι έτσι ήταν συνήθεια να ονομάζονται και πριν τη σαρκική ένωση του γάμου» (Ζ).
«Για να μη νομίσεις, όταν ακούσεις «τον άνδρα Μαρίας» ότι γεννήθηκε σύμφωνα με τον κοινό νόμο της φύσης, πρόσεξε πώς διορθώνει αυτό αμέσως κατόπιν. Άκουσες, λέει, άνδρα, άκουσες μητέρα, άκουσες για το όνομα που δόθηκε στο παιδί· άκουσε λοιπόν και τον τρόπο της γέννησης. «Του Ιησού Χριστού η γέννηση έτσι έγινε…»» (Χ).
Λόγω της επιθυμίας κάποιων, να αποφευχθούν λέξεις, οι οποίες, παρόλο που στην πρόθεση του συγγραφέα εξέφραζαν τη νομική συγγένεια και όχι την πατρότητα, μπορούσαν να παρανοηθούν από τον επιπόλαιο αναγνώστη, δημιουργήθηκαν οι μαρτυρούμενες από κάποιους κώδικες, αλλά όχι αυθεντικές γραφές: «Ο Ιακώβ γέννησε τον Ιωσήφ, με τον οποίο αφού μνηστεύθηκε η παρθένος Μαριάμ γέννησε Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν» και οι σχετικές με αυτήν γραφές (a).
(3)   «Με αυτό έδειξε, ότι εξαιτίας εκείνης γενεαλόγησε και αυτόν» (Χ).
(4)   Το παθητικό ρήμα εγεννήθη χωρίς κάποια δυσκολία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη γέννηση κάποιου παιδιού σε σχέση με τη μητέρα του (L).
(5)   Ο Ματθαίος μιλά στον Ιουδαίο αναγνώστη, ο οποίος πρέπει να πειστεί, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός με τέτοιες αποδείξεις, όπως είναι η γενεαλογία του. Ό,τι λοιπόν οι άλλοι ευαγγελιστές παίρνουν ως δεδομένο, αυτός ζητά να το αποδείξει (b). Λεγόμενος= ο οποίος έχει επώνυμο (g).

Ματθ. 1,17 Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραάμ ἕως Δαυΐδ γενεαὶ δεκατέσσαρες(1), καὶ ἀπὸ Δαυΐδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος(2) γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες(3).
Ματθ. 1,17  Ολαι λοιπόν αι γενεαί από τον Αβραάμ μέχρι του Δαυίδ είναι γενεαί δεκατέσσαρες και από Δαυίδ μέχρι της μετοικεσίας των Ιουδαίων ως αιχμαλώτων εις την Βαβυλώνα είναι γενεαί δεκατέσσαρες και από της μετοικεσίας εις την Βαβυλώνα μέχρι των ημερών του Χριστού γενεαί πάλιν δεκατέσσαρες.
(1)   «Σε τρεις ομάδες μοίρασε όλες τις γενιές εύλογα· διότι τρεις πολιτειακές καταστάσεις συνέβησαν σε αυτούς. Από μεν τον Αβραάμ έως τον Δαβίδ μετά τον Μωϋσή και τον Ιησού του Ναυή ηγεμονεύονταν από τους Κριτές· από τον Δαβίδ μέχρι την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας καθοδηγούνταν από βασιλιάδες· από την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας μέχρι το Χριστό, κυβερνούνταν από αρχιερείς. Όταν όμως ήλθε ο Χριστός, ο αληθινός κριτής και βασιλιάς και αρχιερέας, σταμάτησαν αυτές οι πολιτειακές καταστάσεις που αναφέρθηκαν» (Ζ).
Θέλει λοιπόν «να δείξει, ότι ούτε με τις μεταβολές της πολιτειακής τους κατάστασης βελτιώθηκαν οι Ιουδαίοι· αλλά παρέμεναν στα ίδια κακά και με το αριστοκρατικό πολίτευμα και με το βασιλικό και με το ολιγαρχικό· και ότι δεν έγιναν περισσότερο ενάρετοι ούτε υπό την ηγεσία μεγάλων αρχηγών ούτε ιερέων ούτε βασιλέων» (Χ).
«Διότι χρειάζονταν τον αληθινό και κριτή και βασιλιά και ιερέα, ο οποίος είναι ο Χριστός. Διότι όταν τούς τελείωσαν οι άρχοντες, ήλθε ο Χριστός σύμφωνα με την προφητεία του Ιακώβ» (Θφ). Η διαίρεση του καταλόγου σε τρία τμήματα, καθένα από τα οποία περιλαμβάνει 14 ονόματα, αποδεικνύει τον τεχνητό χαρακτήρα της γενεαλογίας (S).
Αλλά τα κύρια σημεία της διαίρεσης είναι αξιοσημείωτα. Στον Δαβίδ (σ. 6) ο οίκος έγινε βασιλικός· στην αιχμαλωσία ο βασιλικός θρόνος χάθηκε (σ.11)· και στον Ιησού, τον λεγόμενο Χριστό, η βασιλεία αποκτήθηκε ξανά (p). Η εκλογή του αριθμού 14 μπορεί να εξηγηθεί είτε με το ότι ο αριθμός αυτός αποτελείται από τον ιερό αριθμό 7 διπλασιασμένο, είτε ότι υπαγορεύτηκε από την αριθμητική αξία των τριών εβραϊκών γραμμάτων του ονόματος Δαβίδ (p) δηλαδή DWD= 4+6+4, αφού είναι γνωστό ότι τα φωνήεντα δεν αποτελούν μέρος του εβραϊκού αλφαβήτου (S).
(2)   «Γιατί όμως δεν ανέφερε και την κάθοδο των Ιουδαίων στην Αίγυπτο, όπως ακριβώς αναφέρει την αιχμαλωσία τους στη Βαβυλώνα; Διότι οι Ιουδαίοι δεν φοβούνταν πλέον τους Αιγυπτίους, έτρεμαν όμως ακόμη τους Βαβυλωνίους· και εκεί μεν στην Αίγυπτο δεν κατέβηκαν εξαιτίας των αμαρτιών τους, ενώ εδώ στη Βαβυλώνα σύρθηκαν από την ασέβειά τους» (Χ).
(3)   «Για ποιο λόγο ενώ στην τελευταία ομάδα έβαλε δώδεκα γενιές, είπε ότι είναι δεκατέσσερις; Νομίζω ότι στο σημείο αυτό υπολογίζει ως μία γενιά το χρόνο της αιχμαλωσίας και ως άλλη τον ίδιο το Χριστό, και έτσι τον συνδέει από παντού με εμάς τους ανθρώπους» (Χ). Ο Χριστός εκπροσωπεί την 14η γενεά, και ο Ιεχονίας του σ. 11 είναι διαφορετικό πρόσωπο από αυτόν του σ. 12 (L). Δηλαδή όπως ήδη είπαμε ο Ιεχονίας του σ. 11 είναι στην πραγματικότητα ο Ιωακίμ ή Ιωαχίμ.

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας                 Ζ = Ζιγαβηνός Ευθύμιος
Απ = Απολλινάριος                         Θφ = Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Αυ = Αυγουστίνος                           Ιε = Ιερώνυμος
Β = Βασίλειος ο Μέγας                   Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός           Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Γν = Γρηγόριος Νύσσης                 Ω = Ωριγένης
Δ = Δαμασκηνός Ιωάννης               DB=Dict. Of the Bible,Hastings
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας
(Σύγχρονοι Θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible, St Matthew Edited by G.H. Box on the      basis of the earlier edition by Prof  W.F. Slater, Edirburgh 1922 (σημειώνεται με το S)
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Matthieu, Deuxieme edition      Paris 1923 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer.   An exegetical commentary on the Gospel according to S. Matthew, London 1911 (σημειωνεται με το p.)
W. Allen    A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Matthew Third edition 1922 (σημειώνεται με το a).
A. Commentary critical, expository and practical κ.λ.π by I. Owen, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
L. Cl. Fillion    La sainte Bible commentee VII (σημειώνεται με το F).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm  Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)

Σελίδα 1 από 5