Σημειώνει εύστοχα ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: "Το αποστολικό κήρυγμα υπήρξε πάντοτε μια αφήγησις του τι πράγματι είχε συμβή, hic et nunc. Αλλά ό,τι συνέβη ήταν θεμελιώδες και νέον: «Ο Λόγος σαρξ εγένετο» (Ιω. 1, 14).

Βεβαίως η ενανθρώπησις, η ανάστασις, η ανάληψις είναι γεγονότα ιστορικά όχι ακριβώς με την ίδιαν έννοιαν ή εις το αυτό επίπεδον με τα γεγονότα της ιδικής μας καθημερινής ζωής. Τα γεγονότα όμως αυτά δεν είναι δια τον λόγον αυτόν ολιγώτερον ιστορικά ούτε ολιγώτερον πραγματικά, αλλά τουναντίον είναι ακόμη περισσότερον ιστορικά – είναι βασικώς σημαντικώτερα.

Φυσικά δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθούν πλήρως παρά μόνον δια της πίστεως. Αυτό εν τούτοις δεν τα απομακρύνει από τα ιστορικά πλαίσια. Η πίστις απλώς ανακαλύπτει μιαν νέαν διάστασιν και συλλαμβάνει το ιστορικόν δεδομένον εις όλον το βάθος του, εις την πλήρη και θεμελιώδη πραγματικότητά του.

Οι Ευαγγελισταί και οι Απόστολοι δεν ήσαν χρονογράφοι. Η αποστολή των δεν συνίστατο εις το να καταγράφουν πλήρως όλας τας πράξεις του Ιησού ημέραν προς ημέραν, έτος προς έτος. Περιγράφουν την ζωή του, αφηγούνται τα έργα του, ώστε να μας δώσουν μιαν εικόνα του· μιαν εικόνα ιστορικήν και εν ταυτώ θεϊκή. Αυτό δεν είναι προσωπογραφία, αλλά μάλλον εικών, και ασφαλώς εικών ιστορική, εικών του ενανθρωπήσαντος Κυρίου. Η πίστις δεν δημιουργεί νέαν αλήθειαν, αλλ’ απλώς ανακαλύπτει την ενυπάρχουσαν".


Σημειώνει ο Tasker: Είναι (τα ευαγγέλια) λεπτομερείς κι αναλυτικές βιογραφίες του Ι. Χριστού; Είναι έργα ιστορικά, όπως αυτά του Θουκυδίδη ή του Ιώσηπου ή άλλων ιστορικών;

Τα Ευαγγέλια δεν είναι ακριβώς ιστορία, αν και περιέχουν ιστορία, εφόσον αφηγούνται πραγματικά γεγονότα, τα οποία όχι μόνον συνέβησαν στην ανθρώπινη ιστορία, αλλά και την επηρέασαν δυναμικά.

Δεν είναι βιογραφίες, αν και εμπεριέχουν βιογραφικές λεπτομέρειες.

Δεν είναι Θεολογικές πραγματείες, αν και είναι θεολογικά κείμενα.

Δεν είναι βιβλία ευσεβείας, αν και είναι  αναμφίβολη η αξία τους για την ευσέβεια.

Είναι προ παντός και κυρίως διηγήσεις ωρισμένων έργων και λόγων πλήρων νοήματος, διότι αι πράξεις του ιδίου του Θεού εν τη ανθρωπίνη ζωή και εν τω θανάτω Εκείνου, τον Οποίον μια ομάς ανθρώπων εδέχθη ως Κύριο και Σωτήρα.

(Σωτηρίου Δεσπότη, Ο κώδικας των Ευαγγελίων, εκδ. Άθως, σελ. 85-86)

Τα ταξίδια ενός σκεπτικιστή αρχαιολόγου.

Ο σερ William Ramsay (1851-1939) θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους αρχαιολόγους που έχουν υπάρξει ποτέ. Φοίτησε στη σχολή Ιστορίας της Γερμανίας στα μέσα του 19ου αιώνα κι έτσι πίστευε ακράδαντα πως το βιβλίο των Πράξεων ήταν προϊόν του δεύτερου αιώνα μ.Χ. Καθώς ερευνούσε για να κάνει μια τοπογραφική μελέτη της Μικράς Ασίας, αναγκάστηκε να μελετήσει τα κείμενα του Λουκά. Το αποτέλεσμα ήταν να αναγκαστεί να αναθεωρήσει τις απόψεις του εξαιτίας των συγκλονιστικών αποδείξεων που έφερε στο φως η έρευνά του.

Μιλώντας σχετικά είπε, «Ξεκίνησα αυτήν την έρευνα χωρίς καμιά μεροληπτικότητα για το συμπέρασμα που τώρα προσπαθώ να υποστηρίξω προς τον αναγνώστη. Αντιθέτως, ξεκίνησα δυσμενώς διατεθειμένος απέναντί του λόγω της εφευρετικότητας και της προφανούς πληρότητας της θεωρίας του Πανεπιστημίου της Τυβίγγης που κάποτε με είχε σχεδόν πείσει. Εκείνη την εποχή δεν με απασχολούσε να ερευνήσω διεξοδικά το θέμα.

Πρόσφατα όμως βρέθηκα να πρέπει να έρθω σε επαφή με το βιβλίο των Πράξεων ως αυθεντία για την τοπογραφία, τις αρχαιότητες και την κοινωνία της Μικράς Ασίας. Προοδευτικά διαπίστωσα ότι σε διάφορες λεπτομέρειες η αφήγηση είχε θαυμαστή αλήθεια.

Μάλιστα, ξεκινώντας με την παγιωμένη άποψη πως το βιβλίο Πράξεων αποτελούσε έργο του 2ου αιώνα και μη θεωρώντας ποτέ τις αποδείξεις του αξιόπιστες για τις συνθήκες του 1ου αιώνα, προοδευτικά διαπίστωσα πως αποτελούσε ένα χρήσιμο σύμμαχο για μερικές πολύπλοκες και δύσκολες ερευνητικές προσπάθειες» (Blaiklock, LAENT, 36 – παράθεση από το βιβλίο του Ramsey: St. Paul the Traveler and the Roman Citizen).
    Αναφορικά με την ικανότητα του Λουκά ως ιστορικού, ο σερ William Ramsay μετά από τριάντα χρόνια μελέτης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι,

ο «Λουκάς είναι πρώτης τάξεως ιστορικός. Δεν είναι απλώς αξιόπιστη η καταγραφή των γεγονότων που κάνει,…αυτός ο συγγραφέας θα πρέπει να συγκαταλεχθεί μεταξύ των μεγαλύτερων ιστορικών»(Ramsey, BRDTNT, 222).
    Ο Ramsey προσθέτει: «Η ιστορία του Λουκά είναι αξεπέραστη ως προς την αξιοπιστία της». (Ramsay, SPTRC, 81)

(Ζητώ Αποδείξεις, Josh McDowell, εκδ. ο Λόγος, σελ. 129)

(γράφει ο άγιος Ειρηναίος, επίσκοπος Λυών το 180 μ.Χ.).
«Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, όπως ξέρετε, το έγραψε ο Ματθαίος. Το έγραψε για τους Εβραίους. Και φυσικά στη γλώσσα τους. Το έγραψε τότε, που οι απόστολοι Πέτρος και Παύλος βρίσκονταν στη Ρώμη και θεμελίωναν την εκεί Εκκλησία.
Μετά το θάνατο των δύο αυτών αποστόλων ο Μάρκος, μαθητής και εκφραστής των θέσεων του Πέτρου, έγραψε και αυτός Ευαγγέλιο, που περιέχει αυτά που κήρυττε ο Πέτρος.

Την ίδια εποχή έγραψε σε βιβλίο το Ευαγγέλιο και ο Λουκάς, που ήταν συνοδοιπόρος του Παύλου. Ο Λουκάς στο Ευαγγέλιό του έγραψε αυτά που δίδασκε ο Παύλος.
Λίγο αργότερα, δηλαδή τότε που έμενε στην Έφεσο, έγραψε Ευαγγέλιο και ο Ιωάννης, ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, εκείνος που στον μυστικό δείπνο ανέπεσεν επί το στήθος του Ιησού».


(Ειρηναίου Λουγδούνου, Έλεγχος και ανατροπή… Γ, 1,1,4-7 (P.G. 7,844) στο Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου,Τι είναι ο Χριστός;, Πρέβεζα 1991, σελ. 36)

(γράφει ο άγιος Ειρηναίος, επίσκοπος Λυών το 180 μ.Χ.)
«Επειδή είναι τέσσερα τα σημεία του κόσμου στον οποίο ζούμε και τέσσερεις οι διευθύνσεις των ανέμων και ακόμα η Εκκλησία έχει διασπαρεί σε όλη τη γη και στύλος της και στήριγμά της είναι το Ευαγγέλιο και το Πνεύμα που ζωοποιεί,

είναι φυσικό να έχει τέσσερεις στύλους, που πνέουν από παντού αφθαρσία και ζωοποιούν τους ανθρώπους. Ο Λόγος, ο Δημιουργός των πάντων, που κάθεται πάνω στα Χερουβείμ και συνέχει τα πάντα και φανερώθηκε στους ανθρώπους,

Αυτός μας έδωσε το τετράμορφο Ευαγγέλιο, που διέπεται από ένα Πνεύμα […].

Τα Χερουβείμ έχουν τέσσερα πρόσωπα και εικονίζουν την παρουσία του Χριστού. Το πρώτο ζώο είναι όμοιο με λιοντάρι, που χαρακτηρίζει το δραστήριο, το ηγεμονικό, το βασιλικό,

ο μόσχος την ιερατική και ιερουργική τάξη, ο άνθρωπος την παρουσία του ανθρώπου και ο αετός τη χάρη, που δόθηκε στην Εκκλησία με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.

Και τα Ευαγγέλια συμφωνούν. Έχουν την ίδια μορφή με τα Χερουβείμ, επί των οποίων κάθεται ο Χριστός.

Το κατά Ιωάννην την ηγεμονική και ένδοξη καταγωγή του από τον Πατέρα, το κατά Λουκάν τον ιερατικό χαρακτήρα, ο Ματθαίος τη γέννηση του ανθρώπου […] τον τύπο του πράου και ταπεινόφρονα ανθρώπου […] ο Μάρκος από το προφητικό Πνεύμα, που επιφοίτησε εξ’ ύψους στους ανθρώπους δείχνει την πτερωτική εικόνα του Ευαγγελίου. Γι αυτό και είναι σύντομο και το κήρυγμα το κάνει επιτροχάδην. Είναι προφητικός ο χαρακτήρας του…

Για αυτό και δόθηκαν στην ανθρωπότητα τέσσερεις γενικές διαθήκες (μία του κατακλυσμού με το ουράνιο τόξο, δεύτερη του Αβραάμ με το σημείο της περιτομής, τρίτη η νομοθεσία επί του Μωϋσή, τέταρτη η του Ευαγγελίου με τον Κύριο ημων Ιησού Χριστό […]

Είναι ανόητοι και αμαθείς, επιπλέον δε και αυθάδεις όσοι αρνούνται τη μορφή του Ευαγγελίου και εισάγουν περισσότερες μορφές (για να φανούν ότι βρήκαν περισσότερα από την αλήθεια) είτε λιγότερες (για να αρνηθούν τις οικονομίες του Θεού)»


(Αγίου Ειρηναίου,Έλεγχος και ανατροπή της Ψευδωνύμου γνώσεως Γ΄11,8-9,μετάφρ. Αρχιμ. Ειρηναίου Χατζηεφραιμίδη, στο βιβλίο Ο Κώδικας των Ευαγγελίων, Σωτηρίου Δεσπότη,εκδ.Άθως, σελ.41-42)

Τι είναι η ιερά Παράδοση της Εκκλησίας;

    Όπως προειπώθηκε η Παράδοση είναι η δεύτερη πηγή της θείας αποκαλύψεως, ισότιμη και ισόκυρη προς την αγία Γραφή. Είναι δε η Παράδοση η δια ζώσης διδασκαλία του Κυρίου και των Αποστόλων, η κυκλοφορούσα και φυλασσόμενη στη ζωή και τη συνείδηση της Εκκλησίας. Ως γνωστόν ο Κύριος, ως ο μέγιστος των προφητών και διδάσκαλος, τίποτε το γραπτό δεν παρέδωσε στους Αποστόλους και την Εκκλησία, κηρύσσοντας προφορικά το περιεχόμενο της θείας του αποκαλύψεως. Το αυτό έκαναν στην αρχή και οι Απόστολοι ακολουθώντας το παράδειγμα του Διδασκάλου, κηρύσσοντας το λόγο του Θεού στο πλήρωμα της Εκκλησίας. Με το πέρασμα όμως του χρόνου και προς αντιμετώπιση των αυξανόμενων ποιμαντικών αναγκών του κηρύγματος, άρχισαν να καταγράφουν το λόγο του Θεού στα γνωστά κείμενα της αγίας Γραφής.
    Το ίδιο έκανε στη συνέχεια και η Εκκλησία και με τον τρόπο αυτό διαμορφώθηκε σιγά σιγά και γραπτώς η ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας. Αυτή μπορούμε να δούμε στα πολυειδή γραπτά μνημεία τα εκφράζοντα την πίστη της Εκκλησίας, όπως είναι οι δογματικοί όροι των οικουμενικών Συνόδων, οι αποφάσεις των τοπικών που κυρώθηκαν από σύνοδο οικουμενική, οι ιεροί Κανόνες, τα συγγράμματα των Πατέρων, τα κείμενα της θείας λατρείας και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι, το κήρυγμα του θείου λόγου κ.α.
    Την ανάγκη της ζωντανής παραδόσεως σε παράλληλη βάση προς το γραπτό λόγο εξαίρει ο απόστολος Παύλος, παραινών τους πιστούς: «Άρα ουν, αδελφοί, στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι’ επιστολής ημών»(Β΄Θεσ. 2,15). (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 17-18)

Ποιο είναι το κριτήριο γνησιότητας της ιεράς Παραδόσεως;

    Το κριτήριο που διακρίνει τη γνήσια Παράδοση από κάθε άλλη ψευδή και κίβδηλη είναι η αποστολικότητα. Η Παράδοση για να είναι γνήσια και αληθινή πρέπει ν’ ανάγεται στην αποστολική εποχή, σε χρόνους δηλαδή που φανερώθηκε αγνή και ανόθευτη η λυτρωτική αλήθεια του ευαγγελίου. Με άλλα λόγια πρέπει να ανάγεται στους ίδιους τους Αποστόλους. Παράλληλα, άλλο κριτήριο γνησιότητας είναι και το κριτήριο της ομοφωνίας, ό,τι δηλαδή πιστεύει και παραδέχεται ομόφωνα το πλήρωμα της Εκκλησίας και διδάσκουν οι ιεροί Πατέρες και οι ποιμένες της. Την αλήθεια αυτή τονίζει χαρακτηριστικά ο Βιγκέντιος ο εκ Λειρίνου σε όσα σχετικά γράφει: «Quod ubique quod semper quod ab omnibus creditum est» (= Ό,τι πανταχού, πάντοτε και υπό πάντων επιστεύθη).
    Είναι φανερό ότι φορείς της αποστολικής παραδόσεως δεν μπορούν να είναι εκείνοι που αποκόπηκαν από το σώμα της Εκκλησίας, αιρετικοί και σχισματικοί. Περιττό δε να σημειωθεί, ότι γνήσιος φορέας της αποστολικής παραδόσεως είναι μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία παρέλαβε και διατήρησε ανόθευτη την διδασκαλία των Αποστόλων, όπως αυτή φέρεται αποθησαυρισμένη στα μνημεία τα εκφράζοντα τη ζωή της Εκκλησίας των οκτώ πρώτων χριστιανικών αιώνων.
    Τέλος, λέγοντας αποστολική παράδοση δεν εννοούμε αδιάκριτα κάθε παράδοση, αλλά εκείνη που αναφέρεται στη δογματική διδασκαλία και το ήθος της Εκκλησίας και όχι σε ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας. (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 18-19)


Τι φρονούν περί παραδόσεως οι ετερόδοξοι χριστιανοί;

Η Ρωμαϊκή Εκκλησία δέχεται, όπως και η Ορθόδοξη, την ιερά Παράδοση ως πηγή της θείας αποκαλύψεως, ισότιμη και ισόκυρη προς την αγία Γραφή. Εντούτοις στην πράξη δε συμφωνεί με την ορθόδοξη αντίληψη, αλλά εκλαμβάνει την παράδοση με έννοια ελαστική, ως ταμείο πίστεως, στο οποίο μπορεί να προσφεύγει όταν θέλει να διατυπώσει κάποιο νέο δόγμα ή να ανυψώσει σε δόγματα μεταγενέστερες θεολογικές γνώμες και δοξασίες.

Τέτοια δόγματα υπάρχουν πολλά (άσπιλος σύλληψις κ.α.), ως και διάφορες άλλες καινοτομίες, κυρίως στην τέλεση και μετάδοση των μυστηρίων (στέρηση του λαού εκ του ποτηρίου της ευχαριστίας, απαγόρευση κοινωνίας των νηπίων κ.τ.ο.). Αν θέλαμε να κάνουμε συσχετισμό, θα λέγαμε ότι κατά την ορθόδοξη πίστη η Εκκλησία είναι ο πιστός τηρητής και φύλακας της παραδόσεως, ενώ κατά τη ρωμαιοκαθολική αυτή παρουσιάζεται μάλλον ως κυρίαρχος, μεταποιώντας αυτή κατά βούληση και προσπαθώντας να συμβιβάσει τα παλαιά με τα εκάστοτε νέα.
    Παράλληλα, οι Διαμαρτυρόμενοι δεν αναγνωρίζουν την παράδοση ως πηγή της θείας αποκαλύψεως. Οι λόγοι είναι προφανείς. Κατ’ αυτούς η αγία Γραφή είναι η μόνη πηγή του λόγου του Θεού, ο πλήρης και αυτάρκης κώδικας της χριστιανικής πίστεως, ο περιέχων όλες τις αναγκαίες αλήθειες προς σωτηρία. Την παράδοση την απορρίπτουν ως αυθεντική πηγή της πίστεως, ανεχόμενοι αυτή στο μέτρο που δεν αντιφάσκει προς τη Γραφή, και ως ωφέλιμο πλην όχι και αλάθητο χειραγωγό στην ερμηνεία της αγίας Γραφής.

Εντούτοις παρά τη βασική τους αυτή τοποθέτηση, δε φαίνεται ν’ απομακρύνονται ολοσχερώς από το πνεύμα της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Ασχέτως προς τα πολλά που παρέλαβαν από την εκκλησιαστική παράδοση, ο Λούθηρος, τον οποίο αποκαλούν θείον (divinus) και τρίτον Ηλία, και τα συγγράμματα του οποίου μεγάλως εκτιμώνται στη συνείδηση των Διαμαρτυρομένων, ως αντικαταστήσαντα τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, έχει μεγάλο κύρος γι’ αυτούς, ενώ παράλληλα τα συμβολικά τους βιβλία έχουν αποκτήσει ένα είδος «κανόνος πίστεως» (regula fidei), ο οποίος αποτελεί συνεκτικό δεσμό της εκκλησιαστικής τους ταυτότητος και βάση του εκκλησιαστικού κηρύγματος και της ερμηνείας της αγίας Γραφής. Με άλλα λόγια ένα είδος εκκλησιαστικής παραδόσεως.  (Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 19-20)

Όταν σπούδαζα στον κόσμο, στην αρχή, κουραζόμουνα πάρα πολύ. Και όταν ερχόταν η ώρα να πιάσω το βιβλίο στα χέρια μου, ένιωθα σαν να πήγαινα να πιάσω άγριο θηρίο.

Καθώς όμως επέμενα, βιάζοντας τον εαυτό μου, βοήθησε ο Θεός και τόσο πολύ συνήθισα τη μελέτη, ώστε να μην καταλαβαίνω τι έτρωγα και τι έπινα ή πως κοιμόμουνα από την πολλή ευχαρίστηση που ένιωθα από την ανάγνωση. Και ποτέ δεν με τράβηξε η επιθυμία να πάω να φάω με έναν από τους φίλους μου, αλλά ούτε καν τους συναντούσα όταν είχα διάβασμα, παρόλο ότι ήμουν κοινωνικός και αγαπούσα τους φίλους μου.

Μόλις λοιπόν μας σχόλαγε ο δάσκαλος και λουζόμουνα -γιατί συνήθιζα να πλένομαι κάθε μέρα, επειδή στέγνωνα από το διάβασμα- γύριζα στο σπίτι μου μην ξέροντας ούτε τι θα φάω. Γιατί δεν μπορούσα να απασχοληθώ ούτε με το να παραγγείλω το φαγητό που θα έτρωγα, αλλά είχα κάποιον έμπιστο άνθρωπο και μου ετοίμαζε ό,τι εκείνος ήθελε. Έτρωγα λοιπόν ό,τι εύρισκα μαγειρεμένο από αυτόν, έχοντας και το βιβλίο δίπλα μου, ακουμπισμένο στο κρεβάτι και κάπου-κάπου έριχνα μια ματιά. Και όταν κοιμόμουνα, το είχα πάλι δίπλα μου, ακουμπισμένο στο κάθισμά μου και μόλις μ’ έπαιρνε λίγο ο ύπνος, αμέσως πεταγόμουνα να διαβάσω. Πάλι το βράδυ, μόλις γύριζα μετά από τον εσπερινό, άναβα το λυχνάρι και έμενα διαβάζοντας μέχρι τα μεσάνυχτα.

Και ζούσα έτσι, γιατί δεν ένιωθα τίποτα πιο γλυκό από την ευχαρίστηση που μου έδινε η μελέτη. Όταν λοιπόν ήρθα στο Μοναστήρι, έλεγα στον εαυτό μου:

«Αν για την κοσμική σοφία είχα τόσο πόθο και τέτοιο ζήλο, ώστε να ασχολούμαι με το διάβασμα και να μου γίνει αναφαίρετη συνήθεια, πόσο μάλλον για την αρετή»;

Και έπαιρνα πολλή δύναμη από αυτόν το λογισμό.
(Αββα Δωροθέου, Ι Διδασκαλία, εκδ. Ετοιμασία σελ. 271)

Τα Μαγικά Χαλίκια

«Γιατί δηλαδή είμαστε υποχρεωμένοι να μάθουμε όλες αυτές τις βλακείες;»
Αυτό ήταν το πιο συνηθισμένο και συχνό ερώτημα που μου έκαναν οι μαθητές μου. Απαντούσα αφηγούμενος τον ακόλουθο μύθο:

Ένα βράδυ, μια ομάδα νομάδων ετοιμαζόταν να κατασκηνώσει για να κοιμηθεί, όταν τους περιέβαλε έξαφνα ένα δυνατό και λαμπρό φως. Κατάλαβαν πως ήταν μια ουράνια παρουσία. Περίμεναν λοιπόν με προσμονή και προσδοκία ν’ ακούσουν κάποιο σημαντικό ουράνιο μήνυμα που ήξεραν ότι απευθυνόταν ειδικά σ’ αυτούς.
Η φωνή μίλησε τελικά. «Μαζέψτε όσα περισσότερα χαλίκια μπορείτε. Βάλτε τα στα σακίδιά σας. Μετά από την πορεία μιας μέρας, το αυριανό βράδυ θα σας βρει χαρούμενους αλλά και λυπημένους».
Όταν έσβησε το φως, οι νομάδες ήταν απογοητευμένοι και οργισμένοι. Περίμεναν την αποκάλυψη μιας μέγιστης οικουμενικής αλήθειας που θα τους επέτρεπε να προσφέρουν πλούτο, υγεία και σκοπό στην ανθρωπότητα. Αντί γι’ αυτό, τους είχε ανατεθεί ένα ευτελές καθήκον που τους φαινόταν παντελώς άσκοπο και παράλογο. Ωστόσο, η λάμψη που περιέβαλε τον άγνωστο επισκέπτη τους έκανε να σκύψουν, να μαζέψουν μερικά χαλίκια και να τα βάλουν στα σακίδια τους, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά τους.
Ταξίδεψαν μια ολόκληρη ημέρα και το βράδυ, την ώρα που κατασκήνωσαν άνοιξαν τα σακίδιά τους και είδαν πως το κάθε χαλίκι που είχαν μαζέψει είχε μετατραπεί σε διαμάντι. Χάρηκαν για τα διαμάντια που είχαν. Και στενοχωρήθηκαν που δεν είχαν μαζέψει περισσότερα χαλίκια.

Μια εμπειρία που είχα μ’ ένα μαθητή, θα τον ονομάσω Άλαν για ευκολία, στις αρχές της διδακτικής μου καριέρας, καταδεικνύει την έκταση της αλήθειας που κρύβει αυτός ο μύθος.
Όταν ήταν στη Β’ γυμνασίου, ο Άλαν έπαιρνε άριστα στις «φασαρίες» και ήταν πρώτος στις «αποβολές». Είχε μάθει καλά πώς να κάνει τον νταή κι ετοιμαζόταν για μεταπτυχιακό στην «κλοπή».
Κάθε μέρα έβαζα τους μαθητές μου ν΄ απομνημονεύσουν ένα ρητό κάποιου σπουδαίου φιλοσόφου ή στοχαστή. Όταν έπαιρνα τις παρουσίες, αντί να φωνάζω τα ονόματά τους, άρχιζα το ρητό και ο μαθητής, για να μην πάρει απουσία, έπρεπε να το ολοκληρώσει.
«Άλις Άνταμς. “Δεν υπάρχει αποτυχία εκτός…”»
«”…αν πάψεις να προσπαθείς”. Παρούσα, κύριε Σλάτερ».
Έτσι, ως το τέλος του χρόνου, οι νεαροί μαθητές μου είχαν απομνημονεύσει 150 βαθυστόχαστα ρητά.
«Σκέψου ότι μπορείς, σκέψου ότι δεν μπορείς – και στις δυο περιπτώσεις έχεις δίκιο!»
«Αν μπορείς να δεις τα εμπόδια, έχεις αποστρέψει το βλέμμα από το στόχο».
«Κυνικός είναι εκείνος που ξέρει την τιμή των πάντων και την αξία κανενός».
Και, φυσικά, τα λόγια του Ναπόλεον Χιλς «Αν μπορείς να το συλλάβεις και να το πιστέψεις, μπορείς να το κατορθώσεις».
Κανείς δεν παραπονιόταν περισσότερο από τον Άλαν για αυτή την καθημερινή διαδικασία – ως την ημέρα που αποβλήθηκε οριστικά κι έχασα κάθε επαφή μαζί του για πέντε χρόνια. Κι αίφνης, μια μέρα, μου τηλεφώνησε. Είχε ενταχθεί σ’ ένα ειδικό πρόγραμμα κάποιου γειτονικού κολλεγίου και είχε μόλις εκτίσει την ποινή που του είχαν επιβάλει με αναστολή.
Μου είπε πως αφού τον έστειλαν στο αναμορφωτήριο και κατόπιν τον παρέπεμψαν στην Υπηρεσία Ανηλίκων της Καλιφόρνια για τα καμώματά του, είχε αηδιάσει τόσο πολύ με τον εαυτό του που είχε πάρει ένα ξυράφι και είχε κόψει τις φλέβες του.
Είπε, «Ξέρετε, κύριε Σλάτερ, την ώρα που κειτόμουν κι ένιωθα τη ζωή μου να φεύγει μαζί με το αίμα που έτρεχε από τις φλέβες μου, θυμήθηκα ξαφνικά εκείνο το ηλίθιο ρητό που με είχατε βάλει να γράψω 20 φορές. “Δεν υπάρχει αποτυχία, εκτός αν πάψεις να προσπαθείς”. Και τότε, ξαφνικά, το κατάλαβα. Όσο ζούσα δεν ήμουν αποτυχημένος, αλλά αν άφηνα τον εαυτό μου να πεθάνει, θα επικύρωνα την αποτυχία μου. Έτσι, μ’ όση δύναμη μου απέμενε, κάλεσα βοήθεια και άρχισα μια καινούρια ζωή».
Όταν είχε ακούσει το ρητό, ήταν ένα χαλίκι. Όταν χρειάστηκε καθοδήγηση σε μια κρίσιμη στιγμή, το ρητό είχε γίνει διαμάντι. Γι’ αυτό σας συμβουλεύω να μαζέψετε όσα περισσότερα χαλίκια μπορείτε, για να είναι το μέλλον σας γεμάτο διαμάντια.  

John Wayne Schlatter

(από το βιβλίο: Βάλσαμο για την ψυχή 2η δόση, εκδ. Διόπτρα σελ.191-193)


Ο σύντροφος του εξορίστου Ντοστογιέφσκυ

Ο Ντοστογιέφσκυ έσερνε τα βήματά του με την συνοδεία βαρβάρων, στον βαρβαρώτερο τόπο της εξορίας: Την Σιβηρία. Ήταν αντίπαλος του καθεστώτος. Σ’ έναν από τους σταθμούς του θλιβερού ταξιδιού του, μια γυναίκα τούβαλε στο χέρι 25 ρούβλια, αρκετά για να αγοράση λίγο ψωμί, σαπούνι, ρούχα, όχι όμως και τη γαλήνη του πνεύματός του. Αλλά μαζί με το χαρτονόμισμα τούδωσε και μια Αγία Γραφή. Αυτή η Βίβλος βοήθησε να μην πεθάνη το μεγάλο πνεύμα του Ντοστογιέφσκυ. Στις σελίδες της έσβησε τη δίψα της ψυχής του.
Και ενώ τα πόδια επλήγιαζαν στην γη της εξορίας, το πνεύμα του εξεκουραζόταν στην Πατρίδα της Πίστεως, της Ειρήνης, της Αγάπης…


Η φωνή του Πνεύματος

Διηγούνται, πως κάποτε μια συντροφιά ασεβών  βρήκε τρόπο διασκεδάσεως τη διακωμώδηση του ιερού Ευαγγελίου. Πήρε ο πρώτος της παρέας στα χέρια του την  αγία Γραφή και άρχισε να διαβάζη απομιμούμενος τη φωνή του ιερέως του. Το κομμάτι που διάβαζε, ήταν κατά τύχην η παραβολή του Ασώτου.
«Άνθρωπος τις είχε δύο υιούς», εδιάβαζε ο κωμωδός. «Και συναγαγών άπαντα ο νεώτερος απεδήμησεν εις χώραν μακράν…». «Σαν και σένα, Γιάννη», του φώναξε ο πιο έξυπνος και η παρέα άρχισε να καγχάζη.
«Και εκεί διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού, ζων ασώτως». «Σαν και σένα, Γιάννη», του ξαναφώναξαν  αστεϊζόμενοι.  Αλλ’ εκείνος αυτή τη φορά δε μίλησε. Κάτι ένοιωθε μέσα του, καθώς έβλεπε μέσα στις γραμμές της παραβολής, που θέλησε να περιγελάση, να αναδύεται ο ίδιος ο εαυτός του. Ένας κόμπος  έδενε το λαιμό του. Και όταν έφθασε στο «Αναστάς, πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου», ξέσπασε σε δάκρυα. Οι άλλοι τον κύτταζαν κατάπληκτοι. Αλλ’ εκείνος «αναστάς ήλθε προς τον πατέρα αυτού». Το πνεύμα του Θεού του είχε μιλήσει σε μια αναπάντεχη στιγμή με ένα εντελώς ξεχωριστό τρόπο…
Και σε σένα κράζει το Πνεύμα, φίλε αναγνώστα. Προσπάθησε ν’ ακούσης τη φωνή του. «Εξαπέστειλεν ο Θεός το πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών, κράζον, Αββά ο πατήρ». Ακούεις την  κραυγή του;  (Από το βιβλίο «Ύδωρ εκ Πέτρας» του κ. Κ. Κούρκουλα)

Απαραίτητη ώρα

Ο περίφημος πρόεδρος των Ηνωμένων πολιτειών Αβραάμ Λίνκολν, εκάλεσε κάποτε ένα συνεργάτη του εις ακρόασιν στις 5 το πρωί. Παρά τέταρτο ο προσκεκλημένος βρισκόταν στα γραφεία του προέδρου και ήκουε συζήτησιν.
- Ποιος είναι μέσα; Ηρώτησε τον θυρωρόν.
- Ο Πρόεδρος, κύριε.
- Συζητεί με κανέναν;
- Όχι, μελετά την Αγία Γραφήν.
- Τόσο πρωί;
- Μάλιστα, κύριε. Ο Πρόεδρος από τις 4 έως τις 5 κάθε πρωί μελετά την Αγίαν Γραφήν και προσεύχεται.
Άραγε στο δικό μας πρόγραμμα υπάρχει μια τέτοια ώρα;

Γιατί είναι γραμμένος ο λόγος του Θεού (Χρυσόστομος)
Θα ήταν βέβαια πιο καλά να μην έχουμε καθόλου ανάγκη από τα γράμματα, αλλά να παρουσιάζουμε βίο έτσι καθαρό, ώστε η χάρις του Θεού, αντί σε βιβλία, να είναι τυπωμένη στις ψυχές μας. Κι όπως το χαρτί είναι γραμμένο με μελάνι, έτσι κι η καρδιά μας να είναι γραμμένη με το Άγιο Πνεύμα. Αλλά μια και ξεπέσαμε από τέτοια χάρι, ας εκμεταλλευόμαστε τουλάχιστο αυτόν τον δεύτερο τρόπο.
Αφού είναι κακό να χρειαζώμαστε τα γράμματα και να μην μπορούμε να δεχθούμε απ’ ευθείας το Πνεύμα , σκέψου τι βαρειά ευθύνη πέφτει επάνω μας, όταν δεν επωφελούμαστε από τη βοήθεια των γραμμάτων. (Χρυσόστομος)

Η λυδία λίθος της ψυχής (Χρυσόστομος)
Οι χρυσοχόοι έχουν μίαν πέτραν πολύτιμον, που την ονομάζουν λυδίαν λίθον. Η πέτρα αυτή έχει την ιδιότητα να ξεχωρίζη το πραγματικό χρυσάφι από το κίβδηλο.
Αλλά μια τέτοια πέτρα, μια τέτοια λυδία λίθος, με την οποίαν ημπορούμεν να ξεχωρίσωμεν την αρετήν από την κακίαν, τους πραγματικούς χριστιανούς από τους ψεύτικους, είναι η Αγία Γραφή. Θέλεις να ιδής αν είσαι γνήσιος ή ψεύτικος χριστιανός; Σε συμβουλεύω ν’ αγοράσης αυτήν την λυδίαν λίθον, την Γραφήν, και ν’ αρχίσης να την μελετάς προσεκτικά. Κάθε φορά που θα διαβάζης έναν στίχον, να ελέγχης τον εαυτόν σου και να τον ερωτάς: αυτό που γράφεται εδώ, το εφήρμοσα; Από την στιγμήν αυτήν θ’ αρχίσης να μπαίνης εις το μεγάλο νόημα του Χριστιανισμού και να γίνεσαι συνειδητός χριστιανός.
(Χρυσόστομος)

Η μελέτη της Γραφής

«Επί πολύν καιρόν εζάλιζα τον εαυτόν μου – λέγει ένας γέρων – δια μερικά δυσνόητα μέρη της Αγίας Γραφής. Ήτο αδύνατον να τα καταλάβω, ή να έχω ικανοποιητικήν ερμηνείαν από άλλους πιο εντριβείς εις τας Γραφάς.

Τέλος, είπα, θα κάνω εις την μελέτην της Γραφής, ό,τι κάνω και όταν τρώγω ψάρι. Όταν συναντώ κάτι τι, που δεν το εννοώ, το αφήνω κατά μέρος και λέγω αυτό είναι «κόκκαλο». Γιατί να πνιγώ με το κόκκαλο, ενώ λέγω ίσως τα καταφέρω να βγάλω και από το κόκκαλο τροφήν. Μεγάλος είναι ο Θεός! Και προσεύχομαι πάντα, να μου ανοίγη ο Θεός τα μάτια, να βλέπω τα θαυμάσια Του, εν τω λόγω της αληθείας Του, τη Αγία Γραφή.
Δεν βιάζομαι και δεν εκβιάζω ερμηνείας. Ένα πράγμα που δεν εννοούσα άλλοτε, με εφώτισε ο Θεός και το κατάλαβα σήμερον. Όλα θέλουν καιρόν και υπομονήν. Η υπομονή είναι σοφία, και αποβαίνει πάντοτε, συν Θεώ σωτηρία».

(από το βιβλίο Ψιχία από της τραπέζης, Κωνσταντίνου Κούρκουλα)

(Απάντηση στους κατηγόρους της Παλαιάς Διαθήκης)

Στο Γένεσις ιθ 4-11 οι κάτοικοι των Σοδόμων ζητούν από τον Λωτ να βγάλει έξω από το σπίτι του τους δύο ξένους (αγγέλους) που φιλοξενούσε για να ασελγήσουν σε αυτούς. Ο Λωτ τότε προτείνει να τους δώσει τις δύο παρθένες θυγατέρες του για να ασελγήσουν σε αυτές και όχι στους ξένους.
Από αυτήν την ενέργεια του Λωτ οι κατήγοροι της Παλαιάς Διαθήκης, άθεοι, νεοπαγανιστές κλπ ή και ακατατόπιστοι Χριστιανοί βρίσκουν αφορμή να επιτεθούν και πάλι στην Αγία Γραφή. Ας δούμε όμως τι μπορούμε να απαντήσουμε για αυτό το περιστατικό που όντως αρχικά μοιάζει «σκανδαλιστικό(;)» και «απαράδεκτο(;)».

1) Πρώτον, είναι απαράδεκτο να διαβάζουμε απλώς την Αγία Γραφή και ιδιαίτερα την Π.Δ. και να μην μπαίνουμε καν στον κόπο να την ερμηνεύσουμε και μάλιστα σωστά, χρησιμοποιώντας έγκυρες ερμηνείες έγκριτων και απροκατάληπτων ερμηνευτών που είναι ειδικοί επί του θέματος. Η ερμηνεία ενός κειμένου είναι απαραίτητη για την κατανόησή του ώστε να μη βγουν βεβιασμένα συμπεράσματα.

2) Δεύτερον, σε ένα κείμενο η ερμηνεία δεν πρέπει να είναι βιαστική, πρόχειρη και επιπόλαιη, αλλά προσεχτική και σοβαρή. Να μην είναι αποσπασματική και επιλεκτική κάποιων φράσεων μόνο αλλά συνολική και όλης της περικοπής, αλλιώς «σκοτώνουμε» στην κυριολεξία το κείμενο.

3) Τρίτον, η ερμηνεία ενός κειμένου δεν πρέπει να γίνεται με ιδεολογική, φιλοσοφική, θρησκευτική κλπ προκατάληψη εναντίον του κειμένου, αλλά να είναι δίκαιη, αντικειμενική, αμερόληπτη. Άρα, η ειρωνεία και ο χλευασμός ενός κειμένου χωρίς προσεχτική εξέταση και σωστή κριτική μόνο φανατισμό, εμπάθεια και επιπολαιότητα δείχνει και όχι καλοπροαίρετη κριτική.

4) Τέταρτον, η ερμηνεία δεν πρέπει να γίνεται με συναισθηματικά ή ψυχολογικά κριτήρια, δηλαδή πόσο μας εξοργίζει, σοκάρει, ξαφνιάζει κλπ ένα κείμενο, αλλά μια σωστή ερμηνεία πρέπει να είναι ψύχραιμη και συναισθηματικά αποστασιοποιημένη.

5) Πέμπτον, η Αγία Γραφή, οπότε και η Παλαιά Διαθήκη είναι συν τοις άλλοις και ιστορικό βιβλίο, δηλαδή περιγράφει και ιστορικά γεγονότα. Οι ιεροί συγγραφείς καταγράφουν τα γεγονότα χωρίς να εκφέρουν ηθικές κρίσεις, θετικές ή αρνητικές. Απλώς καταγράφουν αυτό που έγινε ή αυτό που ειπώθηκε. Δεν απορρίπτουμε τη μαρτυρία τους διότι δεν μας αρέσει αυτό που λένε ή περιγράφουν. Διαφορετικά θα πρέπει να απορρίψουμε ή να καταδικάσουμε όλα τα κείμενα της Αγίας Γραφής αλλά και όλα τα κείμενα της αρχαίας και σύγχρονης γραμματείας που περιγράφουν και εξιστορούν εγκλήματα, ανηθικότητες, ψευτιές, απάτες, ανθρώπινα πάθη κλπ. Το ότι ένα ιστορικό κείμενο περιγράφει ηθικά καταδικαστέες πράξεις δεν σημαίνει και ότι συμφωνεί με αυτές ή τις επιδοκιμάζει.

6) Έκτον, εξ’ αιτίας αυτού το Γένεσις ιθ 4-11 δεν λέει ότι ο Λωτ έκανε κάτι καλό. Δεν λέει ότι σωστά ενήργησε. Απλώς περιγράφει το γεγονός. Απουσιάζει κάθε κρίση του συγγραφέα αλλά και η γνώμη του Θεού! Δεν λέει ότι ο Θεός συμφώνησε με τη σκέψη του. Το ανάποδο έγινε όπως θα δούμε

7) Έβδομον, κατά συνέπειαν δεν επαινεί και δεν προβάλλει προς μίμηση την πράξη, ή πιο σωστά την σκέψη του Λωτ, διότι ουδέποτε έγινε πράξη η σκέψη του. Δεν μας προτρέπει να την μιμηθούμε όπως κάνει η Γραφή σε άλλα σημεία. Θα μπορούσε κάποιος να κατηγορήσει την Π.Δ. αν επαινούσε ή αν πρόβαλλε ως παράδειγμα προς μίμηση κάτι κακό. Εδώ απλώς περιγράφει το γεγονός.

8) Όγδοον, η Αγία Γραφή δεν κρύβει τα λάθη, τα αμαρτήματα, τα ελαττώματα και τα πάθη των πρωταγωνιστών της ακόμη και των αγίων και αυτό αποδεικνύει πόσο αξιόπιστη και αντικειμενική είναι. Δεν εξιδανικεύει τα πρόσωπα όπως κάνουν άλλα κείμενα ιστορικά και μη που μεροληπτούν ξεκάθαρα για πρόσωπα και καταστάσεις. Το ότι λοιπόν ο ιερός συγγραφέας δεν αποσιωπά αυτήν την όντως «προβληματική» σκέψη του Λωτ που ήξερε καλά ότι θα προκαλέσει πιθανό «σκανδαλισμό» αλλά παρόλ’ αυτά δεν την αποκρύπτει, δείχνει ότι είναι δίκαιος, απροκατάληπτος και αντικειμενικός ιστορικός! Δεν τον ενδιαφέρει ο σκανδαλισμός μας, αλλά η αλήθεια!

9) Ένατον, προς «υπεράσπιση» του Λωτ μπορούμε να πούμε ότι ενήργησε όντως εν βρασμώ ψυχής και με όχι καθαρό νου. Τα γεγονότα ήταν τόσο γρήγορα, ακραία και πρωτοφανή και έπρεπε να πάρει αποφάσεις τόσο δύσκολες σε ελάχιστα δευτερόλεπτα κάτω από τέτοιες συνθήκες. Όσοι κρίνουν αυστηρά αυτήν την πράξη του, κρίνουν εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς και με άνεση χωρίς να μπαίνουν στη θέση του. Διαβάζοντας κανείς όλη την περικοπή νιώθει αμέσως συμπάθεια για την δεινή θέση στην οποία βρέθηκε ο Λωτ και κατανοεί εύκολα πόσο δύσκολο ήταν να πάρει σωστές αποφάσεις. Χρειάζεται λοιπόν εδώ και σωστή «ψυχολογική ερμηνεία». Χωρίς αυτήν αδικείται ο Λωτ ως προσωπικότητα. Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί σοβαρά ότι ο Λωτ δεν αγαπούσε τις κόρες του ή ότι θα ήθελε να τις ατιμάσει; Ελαφρά τη καρδία ενήργησε όπως ενήργησε; Προφανώς όχι.

10) Δέκατον, προς «υπεράσπιση» πάλι του Λωτ, μπορούμε να πούμε ότι ίσως προτίμησε μία «λύση ανάγκης». Κατά τον Π.Ν. Τρεμπέλα και άλλους ερμηνευτές ίσως σκέφτηκε ότι «προκειμένου να γίνει μία αισχρότης βδελυρή και παρά φύσιν, ας γίνει μία αμαρτία, ακάθαρτη βέβαια και αισχρή, όχι όμως και τόσο πολύ αφύσικη»(1)(σελ. 34). Από δύο κακά δηλαδή προτίμησε το μικρότερο. Προτίμησε την φυσική σεξουαλική πράξη από την ομοφυλοφιλική. Αλλά ενώ ο ιερός Χρυσόστομος επαινεί γενικώς τον Λωτ, ο ιερός Αυγουστίνος αμφιβάλλει για την ορθότητα της θυσίας αυτής του Λωτ. «Εκ δύο κακών το μη χείρον βέλτιστον (αυτό εφάρμοζε εν προκειμένω ο Λωτ), αλλά μεταξύ δύο αμαρτιών δεν πρέπει να εκλέγουμε καμμία!...(2)(σελ. 157). Οπότε ο ιερός Αυγουστίνος δεν δικαιολογεί τον Λωτ. Άρα υπονοεί ότι ο Λωτ ενήργησε λάθος! Υπάρχει και αυτή η πατερική ερμηνεία.

11) Ενδέκατον, προς «υπεράσπιση» ξανά του Λωτ, όταν ερμηνεύουμε ένα κείμενο δεν πρέπει να το ερμηνεύουμε με τα κριτήρια της δικής μας εποχής. Όχι με τα σημερινά ηθικά, πολιτιστικά, κοινωνικά, επιστημονικά κριτήρια. Η ερμηνεία μας πρέπει να είναι συγχρονισμένη, δηλαδή να μεταφερθούμε σε εκείνην την εποχή, στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Εκείνη την εποχή λοιπόν η φιλοξενία ήταν ιερό καθήκον. «Η συμπεριφορά του Λωτ να θυσιάσει στην τιμή της φιλοξενίας την τιμή των θυγατέρων και της οικογενείας του έχει την εξήγησή της. Σύμφωνα με τα τότε ήθη της Ανατολής, όποιος φιλοξενούσε στο σπίτι του κάποιον ξένο εδεσμεύετο να προστατεύσει τη ζωή του με κάθε θυσία. Το καθήκον αυτό διατηρείται ακόμη και σήμερα σε μερικούς λαούς της Ανατολής». «Ο ιερός Χρυσόστομος μάλιστα επαινεί τη στάση του Λωτ λέγοντας: «Πόσο μεγάλη είναι η αρετή του δικαίου! Υπερέβη κάθε αρετή φιλοξενίας. Τι μπορεί να πει κανείς αντάξιο της φιλοφροσύνης του δικαίου αυτού, ο οποίος δεν ανέχτηκε να προφυλάξει ούτε τις θυγατέρες του, προκείμένου να τιμήσει τους φιλοξενουμένους και να τους γλυτώσει από την ασέλγεια των Σοδομιτών; (Εις Γένεσιν,Ομ. 43,4)»(1) σελ. 34). Άρα η πρόθεσή του ήταν αγαθή έστω και αν αυτό που πρότεινε ήταν ηθικά επιλήψιμο.

12) Δωδέκατον, προς «υπεράσπιση» επίσης του Λωτ «δεν είναι δυνατόν ούτε και λογικό να κρίνουμε με τα μέτρα του ιδικού μας αιώνα, ο οποίος έχει διαμορφωθεί πολιτιστικά κάτω από την ισχυρή, έντονη και επίμονη επίδραση της διδασκαλίας του Σωτήρα Χριστού, συμβάντα της ιστορίας που έλαβαν χώρα κατά την εποχή των Πατριαρχών (περίπου είκοσι αιώνες π.Χ.)… Πολύ περισσότερο, διότι ο κόσμος της Π.Δ. ζούσε υπό το κράτος του Μωσαϊκού νόμου. Ενός νόμου, ο οποίος επρόσταζε μεν το ορθό και το δίκαιο, εδίδασκε το «πρακτέον», δεν έδιδε όμως καμμία βοήθεια και ενίσχυση για την κατόρθωση του ορθού και του δικαίου» (1)(σελ. 25). Οπότε οι αδυναμίες και τα λάθη των δικαίων πρέπει να κρίνονται με το πρίσμα της ηθικής της Παλαιάς Διαθήκης η οποία ασφαλώς μειονεκτεί πολύ σε σχέση με αυτήν της Κ.Δ. Ο θεόπνευστος απόστολος Πέτρος μάλιστα κρίνοντας δίκαια και θεόπνευστα την όλη διαγωγή του Λωτ τον ονομάζει δίκαιο στο Β. Πέτρ. β 7-8. Οπότε ο Λωτ δεν χρειάζεται καν τη δική μας «υπεράσπιση». Την έχει από τον Απόστολο Πέτρο!

13) Δέκατον τρίτον και το σπουδαιότερο! Η Παλαιά Διαθήκη και κατ’ επέκτασιν ο ίδιος ο Θεός όχι μόνο δεν επαίνεσε ως σωστή και καλή τη σκέψη του Λωτ αλλά την αποδοκίμασε εν τοις πράγμασιν. Οι δύο άγγελοι δεν επέτρεψαν να γίνει αυτό που πρότεινε ο Λωτ αλλά έδωσαν δική τους λύση τιμωρώντας θαυματουργικά με τύφλωση τους Σοδομίτες. Άρα ο Θεός δίνει τη λύση που διώχνει κάθε προηγούμενο «σκανδαλισμό» ή «προβληματισμό» μας. Αντί να επικεντρώνουν οι κατήγοροι της Π.Δ. στην όντως «προβληματική» πρόταση του Λωτ για την οποία εξάλλου δεν ευθύνεται ο Θεός ούτε ο Λόγος Του, θα έπρεπε να επικεντρώσουν στο τι έγινε τελικά. Ο Θεός δεν επέτρεψε να εφαρμοστεί η πρόταση του Λωτ. Την αποδοκίμασε ξεκάθαρα παρεμβαίνοντας δραστικά με τους αγγέλους του. Η κατηγορία και ο σκανδαλισμός θα είχαν βάση αν όντως τελικά ατιμάζονταν οι κόρες το Λωτ! Αν όντως ο Θεός επέτρεπε κάτι τέτοιο. Αφού όμως τίποτα τέτοιο δεν έγινε, αλλά ο Θεός το απέτρεψε και μάλιστα με θαύμα, τότε σε τι μπορεί να κατηγορήσει κάποιος την Παλαιά Διαθήκη ή το Θεό;.

Επίλογος.
Αναλογιζόμενοι λοιπόν όλα τα παραπάνω και με τέτοια κριτήρια υγιούς και καλόπιστης κριτικής και ερμηνείας ερμηνεύοντας τη συγκεκριμένη περικοπή δεν «δυσκολευόμαστε» ούτε «σκανδαλιζόμαστε» καθόλου από κανένα ιερό κείμενο ό,τι και αν λέει αυτό. Και οι πιο δύσκολες περικοπές της Π.Δ. και της Κ.Δ. ερμηνεύονται άνετα όταν γνωρίζουμε τους σωστούς κανόνες ερμηνευτικής!

Πατήρ Νικόλαος Πουλάδας

Πηγές-Βοηθήματα:
(1) Η Παλαιά Διαθήκη στην Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Νικ.Π. Βασιλειάδη, εκδ. Σωτήρ, 2003
(2) Η Παλαιά Διαθήκη, τόμος 1, εκδ. Σωτήρ, 1994
(3) Η Παλαιά Διαθήκη, τόμος 1, αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακοπούλου

(Απόσπασμα από Ομιλία Α εις τον Ματθαίον)

Καί διατί τάχα ἐνῷ ἦσαν τόσον πολλοί οἱ μαθηταί, γράφουν μόνον δύο ἀπό τούς ἀποστόλους καί δύο ἀπό τούς ἀκολούθους των;
Διότι ὁ ἕνας ἦτο μαθητής τοῦ Παύλου καί ὁ ἄλλος τοῦ Πέτρου καί μαζί μέ τόν Ἰωάννην καί τόν Ματθαῖον ἔγραψαν τά Εὐαγγέλια. Ἐπειδή τίποτε δέν ἔκαναν διά νά δοξασθοῦν ἀλλά διά νά ἐξυπηρετήσουν μίαν ἀνάγκην.
Καί λοιπόν δέν ἔφθανεν ἕνας εὐαγγελιστής νά τά ἐξιστορήση ὅλα;
Βεβαίως ἔφθανεν. Ἄν ὅμως πάλιν αὐτοί πού γράφουν εἶναι τέσσαρες ἐνῷ δέν γράφουν κατά τόν ἴδιον χρόνον, οὔτε εἰς τούς αὐτούς τόπους οὔτε ἔπειτα ἀπό συνάντησιν καί συνομιλίαν, ἔν τούτοις ὁμιλοῦν δι' ὅλα σάν ἀπό ἕνα στόμα, γίνεται, τότε αὐτό ἡ μεγίστη ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας.
Ναί, ἀλλά συνέβη τό ἀντίθετον, παρατηρεῖ· εἰς πολλά σημεία συλλαμβάνονται νά διαφωνοῦν.
Ἀκριβῶς αὐτό εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας. Ἄν δηλαδή εἶχαν συμφωνήσει δι' ὅλα μέ τήν μεγαλυτέραν ἀκρίβειαν καί διά τόν χρόνον καί διά τόν τόπον καί διά τάς λέξεις τάς ἰδίας, κανείς ἀπό τούς ἐχθρούς δέν θά ἐπίστευεν ὅτι χωρίς συνάντησιν καί συμφωνίαν ἀνθρωπίνην ἔγραψαν ὅσα ἔγραψαν· δέν εἶναι δεῖγμα εἰλικρινείας τόσον μεγάλη συμφωνία.

Τώρα ὅμως καί ἡ φαινομενική εἰς τάς λεπτομερείας διαφωνία τούς ἀπαλλάσσει ἀπό κάθε ὑποψίαν καί ὑπεραμύνεται θαυμάσια τοῦ τρόπου τῶν συγγραφέων. Ἐάν ὡμίλησαν διαφορετικά διά τόν χρόνον καί τόν τόπον, τοῦτο δέν ζημιώνει καθόλου τήν ἀλήθειαν τῶν λόγων των.

Ἀλλά καί αὐτά ὅμως, καθόσον μᾶς παραχωρήσει ὁ Θεός, θά προσπαθήσωμεν προχωροῦντες νά τά διαλευκάνωμεν καί ἔχομεν τήν ἀξίωσιν μαζί μέ τά λεχθέντα νά προσέξετε καί ἐκεῖνο· ὅτι εἰς τά κεφαλαιώδη, πού συγκρατοῦν τήν ζωήν μας καί συνθέτουν τό κήρυγμα, πουθενά δέν εὑρίσκεται κανένας ἀπό αὐτούς νά διαφωνῇ.

Ποῖα εἶναι αὐτά; Ὅτι ὁ Θεός λόγου χάριν ἔγινεν ἄνθρωπος, ὅτι ἔκαμε θαύματα, ὅτι ἐσταυρώθη, ἐτάφη, ἀνέστη, ἀνελήφθη, ὅτι πρόκειται νά κρίνῃ, ὅτι ἔδωκε σωστικάς ἐντολάς, ὅτι δέν εἰσήγαγε νόμον ἀντίθετον πρός τήν Παλαιάν Διαθήκην, ὅτι εἶναι Υἱός, Μονογενής, γνήσιος, ὅτι εἶναι τῆς ἰδίας οὐσίας μέ τόν Πατέρα καί ὅσα ὅμοια. Εἰς αὐτά θά εὕρωμεν ὅτι συμφωνοῦν ἀπολύτως.
Ἐνῷ ὡς πρός τά θαύματα, ἄν δέν τά ἀνέφεραν ὅλοι ὅλα, ἀλλά ὁ ἕνας αὐτά καί ὁ ἄλλος ἐκεῖνα, τοῦτο ἄς μή σέ ἀνησυχῇ. Ἄν τά ἀνέφερεν ἕνας ὅλα, οἱ ἄλλοι ἦσαν περιττοί· ἄν πάλιν τά ἀνέφεραν ὅλοι διαφορετικά ἀπό τούς ἄλλους καί μόνον αὐτοί, δέν θά ὑπήρχεν ἀπόδειξις τῆς συμφωνίας. Διά τοῦτον τόν λόγον καί ἀπό κοινοῦ ὡμίλησαν διά πολλά καί καθένας ἀπό αὐτούς ἐπῆρε καί μᾶς διηγεῖται κάτι τό ἰδιαίτερον. Ἔτσι οὔτε περιττός θά φανῇ καί ὅτι συμμετέχει εἰς τήν ἐξιστόρησιν χωρίς λόγον ἀλλά καί κριτήριον ἀκριβές θά προσφέρη διά τήν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων.

3. Ὁ Λουκάς λοιπόν παραθέτει καί τήν αἰτίαν, ἡ ὁποία τόν ὤθησεν εἰς τήν συγγραφήν. Λέγει· «Ἵνα ἔχῃς περί ὧν κατηχήθης λόγων τήν ἀσφάλειαν»(Λουκ.1,4). Δηλαδή, διά νά εἶσαι ἀσφαλισμένος μέ τήν διαρκή ὑπόμνησιν καί νά παραμένης ἀσφαλής. Ὁ Ἰωάννης ἀπό τήν ἄλλην ἀπεσιώπησε τήν αἰτίαν. Διότι ὑπάρχει παράδοσις πού ἔφθασε μέχρις ἡμῶν ἀπό παλαιά, ἀπό τήν ἐποχήν τῶν πατέρων μας, ὅτι μήτε ὁ Ἰωάννης δέν ἤρχισε νά γράφῃ χωρίς λόγον. Ἀλλά ἐπειδή οἱ τρεῖς ἠθέλησαν ν' ἀσχοληθοῦν μέ τήν ἀφήγησιν τῆς θείας οἰκονομίας καί παρ' ὀλίγον ν' ἀποσιωπηθῇ ἡ διδασκαλία περί θεότητος, τόν ἐφώτισεν ὁ Θεός καί ἔτσι ἤρχισε τήν συγγραφήν τοῦ εὐαγγελίου του. Τοῦτο γίνεται φανερόν καί ἀπό αὐτήν τήν διήγησιν ἀλλά καί ἀπό τό προοίμιον τοῦ εὐαγγελίου. Δέν ἀρχίζει ἀπό τήν γήν κάτω ὅμοια μέ τούς ἄλλους ἀλλά ἀπό τόν οὐρανόν ὑψηλά, ὅπου ἐβιάζετο νά φτάσῃ καί χάριν τοῦ ὁποίου ἔχει συνθέσει τό βιβλίον του ὅλον· καί ὄχι μόνον εἰς τό προοίμιον ἀλλά καί ἀπ' ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ εὐαγγελίου του εἶναι ὑψηλότερος ἀπό τούς ἄλλους.
Ἐπίσης λέγεται ὅτι καί ὁ Ματθαῖος, ἀφοῦ ἦλθαν καί τόν παρεκάλεσαν, ἄφησε γραπτά εἰς τούς Ἰουδαίους πού ἐπίστευσαν ὅσα ἐδίδαξε προφορικά καί ὅτι συνέγραψε τό εὐαγγέλιόν του εἰς τήν ἑβραϊκήν γλῶσσαν. Ἀλλά καί ὁ Μάρκος εἰς τήν Αἴγυπτον ἔκαμε τό ἴδιο ἔπειτα ἀπό παράκλησιν τῶν μαθητῶν.
Διά τοῦτο λοιπόν ὁ μέν Ματθαῖος, ἐπειδή γράφει πρός Ἐβραίους, δέν ἠθέλησε νά δείξῃ τίποτε περισσότερον παρά ὅτι κατήγετο ἀπό τόν Ἀβραάμ καί τόν Δαυίδ, ὁ δέ Λουκᾶς ἐπειδή ἐπευθύνεται εἰς ὅλους τούς ἀνθρώπους ἀπό κοινοῦ, ὁδηγεῖ τόν λόγον πιό πέρα καί προχωρεῖ μέχρι τού Ἀδάμ. Καί ὁ ἕνας ἀρχίζει ἀπό τήν καταγωγήν· ἐπειδή τίποτε δέν ἱκανοποιοῦσε τόσον τόν Ἰουδαῖον, ὅσον νά μάθῃ ὅτι ὁ Χριστός ἦτο ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ καί τοῦ Δαυίδ. Ὁ τρόπος αὐτός δέν εἶναι καί τοῦ ἄλλου· ἀναφέρει πρώτον πολλά ἄλλα πράγματα καί τότε προχωρεῖ εἰς τήν γενεαλόγησιν.
Τήν συμφωνίαν των θά τήν δείξωμεν καί ἀπό τήν οἰκουμένην πού ἐδέχθη τό κήρυγμα ἀλλά καί ἀπό τούς ἰδίους τούς ἐχθρούς τῆς ἀληθείας (….).
Ἐάν ὅμως ὑπάρχῃ κάποια ἀντίθεσις εἰς τά λεχθέντα, οὔτε ὅσαι διδάσκουν τά ἀντίθετα θά τά ἐδέχοντο εἰς τό σύνολόν των ἀλλ' ἕνα μέρος μόνον πού θά ἐσυμφωνοῦσε μέ αὐτάς· οὔτε πάλιν ὅσαι ἀπέσπασαν ἕνα μέρος μόνον θά ἠλέγχοντο ἀπό τό μέρος αὐτό, ὥστε μήτε τά ἴδια τά ἀποκόμματα αὐτά νά μένουν ἀπαρατήρητα ἀλλά νά βοοῦν τήν συγγένειαν πρός ὅλον τό σῶμα.
Καί ὅπως, ὅταν πάρῃς ἕνα μέρος ἀπό πλευράν, θά ἔχῃς τά πάντα εἰς τό μέρος αὐτό ἀπό ὅσα εἶναι συγκροτημένον τό ζῶον, καί νεῦρα δηλαδή καί φλέβας, καί ὀστᾶ καί ἀρτηρίας καί αἶμα καί θά ἔλεγε κανείς θά ἔχῃς ἕνα δεῖγμα ἀπό ὁλόκληρον τήν ζύμην, ἔτσι καί προκειμένου διά τάς Γραφάς, εἰς ἕκαστον σημεῖον τῶν λεχθέντων εἶναι δυνατόν νά διακρίνῃς φανεράν τήν συγγένειαν μέ τό σύνολον.
Ἄν ὅμως ἦσαν διαφορετικά, οὔτε ἡ συγγένεια θά ἐφαίνετο ἀλλά καί ἡ διδασκαλία ἡ ἰδία θά εἶχε πρό πολλοῦ διαλυθῆ. «Πᾶσα γάρ βασιλεία», λέγει, «ἐφ' ἑαυτῆς μερισθεῖσα οὐ σταθήσεται»(Λουκ. 11, 17). Τώρα ὅμως καί εἰς αὐτό τό σημεῖον λάμπει ἡ ἰσχύς τοῦ Πνεύματος· ἔπεισε τούς ἀνθρώπους νά ἀσχολοῦνται μέ τά πλέον ἀπαραίτητα καί κατεπείγοντα πράγματα ἀλλά καί ἀπό τά μικρά αὐτά νά μή ζημιώνεται καθόλου.
4. Δέν πρέπει νά ἐπιμείνωμεν ὑπερβολικά εἰς ὅσα ὁ καθείς ἔγραψεν ἰδιατέρως. Ἀλλ' ὅτι δέν ἐστάθησαν ἀντιμέτωποι, τοῦτο θά προσπαθήσωμεν νά ἀποδείξωμεν μέ ὅλην τήν ἀνάπτυξίν μας.
Σύ ὅταν κατηγορῇς τήν διαφωνίαν των, κάμνεις τό ἴδιο ὅπως ἄν διέταζες νά χρησιμοποιήσουν τάς ἰδίας λέξεις καί τήν ἰδίαν σύντάξιν. Δέν σοῦ ἀντιτάσσω ἀκόμη ὅτι καί ὅσοι κομπάζουν πολύ διά τήν ρητορικήν καί τήν φιλοσοφίαν των, μολονότι εἶναι πολλοί καί ἔγραψαν πολλά βιβλία διά τά ἴδια πράγματα, ὄχι μόνον διεφώνησαν ἀλλά καί εἶπαν μεταξύ των τά ἀντίθετα. Εἶναι διαφορετικόν πράγμα ἡ διαφωνία ἀπό τήν ἀντίθεσιν.
Δέν ἀναφέρω τίποτε ἀπό αὐτά. Ἄς μή μοῦ τύχῃ ἀπό τήν παράκρουσιν ἐκείνων καί συνθέσω ἐγώ τήν ὑπεράσπισίν μου· οὔτε ἐπιθυμῶ νά συγκροτήσω τήν ἀλήθειαν ἀπό τό ψεύδος. Θά ἐρωτήσω ὅμως εὐχαρίστως ἐκεῖνο· πῶς ἔγιναν πιστευτά τά συγκρουόμενα; Πῶς ἐπεκράτησαν; Πῶς μολονότι ἔλεγαν πράγματα ἀντίθετα, ἐθαυμάζοντο, ἐγίνοντο πιστευτοί καί διελαλοῦντο εἰς ὅλην τήν οἰκουμένην; Ὑπῆρχον ἐν τούτοις πολλοί μάρτυρες τῶν λεγομένων, καθώς ἐπίσης πολλοί ἐχθροί καί ἀντίπαλοι.
Διότι βέβαια, ἀφοῦ ἔγραψαν τά γραπτά των δέν τά ἔχωσαν εἰς μίαν γωνίαν ἀλλά τά διέδωσαν εἰς κάθε σημεῖον γῆς καί θαλάσσης, εἰς τάς ἀκοάς ὅλων. Τά ἐδιάβαζαν ἐπί παρουσίᾳ τῶν ἐχθρῶν των, ὅπως καί τώρα, καί κανένα σημεῖον τῶν λεχθέντων δέν ἐσκανδάλισε κανένα καί πολύ εὐλόγως. Διότι ἡ θεία δύναμις ἦτο ἐκείνη πού ἤρχετο καί ἐπετύγχανε τά πάντα εἰς αὐτούς.
Ἄν δέν συνέβαινε τοῦτο, πῶς ὁ τελώνης, ὁ ἁλιεύς, ὁ ἀγράμματος διετύπωνε τάς σκέψεις αὐτάς; Ὅσα οἱ ἔξω σοφοί μήτε νά τά φαντασθοῦν δέν ἠμπόρεσαν ποτέ, αὐτοί μέ πολλήν ἐνημέρωσιν τά κηρύττουν καί πείθουν εἰς αὐτά· καί ὄχι μόνον ὅσον ἦσαν ἐν τῇ ζωῇ ἀλλά καί μετά θάνατον καί ὄχι πέντε ἤ δέκα ἀνθρώπους, οὔτε ἑκατό καί χιλίους ἤ δέκα χιλιάδας ἀλλά ὁλοκλήρους πόλεις, φυλάς καί λαούς, τήν γῆν καί τήν θάλασσαν, τήν Ἑλλάδα καί τήν βαρβαρικήν, τήν κατοικημένην καί τήν ἀκατοίκητον, καί μάλιστα ὁμιλοῦντες διά πράγματα πού υπερβαίνουν κατά πολύ τήν φύσιν μας. Διότι ἄφησαν τήν γῆν καί ὁμιλοῦν διά τά οὐράνια καί μᾶς προτείνουν μίαν ἄλλην ζωήν καί ἕναν ἄλλον βίον καί πλοῦτον καί πτωχείαν καί ἐλευθερίαν καί δουλείαν καί ζωήν καί θάνατον καί κόσμον καί πολιτείαν ὅλα διαφοροποιημένα. Ὄχι ὅπως ὁ Πλάτων(4), πού συνέθεσε τήν καταγέλαστον ἐκείνην πολιτείαν καί ὁ Ζήνων(5) καί ὅποιος ἄλλος συνέγραψε πολιτείαν καί συνέθεσε νόμους. (…)

Καί μάλιστα ἐνῷ ἔγραψαν ὄχι μέ τήν βίαν τῶν διωγμῶν, ὄχι μέ κινδύνους καί πολέμους, ἀλλά μέ κάθε εὐχέρειαν καί ἐλευθερίαν καί ἐνῷ ἐστόλιζαν τά γραφόμενά των μέ λογῆς σχήματα. Τά κηρύγματα τώρα τῶν ἁλιέων, ἄν καί τούς κατεδίωκαν, τούς ἐκτυποῦσαν, ἄν καί ἐκινδύνευαν ὅλοι, καί δοῦλοι καί ἐλεύθεροι, καί βασιλεῖς καί στρατιῶται, καί βάρβαροι καί Ἕλληνες, ὅλοι μέ κάθε προθυμίαν τά ἐδέχθησαν.

(εκδόσεις ΕΠΕ, Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, τόμος 9 σελ. 23-33)

Θέματα: Αγία Γραφή, Ευαγγέλια, απόκρυφα, αθεΐα

Σελίδα 1 από 5