Αυξομείωση μεγέθους γραμμάτων.
17 Ιουλ

Ερμηνεία του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Ερμηνεία-ανάλυση όλου του ΙΔ΄κεφαλαίου

Γράφτηκε από τον 

1 Μὴ ταρασσέσθω(1) ὑμῶν ἡ καρδία· πιστεύετε(2) εἰς τὸν Θεόν(3), καὶ εἰς ἐμὲ(4) πιστεύετε.
1«Μην ταράζεται η καρδιά σας· να ’χετε πίστη στο Θεό, να ’χετε πίστη και σ’ εμένα.
(1)  «Το λέει αυτό, επειδή ήταν λογικό ακούγοντας αυτοί αυτά, να ταράζονται· διότι εάν ο κορυφαίος και τόσο θερμός άκουσε ότι πριν τη φωνή του πετεινού θα απαρνηθεί τρεις φορές, φυσικό ήταν να περιμένουν αυτοί, ότι θα τους βρει κάποιο μεγάλο συμβάν, ικανό να μεταβάλλει και τις αδαμάντινες ψυχές» (Χ).
Η διαίρεση των κεφαλαίων εδώ είναι πολύ ανεπιτυχής. Διότι τα ακόλουθα στο κεφάλαιο αυτό λόγια βρίσκονται σε στενή σχέση με τα προηγούμενα και μάλιστα με το λόγο του Ιησού «ύστερα όμως θα με ακολουθήσεις». Ο Ιησούς εκτείνοντας την υπόσχεση αυτή σε όλους τους μαθητές, εξηγεί σε αυτούς με ποιο τρόπο θα τον συναντήσουν ξανά. Πηγαίνει ήδη να ετοιμάσει τόπο για αυτούς (σ. 2), και μετά θα επιστρέψει για να τους πάρει μαζί του (σ. 3)(g).
Ο Κύριος τώρα ενθαρρύνει τους μαθητές. Ναι μεν δεν πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και να υπερτιμούμε τις δυνάμεις μας, δεν πρέπει όμως από κακώς νοούμενη ταπεινοφροσύνη να κυριευόμαστε από ανησυχία, ικανή να διώχνει από εμάς την ελπίδα και την ειρήνη. Δεν λέει ο Κύριος εδώ· μη λυπάστε· να μην είναι οι καρδιές σας ευαίσθητες, αλλά να μην ταράζονται, όπως η θάλασσα όταν υπάρχει σε αυτήν τρικυμία. Η καρδιά. Παρόλο που το έθνος και η πόλη θα κυριευτεί από μεγάλη ταραχή, παρόλο που ο κύκλος σας ο αποστολικός θα διασκορπιστεί μετά από λίγο και προς στιγμήν, προσέξτε να μην ταραχτεί η καρδιά σας. Διατηρήστε την κατοχή της ψυχής, όταν δεν μπορείτε να κατακτήσετε κάτι άλλο. Η καρδιά σας είναι το κύριο φρούριό σας. Οτιδήποτε και αν κάνετε, διώχνετε με επιμέλεια κάθε ταραχή από αυτό.
(2)  «Έπειτα, σαν ακριβώς να είπαν οι μαθητές· Και πώς δεν θα ταραχτούμε αφού πρόκειται να πέσουμε σε τέτοιες δυσκολίες; Λέει· Πιστεύετε στο Θεό…» (Θφ). «Η γρηγοράδα στην πίστη… κάνει στρατιώτη αυτόν που τώρα είναι δειλός» (Κ). Είναι προστακτική πτώση τόσο αυτό, όσο και το πιστεύετε που ακολουθεί.
Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, είναι και οι δύο οριστικές πτώσεις.
Ή, ακόμη πιο απίθανο, το πρώτο είναι οριστική και το δεύτερο προστακτική ή το πρώτο προστακτική και το δεύτερο οριστική.
(3)  Αληθινή πηγή παρηγοριάς για ένα πνεύμα ταραγμένο είναι η πίστη στο Θεό. Δες Ψαλμ. κστ 13,ρμ 8 κλπ.(β). Να πιστεύετε στην ύπαρξη του Θεού και στο ότι τα πάντα βρίσκονται κάτω από την πρόνοιά του και τον έλεγχό του (ο)· στο Θεό, ο οποίος διευθύνει το έργο αυτό, στο οποίο και εσείς κληθήκατε, και ο οποίος δεν αφήνει να χαθεί λόγω αδυναμίας ο διδάσκαλός σας (g).
«Δηλαδή όλα τα δεινά θα περάσουν, διότι η πίστη σε εμένα και τον Πατέρα μου είναι πιο δυνατή από τα κακά που έρχονται και δεν θα αφήσει κανένα από τα δυσάρεστα να επικρατήσει» (Χ).
(4)  Ο οποίος ήλθα από το Θεό (b), και ο οποίος εκτελώ το έργο εξ’ ονόματος του Πατέρα και μακριά από το να χωριστώ με το θάνατο, θα εξακολουθήσω αυτό και θα το συμπληρώσω στον ουρανό (g). Οι χαρές, τις οποίες μας προκαλεί η πίστη, είναι τα καλύτερα φάρμακα κατά των θλίψεων και των πόνων της σάρκας και των αισθήσεων. Σημείωσε, ότι εκείνοι οι οποίοι πιστεύουν σωστά στο Θεό, θα πιστεύουν και στον Ιησού Χριστό, ο οποίος γνώρισε σε αυτούς τον αληθινό Θεό. Το να πιστεύει όμως κάποιος στο Θεό μέσω του Ιησού Χριστού είναι έξοχο μέσο για να διατηρεί και την καρδιά του ελεύθερη από κάθε ταραχή.

2 Ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου(1) μοναὶ(2) πολλαί(3) εἰσιν(4)· εἰ δὲ μή(5), εἶπον ἂν ὑμῖν· πορεύομαι(6) ἑτοιμάσαι τόπον(7) ὑμῖν·
2Στο σπίτι του Πατέρα μου υπάρχουν πολλοί τόποι διαμονής· αν δεν υπήρχαν, θα σας το ’λεγα. Εγώ πηγαίνω να σας ετοιμάσω τόπο.
(1)  Σπάνια ονομασία της ουράνιας κατοικίας· σπίτι διαμονής, στο οποίο γίνονται δεκτά τα παιδιά και όπου ο Πατέρας διαμένει (b).
«Διδάσκει ότι ο ουρανός έχει πολύ χώρο και ότι η κτίση που δημιουργήθηκε από αυτόν δεν χρειάζεται καμμία προσθήκη εντελώς, ώστε να μπορέσει να δεχτεί αυτούς που τον αγαπούν» (Κ).
Ο ουρανός είναι σπίτι, δεν είναι παράπηγμα ή σκηνή· είναι σπίτι αχειροποίητο, αιώνιο και ακατάλυτο. Και είναι σπίτι του Πατέρα του Ιησού Χριστού. Αλλά ο Πατέρας του Ιησού Χριστού είναι και Πατέρας δικός μας. Και προς αυτόν τώρα ο Κύριος ανεβαίνει έτσι ώστε όλοι οι αληθινά πιστοί θα γίνουν από αυτόν, ως μεγαλύτερο αδελφό τους, δεκτοί με χαρά σαν σε δικό τους σπίτι και δική τους κληρονομία.
(2)  Η λέξη συναντιέται μόνο εδώ και στο σ. 23, ενώ στην Π.Δ. στο Α Μακ. ζ 38. Από τον Παυσανία (Χ 41) χρησιμοποιείται με την έννοια σταθμού κατά την οδοιπορία. Στα αναφερθέντα χωρία της Γραφής βρίσκεται με την έννοια τόπων μόνιμης διαμονής, όχι πρόσκαιρων σταθμεύσεων σε ταξίδι. Η έννοια, την οποία εκφράζει η όλη φράση είναι αυτή του φιλόξενου ανακτόρου με πολλά δωμάτια (β). Η εικόνα έχει ληφθεί από τα ευρύχωρα αυτά ανάκτορα της ανατολής, όπου υπάρχουν διαμερίσματα όχι μόνο για τον διάδοχο του θρόνου, αλλά και για όλους τους γιους του βασιλιά, οσοιδήποτε και αν είναι στον αριθμό (g). «Μονή ονόμασε την παντοτινή απόλαυση των αγαθών, από το γεγονός ότι στα σπίτια έχουμε κάθε άνεση και απόλαυση» (Θμ).
(3)  «Ικανές να δεχτούν και εσάς που θα είστε μαζί μας για πάντα» (Ζ). Πολλές ώστε να περιλαμβάνουν τους αγγέλους και τους πριν από εσάς στην πίστη και εσάς και πολύ περισσότερους ακόμα (b). Κυρίως αναφέρεται στον αριθμό.
Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, «οι πολλές μονές αναφέρονται στους διαφορετικούς βαθμούς τιμής στην αιώνια εκείνη ζωή» (Αυ).
Ο Κύριλλος συνδυάζει και τα δύο («Διδάσκει ότι ο ουρανός έχει πολύ χώρο… Είναι λοιπόν λογικό ότι, με το να λέει ότι είναι πολλές οι διαμονές, θέλει να υποδηλώσει, ότι είναι και διαφορετική η τιμή, αφού ο καθένας που θέλει να ζει με αρετή, θα λάβει τον δικό του, κατά κάποιο τρόπο, τόπο και τη δόξα που αρμόζει στα κατορθώματά του»).
Στους ουρανούς υπάρχουν ανέσεις για τον καθένα ιδιαιτέρως από τους αγίους και για όλους μαζί. Παρόλο που όλοι θα έχουν απορροφηθεί στο Θεό, παρ’ όλα αυτά η ατομικότητα του καθενός δεν θα χαθεί. Ο καθένας από τους υιούς του νέου Ισραήλ θα έχει τη δική του κληρονομιά στη βασιλεία των ουρανών. Οι ουράνιες από την άλλη μονές είναι μόνιμες. Δεν διαρκούν ορισμένα μόνο χρόνια, αλλά παντοτινά. Στη γη βρισκόμαστε σαν σε πανδοχείο. Εκεί στον ουρανό θα έχουμε την μόνιμη και αιώνια εγκατάστασή μας.
(4)  Η πρώτη αυτή φράση αναφέρετε στο «να πιστεύετε στο Θεό» του προηγ. σ. και αποτελεί τον λόγο, για τον οποίο πρέπει να πιστεύουν σε αυτόν. Τα ακόλουθα «πορεύομαι να σας ετοιμάσω τόπο» «και θα σας πάρω μαζί μου» αναφέρονται στο «και σε μένα να πιστεύετε»
(5)  «Εάν δεν ήταν πολλές οι μονές κοντά στο Θεό και Πατέρα» (Κ), «και δεν ήταν άφθονοι οι τόποι κατοικίας» (Ζ).
(6)  Υπάρχει και η γραφή που μαρτυρείται αυθεντικά εἶπον ἂν ὑμῖν ότι πορεύομαι… Το «ότι» και η στίξη ερμηνεύτηκαν με διάφορες εκδοχές.
Ή 1) το (ότι) είναι ειδικό=θα σας έλεγα, ότι πηγαίνω να σας ετοιμάσω τόπο. Ο Ζιγαβ. και ολόκληρο τον επόμενο στίχο τον εξαρτά από το ότι («Και θα σας έλεγα και αυτό ότι Εάν πορευτώ να σας ετοιμάσω τόπο διαμονής, πάλι θα έλθω… και τα εξής).
Ή 2) μετά το εἶπον ἂν ὑμῖν, βάζουμε τελεία. Στην περίπτωση αυτή εάν παραληφθεί τελείως το (ότι) έχουμε απόδοση της έννοιας πάρα πολύ ομαλή= Εάν δεν υπήρχαν πολλές μονές, θα σας το έλεγα. Αλλά υπάρχουν. Και εγώ πηγαίνω να σας ετοιμάσω τόπο.
Ή, 3) μαζί με το (ότι) που είναι αιτιολογικό, οπότε το εἰ δὲ μή εἶπον ἂν ὑμῖν είναι παρενθετική πρόταση= Στην οικία του Πατέρα μου είναι πολλές μονές, διότι πηγαίνω να σας ετοιμάσω τόπο.
Ή, τέλος 4) το «ότι» είναι ειδικό και η πρόταση ερωτηματική= Εάν δεν ήταν πολλές, θα σας έλεγα, ότι πορεύομαι να σας ετοιμάσω τόπο; Πιο πιθανή η δεύτερη ερμηνεία.
(7)  Ο τόπος από μόνος του είναι ήδη έτοιμος, αλλά για σας δεν είναι ακόμη ετοιμασμένος. Η μία ετοιμασία είναι απόλυτη, η άλλη σχετική (b). Είναι μεν η οικία του Πατέρα ευρύχωρη, αλλά για να ανοιχτεί η είσοδός της στους μαθητές, απαιτείται η παρέμβαση του Χριστού, ο οποίος σύμφωνα με το Εβρ. στ 20 είναι πρόδρομός τους. Για αυτό και είναι αναγκαία και η πίστη σε αυτόν (g). Ο ουρανός θα ήταν ανέτοιμος τόπος για τον καθένα από εμάς, εάν δεν ήταν ο Χριστός εκεί. Προπορεύτηκε εκεί για να ετοιμάσει τραπέζι για εμάς, για να ετοιμάσει θρόνους για εμάς. Δες Λουκ. κβ 30.

3 καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον(1), πάλιν ἔρχομαι(2) καὶπαραλήψομαι ὑμᾶς(3) πρὸς ἐμαυτόν(4), ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγώ, καὶ ὑμεῖς ἦτε(5).
3Κι όταν πάω και σας ετοιμάσω τόπο, πάλι θα ’ρθώ και θα σας πάρω κοντά μου, ώστε όπου είμαι εγώ να είστε κι εσείς.
(1)  «Γνωρίζοντας ότι είναι πολλές (οι διαμονές) που είναι ήδη προετοιμασμένες και περιμένουν την άφιξη αυτών που αγαπούν το Θεό, δεν θα φύγω, λέει, για αυτόν το λόγο, αλλά για να προετοιμάσω για σας την άνοδο προς τα πάνω και τον τόπο και για να εξομαλύνω αυτό που άλλοτε ήταν δύσβατο. Διότι ήταν εντελώς άβατος ο ουρανός στους ανθρώπους… Θα ανέβω λοιπόν… για να σας προετοιμάσω τόπο, ώστε να μπορείτε λοιπόν να είστε ανάμικτα· οι άγιοι άγγελοι μαζί με αυτούς που είναι στη γη» (Κ).
Υπάρχει και η γραφή: πορευθῶ ἑτοιμάσαι αντί για πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω .
(2)  Πότε; Ή «πάλι θα επιστρέψω κατά τον καιρό που όλα θα γεννηθούν πάλι» (Κ) «κατά την δευτέρα παρουσία» (Ζ).
Ή, η επιστροφή για την οποία γίνεται λόγος, αναφέρεται πρωτίστως μεν στη δευτέρα παρουσία και με δευτερεύουσα έννοια έρχεται ο Κύριος για τον κάθε πιστό κατά την ώρα του θανάτου του (ο).
Ή, αναφέρεται στην επιστροφή του Ιησού μέσω του Αγίου Πνεύματος και στην μέσω αυτού στενή και αδιάσπαστη ένωση μεταξύ του καθενός μαθητή και του δοξασμένου Ιησού. Δες σ. 18,20,21,23 (g). Όλες οι εκδοχές είναι σοβαρές. Αξιολογότατη και η επόμενη επειδή τις συνδυάζει όλες: Το «πάλιν έρχομαι» μπορεί να αναφέρεται στο θάνατο κάθε πιστού (Β΄Κορ. ε 8,Φιλ. α 23), αλλά τα λόγια αυτά υπενθυμίζουν και την εσχατολογία του κα κεφαλαίου του Ιωάννη σ. 22,23, όπως και των χωρίων Α΄Ιω. β 28,Ματθ. ιστ 28,Α Θεσ. δ 16,17. Η σκέψη της τελικής έλευσης του Κυρίου και η κατά την συντέλεια των αιώνων συνένωση των μαθητών μαζί του δεν εξαντλεί την έννοια της έλευσής του. Πριν την έλευση του Κυρίου κατά τη συντέλεια, προηγούνται οι εμφανίσεις του Κυρίου που αναστήθηκε από τον τάφο, η κοινωνία των μαθητών με τον Πατέρα και τον Υιό (Ιω. ιδ 23,Α Ιω. α 3), η έλευση του Παρακλήτου (σ. 18) και η κοινωνία με τον Ιησού στη θεία ευχαριστία (χ).
(3)  Αναφέρεται σε άλλο γεγονός, το οποίο θα είναι το αποτέλεσμα της πνευματικής αυτής προπαρασκευής, δηλαδή στην είσοδο του πιστού στο σπίτι του Πατέρα είτε κατά τη στιγμή του θανάτου του είτε κατά τη στιγμή της Παρουσίας (g).
Ή «θα σας πάρω μαζί μου, αφού αναστηθείτε από τους νεκρούς, για να βασιλεύσετε μαζί με εμένα αιώνια. Διότι παρόλο που πεθαίνοντας ανέβηκαν προς αυτόν, αλλά όχι με τα σώματά τους· και παρόλο που είναι μαζί με αυτόν, αλλά δεν βασιλεύουν μαζί του» (Ζ).
(4)  Η όλη φράση «θα σας πάρω μαζί μου» σημαίνει παίρνω κάποιον ως σύζυγο, ως θετό υιό, ως συμμέτοχο, ως βοηθό, ως σύμμαχο (ο). Το «παραλήψομαι» με την έννοια του παίρνω με υποδοχή (β), ενώ το «προς εμαυτόν» εκφράζει άπειρη τρυφερότητα=κατά κάποιο τρόπο σφίγγει αυτούς στην καρδιά του όταν τους παίρνει (g).
(5)  «Συμβασιλεύοντας» (Ζ). Θα μας οδηγήσει στον τόπο της ένδοξης παρουσίας του (ο) «και έτσι θα είμαστε πάντοτε μαζί με τον Κύριο» (Α΄Θεσ. δ 17). Έτσι ολοκληρώνεται η πρώτη συνομιλία, που προκλήθηκε με την ερώτηση του Πέτρου: «Γιατί δεν μπορώ να σε ακολουθήσω τώρα;» Απάντηση· Και το ίδιο το μαρτύριό σου δεν θα αρκούσε για αυτό. Η επάνοδός μου μέσω του Πνεύματος μέσα στην καρδιά σου, να ο όρος της εισόδου σου στην ουράνια δόξα μου (g).
Όπου είμαι εγώ και εσείς είστε. Δηλαδή θα είστε όχι μόνο στον ίδιο τόπο με εμένα, αλλά και στην ίδια με μένα κατάσταση. Δεν θα είστε μόνο θεατές της δόξας μου, όπως οι 3 μαθητές στην Μεταμόρφωση, αλλά και συμμέτοχοι και κοινωνοί της. Είναι μυστήριο στο οποίο τώρα δεν μπορούμε να εμβαθύνουμε επαρκώς, αλλά αποτελεί γεγονός βέβαιο, ότι ο Χριστός δεν είναι πλήρης χωρίς τα μέλη του, οι οποίοι αποτελούν την εκκλησία του, «η οποία είναι το σώμα του». Αυτός είναι η κεφαλή και οι άγιοι είναι τα μέλη του. Αυτός είναι ο πρωτότοκος και οι άγιοι εξομοιούμενοι με αυτόν θα αποτελούν σε ένωση με αυτόν «πανήγυρη των πρωτοτόκων». Ο Χριστός στην άνω Ιερουσαλήμ θα θαυμάζεται στο καθένα από τα μέλη του και καθένα από τα μέλη του θα θαυμάζεται μέσω του Χριστού. Όπου θα είναι αυτός, εκεί θα είναι και εκείνοι, μετέχοντας στην ίδια ζωή και χαρά.

4 Καὶ ὅπου ἐγώ ὑπάγω(1) οἴδατε(2), καὶ(3) τὴν ὁδὸν(4) οἴδατε(5).
4Ξέρετε, βέβαια, και πού πηγαίνω και την οδό που οδηγεί εκεί».
(1)  Αυτό είναι η περίληψη των προηγούμενων (b). «Πήγαινε λοιπόν προς τον πατέρα, από τον οποίο και βγήκε» (Ζ).
(2)  Ο Πέτρος είχε ήδη ρωτήσει «πού πας;» φανερώνοντας με αυτό, ότι δεν γνώριζε αυτό. Αλλά ο Ιησούς επανειλημμένα είχε πει ότι πορεύεται προς αυτόν που τον έστειλε (ζ 33,δες ιστ 5,10,28) ή στην οικία του Πατέρα του (σ. 20).
(3)  Αρκετά μαρτυρημένη γραφή: Καὶ ὅπου ἐγώ ὑπάγω οἴδατε τὴν ὁδὸν. Η έννοια δεν είναι διαφορετική. Εφόσον γνωρίζει κάποιος τον δρόμο, υποτίθεται ότι γνωρίζει και τον τόπο, αφού άλλωστε αυτός δηλώθηκε με τα λόγια «στην οικία του πατέρα μου…» (g). Η συνηθισμένη γραφή υποστηρίζεται από αρκετούς μεγαλογράμματους κώδικες, το μεγαλύτερο μέρος από τους μικρογράμματους, την Πεσιτώ, την Κοπτική μετάφραση και την Ιτάλα.
(4)  «Δηλαδή εμένα… διότι δεν θα σας ανοίξει άλλος τους ουρανούς… παρά μόνος εγώ» (Κ).
«Οδός είναι αυτός, μέσω του οποίου ερχόμαστε προς τον πατέρα, όπως στη συνέχεια θα πει» (Ζ).
Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, για αυτόν η οδός προς τον Πατέρα ήταν η οδός του θανάτου (β). Επειδή λοιπόν ο Κύριος πολλές φορές είχε προείπει με σαφέστατη γλώσσα, ότι θα παραδιδόταν στους εχθρούς του, για να σταυρωθεί, η οδός της αναχώρησής του από τη ζωή αυτή δεν ήταν άγνωστη στους μαθητές (ο).
(5)  Γνώριζαν ταυτόχρονα και αγνοούσαν την οδό οι απόστολοι. Γνώριζαν αυτήν, διότι ποιον άλλον γνώριζαν καλύτερα στον κόσμο από τον Ιησού; Αγνοούσαν όμως ταυτόχρονα τον Ιησού ως οδό. Για αυτό εάν ο Ιησούς τους λέει με αλήθεια «ξέρετε την οδό», ο Θωμάς μπορεί να του απαντήσει όχι λιγότερο αληθινά «δεν ξέρουμε» (g). Ο Χριστός προβάλλοντας την ευτυχία των ουρανών στους μαθητές ως το τέλος και τον σκοπό της ζωής τους, δείχνει εδώ τον εαυτό του ως την οδό προς το τέρμα αυτό και βεβαιώνει αυτούς, ότι γνώριζαν αυτοί και τα δύο. Δεν είναι αυτά πλέον μυστικά, που δεν ανήκουν σε σας, λέει ο Κύριος· είναι πλέον αποκεκαλυμμένα. Δεν είναι ανάγκη να ανεβείτε στον ουρανό ή να κατεβείτε στον άδη για να πληροφορηθείτε για αυτά. Διότι ο λόγος της πίστης είναι κοντά σε εσάς (Ρωμ. ι 6,8).

5 Λέγει αὐτῷ Θωμᾶς(1)· Κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις(2)· καὶ πῶς δυνάμεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι(3);
5«Κύριε», του λέει ο Θωμάς, «δεν ξέρουμε πού πηγαίνεις· πώς λοιπόν μπορούμε να ξέρουμε την οδό που οδηγεί εκεί;»
(1)  «Επειδή ο Χριστός δεν θέλησε να πει ξεκάθαρα στους μαθητές του, ότι θα βαδίσει την άνω οδό και θα αποδημήσει προς τον Πατέρα, αλλά ακόμη φανερώνει το πράγμα αινιγματικά και με πολλούς υπαινιγμούς, έκανε την ερώτηση ο μαθητής. Ο Θωμάς λοιπόν ήταν αυτός» (Κ).
Ο ένας μετά τον άλλον ρωτά με ευλαβική και γλυκιά στοργή προς αυτόν. Δες στ 8,22, και πιο πριν ιγ 36 (b). Ο Θωμάς ωθείται στη ερώτησή του και από το ότι είπε ήδη ο διδάσκαλος ότι στον τόπο εκείνον επρόκειτο να παραλάβει και αυτούς. Ο Πέτρος εδώ τηρεί σιγή παρόλο που η ερώτηση του Θωμά είναι η ίδια που τέθηκε προηγουμένως από τον Πέτρο. Θεωρήθηκε λοιπόν η σιγή του αυτή από κάποιους ερμηνευτές ως ένδειξη για το ότι κατά τη στιγμή αυτή απουσίαζε. Αλλά η φοβερή προφητεία του Χριστού για την επικείμενη πτώση του ηχούσε ακόμη στα αυτιά του και αυτό εξηγεί πλήρως την σε όλο τον υπόλοιπο λόγο του Ιησού σιγή του.
(2)  «Διότι νόμιζε ότι είναι κάποιος αισθητός τόπος όπου πηγαίνει, και οδός ομοίως τέτοια» (Ζ).
«Και πρόσεχε με πόση συστολή (ρωτά)· διότι δεν είπε· πες μας τον τόπο, αλλά, δεν ξέρουμε που πηγαίνεις. Διότι αυτό επιθυμούσαν όλοι τους προ πολλού να μάθουν» (Χ).
(3)  Υπάρχει και η γραφή: Και πώς οίδαμεν την οδόν; Τόσο ο Θωμάς όσο και οι υπόλοιποι μαθητές, έχοντας την φαντασία προκατειλημμένη από τις παχυλές ελπίδες κάποιας επίγειας βασιλείας του Μεσσία, σκέφτονταν κατά βάθος όπως και οι Ιουδαίοι, πιστεύοντας ότι ο Χριστός μένει αιωνίως (ιβ 34). Η πλανημένη αυτή προκατάληψη τους κάλυπτε μέχρι κάποιο σημείο την αλήθεια και έκανε σε αυτούς ακατανόητα τα λόγια του Κυρίου (g).

6 Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ(1) εἰμι(2) ἡ ὁδὸς(3) καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή(4)· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα(5) εἰ μὴ δι' ἐμοῦ(6).
6Ο Ιησούς του απάντησε: «Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή· κανείς δεν πηγαίνει στον Πατέρα παρά μόνο αν περάσει από μένα.
(1)  «Δεν χρειάζεστε κόπους, λέει, για να γνωρίσετε την οδό· να ακολουθείτε τη δική μου γνώμη και μέσω εμού θα γνωρίσετε, από τη μία, την αλήθεια, θα πετύχετε, από την άλλη, την αιώνια ζωή, θα γίνετε επίσης μέτοχοι σε εκείνα τα αγαθά και θα πάρω για εσάς την θέση οδού αφού μέσα από εμένα θα χειραγωγείστε στην απόλαυση αυτών που προσδοκάτε» (Θμ).
(2)  «Όταν όμως λέει ο ίδιος ο Κύριος Εγώ είμαι η αλήθεια, και δεν λέει Έγινα, αλλά πάντα λέει το Είμαι… ποιος δεν πιστεύει αμέσως ότι με το Είμαι, φανερώνεται το αιώνιο και το πριν από κάθε αιώνα άναρχο του Υιού;» (Α).
(3)  «Είναι οδός, διότι μέσω αυτού έρχονταν και αυτός ήταν κύριος τού να τους ανεβάσει προς τον Πατέρα» (αμ). Με άρθρο=η κατεξοχήν οδός, η μοναδική οδός, μέσω της οποίας και μόνης μπορεί κάποιος να φτάσει στον ουρανό (F).
«Μέσω εμού οπωσδήποτε θα ανεβείτε και εσείς προς τον Πατέρα» (Θφ).
«Είναι πράγματι αγαθή οδός ο Κύριος, η οποία χωρίς πολλά μονοπάτια που δημιουργούν σύγχυση μας οδηγεί προς το όντως αγαθό, τον Πατέρα» (Β).
Αυτό λέχθηκε πνευματικά για εκείνη την ένωση του πιστού με το Χριστό η οποία διανοίγει οδό προσέγγισης προς τον Θεό (ο).
«Δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι κάποιος άγιος και να φτάσει στον ενάρετο τρόπο ζωής, αν δεν τον καθοδηγεί σε όλα ο Χριστός, ούτε θα μπορούσε αυτός να ενωθεί με το Θεό και Πατέρα, αν δεν μεσιτεύει οπωσδήποτε ο Χριστός» (Κ).
Ο Χριστός είναι η οδός μας, διότι με το αίμα του μπήκε στα άγια (Εβρ. θ 12) και μέσω αυτού μπαίνουμε και εμείς σε αυτά. Με τη διδασκαλία του και το παράδειγμά του μας διδάσκει τα καθήκοντά μας· με την αξιομισθία της θυσίας του και τη μεσιτεία του, εξασφαλίζει σε εμάς την ευτυχία και μακαριότητα. Έτσι γίνεται πράγματι η οδός μας. Μέσω του Χριστού ως οδού αποκαταστάθηκε και διατηρείται με ασφάλεια επικοινωνία μεταξύ ουρανού και γης· οι άγγελοι ανεβαίνουν και κατεβαίνουν, οι προσευχές μας ανέρχονται προς τον Θεό και οι ευλογίες του έρχονται μέσω του Χριστού προς εμάς. Εάν λοιπόν θα ρωτούσε κάποιος, από πού ξεκινούν αυτοί που μπαίνουν στην οδό αυτήν και που καταλήγουν, η απάντηση είναι προφανής. Ξεκινούν από την ψυχρή, την σκοτεινή, την ερημωμένη χώρα, όπου η αμαρτία έχει διαχύσει το σκοτάδι και τη σκιά του θανάτου και καταλήγουν στον ουρανό. Προχωρούν με πορεία, κατά την οποία ολοένα έρχονται σε στενότερη κοινωνία με το Θεό, περνούν μέσα από πολλά στάδια προσευχής και ταπείνωσης έως ότου, αφού διαμορφώνονται σύμφωνα με την εικόνα αυτού που τους απολύτρωσε, καταλήγουν στις πολλές μονές του Πατέρα τους στους ουρανούς.
(4)  Η κεντρική σκέψη που τονίζεται στο χωρίο αυτό είναι η: «Εγώ είμαι η οδός». Οι ακόλουθες λοιπόν λέξεις «και η αλήθεια και η ζωή» προστέθηκαν για συμπλήρωση της μεγάλης αυτής διακήρυξης (β). Η εικονική έκφραση «η οδός» εξηγείται χωρίς εικόνα με τις δύο λέξεις αλήθεια και ζωή. Η αλήθεια είναι ο Θεός αποκαλυπτόμενος στην ουσία του, δηλαδή στην αγάπη του και την αγιότητά του. Η ζωή είναι ο Θεός μεταδιδόμενος στην ψυχή και που φέρνει σε αυτήν αγία δύναμη και τέλεια μακαριότητα. Ο Ιησούς θέλει να πει: Είμαι η οδός, εφόσον είμαι η αλήθεια και η ζωή (g). Με άρθρο και αυτά, η αλήθεια, δηλαδή η στην ουσία της αλήθεια (F). Όχι απλώς ένα φως, που φωτίζει την οδό προς το Θεό. Αλλά η ίδια η ουσία και πηγή κάθε αλήθειας (ο).Εγώ είμαι εκείνος στον οποίο η αλήθεια περιλαμβάνεται και πήρε μορφή προσώπου (G). Και η ζωή, δηλαδή η στην ουσία της ζωή (F).
«Ζωή επειδή είναι από την πηγή της ζωής, τον Πατέρα… Και πρόσεξε με επιμέλεια ότι, όπως ακριβώς δεν ταυτίζονται η πηγή του ποταμού και το ποτάμι, έτσι και η πηγή της ζωής και η ζωή» (Ω).
Οποιοσδήποτε μπει στην οδό αυτή του Θεού, αμέσως παίρνει στην ψυχή του το στοιχείο της πνευματικής ζωής και δεν πεθαίνει ποτέ (ο).
«Είναι ζωή επειδή μας ανασταίνει και μας οδηγεί σε αφθαρσία και μας ελευθερώνει από την αρχαία κατάρα» (αμ).
Η οδός προς το Θεό είναι γνώση της αλήθειας και αναγέννηση, φωτισμός και κατάκτηση της ζωής. Αλήθεια και ζωή δεν είναι αφηρημένες ιδέες και έννοιες. Είναι συγκεκριμένες και παρούσες πραγματικότητες στον σαρκωθέντα Υιό του Θεού ο οποίος είναι συνάμα αλήθεια και ζωή. Δίνει τη ζωή αυτός, ο οποίος είναι η ζωή· αποκαλύπτει την αλήθεια, διότι αυτός είναι η αλήθεια (χ).
Ο Χριστός δεν είναι μόνο η απολύτρωσή μας από την αμαρτία αλλά και ο αγιασμός μας. Είναι η πηγή της πνευματικής μας ζωής, μιας ζωής η οποία δεν παύει ποτέ και δεν θίγεται από το θάνατο, εφόσον οι ψυχές μας δεν χωρίζονται από το Χριστό με την επιστροφή μας στην αμαρτία. Τα αστέρια του ουρανού θα σβήσουν κάποτε. Ο κόσμος αυτός ο υλικός θα περάσει. Κάθε άλλη ζωή στον υλικό κόσμο σύντομα ή αργά καταλήγει στο θάνατο. Αλλά η ζωή αυτή δεν θα παύσει ποτέ, αλλά θα γίνει ισχυρότερη, λαμπρότερη, μακαριότερη και διαμέσου της αιωνιότητας ατελείωτη, διότι έχει μέσα της την αιωνιότητα και τη δύναμη εκείνου, ο οποίος είπε Εγώ είμαι η ζωή.
(5)  Αυτό εξηγεί την έννοια που εκφράστηκε με την εικονική διακήρυξη Εγώ είμαι η οδός (ο).
«Δηλαδή κανείς δεν θα αναδειχτεί μέτοχος θείας φύσης, παρά μόνο μέσω του Χριστού. Διότι αν δεν μεσίτευε με το να γίνει άνθρωπος, δεν θα έφταναν σε τέτοιο σημείο μακαριότητας τα σχετικά με εμάς» (Κ).
Ο ενεστώτας «έρχεται» εκφράζει καθολική και απόλυτη αλήθεια (ο). Ο πεσμένος και αμαρτωλός άνθρωπος έρχεται στο Θεό ως Κριτή, δεν μπορεί όμως για κανένα λόγο να έλθει προς αυτόν ως Πατέρα, παρά μόνο μέσω του Χριστού ως μεσίτη. Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στο Θεό με μετάνοια και πράξεις λατρείας χωρίς το Πνεύμα και τη χάρη του Χριστού. Η χάρη νύττει τα βάθη της συνείδησης και ανοίγει τα μάτια του ανθρώπου για να δει την κατάστασή του και να αναζητήσει το μέσο της σωτηρίας. Ούτε είναι δυνατόν με ελευθεροστομία και θάρρος να πλησιάσουμε προς το Θεό, χωρίς την αξιομισθία της θυσίας του Χριστού. Αυτός είναι ο μέγας μας αρχιερέας. Αυτός ο Παράκλητος στους ουρανούς και μεσίτης μας.
(6)  Ως τη μόνη οδό (ο). Όχι απλώς με την αποδοχή της διδασκαλίας μου ή την αποδοχή των αξιώσεών μου, αλλά με την μυστική και εσωτερική κοινωνία και ένωση μαζί μου (μ).
«Και επειδή εγώ είμαι κύριος τού να σας οδηγήσω στον Πατέρα, οπωσδήποτε θα φτάσετε εκεί. Διότι δεν είναι δυνατόν μέσω άλλης οδού, παρά μόνο μέσω εμού να έλθετε» (Θφ).

7 Εἰ ἐγνώκειτέ με, καὶ τὸν πατέρα μου ἐγνώκειτε ἄν(1). Καὶ ἀπ' ἄρτι(2) γινώσκετε(3) αὐτὸν καὶ ἑωράκατε(4) αὐτόν(5).
7Αν με είχατε γνωρίσει, θα είχατε γνωρίσει και τον Πατέρα μου. Αλλά κι από τώρα τον γνωρίζετε και τον έχετε δει».
(1)  Υπάρχει και η γραφή: αν ήδειτε αντί ἐγνώκειτε ἄν.
«Αν ξέρατε τη δική μου ουσία και την αξία, θα ξέρατε και αυτήν του Πατέρα» (Χ). «Επειδή είναι ίσος με εμένα και απαράλλακτος» (Ζ).
«Διότι αν αυτός που γνώρισε τον Υιό στην ουσία του, γνώρισε και τον Πατέρα, άρα είναι ομοούσιος ο Υιός με τον Πατέρα» (Β).
«Ως αληθινά Υιός, που γεννήθηκε απόρρητα και ακατανόητα από την ουσία του Θεού και Πατέρα, είναι τέλεια έκφρασή του και εικόνα και ακτινοβολία, έχοντας στη δική του φύση το ιδιαίτερο γνώρισμα της ουσίας αυτού που τον γέννησε και την ομορφιά των φυσικών πλεονεκτημάτων» (Κ).
Από τη δόξα, την οποία είδατε να λάμπει σε μένα και από τη διδασκαλία, την οποία ακούσατε από εμένα, θα γνωρίζατε και τον πατέρα μου.
«Φανέρωσε ότι, και αυτόν αγνοούν και τον πατέρα… Επειδή δηλαδή γνώριζαν μεν και τους δύο, αλλά όχι όπως ταίριαζε… άλλοτε μεν λέει ότι γνωρίζουν, διότι οπωσδήποτε γνωρίζουν, άλλοτε όμως λέει ότι δεν γνωρίζουν, διότι δεν γνωρίζουν όπως έπρεπε» (Ζ).
Εάν είχαν γνωρίσει πλήρως το Χριστό, θα γνώριζαν, ότι και η βασιλεία του δεν είναι από τον κόσμο αυτόν· ότι είχε έλθει από τον ουρανό και τώρα έπρεπε να επιστρέψει εκεί.
(2)  Η στιγμή που σημειώνεται με το «από τώρα», είναι η στιγμή του Πάθους. Δες «τώρα δοξάστηκε ο υιός του ανθρώπου». Η αποκάλυψη του Πατέρα δεν υπήρξε πλήρης έως ότου ο Υιός απομάκρυνε την ορατή του παρουσία (β).
«Διότι αργότερα, αφού ήλθε το Πνεύμα, ολοκλήρωσε σε αυτούς όλη τη γνώση» (Χ).
Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, ο Ιησούς υπαινίσσεται όλα όσα πριν λίγο έγιναν κατά το τελευταίο αυτό απόγευμα. Το πλύσιμο των ποδιών και η απομάκρυνση του Ιούδα μαζί με τα όσα μέχρι τη στιγμή εκείνη λέχθηκαν, ήταν αρκετά κατάλληλα να διαφωτίσουν για τον αληθινό χαρακτήρα του Θεού και την πνευματική φύση της βασιλείας του. Το σπέρμα της αληθινής γνώσης του Θεού είχε ήδη εναποτεθεί σε αυτούς (g).
(3)  Αρχίζετε να τον γνωρίζετε (β). «Αρχίσατε να τον γνωρίζετε μέσω εμού» (Θφ). Υπάρχει και η γραφή: γνώσεσθε. «Ο Χρυσόστομος ερμηνεύει: Εντός ολίγου θα γνωρίσετε αυτόν, όπως αρμόζει, όταν θα επιφοιτήσει σε εσάς το άγιο Πνεύμα» (Ζ).
(4)  «Δηλαδή με το νου σας, όσο είναι δυνατόν, είδατε» (Θφ).
Ή, έχετε αρχίσει να βλέπετε και βλέπετε αυτόν (b).
Ή, στο πρόσωπο του Υιού του «για να μάθεις ότι αυτός που έχει δει αυτόν, είδε αυτόν που τον γέννησε. Είδαν όμως αυτόν όχι με γυμνή την ουσία του, αλλά ντυμένο με σάρκα» (Χ).
Όπως εξηγεί και στο στ 9, οι μαθητές παρόλο που τώρα μόλις άρχιζαν να γνωρίζουν το Θεό, παρ’ όλα αυτά είχαν δει Αυτόν. «Διότι αυτούς μεν που βλέπουμε, είναι δυνατόν και να τους βλέπουμε και να τους αγνοούμε, αυτούς όμως που γνωρίζουμε, δεν είναι δυνατόν να τους γνωρίζουμε και να τους αγνοούμε» (Χ).
(5)  Ή, τη δύναμή του «μέσω της δικής μου δύναμης, μέσω των θεοπρεπών θαυμάτων, τα οποία έκανα» (Ζ)· «εννοεί την βεβαιότητα μέσω των θαυμάτων… Διότι δεν γνωρίσαμε μόνο ότι είναι ζωή από τη φύση του ο Πατέρας… που μέσω του Υιού ζωοποιεί τους νεκρούς… αλλά είδαμε, ότι μέσα από τον Υιό έχει ο Πατέρας όλη την κτίση κάτω από τα πόδια του, όταν μαλώνοντας τη θάλασσα και τους ανέμους με πολλή εξουσία είπε· σώπα, κλείσε το στόμα σου» (Κ).
Ή «όψη ονομάζει την γνώση μέσω του νου» (Χ)· όχι την όραση με αισθητά μάτια, διότι πολλοί από αυτούς που αντιτίθονταν και στον Ιησού, είδαν αυτόν με σάρκα, δεν είδαν όμως μέσω αυτού και τον Πατέρα (β). Η όλη φράση=Από την οικειότητα με το Χριστό και από την ενέργειά του, είδαν την μεγαλειότητα του Θεού και τις σωτήριες βουλές του και το θέλημά του (G).

8 Λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα(1) καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν(2).
8«Κύριε», του λέει ο Φίλιππος, «δείξε μας τον Πατέρα, κι αυτό μας αρκεί».
(1)  Ζητά ο Φίλιππος να αξιωθεί «αυτό που εύχονται οι άνθρωποι πολύ, να δει το Θεό και Πατέρα» (Κ). Πιθανώς ποθούσε ο Φίλιππος κάποια θεοφάνεια όπως αυτή που εξιστορείται στο Εξοδ. λγ 18 (β), ίσως επίσης και νόμισε «ότι μπορεί να δει τη θεία φύση με τα μάτια του σώματος» (Κ).
«Δείξε μας αυτόν στα σωματικά μάτια. Ακούγοντας δηλαδή ο Φίλιππος ότι και οι προφήτες είδαν το Θεό, επιθύμησε και αυτός έτσι σωματικά να δει αυτόν, χωρίς να καταλαβαίνει, ότι εκείνα, τα των προφητών, ήταν συγκατάβαση» (Θφ). Μολονότι το αίτημα αυτό του Φιλίππου ήταν άκαιρο, όμως αυτός εκφράζει αλήθεια μεγάλη, παρόλο που δεν κατανοεί τώρα αυτήν επαρκώς. Διακηρύττει δηλαδή ότι η ικανοποίηση και ευτυχία της ψυχής συνίσταται στη θέα και απόλαυση του Θεού. Αυτήν πόθησαν πάντοτε οι ευσεβείς ψυχές. «Με τον ίδιο τρόπο που ποθεί το ελάφι τις πηγές των νερών, έτσι ποθεί η ψυχή εσένα, Θεέ μου. Δίψασε η ψυχή μου το Θεό τον ζωντανό. Πότε θα έλθω και θα δω το πρόσωπο του Θεού;» (Ψαλμ. μα 2-3). «Θα χορτάσω βλέποντας τη δόξα σου» (Ψαλμ. ιστ 15). Γνωρίζοντας το Θεό με την αλήθεια, την οποία μας διδάσκει ο Χριστός και αισθανόμενοι την μαζί του κοινωνία με τη νέα ζωή, την οποία με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος μας μετέδωσε ο Χριστός, βλέπουμε εσωτερικά το Θεό ήδη από τη ζωή αυτή. Η θέα όμως του Θεού μεταβάλλει για εμάς τη γη από κοιλάδα του κλαυθμώνος σε πάμφωτο ουρανό και μας γεμίζει με χαρά ανέκφραστη.
(2)  «Τίποτα παραπάνω δεν ζητάμε» (Χ).
«Μοιάζει σαν να έλεγε ίσως. Θα ομολογούσαμε τότε, ότι μπήκαμε μέσα σε όλη τη χαρά και τίποτα δεν θα μας έλειπε ώστε να είμαστε ευτυχισμένοι» (Κ).
Ο πόθος αυτός του Φιλίππου θα ήταν πλήρως δικαιολογημένος εάν η ουσία του Θεού συνίστατο μόνο στη δύναμη. Η αληθινή εμφάνιση του Θεού τότε, θα μπορούσε να περιοριστεί σε κάποια ολόλαμπρη φανέρωση. Αλλά ο Θεός είναι και αγιότητα και αγάπη. Η πραγματική λοιπόν φανέρωση των ηθικών αυτών ιδιοτήτων γίνεται σε ζωή ηθική τέτοια, ώστε σε αυτήν, στις πράξεις και τα λόγια της, να λάμπει η ηθική τελειότητα του θείου χαρακτήρα. Αλλά το μοναδικό αυτό θέαμα, την τέλεια αυτή θεοφάνεια, την ορατή ανταύγεια του Θεού είχαν μπροστά τους οι μαθητές πάνω από δύο χρόνια στη ζωή του Διδασκάλου τους (g). Για αυτό ο Ιησούς απαντά τα λόγια του σ. 9.

9 Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς(1)· τοσοῦτον χρόνον μεθ' ὑμῶν εἰμι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με(2), Φίλιππε(3); Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ(4) ἑώρακε τὸν πατέρα(5)· καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα(6);
9Του λέει ο Ιησούς: «Τόσον καιρό είμαι μαζί σας, Φίλιππε, και δε μ’ έχεις γνωρίσει; Αυτός που έχει δει εμένα, έχει δει τον Πατέρα. Πώς μπορείς εσύ να λες “δείξε μας τον Πατέρα”;
(1)  «Παρουσίαζει αδικαιολόγητη την αμάθεια του μαθητή» (Κ). Νέο μάλωμα γεμάτο καλοσύνη (F).
(2)  «Παρόλο που πέρασε τόσο πολύς καιρός, κατά τον οποίο είμαι μαζί σας, που ήταν και αρκετός ώστε να βεβαιωθείς για αυτά που έπρεπε να μάθεις… συνελήφθης να αγνοείς ποιος είμαι εγώ από τη φύση μου και από πού είμαι» (Κ). «Τόση διδασκαλία απόλαυσες· είδες θαύματα με αυθεντία, και όλα, όσα είναι γνωρίσματα της θεότητας, και τα οποία εργάζεται ο Πατέρας… και δεν με γνώρισες;» (Χ).
«Δες ότι δεν είπε «Δεν με είδες» αλλά «δεν με γνώρισες» απομακρύνοντας τον Φίλιππο από το γήινο φρόνημα, του να επιθυμεί να δει σωματικά τον Πατέρα. Διότι γνώση, λέει, λέγεται στην περίπτωση του Θεού, όχι η σωματική όψη» (Θφ). Ο Φίλιππος την ίδια την πρώτη ημέρα, κατά την οποία προσήλθε στον Ιησού, διακήρυξε στον Ναθαναήλ, ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας. Και όμως τώρα μαλώνεται από τον Ιησού, διότι δεν είχε γνωρίσει αυτόν. Πολλοί, οι οποίοι έχουν επαρκώς ορθή γνώση των Γραφών, διατρέχουν τον κίνδυνο να μην ωφεληθούν από αυτήν, διότι δεν φροντίζουν με το να κάνουν κτήμα τους και να εφαρμόσουν ολοένα αυξανόμενα τις αλήθειες, τις οποίες γνώρισαν, να τελειοποιούνται καθημερινά στη σωτηριώδη γνώση. Σημείωσε ακόμη, ότι ο Κύριος ελέγχει τον Φίλιππο, διότι για τόσο χρόνο διετέλεσε μαθητής του χωρίς να οδηγηθεί επαρκώς στη γνώση του Κυρίου. Όσο περισσότερο απολαμβάνουμε τα μέσα της γνώσης και της χάρης, τόσο περισσότερο αδικαιολόγητοι θα είμαστε, αν βρεθούμε ελλιπείς ή υπολειπόμενοι στους καρπούς της γνώσης και της χάρης.
Η ερώτηση αυτή του Κυρίου προς τον Φίλιππο διατυπώνει παράπονο, το οποίο εκφράζεται από το Σωτήρα και προς εμάς. Προκαλεί πράγματι απορία το ότι μετά από 20 ολόκληρους αιώνες, αφότου ο Κύριος ενανθρώπησε, η ανθρωπότητα είναι τόσο λίγο ενημερωμένη για αυτόν. Και από αυτούς που φέρουν το όνομα του μαθητή του πολλοί λίγοι είναι αυτοί που έχουν «φωτισμένα τα μάτια της καρδιάς στο να καταλάβουν ποιος είναι ο πλούτος της κληρονομίας» του Χριστού και αυτοί που «κατορθώνουν να καταλάβουν την αγάπη του Χριστού που ξεπερνά κάθε ανθρώπινη γνώση και έτσι να γεμίσει η ζωή τους με την πλούσια χάρη του Θεού» (Εφεσ. α 18, δ 19).
Και ο Κύριος παραπονιέται, διότι μάταια ζητά να διδάξει και να βοηθήσει και να κάνει αισθητή την αγάπη στον πλανώμενο μακριά του κόσμο. Και το παράπονό του αυτό αντηχεί στις καρδιές εκείνων, οι οποίοι τον γνώρισαν, και διαλαλείται από τα χείλη όλων εκείνων, οι οποίοι γεύτηκαν και είδαν πόσο αγαθός είναι ο Κύριος.
(3)  Το προσωπικό όνομα υπαινίσσεται στοργικό βλέμμα που ρίχτηκε πάνω στο μαθητή (β).
(4)  «Γιατί όποιος είδε εμένα όχι όπως φαίνομαι μέσα στην αλλοίωση, αλλά εμένα που αληθινά είμαι μέσα στον Πατέρα, θα δει εκείνον τον ίδιο μέσα στον οποίο είμαι, με το να βλέπει την ίδια σφραγίδα της θεότητας και στους δύο» (Γν).
Αυτός που έχει δει «όχι την μορφή, ούτε το πρόσωπο, διότι η θεία φύση είναι έξω από κάθε σύνθεση, αλλά την αγαθότητα της θέλησης η οποία επειδή συμβαδίζει με την ουσία, είναι όμοια και ίση, ή μάλλον ακριβώς η ίδια στον Πατέρα και τον Υιό» (Β).
«Ολοφάνερα ξεχωρίζει τα πρόσωπα με το να λέει «αυτός που έχει δει εμένα». Διότι με αυτό φανερώνει το δικό του πρόσωπο. Ενώ το «έχει δει τον Πατέρα», το αναφέρει στο πατρικό πρόσωπο και το διακρίνει ξεκάθαρα από τον εαυτό του και με το να λέει «εάν με είχατε γνωρίσει θα είχατε γνωρίσει και τον Πατέρα μου». Αυτά λοιπόν δεν φανερώνουν σύγχυση των προσώπων, αλλά παρουσιάζουν το απαράλλακτο της θεότητας» (Β).
(5)  Όλοι όσοι είδαν το Χριστό με σάρκα, μπόρεσαν να δουν τον Πατέρα μέσα σε αυτόν, εφόσον ο σατανάς δεν τύφλωσε τις διάνοιές τους «ώστε να μην λάμψει σε αυτούς ο φωτισμός του ευαγγελίου της δόξας του Χριστού, ο οποίος είναι εικόνα του Θεού» (Β΄Κορ. δ 4). Στο φως της διδασκαλίας του Χριστού είδαν το Θεό ως Πατέρα των φώτων· στα θαύματα του Χριστού, είδαν το δάχτυλο του Θεού και το χέρι του· η αγιότητα του Θεού λάμπει στην άσπιλη καθαρότητα της ζωής του Χριστού, και η χάρη του Θεού σε όλες τις δωρεές, τις οποίες ο Χριστός ευεργετώντας τους πάντες σκόρπιζε γύρω του.
«Θέλοντας να παρουσιάσει το ομοούσιο, είπε· αυτός που γνώρισε τη δική μου ουσία, ξέρει και την ουσία του Πατέρα» (Χ).
«Διότι έχω φανερωθεί και είμαι αληθινά και απαράλλακτη έκφραση της ουσίας του και εικόνα όμοια, που αποτυπώνω στον εαυτό μου όλη τη φύση του Θεού και Πατέρα. Ποιόν άλλον ακόμη τρόπο του να δεις το Θεό, θα μπορούσες να ζητήσεις;» (Κ).
«Αυτός όμως που είδε την κτίση, δεν είδε και την ουσία του Θεού. Όποιος είδε εμένα, είδε τον Πατέρα μου, λέει. Αν όμως είχε άλλη ουσία, δεν θα το έλεγε αυτό» (Χ).
«Όπως ακριβώς δηλαδή αυτός που, αφού κατανόησε σε καθαρό καθρέπτη την παρουσίαση της μορφής που έγινε, έχει ξεκάθαρη τη γνώση του προσώπου που απεικονίστηκε, έτσι αυτός που γνώρισε τον Υιό, μέσω της γνώσης του Υιού, δέχτηκε στην καρδιά τη μορφή της πατρικής υπόστασης. Διότι όλα τα του Πατέρα βλέπονται στον Υιό, και όλα τα του Υιού είναι του Πατέρα, επειδή και όλος ο Υιός μένει μέσα στον Πατέρα, και πάλι έχει μέσα του όλο τον Πατέρα. Επομένως η υπόσταση του Υιού, γίνεται κατά κάποιο τρόπο μορφή και πρόσωπο της επίγνωσης του Πατέρα, και η υπόσταση του Πατέρα γνωρίζεται στη μορφή του Υιού, ενώ μένει σε αυτούς η ξεχωριστή ιδιότητα που βλέπεται, ώστε να διακρίνονται ξεκάθαρα οι υποστάσεις» (Β).
Ο Υιός είναι πάντοτε το ορατό πρόσωπο του Πατέρα. Περισσότερο θα μπορούσαμε να δούμε κάποιον άνθρωπο χωρισμένο από το πρόσωπό του, παρά να δούμε το Θεό χωρισμένο από τον Υιό του» (Zeller στον Owen).
«Αυτό που λέει σημαίνει το εξής· Εσύ μεν, Φίλιππε, ζητάς να δεις τον Πατέρα με σωματική όψη, και νομίζεις ότι εμένα ήδη με είδες· εγώ όμως σου λέω, ότι αν είδες εμένα, θα έβλεπες και εκείνον. Τώρα όμως επειδή εκείνον δεν τον είδες, ούτε εμένα είδες όπως πρέπει να με βλέπεις· αλλά σωματικά μεν με είδες, επειδή φοράω και σώμα, αλλά τη θεία ουσία δεν την είδες… Αλλά όμως πολλοί νομίζουν ότι βλέπουν εμένα, αλλά τον Πατέρα δεν τον βλέπουν· επομένως δεν βλέπουν όσον αφορά τη θεία φύση, αλλά όσον αφορά την ανθρώπινη» (Θφ).
Η διακήρυξη αυτή μόνο από το στόμα εκείνου, στον οποίο «κατοικεί όλο το πλήρωμα της θεότητας σωματικά» (Κολ. β 9) μπορούσε να βγει.
(6)  «Πώς θέλεις να γνωρίσεις, αυτόν που γνώρισες; Πώς ζητάς, αυτό που έχεις;» (Ζ). «Διότι τίποτα άλλο δεν είναι ο Υιός, παρά μόνο αυτό ακριβώς που είναι ο Πατέρας, μένοντας Υιός» (αμ).

10 Οὐ πιστεύεις(1) ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι(2); τὰρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ(3)· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων(4) αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα(5).
10Δεν πιστεύεις πως εγώ είμαι αχώριστος από τον Πατέρα, κι ο Πατέρας από μένα; Τα λόγια που σας λέω εγώ, δεν τα λέω από μόνος μου· κι ο Πατέρας, που είναι ένα μ’ εμένα, αυτός πραγματοποιεί τα έργα.
(1)  Εκφράζει έκπληξη και λεπτό έλεγχο, διότι ο Φίλιππος αγνοεί αλήθεια την οποία έπρεπε ήδη να γνωρίζει (ο). Αντικαθιστά εδώ το ρήμα «εώρακε» με το πιστεύεις (F). Από όπου φαίνεται, ότι και με το ρήμα βλέπω «δεν δείχνει σε εμάς ο Χριστός κάποια σωματική όψη· διότι δεν θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η φύση του Θεού υπόκειται σε σωματικές όψεις» (Κ).
(2)  (Να εννοήσεις) «όχι σύγχυση ουσιών αλλά ταυτότητα χαρακτήρων» (Β). «Αναζήτησε στο τέλος του δεκάτου κεφαλαίου το «για να γνωρίσετε και να πιστέψετε, ότι μέσα σε εμένα είναι ο πατέρας, και εγώ σε αυτόν (σ. 38)» και διάβασε την εξήγησή του» (Ζ). Ο ένας στον άλλον αχώριστα ενωμένοι με τη θεία ουσία, παρά την διάκριση των προσώπων (F).
«Εγώ μεν Φίλιππε, αποτυπώνοντας μέσα στον εαυτό μου την φύση αυτού που με γέννησε, είμαι εικόνα της ουσίας του, έχοντας τη μορφή όπως εκείνος… και είμαι αληθινά αυτό, το οποίο ακριβώς είναι και εκείνος… και έχω μέσα μου όλον αυτόν που με γέννησε λόγω της ταύτισης της ουσίας» (Κ).
«Κατά τρόπο φυσικό έχω μέσα στη δική μου φύση τα γνωρίσματα του Πατέρα επειδή είμαστε ομοούσιοι» (αμ).
(3)  Οι λόγοι δεν εκφράζουν ανθρώπινη σοφία, αλλά δόθηκαν σε μένα από τον Πατέρα, για να αποκαλυφθούν σε εσάς (ο).
«Έχω τόσο μεγάλη ομοιότητα κατά την ουσία με αυτόν, ώστε τα λόγια μου να είναι δικά του… Διότι, λέει, «δεν μιλώ από τον εαυτό μου», με την έννοια του: (μιλώ) όχι χωριστά, ούτε σε ασυμφωνία με το Θεό και Πατέρα» (Κ).
«Τι άλλο σημαίνουν τα λόγια «δεν μιλώ από τον εαυτό μου» παρά ότι, εγώ, που μιλάω, δεν είμαι από τον εαυτό μου;… Διότι ο Πατέρας δεν είναι Θεός που γεννήθηκε από κάποιον άλλον, ενώ ο Υιός είναι Θεός, ίσος βεβαίως με τον Πατέρα, αλλά που γεννήθηκε από το Θεό Πατέρα. Ο Πατέρας λοιπόν είναι Θεός, αλλά όχι από Θεό· είναι Φως αλλά όχι από Φως, ενώ ο Υιός είναι Θεός από Θεό, Φως από Φως» (Αυ).
(4)  «Αντί να πει: ο οποίος δεν είναι χωρισμένος από μένα ή αυτός που χαρακτηρίζεται από εμένα» (Ζ). Αυτός «που μένει μέσα μου επειδή έχουμε απαράλλακτη την ουσία» (Κ).
(5)  «Τα οποία εργάζομαι, εννοείται… Ο πατέρας λοιπόν μιλά μεν μέσω του υιού, σαν με δικό του λόγο· εργάζεται επίσης μέσω του υιού σαν με δική του δύναμη» (Ζ). Το πρώτο σημάδι της σχέσης ζωής και ενέργειας μεταξύ Ιησού και Θεού, για τις προετοιμασμένες καρδιές, είναι οι διδασκαλίες του· για τους λιγότερο ευδιάθετους είναι τα έργα του (g). Για αυτό και αναφέρει πρώτα τα λόγια και έπειτα τα έργα. Ο σιναϊτικός, ο βατικανός και ο του Βέζα αποσιωπούν το αὐτὸς, και προσθέτουν μετά το έργα το αὐτοῦ.

11 Πιστεύετέ μοι(1) ὅτι(2) ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί(3)· εἰ δὲ μή(4), διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ(5) πιστεύετέ μοι.
11Πιστέψτε με ότι εγώ είμαι αχώριστος από τον Πατέρα, κι ο Πατέρας από μένα· αν πάλι δεν πιστεύετε στο λόγο μου, πιστέψτε εξαιτίας των ίδιων των έργων.
(1)  Δεν απευθύνεται πλέον στον Φίλιππο ατομικά, αλλά σε όλους τους μαθητές.
(2)  «Να με πιστεύετε που λέω ότι…» (Ζ).
(3)  «Διότι είναι ομοούσιος με αυτόν που τον γέννησε, και δεν υπάρχει απολύτως τίποτα που να μεσολαβεί μεταξύ τους, ή που να διακόπτει βεβαίως τον έναν από τους δύο από τον άλλον ώστε να έχουν διαφορετικότητα στη φύση. Διότι είναι ένας με αυτόν, ώστε στην ουσία αυτού που γέννησε, να διαφαίνεται η φύση του Υιού, και στην ουσία αυτού που γεννήθηκε, να βλέπεται και να φαίνεται με έξοχο τρόπο η φύση του Θεού και Πατέρα, όπως ακριβώς βεβαίως θα μπορούσε κάποιος να δει ότι συμβαίνει και στα δικά μας πράγματα. Διότι δεν είμαστε διαφορετικοί στη φύση από τα παιδιά μας, ούτε όμως χωριζόμαστε σε διαφορετικότητα ως προς τη φύση, παρόλο που ξεχωρίζουμε ως προς τη διαφορετικότητα των σωμάτων…
Αλλά στην περίπτωση μεν των ανθρώπων, ίσως είναι πολλή η διαφορά, αφού ο καθένας περιορίζεται κατά κάποιο τρόπο και απομακρύνεται κατά τη μορφή ώστε να είναι και να φαίνεται ξεχωριστός… Στην περίπτωση του Θεού… δεν θα το εννοήσεις έτσι· Διότι κατά ιδιαίτερο μεν τρόπο ο Πατέρας είναι πατέρας και όχι Υιός· και πάλι ομοίως είναι Υιός αυτός που προέρχεται από αυτόν και όχι πατέρας, και το Πνεύμα είναι πνεύμα κατά ιδιαίτερο τρόπο· αλλά επειδή η Αγία Τριάδα συνυπάρχει και συγκεντρώνεται σε μία φύση θεότητας, ένας Θεός είναι μέσα μας» (Κ).
(4)  «Αν δεν με πιστεύετε από τα λόγια μου» (Ζ).
(5)  «Έστω να με πιστεύετε για αυτά τα ίδια τα έργα μου, που είναι υπερφυσικά και πρέπουν σε Θεό» (Ζ). Τα θαύματα είναι απόδειξη για αυτόν που δεν πιστεύει στα λόγια, διότι η θεία αυτή μαρτυρία, που δεν περνά από το στόμα του ιδίου του Ιησού, έχει χαρακτήρα αντικειμενικότητας. Με τον λόγο αυτό ο Ιησούς καθορίζει στα θαύματα την αληθινή τους θέση στην Απολογητική (g).

12 Ἀμὴν ἀμὴν(1) λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων(2) εἰς ἐμέ(2), τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει(3), καὶ μείζονα τούτων ποιήσει(4), ὅτι ἐγὼ πρὸς τὸν πατέρα μου πορεύομαι(5),
12»Σας βεβαιώνω πως αυτός που πιστεύει σ’ εμένα, θα κάνει κι εκείνος τα ίδια έργα που κάνω εγώ και μάλιστα ακόμη μεγαλύτερα απ’ αυτά, γιατί εγώ πηγαίνω κοντά στον Πατέρα.
(1)  H σύνδεση του σ. αυτού με τον προηγούμενο: «Έπειτα δείχνοντας, ότι δεν μπορεί μόνο αυτά τα έργα, αλλά και άλλα πολύ μεγαλύτερα από αυτά, αναφέρει αυτά με υπερβολή. Διότι δεν λέει ότι «και μεγαλύτερα από αυτά μπορώ να κάνω», αλλά αυτό που ήταν πολύ θαυμαστότερο, και σε άλλους, λέει, μπορώ να δώσω αυτή τη δύναμη και να κάνουν μεγαλύτερα από αυτά τα έργα» (Χ).
Ή, ο Κύριος κατασιγάζει τους φόβους των μαθητών για το χωρισμό τους, διαβεβαιώνοντας αυτούς ότι θα ενδυναμώνονταν από τον ουρανό με δύναμη έκτακτη.
(2)  «Δεν θα έκαναν αυτά μόνο οι απόστολοι, διότι πρόσθεσε «αυτός που πιστεύει σε εμένα»» (Αυ). Ο όρος της πίστης είναι απαραιτήτως αναγκαίος. Για αυτό και επαναλαμβάνεται συνεχώς (F).
(3)  Με την πίστη σε μένα (b). «Αυτό όμως είναι απόδειξη της δύναμης αυτού που έχει δώσει, όχι αυτού που το κάνει· διότι αυτός που στο όνομα του Χριστού κάνει έργα μεγαλύτερα από αυτά του Χριστού, ανακηρύττει τη δύναμη του Χριστού» (Ζ). Τα θαύματα τα οποία οι απόστολοι θα ενεργούσαν, θα τα ενεργούσαν στο όνομα του Χριστού και με την πίστη σε αυτόν. Αυτό όμως δοξάζει περισσότερο από κάθε άλλο τη δύναμη του Χριστού, διότι όχι μόνο ο ίδιος εργάστηκε θαύματα υπερφυσικά, αλλά έδωσε δύναμη και σε άλλους να κάνουν τέτοια.
(4)  «Αλλά ποια είναι τα μεγαλύτερα αυτά έργα; Ήταν τέτοιο έργο ότι η σκιά των αποστόλων, όταν αυτοί περνούσαν, θεράπευε τους ασθενείς; Διότι ήταν μεγαλύτερο η σκιά παρά το κράσπεδο του ιματίου να εκπέμπει δύναμη θεραπείας… (Έπειτα) περισσότεροι πίστευαν στους αποστόλους παρά στον ίδιο τον Κύριο, όταν κήρυττε με τα δικά του χείλη… Δεν έφυγε από αυτόν ο πλούσιος νέος λυπημένος;… Και όμως έπειτα η προτροπή που έγινε στα αυτιά τους, ακολουθήθηκε όχι από έναν αλλά από πολλούς, όταν ο αγαθός Διδάσκαλος μιλούσε μέσω των μαθητών του… Εδώ λοιπόν βλέπετε, ότι ενεργούσε μεγαλύτερα έργα, όταν κήρυττε μέσω των πιστών παρά όταν ο ίδιος μιλούσε… Και ποια άλλα είναι τα έργα αυτά παρά το να παράγουν δίκαιο άνδρα από άδικο;… Μπορώ, χωρίς δισταγμό να ονομάσω αυτό μεγαλύτερο από τους ουρανούς και τη γη… Διότι ο ουρανός και η γη θα φύγουν, αλλά η σωτηρία και δικαίωση αυτών που έχει προγνωρίσει ο Θεός, θα μείνει για πάντα… Αλλά υπάρχουν στους ουρανούς θρόνοι, κυριότητες, αρχές, εξουσίες, δυνάμεις, αρχάγγελοι και άγγελοι… Αυτός που μπορεί να καταλάβει και να κρίνει, ας πει εάν είναι μεγαλύτερο το να δημιουργεί κάποιος δίκαια όντα, ή είναι μεγαλύτερο το να κάνει δίκαιους τους κακούς. Διότι τουλάχιστον, εάν και για τα δύο απαιτείται ίση δύναμη, για το δεύτερο χρειάζεται μεγαλύτερο έλεος» (Αυ).
Αναφέρεται όχι σε έργα εξωτερικά, περισσότερο έκτακτα από αυτά που συντελέστηκαν από τον Κύριο, αλλά σε έργα φύσης ανώτερης και από αυτές τις σωματικές θεραπείες. Ό,τι πέτυχαν ο Πέτρος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, ο Παύλος σε όλο τον κόσμο, ένας απλός ιεροκήρυκας ή πιστός που συνεργεί στο να κατεβεί το Πνεύμα σε μια καρδιά, δεν είχαν επιτευχθεί πριν ο Ιησούς Χριστός σταυρωθεί. Διότι, για να πραγματοποιηθούν τέτοια γεγονότα, απαιτούνταν να φύγει το μεσότοιχο του φραγμού μεταξύ Θεού και ανθρώπων· με άλλα λόγια, να δοξαστεί ο Ιησούς (g).
Για τα εξωτερικά υπερφυσικά έργα τα οποία εργάστηκαν οι απόστολοι, δες Πράξ. γ 7, ε 5,10,12,16, η 13, θ 40, ιγ 11, ιδ 10, ιθ 11, κ 10, κη 5. Δεν φαίνεται παρ’ όλα αυτά να αναφέρονται τα λόγια αυτά σε τέτοια θαύματα, όπως αυτά που προφητεύονται στο Μάρκ. ιστ 18 ή τα αναφερόμενα στα Πράξ. ε 15, ιθ 12. Η αντίθεση μάλλον είναι μεταξύ του ολιγάριθμου των μαθητών και του μεγάλου αριθμού αυτών που επέστρεψαν με το κήρυγμά τους· μεταξύ της αποστολής του Κυρίου σε μόνους τους Ιουδαίους και της αποστολής των μαθητών σε όλα τα έθνη. Η διάδοση του Χριστιανισμού ανά τον κόσμο, που συμβολίζεται με τα 153 μεγάλα ψάρια (Ιω. κα 1-14), η επιστροφή των Ελλήνων και η ένωσή τους με τους Ιουδαίους σε μία εκκλησία, αυτά είναι τα μεγαλύτερα έργα (χ).
(5)  Η υπεροχή αυτή στη γονιμότητα σε μεγαλύτερα πνευματικά έργα, την οποία ο Κύριος υποσχέθηκε στους μαθητές, βασίζεται στην εξύψωση του ιδίου του Χριστού μετά το θάνατό του.
«Διότι πορεύομαι προς τον Πατέρα, για να συνεδρεύσω με αυτόν δηλαδή και να συμβασιλεύσω, ως Θεός από Θεό, με δύναμη και εξουσία που δεν θα καλύπτεται» (Κ).
«Διότι δεν αφανίζομαι, αλλά πηγαίνω εκεί όπου είναι πιο ευτυχισμένη η ζωή. Και τόσο πολύ δεν θα φανώ αδύναμος έστω και αν πεθάνω, ώστε και άλλους θα ενισχύσω ώστε να κάνουν μεγαλύτερα έργα. Μη λοιπόν λυπάστε για το θάνατό μου» (Θφ).
Πορεύομαι προς τον Πατέρα μου και από εκεί θα μπορώ να σας παρέχω τέτοια δύναμη· θα σας αποστείλω από εκεί τον Παράκλητο, από τον οποίο θα ντυθείτε δύναμη (Πράξ. α 8).

13 καὶ ὅ,τι(1) ἂν αἰτήσητε(2) ἐν τῷ ὀνόματί μου(3), τοῦτο ποιήσω(4), ἵνα δοξασθῇ ὁ πατὴρ ἐν τῷ υἱῷ(5).
13Κι ό,τι ζητήσετε στο όνομά μου, θα το κάνω, ώστε η δόξα του Πατέρα να φανερωθεί μέσω του Υιού.
(1)  «Η αναχώρησή του λοιπόν προς τον Πατέρα, δεν έγινε για εγκατάλειψη αυτών που βρίσκονταν σε ανάγκη, αλλά για να ακούει και να ανταποκρίνεται στις αιτήσεις τους» (Αυ).
(2)  «Με προσευχή» (Θφ), προς τον Πατέρα. Όταν αγαπημένοι φίλοι χωρίζονται με μακρινές αποστάσεις, προνοούν ώστε να εξασφαλίσουν την μεταξύ τους επικοινωνία με αλληλογραφία. Έτσι και ο Χριστός· μεταβαίνοντας τώρα προς τον Πατέρα του, λέει στους μαθητές του πως μπορούν να γράψουν σε αυτόν σε κάθε περίσταση προκειμένου να γνωστοποιήσουν σε αυτόν με ασφάλεια τις ανάγκες τους και να ζητήσουν τη βοήθειά του. Το μέσο της επικοινωνίας μαζί του, είναι η προσευχή. Και παρέχει σε αυτούς κάθε ελευθερία σε σχέση με εκείνα, τα οποία θα του ζητούν. Ό,τι τυχόν ζητήσετε, λέει σε αυτούς. Οτιδήποτε, το οποίο να είναι ωφέλιμο και κατάλληλο για σας. Οτιδήποτε αρκεί να γνωρίζετε τι να ζητήσετε. Ό,τι ζητήσετε για βοήθεια στο έργο σας, για απόκτηση στόματος και σοφίας, για προάσπιση από τα χέρια των εχθρών σας, για ενέργεια θαυμάτων, όταν παρουσιάζεται ανάγκη να γίνουν τέτοια, για επιτυχία της διακονίας σας στην επιστροφή ψυχών, για καθοδήγηση, φωτισμό και προστασία σας.
(3)  Όχι απλώς προβάλλοντας το όνομά μου «με την επίκληση του ονόματός» μου (Θφ)· διότι είναι δυνατόν κάποιος και ζητώντας αθέμιτα πράγματα κάτω από το κράτος πλάνης, να ζητά στο όνομα του Χριστού αυτά. Αλλά χάρις στη δύναμη των αξιομισθιών του Χριστού και προσευχόμενος σύμφωνα με το πνεύμα του σε στενή ένωση με αυτόν (F).
«Χριστός σημαίνει βασιλιάς και Ιησούς σημαίνει Σωτήρας. Κανείς άλλος λοιπόν δεν θα μας σώσει, παρά μόνο ο Βασιλιάς-Σωτήρας. Και συνεπώς οτιδήποτε ζητούμε αντίθετο με τα συμφέροντα της σωτηρίας, δεν ζητούμε αυτό στο όνομα του Σωτήρα» (Αυ).
Ή, ό,τι ζητήσουμε από το Θεό Πατέρα με βάση την αποκάλυψη, την οποία ο Ιησούς έκανε για τον εαυτό του και το έργο του (g).
(4)  «Βλέπεις πώς πάλι αυτός κάνει αυτό; Διότι θα κάνω, λέει, εγώ. Και δεν είπε θα αξιώσω από τον Πατέρα. Βλέπεις αυθεντία;» (Χ).
«Θα κάνω, είπε, δείχνοντας την εξουσία του» (Ζ). Τέτοια είναι η ενότητα μεταξύ Πατρός και Υιού ώστε η προσευχή, που απευθύνεται προς τον Πατέρα, απευθύνεται και προς τον Υιό. Το «θα κάνω» δείχνει σαφέστατα, ότι ο Κύριος υποσχόμενος να ανταποκριθεί στην προσευχή, προβάλλει τον εαυτό του ως έναν προς τον οποίο πρέπει να απευθυνόμαστε με προσευχή (ο).
(5)  «Όταν δοξάζεται αυτός που γεννήθηκε, θα δοξαστεί οπωσδήποτε με αυτόν και αυτός που τον γέννησε. Διότι το ότι είναι ο Υιός Θεός από τη φύση του, και από πολλά μεν άλλα έχει γίνει ολοφάνερο, καθόλου όμως λιγότερο και από το ότι δέχεται από τη μία τις προσευχές των αγίων, και χορηγεί από την άλλη όσα θα ζητούσαν και θα ήθελαν. Πώς λοιπόν δεν θα δοξαζόταν ο Πατέρας μέσω αυτού; Όπως ακριβώς δηλαδή και εύλογα θα κατηγορούνταν, αν ο υιός που προήλθε από αυτόν δεν ήταν Θεός στη φύση του» (Κ).
Αυτός πρέπει να είναι πάντοτε ο σκοπός των αιτημάτων μας. Να δοξαστεί ο Πατέρας μέσω του Υιού. Σε αυτό πρέπει να συναντιούνται οι πόθοι μας και οι προσευχές μας σαν σε κέντρο τους. Ας αγιαστεί το όνομά σου, μπαίνει ως πρώτο αίτημα στην Κυριακή προσευχή, διότι εάν η καρδιά ειλικρινά εύχεται και ποθεί αυτό, τότε και τα υπόλοιπα αιτήματά της θα γίνονται ιερά σύμφωνα με το αίτημα αυτό.

14 Ἐάν τι(1) αἰτήσητε(2) ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ(3) ποιήσω.
14Αν ζητήσετε κάτι στο όνομά μου, εγώ θα το πραγματοποιήσω».
(1)  «Για ποιο λόγο το λέει για δεύτερη φορά; Βεβαιώνοντας το λόγο του» (Χ). Επαναλαμβάνει δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στη μεγάλη αυτή διακήρυξη. Στο σ. 13 η βεβαίωση δόθηκε κατά κάποιο τρόπο τυχαία· εδώ παίρνει το χαρακτήρα άμεσης υπόσχεσης (ο).
(2)  Υπάρχει γραφή που μαρτυρείται αρκετά· αἰτήσητέ με. Δεν φαίνεται να είναι σωστή, διότι παρουσιάζεται ακατανόητο το να ζητάμε κάποιον στο όνομά του (g).
(3)  Με πολλή έμφαση. «Εγώ, που είμαι το ίδιο παντοδύναμος με τον Πατέρα» (Ζ). «Απροκάλυπτα τώρα λέει ότι, επειδή είναι Θεός αληθινός, θα δεχτεί από τη μία και πολύ εύκολα τις προσευχές των δικών του, θα χορηγήσει από την άλλη και πάρα πολύ πρόθυμα όσα τυχόν θέλουν να πάρουν, χαρίσματα δηλαδή πνευματικά και άξια της ουράνιας γενναιοδωρίας… διότι έχει στην εξουσία του τα πάντα μαζί με τον Πατέρα» (Κ).
Οι κώδικες αλεξανδρινός, βατικανός και κάποιοι άλλοι αντί για το «εγώ», γράφουν: τοῦτο. Θα το κάνω. Διότι δεν έχω μόνο το ενδιαφέρον του μεσίτη, αλλά και τη δύναμη κυρίαρχου βασιλιά, που κάθεται στα δεξιά του Θεού.

15 Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με(1), τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς(2) τηρήσατε(3),
15«Αν με αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές μου.
(1)  Αμέσως μετά την πίστη (σ. 21) προτρέπει αυτούς σε αγάπη (b). Αναφέρεται ή στα προηγούμενα= «Επειδή δηλαδή είπε «ό,τι ζητήσετε, εγώ θα το κάνω», για να μη νομίσουν ότι απλώς το αίτημα έχει τη δύναμη, πρόσθεσε. Εάν με αγαπάτε, τότε, λέει, θα το κάνω» (Χ), ή αναφέρεται στα επόμενα= «Το Πνεύμα, τον Παράκλητο, υπόσχεται στους αποστόλους του. Αλλά ας σημειώσουμε Το μέσο, με το οποίο έδωσε την υπόσχεση. Εάν με αγαπάτε, λέει… Παραγγέλλονται να αγαπούν αυτόν και να τηρούν τις εντολές του πρώτα, για να πάρουν το άγιο Πνεύμα» (Αυ). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(2)  «Καταγράφει αμέσως και τη δύναμη της αγάπης… Διότι όχι όποιος λέει ότι αγαπά το Θεό, αυτός και θα πάρει οπωσδήποτε τη δόξα του ότι αγαπάει αληθινά, διότι η δύναμη της αρετής δεν βρίσκεται στον απλό λόγο… αλλά μάλλον αποδεικνύεται πάρα πολύ καλά από τα αγαθά αποτελέσματα και την υπάκουη διάθεση και την αγάπη στο θείο, την αποτυπώνει άριστα η τήρηση των θείων εντολών» (Κ).
«Διότι σημάδι του ότι με αγαπάτε, είναι η τήρηση των εντολών μας· και τήρησή τους είναι η εκπλήρωση, η διάπραξή τους» (Ζ).
«Διότι έτσι έρχεται μέσα μας η προς το Θεό αγάπη, η οποία ταυτόχρονα μας παρακινεί να εφαρμόσουμε τις εντολές του Κυρίου και από αυτές πάλι συντηρείται διαρκώς και σταθερά. Και αυτό το δείχνει ο Κύριος άλλοτε μεν λέγοντας «εάν με αγαπάτε τηρείστε τις εντολές μου», άλλοτε πάλι ότι «εάν τηρήσετε τις εντολές μου θα μείνετε στην αγάπη μου»» (Β).
Όταν έδειχναν την αγάπη τους με τη θλίψη, την οποία δοκίμαζαν για τον χωρισμό και την αναχώρηση του Διδασκάλου, παραγγέλλει σε αυτούς ο Κύριος την προς αυτόν αγάπη τους να τη δείχνουν όχι με τα αισθήματα αυτά, τα οποία χαρακτηρίζουν περισσότερο τη γυναικεία ασθένεια, αλλά με τη συνειδητή τους προσπάθεια, να φέρουν σε πέρας το έργο που τους ανατέθηκε, και με την πλήρη υπακοή τους στα παραγγέλματά του.
«Δεν είναι αυτό απόδειξη, λέει, ότι με αγαπάτε, να είστε δηλαδή σκυθρωποί και να ταράζεστε» για το χωρισμό μας, «αλλά το να πείθεστε στα λόγια μου» (Θφ).
(3)  Υπάρχει και η γραφή: τηρήσετε, που παρουσιάζει την τήρηση των εντολών ως αναγκαία συνέπεια της αγάπης που συνδέεται στενά με αυτήν. Και οι δύο γραφές καταλήγουν στην ίδια έννοια.

16 καὶ ἐγὼ(1) ἐρωτήσω τὸν πατέρα(2) καὶ ἄλλον(3) παράκλητον(4) δώσει ὑμῖν(5), ἵνα μένῃ μεθ' ὑμῶν(6) εἰς τὸν αἰῶνα(7),
16Κι εγώ θα παρακαλέσω τον Πατέρα να σας δώσει άλλον Παράκλητο, το Πνεύμα της Αλήθειας, ώστε να είναι για πάντα μαζί σας.
(1)  Στον όρο τον ηθικό («Εάν με αγαπάτε») προσθέτει τον όρο τον αντικειμενικό ή την ενεργό αιτία του θείου δώρου, την μεσιτεία του δηλαδή (g).
(2)  Στο ρήμα ερωτώ, διακεκριμένοι λεξικογράφοι της Κ.Δ. αποδίδουν τη σημασία του παρακαλώ και αιτούμαι στην περίπτωση προσώπων ίσης αξίας (δες Λουκ. ιδ 32) ή στην περίπτωση γνωστών (κ). «ἐρωτήσω, το οποίο σημαίνει, θα παρακαλέσω» (Θφ).
«Ως άνθρωπος, αναθέτοντας προσωπικά σε όλη τη θεία και ανέκφραστη φύση αυτό που κατεξοχήν πρέπει σε αυτήν, σαν μπροστά στο πρόσωπο του Θεού και Πατέρα» (Κ).
«Ο Κύριος με ευκρίνεια ξεχωρίζει σε εμάς την διαφορετικότητα των προσώπων. Διότι εάν φύγω, λέει, θα παρακαλέσω τον Πατέρα και θα σας στείλει άλλον Παράκλητο. Επομένως, ο Υιός μεν είναι αυτός που παρακαλεί, ο Πατέρας που παρακαλείται και ο Παράκλητος αυτός που στέλνεται» (Β).
Η μεσιτεία του Χριστού προς τον Πατέρα θα έχει ως αντικείμενο τη δωρεά του αγίου Πνεύματος (g). «Και για ποιο λόγο τέλος πάντων, ενώ ήταν μαζί τους, δεν ερχόταν (το Πνεύμα το άγιο); Διότι δεν είχε ακόμη προσφερθεί η θυσία» (Χ).
«Θα παρακαλέσω τον Πατέρα· δηλαδή, θα εξιλεώσω τον Πατέρα για χάρη σας και θα συμφιλιώσω αυτόν με εσάς, που είστε εχθροί λόγω της αμαρτίας και αυτός θα στείλει σε εσάς το Πνεύμα, αφού με το θάνατό μου για χάρη σας θα δεχτεί την εξιλέωσή σας και θα συμφιλιωθεί με εσάς» (Θφ).
Όταν ο Χριστός λέει ότι, θα παρακαλέσω τον Πατέρα, δεν υπονοείται, ότι ο Πατέρας δεν θέλει ή ότι πρέπει να παρακινηθεί ώστε να στείλει το Πνεύμα, αλλά μόνο, ότι η δωρεά του Πνεύματος είναι καρπός της μεσιτείας του Χριστού, που επιτεύχθηκε με την αξιομισθία της θυσίας του.
(3)  «Δηλαδή άλλον σαν εμένα. Ας ντραπούν και όσοι έχουν την ασθένεια των αιρετικών απόψεων του Σαβελλίου και όσοι δεν έχουν την πρέπουσα άποψη για το Πνεύμα… διότι με το να πει, από τη μία, «Άλλον», δείχνει τη διαφορά της υπόστασής του, με το να πει όμως, από την άλλη, «Παράκλητον», δείχνει τη συγγένεια της ουσίας» (Χ),
«έχει (το Πνεύμα) τόσο πολλή την ομοιότητα ως προς αυτόν και τόσο απαράλλακτα μπορεί να ενεργεί ακριβώς όσα τυχόν θα ενεργούσε και αυτός, ώστε να δίνει την εντύπωση ότι είναι ο ίδιος ο Υιός, και τίποτα άλλο» (Κ).
Σε σχέση με το Χριστό το Πνεύμα το άγιο θα είναι άλλος Παράκλητος, από όλες τις απόψεις το άλλο Εγώ του Χριστού. Ο Χριστός είναι η αλήθεια (Ιω. ιδ 6). Και ο άλλος αυτός παράκλητος ο οποίος θα τον αντικαταστήσει και θα συνεχίσει το έργο του, ονομάζεται στη συνέχεια το Πνεύμα της αλήθειας (μ). Το «άλλος» Παράκλητος υπονοεί ότι το άγιο Πνεύμα θα είναι στους αποστόλους ό,τι υπήρξε και ο Χριστός σε αυτούς. Έρχεται όμως και ο άλλος αυτός Παράκλητος, όπως ακριβώς ήλθε και ο Υιός, δηλαδή αποστελλόμενος από τον Πατέρα. Όπως ο Πατέρας έστειλε τον Υιό, έτσι με την αίτηση του Υιού, θα στείλει και τον Παράκλητο (τ).
(4)  =αυτός που καλείται έπειτα, ο παρακαλούμενος σύμβουλος ή μάρτυρας στη δίκη, πιθανότατα αυτός που καλείται σε βοήθεια· λέγεται για το Χριστό, που κάθισε στα δεξιά του Θεού και ζητά από τον Πατέρα την άφεση των αμαρτιών μας (Α΄Ιω. β 1)· με ευρύτατη έννοια σημαίνει βοηθός, επίκουρος, αρωγός, φροντιστής· έτσι λέγεται για το άγιο Πνεύμα που αντικατέστησε στους μαθητές το Χριστό που πήρε θέση στους ουρανούς δίπλα στον Πατέρα, και το οποίο Πνεύμα καθοδηγεί αυτούς ώστε να γνωρίσουν την ευαγγελική αλήθεια, και με θεία δύναμη ενισχύει αυτούς ώστε να υπομένουν με δύναμη τις θλίψεις και τα δεινά χάριν της βασιλείας του Θεού (G).
«Παράκλητο, ο οποίος δηλαδή είναι σύμβουλος και γυμναστής στους άθλους της αρετής και ψυχαγωγία και βοήθεια στις θλίψεις» (Ζ).
Ο Ωριγένης (περί αρχών ΙΙ VΙΙ 4) λέει ότι ενώ στο Α Ιω. β 1 παράκλητος σημαίνει μεσίτης, στο τέταρτο ευαγγέλιο σημαίνει παρήγορος. Σύμφωνα με τον Κύριλλο Ιεροσολύμων (Κατήχ. 16,20) ονομάζεται το Πνεύμα παράκλητος διότι μας παρηγορεί, βοηθά στις αδυναμίες μας και προσεύχεται για μας (Δες Νύσσης κατά Ευνομίου ΙΙ 14)(β).
«Παράκλητος ονομάζεται ο Υιός και το Πνεύμα, διότι φέρνουν μέσα μας παρηγοριά και διότι παρακαλούν για χάρη μας τον Πατέρα» (αμ).
Ο Ιησούς θα ζητήσει από τον Πατέρα του χάριν των μαθητών, άλλο στήριγμα στις στιγμές της ασθένειας, σύμβουλο στις δυσκολίες της ζωής, παρήγορο στη θλίψη (g). Υπόσχεται στους μαθητές ο Κύριος, ότι θα έχουν άλλον Παράκλητο. Αυτή είναι η μεγάλη υπόσχεση της Κ.Δ. (Πράξ. α 4), όπως η υπόσχεση της έλευσης του Μεσσία ήταν η μεγάλη υπόσχεση της Π.Δ. Ο Χριστός αναμενόταν ως παρηγοριά στον Ισραήλ. Τα ταργούμια (=παραφράσεις της Π.Δ.) ονομάζουν τις ημέρες του Μεσσία έτη παρηγοριάς και παράκλησης. Ο Χριστός παρηγορούσε και ενίσχυε τους μαθητές του, όταν ήταν μαζί τους και τώρα που χωρίζεται από αυτούς, υπόσχεται σε αυτούς άλλον παράκλητο.
(5)  «Αλλά πώς δίνεται από άλλον και στέλνεται, αυτό που είναι πανταχού παρόν και διαιρεί στον καθένα, όπως θέλει, τα χαρίσματα; Όχι ως δούλο, αλλά ως ένα πρόσωπο που έχει την ίδια φύση και θέλει τα ίδια με τον πατέρα και τον υιό. Διότι αυτού του είδους οι έννοιες, δεν έχουν την ίδια σημασία όπως ακριβώς στα κτιστά, έτσι και στην άκτιστη Τριάδα. Και δίνεται μεν από τον Πατέρα, επειδή εκπορεύεται από αυτόν, ενώ στέλνεται από τον υιό επειδή συνεργάζεται και δεν είναι αντίθετο» (Ζ).
«Δίνει βεβαίως τον Παράκλητο όχι ξεχωριστά, από τη μία, ο Πατέρας, και ξεχωριστά, από την άλλη, ο Υιός, αλλά χορηγείται μάλλον στους αγίους από τον Πατέρα μέσω του Υιού» (Κ).
(6)  Αντιτίθεται στην αναχώρηση του Κυρίου. Ο άλλος αυτός παράκλητος θα μένει μαζί με τους μαθητές αιώνια. Υπάρχει και η γραφή ᾖ αντί για τη γραφή μένῃ. Αυτό «το είπε ταυτόχρονα και για να τους παρηγορήσει. Δεν είναι δηλαδή, λέει, τόσο πρόσκαιρη η παρουσία του, όπως η δική μου, αλλά θα διαρκέσει αιωνίως» (Θφ).
(7)  «Αυτό φανερώνει ότι ούτε μετά τον θάνατο δεν φεύγει» (Χ).
«Ούτε όταν πεθάνετε δεν θα φύγει, αλλά θα παραμείνει μαζί σας και θα σας κάνει πιο ένδοξους και θα είναι πάντα μαζί με όλους τους αγίους» (Θφ).
Το εἰς τὸν αἰῶνα υπονοεί αιώνια σχέση μαζί με το Θεό με τον Χριστό μέσω του Αγίου Πνεύματος (Stier Owen). Το να στέλνεται εκ μέρους του Θεού το Άγιο Πνεύμα, ύπαρξη θεία, σε αντικατάσταση του Ιησού, δεν κατανοείται, εάν θεωρήσουμε τον Ιησού ως απλό άνθρωπο (g).

17 τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας(1), ὃ ὁ κόσμος(2) οὐ δύναται λαβεῖν(3), ὅτι οὐ θεωρεῖ(4) αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει αὐτό(5)· ὑμεῖς δὲ(6) γινώσκετε(7) αὐτό, ὅτι παρ' ὑμῖν μένει καὶ ἐν ὑμῖν ἔσται(8).
17Το Πνεύμα αυτό δεν μπορεί να το δεχτεί ο κόσμος, γιατί ούτε το διακρίνει ούτε το γνωρίζει· εσείς το γνωρίζετε, γιατί μένει κοντά σας και θα υπάρχει μέσα σας.
(1)  Είναι το Πνεύμα, το οποίο φέρνει την αλήθεια και εντυπώνει αυτήν στη συνείδηση του κόσμου. Η φράση αυτή έχει διπλή έννοια. Πρωτίστως και κυρίως το Πνεύμα είναι αυτό που φέρνει την αλήθεια και μαρτυρεί αληθινά πράγματα για τον Ιησού. Αλλά είναι τέτοιο, διότι συγχρόνως η αλήθεια είναι το ουσιώδες χαρακτηριστικό της ουσίας του (β).
«Και το ονόμασε Πνεύμα αλήθειας, διότι δεν διδάσκει τίποτα άλλο παρά την αλήθεια, αυτό που δεν δέχεται την μεταβολή στο αντίθετο» (Θμ).
Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, «το αληθινό (Πνεύμα), δηλαδή το ξεχωριστό σε σχέση με τα άλλα πνεύματα» (Ζ)
ή «το Πνεύμα της αλήθειας, δηλαδή το Πνεύμα του Υιού» (Κ).
Είναι αξιοσημείωτο, ότι εκφέρονται και οι δύο λέξεις με άρθρο. Το Πνεύμα της αλήθειας θα σας διδάξει την αλήθεια. Θα φωτίσει τη διάνοιά σας με τη γνώση της αλήθειας, θα στηρίξει και θα ενισχύσει την πίστη σας σε αυτήν και θα αυξήσει την προς αυτήν αγάπη σας. Οι εθνικοί με τις ειδωλολατρίες τους και οι Ιουδαίοι με τις παραδόσεις των ραββίνων τους παρασύρθηκαν σε παχυλές πλάνες. Το Πνεύμα όμως της αλήθειας δεν θα οδηγήσει μόνο εσάς σε όλη την αλήθεια, αλλά μέσα από εσάς και πολλούς άλλους.
(2)  «Κόσμο εδώ λέει τους πονηρούς» (Χ), «αυτούς που φρονούν τα του κόσμου και προτίμησαν να αγαπούν τα επίγεια» (Κ). Αμέσως μαζί με την πρώτη αναφορά του αγίου Πνεύματος αρχίζει η διάκριση μεταξύ πιστών και του κόσμου, διάκριση που γίνεται επανειλημμένως. Για τον Υιό ειπώθηκε, ότι στάλθηκε στον κόσμο, όχι όμως και για το Άγιο Πνεύμα (b).
(3)  Παρόλο που ο Θεός θέλει να δώσει αυτό σε όλους (b).
(4)  «Εδώ εννοεί τη γνώση (με τη λέξη θεωρία)… διότι συνηθίζει και την ακριβή γνώση να την ονομάζει θεωρία· διότι, επειδή από τις αισθήσεις η όραση είναι η σπουδαιότερη, με αυτήν πάντοτε παριστάνει την ακριβή γνώση» (Χ).
Το μόνο είδος της όρασης το οποίο ο κόσμος έχει, είναι το φυσικό, αλλά μέσω αυτού το Πνεύμα δεν είναι δυνατόν να γίνει ορατό (β). Ο κόσμος «δεν βλέπει αυτό σωματικά· διότι είναι ασώματο» (Ζ).
«Η κοσμική αγάπη δεν κατέχει τα αόρατα εκείνα μάτια, για αυτό και το Πνεύμα δεν μπορεί να γίνει ορατό από τον κόσμο» (Αυ).
«Διότι ο μεν σαρκικός άνθρωπος, επειδή έχει αγύμναστο το νου στο να βλέπει πνευματικά, ή μάλλον, επειδή είναι ολόκληρος ο νους του βυθισμένος στις σαρκικές σκέψεις, σαν μέσα σε βούρκο, αδυνατεί να αντικρύσει το πνευματικό φως της αλήθειας. Διότι ο κόσμος, δηλαδή η ζωή που είναι υποδουλωμένη στα πάθη της σάρκας, δεν δέχεται τη χάρη του Πνεύματος, όπως δεν ανέχεται τις ακτίνες του ήλιου το άρρωστο μάτι» (Β).
Οι πιστοί βλέπουν αυτό. Βλέπουν αυτό στις ενέργειές του. Και οι άπιστοι βλέπουν αυτό στις ενέργειές του, αλλά δεν καταλαβαίνουν ότι είναι το Πνεύμα της αλήθειας. Για αυτό δεν μπορούν να λάβουν αυτό (b). Τα πνευματικά δεν είναι δυνατόν να κατανοηθούν από τους ανθρώπους του κόσμου, παρά μόνο από εκείνους των οποίων οι ψυχές έχουν συντονιστεί με την πνευματική σφαίρα (μ). Η απόκτηση του Πνεύματος πραγματοποιεί πλήρη χωρισμό μεταξύ της εκκλησίας και του κόσμου. Ο κόσμος ευρισκόμενος υπό την κυριαρχία του πνεύματος της πλάνης (Α΄Ιω. δ 6) ούτε βλέπει ούτε ξέρει το Πνεύμα της αλήθειας (χ).
(5)  «Αφού δεν το είδε» (Ζ). Για να έλθει σε εμάς το Πνεύμα, πρέπει προηγουμένως να το επιθυμήσουμε και να το καλέσουμε. Για αυτό πρέπει από πριν να γνωρίζουμε αυτό σε κάποιο μέτρο (g). Ο κόσμος λοιπόν που το αγνοεί δεν μπορεί να το πάρει. Οι παρηγοριές του Πνεύματος φαίνονται στον κόσμο ως ανοησία, όπως και ο σταυρός του Χριστού. Εάν μιλήσεις στα παιδιά του κόσμου αυτού για τις ενέργειες του Πνεύματος, θα είσαι σαν βάρβαρος μεταξύ τους, ο οποίος μιλά σε αυτούς γλώσσα ακατανόητη.
(6)  Μπαίνει μπροστά με έμφαση και με αντίθεση στον κόσμο.
(7)  Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία «Θα το γνωρίσετε εντός ολίγου. Διότι όχι σε πολύ καιρό, θα επιφοιτήσει και θα σας διδάξει» (Ζ).
Ή «γνωρίζετε αυτό από το γεγονός ότι γνωρίζετε εμένα» (Ζ). Ο Ιησούς με το λόγο του και τα έργα του, τα οποία ήταν απόρροια του Πνεύματος, τους είχε δώσει το μέσο του να δουν στην τελειότερη φανέρωσή του το Πνεύμα και να αναγνωρίσουν ό,τι αγιότατο και εξοχότατο σε αυτό (g).
(8)  Ή, και τα δύο λέγονται προληπτικά για το μέλλον. Με την εκδοχή αυτή συμφωνεί και η διαφορετική γραφή ἐν ὑμῖν εστί. Και με τη φράση μεν παρ' ὑμῖν μένει (=θα μείνει κοντά σας) τονίζεται η κοινωνία του Πνεύματος με το σύνολο των μαθητών, δηλαδή την Εκκλησία (Β΄Κορ. ιγ 13), ενώ με τη φράση ἐν ὑμῖν εστί σημαίνεται η ενοίκηση του αγίου Πνεύματος στον καθένα χωριστά (β).
«Δηλαδή το μεν «παρ' ὑμῖν» φανερώνει τη βοήθεια την από έξω και από κοντά· ενώ το «ἐν ὑμῖν», την εσωτερική κατοίκηση και ενδυνάμωση» (Θφ).
Θα είναι μέσα σας όπως το φως μέσα στην ατμόσφαιρα, όπως ο χυμός μέσα στα δέντρα, όπως η ψυχή στο σώμα. Η σχέση τους μαζί του θα είναι πιο εσωτερική και στενή και η ένωσή τους αδιάσπαστη.
Ή, το μεν παρ' ὑμῖν μένει αναφέρεται στο παρόν, στην προπαρασκευαστική ενέργεια του Πνεύματος και στην όρασή του από τους μαθητές στο πρόσωπο του Χριστού, ενώ το ἐν ὑμῖν ἔσται στη στενότερη σχέση μεταξύ αυτών και του Πνεύματος από την Πεντηκοστή και έπειτα (g). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.

18 Οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανούς(1)· ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς(2).
18Δε θα σας αφήσω ορφανούς· θα ξανάρθω κοντά σας.
(1)  «Επειδή όταν άρχιζε έλεγε, Παιδάκια, για αυτό και εδώ λέει, Δεν θα σας αφήσω ορφανούς» (Χ).
«Η φράση φανερώνει πατρική ευσπλαχνία, που φέρνει πολλή παρηγοριά και ψυχαγωγία. Καθόλου δεν θα αφήσω εσάς, τα παιδάκια μου» (Ζ).
Οι αληθινά πιστοί, παρόλο που μερικές φορές είναι δυνατόν να θλιβούν, όμως ουδέποτε παραμένουν χωρίς παρηγοριά, διότι ουδέποτε αφήνονται ορφανοί. Πατέρας τους είναι ο Θεός. Και ο Θεός είναι Πατέρας αθάνατος και αιώνιος.
(2)  Ο ενεστώτας υποδηλώνει το γρήγορο της έλευσης (b).
Ή «έρχομαι πάλι μετά την τριήμερη ανάσταση, αν και δεν θα είμαι μαζί σας όπως πριν» (Ζ).
Ή, πιο σωστά, «Αφού ο Μονογενής έδειξε, ότι το Πνεύμα δεν είναι ξένο με τη φύση του, λέγοντας ότι στέλνεται στους αγίους από τον Πατέρα, υπόσχεται ότι θα έλθει ο ίδιος… και υπόσχεται ότι θα είναι μαζί τους και θα βοηθήσει μέσω του Πνεύματος αυτούς που πιστεύουν σε αυτόν» (Κ).
Το «έρχομαι προς εσάς» αναφέρεται στην επάνοδο του Ιησού μέσω του Αγίου Πνεύματος. Διότι το έργο του Πνεύματος είναι η διαμόρφωση του Χριστού στις καρδιές των πιστών (g). Βεβαίως την επάνοδο αυτή προετοίμασε η επάνοδος με την ανάσταση του Χριστού. Θα έρχομαι καθημερινά σε εσάς μέσω του Πνεύματός μου. Με τις ενδείξεις της αγάπης του και τις επισκέψεις της χάριτός του.

19 Ἔτι μικρὸν(1) καὶ ὁ κόσμος με οὐκέτι θεωρεῖ(2), ὑμεῖς δὲ θεωρεῖτέ(3) με, ὅτι(4) ἐγὼ ζῶ(5) καὶ ὑμεῖς ζήσεσθε(6).
19Σε λίγο ο κόσμος δεν θα με βλέπει πια, εσείς όμως θα με βλέπετε, γιατί εγώ εξακολουθώ να ζω· το ίδιο κι εσείς θα ζείτε.
(1)  Σχετίζεται με τον ενεστώτα «έρχομαι» και με αυτό περιορίζεται στο ελάχιστο η διάρκεια του χωρισμού (g).
(2)  «Λέει ότι θα καταστεί εντελώς αόρατος και αθέατος για αυτούς που φρονούν τα του κόσμου, μετά την αναχώρηση από εδώ, εννοώ δηλαδή μετά την επιστροφή στους ουρανούς» (Κ).
Το «θεωρώ» εδώ χρησιμοποιείται για να δηλώσει κάθε είδος θέας και μάλιστα τη θέα με τα αισθητά μάτια.
«Δεν θα με βλέπει αφού θα πεθάνω ως άνθρωπος» (Ζ).
«Ήταν σαφώς ορατός στα σαρκικά μάτια του κόσμου, όταν φανερώθηκε με σάρκα. Αλλά και πάλι ο κόσμος δεν είδε τον Λόγο που κρυβόταν στη σάρκα. Είδε τον άνθρωπο αλλά δεν είδε το Θεό. Είδε το κάλυμμα, αλλά όχι και αυτόν που Ήταν μέσα σε αυτό» (Αυ).
(3)  Το θεωρώ εδώ με την έννοια της πνευματικής θέας, της εσωτερικής ενόρασης, για την οποία δες και Β΄Κορ. γ 18. «Σαν να έλεγε· Έρχομαι μεν προς εσάς, όχι όμως όμοια όπως πριν» (Χ).
«Λέει ότι θα βρεθεί να είναι ορατός στους αγίους, με τον εξής τρόπο: το Άγιο Πνεύμα θα βάζει μέσα στα μάτια της καρδιάς τους κάποια θεία και νοερή λάμψη και θα σπέρνει μέσα τους κάθε αγαθή γνώση» (Κ).
Ο ενεστώτας σημαίνει συνεχή και σταθερή την εσωτερική θέα. «Θα με βλέπετε… αφού θα είναι μαζί σας πάντα ο άλλος παράκλητος» (Ζ).
Η όραση του δοξασμένου Χριστού, είτε μετά την ανάστασή του, είτε στη ζωή της εκκλησίας και στην πείρα των πιστών, περιορίζεται σε εκείνους οι οποίοι πιστεύουν. Έξω από την εκκλησία, την οικογένεια του Θεού την ενωμένη με την αμοιβαία αγάπη των μελών της, δεν υπάρχει ζωή και σωτηρία. Ο κόσμος ούτε βλέπει τον αναστημένο Χριστό ούτε συμμετέχει στη θέαση εκείνη, της οποίας αξιώνονται αυτοί που πιστεύουν και αγαπούν αυτόν και υπακούουν στις εντολές του και η οποία είναι αληθινή έλευση του Κυρίου (χ).
(4)  Η αιτία για την οποία θα βλέπουν αυτόν (b). Τα τελευταία αυτά λόγια του σ., απευθύνονται στην εκκλησία όλων των αιώνων. Ο Ιησούς ως διαρκώς παρών πνευματικά και οι μαθητές του ως διαδεχόμενοι ο ένας τον άλλον στην εκκλησία, θα βλέπουν και θα γνωρίζουν δια μέσου των αιώνων ο ένας τον άλλον (μ).
(5)  Όχι μόνο θα ζήσω, αλλά και ζω. «Εγώ είμαι… αυτός που ζει και έγινα νεκρός, και να είμαι ζωντανός στους αιώνες» (Αποκ. α 18)(b). Αναφέρεται όμως και στην κατάργηση του θανάτου μέσω της επικείμενης ανάστασής του. Το ζω λοιπόν, εκφράζει, από τη μία, την έμφυτη ζωή στο Χριστό, αλλά αναφέρεται, από την άλλη, στο άμεσο (το μετά από 3 ημέρες) μέλλον, στο οποίο θα σημειωνόταν η ανάστασή του.
(6)  Μέλλοντας. Διότι η ζωή των πιστών ακολουθεί τη ζωή του Χριστού. Και δεν ζουν αυτοί από τον εαυτό τους, αλλά μέσω αυτού (b). Η ζωή του Χριστού γίνεται ζωή των πιστών, διότι αυτοί ενώνονται με αυτόν μέσω του Πνεύματος (ο). «Επειδή ζει ο Χριστός, για αυτό θα ζήσουμε και εμείς… Διότι όπως μέσω του Αδάμ όλοι πεθαίνουν, έτσι και μέσω του Χριστού όλοι θα ζωοποιηθούν» (Αυ). «Μου φαίνεται βεβαίως ότι ζωή, δεν εννοεί την παρούσα μόνο, αλλά και τη μέλλουσα» (Χ).
Τη νέα ζωή, που μέσω του Πνεύματος γεννιέται μέσα μας αμέσως μόλις πιστέψουμε στο Χριστό και ενωθούμε μαζί του, η οποία θα γίνει τέλεια με τη δόξα και μακαριότητα στον μελλοντικό βίο. Η ζωή των χριστιανών είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη ζωή του Χριστού. Όπως ασφαλώς και όσο μακρό χρόνο εκείνος ζει, θα ζήσουν και εκείνοι, οι οποίοι είναι ενωμένοι με αυτόν μέσω της πίστης. Θα ζήσουν πνευματικά, θεία ζωή σε κοινωνία με το Θεό και η ζωή αυτή «έχει κρυφτεί μέσα στο Χριστό».
Εάν η κεφαλή και η ρίζα ζει, θα ζουν και τα μέλη και τα κλαδιά. Θα ζουν λοιπόν αιώνια και με δόξα. Και αυτά επίσης τα σώματά τους θα αναστηθούν, με τη δύναμη της ανάστασης του Χριστού. Το νερό ωθείται πάντοτε να ανεβεί στο ύψος της στάθμης, την οποία έχει η πηγή από την οποία βγαίνει. Έτσι και η ζωή των χριστιανών τείνει πάντοτε από τη γη στον ουρανό, όπου βρίσκεται κρυμμένη από τα μάτια των πολλών η αιώνια και ανεξάντλητη Πηγή της, ο Κύριος που κάθεται στα δεξιά της δόξας. Η ύπαρξή μας, εάν συνδεθεί άρρηκτα με το Χριστό, περνώντας προσωρινά και για λίγο διάστημα από στάδιο που την προπαρασκευάζει για την μελλοντική της κατάσταση, θα ανυψωθεί στο ένδοξο ύψος του Ιησού, από τον οποίο αντλεί την εσωτερική ζωή της.

20 Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ(1) γνώσεσθε(2) ὑμεῖς ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρί μου(3) καὶὑμεῖς ἐν ἐμοὶ(4) κἀγὼ ἐν ὑμῖν(5).
20Όταν έρθει εκείνη η μέρα, θα το καταλάβετε ότι εγώ είμαι αχώριστος από τον Πατέρα, κι εσείς από μένα, κι εγώ από σας.
(1)  Μετά το «Ἔτι μικρὸν» (b), όταν θα λάβετε το άγιο Πνεύμα. Ή, αναφέρεται ξεκάθαρα στην ημέρα της Πεντηκοστής (g). Ή, στην περίοδο των νέων σχέσεων η οποία επρόκειτο να αρχίσει για τον Ιησού και τους μαθητές του μετά την ανάσταση και ιδιαίτερα μετά την Πεντηκοστή (F).
(2)  Καλύτερα από όσο γνωρίζετε τώρα (b). «Θα μάθετε, αφού θα πληροφορείται κατά κάποιο τρόπο η διάνοια του καθενός, όχι μόνο από όσα άκουσε και έχει πιστέψει, αλλά μάλλον από όσα θα κατέχει, αφού ήδη θα έχει ως κτήμα του το τέλος της υπόσχεσης. Διότι η πείρα είναι πιο δυνατή από τα λόγια στο να μπορεί να πείθει και να πληροφορεί» (Κ).
(3)  Το περιεχόμενο της εσωτερικής αυτής πληροφορίας των πιστών θα αναφέρεται πρωτίστως στη σχέση του Χριστού με τον Πατέρα του. Θα γνωρίσουν πρωτίστως, ότι ο Χριστός είναι «μέσα στον Πατέρα» του.
«Διότι εγώ μεν είμαι κατά τρόπο φυσικό μέσα στον Πατέρα, διότι είμαι καρπός της ουσίας του και γνήσιο γέννημα, αφού υπάρχω μέσα στην ουσία του και προέρχομαι εκ φύσεως από αυτήν, ζωή από ζωή» (Κ).
(4)  «Εσείς, από την άλλη, είστε μέσα σε μένα, μέσω της πίστης και αγάπης σας σε μένα» (Θμ). Θα αισθανθούν οι πιστοί ότι ζουν μέσα στο Χριστό. Εγώ ως φυσικός Υιός είμαι μέσα στον Πατέρα μου, αντλώντας ζωή από την ύψιστη αυτή πηγή, και εσείς είστε μέσα μου παίρνοντας από εμένα την θεία αυτή ζωή· και εγώ θα είμαι μέσα σας ανανεώνοντας διαρκώς τη ζωή αυτή σε σας και εκφράζοντας τη θέλησή μου και τις βουλές μου στο εσωτερικό σας πρώτα και έπειτα μέσα από εσάς και στους άλλους (μ).
(5)  «Υπάρχει λοιπόν και αυτός μέσα μας· διότι όλοι μετέχουμε σε αυτόν και έχουμε αυτόν μέσα στους εαυτούς μας μέσω του Πνεύματος» (Κ).
«Διότι η σύνδεση το κάνει αυτό, ώστε αφού αναγεννηθήκατε με τη δύναμη του Πνεύματος και πήρατε τη θέση του σώματος ως προς εμένα, εγώ κατέχω ως προς εσάς τη θέση του κεφαλιού» (Θμ).
«Είμαι μέσα σας, όπως το κεφάλι στα μέλη (διότι μέλη Χριστού είναι οι απόστολοι)· και εσείς είστε μέσα μου, όπως τα μέλη στο κεφάλι» (Θφ).
«Ο μεν Χριστός δηλαδή είναι μέσα στον Πατέρα με την έννοια της ισοδυναμίας· οι απόστολοι όμως είναι μέσα του και αυτός μέσα τους με την έννοια…» (Ζ)
«της ομόνοιας και της βοήθειας από το Θεό» (Χ).
«Διότι συνηθίζει η Γραφή πολλές φορές, τα ίδια λόγια που λέγονται για το Θεό και τους ανθρώπους, να μην τα χρησιμοποιεί με την ίδια έννοια. Διότι και ο Χριστός και εμείς λεγόμαστε υιοί Θεού και θεοί και εικόνα Θεού και δόξα Θεού. Αλλά είναι πολλή η διαφορά» (Ζ).
Η έννοια του όλου σ.: «Όταν και εσείς οι ίδιοι, παρόλο που είστε από φθαρτή φύση, θα δείτε τους εαυτούς να ζουν με τρόπο όμοιο με μένα, τότε λοιπόν θα μάθετε, και με πολλή σαφήνεια, ότι υπάρχοντας ζωή από τη φύση μου, σας ένωσα μέσω του εαυτού μου με το Θεό και Πατέρα που και αυτός είναι από τη φύση του ζωή, καθιστώντας σας κατά κάποιο τρόπο κοινωνούς και μετόχους της αφθαρσίας του… και σας απέδειξα κοινωνούς θείας φύσης, εγκαθιστώντας μέσα σας το Πνεύμα το δικό μου» (Κ).
«Ένωσα και εσάς με τον Πατέρα με την κατοίκηση μέσα σας του αγίου Πνεύματος, κάνοντάς σας κοινωνούς θείας φύσης. Διότι εγώ μεν είμαι κατά τρόπο φυσικό μέσα στον Πατέρα ως καρπός του, εσείς όμως είστε μέσα μου, λόγω του ότι έγινα άνθρωπος, και εγώ είμαι μέσα σας μέσω της ενοίκησης του Πνεύματος» (αμ).

21 Ὁ ἔχων(1) τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν(2) αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δὲ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου(3), καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν(4) καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν(5).
21Εκείνος που κρατάει τις εντολές μου και τις εκτελεί, αυτός με αγαπάει· κι αυτός που με αγαπάει θ’ αγαπηθεί από τον Πατέρα μου, κι εγώ θα τον αγαπήσω και θα του φανερώσω τον εαυτό μου».
(1)  Φανερώνει μόνιμη κατοχή, που αντιτίθεται στην απλή ακρόαση (ο). «Έχει κάποιος τις εντολές όταν αποδεχτεί την πίστη και μέσω της αγαθής μνήμης εγκαταστήσει στο νου του την αθόλωτη και διαυγή διδασκαλία των ευαγγελικών εντολών» (Κ).
(2)  «Αυτός που έχει τις εντολές στη μνήμη του και τηρεί αυτές στη ζωή του· αυτός που τις έχει στο στόμα του και τις τηρεί ηθικά· αυτός που τις έχει στο αυτί και τις τηρεί στην πράξη· ή, αυτός που τις έχει στην πράξη και τις τηρεί με επιμονή» (Αυ).
«Και τηρεί. Εκπληρώνει λοιπόν αυτές ενεργώντας πρακτικά και προσπαθώντας με την λαμπρότητα των πράξεων να φαίνεται διαπρεπής» (Κ).
(3)  Η αγάπη αυτή του Πατέρα δεν είναι εκείνη, για την οποία είπε στο γ 16 («Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο…»). Οι δύο αυτές αγάπες διαφέρουν όπως η συμπάθεια κάποιου ανθρώπου προς τον ένοχο και δυστυχή πλησίον του και η τρυφερότητα ενός πατέρα για το παιδί του (g).
(4)  «Θα αγαπήσει λοιπόν καθόλου λιγότερο και ο Υιός. Διότι όπως ακριβώς είναι ομοούσιος έτσι έχει και το ίδιο θέλημα με αυτόν που τον γέννησε. Διότι αφού είναι μία η ουσία, ένα βεβαίως είναι και το θέλημα και ένας ο σκοπός σε όλα και δεν υπάρχει τίποτα που να διαφωνούν, το οποίο δηλαδή να προκαλεί σχίσμα ώστε να υπάρχει άλλη και άλλη θέληση» (Κ), θα αγαπήσω αυτόν τρυφερότερα. Ο Θεός θα αγαπήσει εμάς ως Πατέρας και ο Χριστός θα αγαπήσει εμάς ως θεάνθρωπος και μεσίτης· εμείς πάλι θα αγαπήσουμε αυτόν ως αδελφό μας και ως πρωτότοκο ανάμεσα σε πολλά αδέλφια.
(5)  Το «εμφανίζω» χρησιμοποιείται για να δηλώσει ειδική φανέρωση του Θεού, με εσωτερική, πνευματική εμφάνιση του Χριστού (β,g).
«Θα εμφανίσω σε αυτόν τον εαυτό μου… παρέχοντας δηλαδή φως μέσω του Πνεύματός μου για το καθένα από τα πρέποντα και αποκαλύπτοντας τον εαυτό μου και κάνοντάς τον φανερό με κάποιους ανέκφραστους φωτισμούς στο νου του» (Κ).
Τα ασύνδετα σχήματα από τον στίχο 17 αποδεικνύουν, ότι ο Ιησούς αναπτύσσει εδώ την υπόσχεση της δωρεάς του Πνεύματος· και ο σ. 23 δείχνει αρκετά σαφώς για ποιο πράγμα μιλά ο Ιησούς στον παρόντα στίχο (g). Υπάρχει πνευματική εμφάνιση και φανέρωση του Χριστού και της αγάπης του προς όλους τους πιστούς. Όταν φωτίζει τις διάνοιές τους για να γνωρίσουν την αγάπη του και τις διαστάσεις της (Εφεσ. γ 18,19)· όταν αναζωογονεί σε αυτούς τις χάριτές του και διευρύνει τις ανέσεις τους μέσω του εαυτού του· όταν παρέχει δείγματα της προς αυτούς αγάπης του, πείρα της στοργής του και φλογερό πόθο της βασιλείας του και της δόξας του, τότε εμφανίζει τον εαυτό του σε αυτούς.

22 Λέγει αὐτῷ(1) Ἰούδας(2), οὐχ ὁ Ἰσκαριώτης(3)· Κύριε, καὶ τί γέγονεν(4) ὅτι(5) ἡμῖν μέλλεις ἐμφανίζειν σεαυτὸν καὶ οὐχὶ τῷ κόσμῳ(6);
22«Κύριε», του λέει ο Ιούδας, όχι ο Ισκαριώτης, «γιατί θα φανερώσεις τον εαυτό σου σ’ εμάς κι όχι στον κόσμο;»
(1)  Αυτή είναι η τέταρτη διακοπή του λόγου από μαθητή, που επιθυμεί να καταλάβει την έννοια των λεχθέντων. Δες ιγ 37,ιδ 5,8 (β).
(2)  Πρόκειται για τον Ιούδα, τον γιο του Ιακώβου (Λουκ. στ 16,Πράξ. α 13), ο οποίος αποκαλούνταν και Θαδδαίος και Λεββαίος (Ματθ. ι 3,Μάρκ. γ 18). Δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα ήταν ενάρετος και αφοσιωμένος, το άλλο όμως ήταν πονηρός και διεφθαρμένος, είχαν το ίδιο όνομα. Τα ονόματα τα οποία έχουμε, δεν μας συνιστούν μπροστά στο Θεό, ούτε κάνουν τους ανθρώπους καλύτερους ή χειρότερους. Ούτε ο απόστολος Ιούδας έγινε χειρότερος, ούτε ο προδότης Ιούδας έγινε καλύτερος λόγω του ονόματος, το οποίο και οι δύο είχαν.
(3)  Ο ευαγγελιστής δεν θέλει ούτε για μια στιγμή να γίνει σύγχυση ανάμεσα στον Ιούδα αυτόν και στον προδότη (F).
(4)  Έξι μεγαλογράμματοι κώδικες αποσιωπούν το «και» πριν το: Τι γέγονεν. «Φανερώνει δυσφορία και σύγχυση. Τι έχει συμβεί ώστε…» (Ζ).
«Μοιάζει να θέλει να υπαινιχτεί κάτι τέτοιο· Σκοπός σου, λέει, που ήλθες σε εμάς Δέσποτα, ήταν το να μην γνωρίσουν κάποιοι μεν μερικά και κάποιοι όχι· Διότι ακούγαμε στους προφήτες ότι «Θα δει κάθε σάρκα τη σωτηρία του Θεού» (Ησ. μ 5,Δες Ζαχ. β 10,11)… Eπομένως… αφού και εσύ μας υποσχέθηκες με σαφήνεια και η φωνή των αγίων προφητών δίνει μαρτυρία ότι όλοι θα ελκυστούν προς τη θεογνωσία, τι έγινε; Πού έχει πάει, λέει, και έχει μετατεθεί ο σκοπός της υπόσχεσης; Για ποιο λόγο λοιπόν δεν εμφανίζεις τον εαυτό σου σε όλους στον κόσμο, αλλά σε εμάς μόνους»; (Κ).
Πράγματι η Π.Δ. προϋποθέτει ότι ο Μεσσίας πρόκειται να εμφανιστεί σε όλα τα έθνη (Δες Ησ. β 2,ια 10,μβ, 4 κλπ), και οι Ιουδαίοι της εποχής εκείνης έδιναν τελείως ιδιαίτερη έννοια στην ιδέα αυτή, σαν οι προφητείες αυτές να είχαν προαναγγείλει, ότι η φυλή τους έμελλε να υποτάξει όλα τα έθνη και να κυριαρχήσει χάρις στον Μεσσία σε ολόκληρο τον κόσμο (F).
Ο Ιούδας κρατιέται από τη λέξη (εμφανίζω), η οποία υπαινισσόταν (Εξοδ. λγ 13,18) ορατή φανέρωση του Ιησού με δόξα, η οποία ήταν η ελπίδα των δώδεκα. Ήταν προσκολλημένοι στην ιδέα της Μεσσιακής φανέρωσης του Θεού, η οποία θα έπειθε τον κόσμο (β). Πολλές φορές δημιουργούμε δυσκολίες στους εαυτούς μας λόγω του ότι παρανοούμε τη φύση της βασιλείας του Χριστού, κρίνοντας για αυτήν σαν να ήταν από τον κόσμο αυτόν.
(5)  Αρκετοί εξηγητές… εξηγούν το «ότι», αιτιολογικά. Άλλοι εξηγούν αυτό με τη σημασία του: Σε εκείνο ότι, ως προς το ότι, αναφορικά δηλαδή (κ).
(6)  «Ο μεν Κύριος… κόσμο ονόμασε μάλλον αυτούς που έχουν πειστεί να φρονούν τα επίγεια και υποδούλωσαν το φρόνημά τους στη ματαιότητα του κόσμου. Αυτό λοιπόν επειδή δεν το κατάλαβε πολύ ο μαθητής, νόμισε ότι λέει ο Ιησούς, ότι θα διαφύγει από το μάτι όλων μεν των άλλων ανθρώπων, οι οποίοι κατοικούν σε αυτόν εδώ τον επίγειο τόπο… και θα είναι εντελώς αθέατος, αφού κανείς από αυτούς που υπάρχουν δεν θα τον γνωρίζει, παρά μόνο οι μαθητές του· αυτό έγινε αίτιο της άγνοιάς του» (Κ).

23 Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς(1) καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐάν τις ἀγαπᾷ με(2), τὸν λόγον μου(3) τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν(4), καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα(5) καὶ μονὴν παρ' αὐτῷ ποιήσομεν(6).
23«Όποιος με αγαπάει», του αποκρίθηκε ο Ιησούς, «θα τηρήσει το λόγο μου. Κι ο Πατέρας μου θα τον αγαπήσει, και θα έρθουμε σ’ αυτόν και θα κατοικήσουμε μαζί του.
(1)  Ο Κύριος δεν απαντά αμέσως στο ερώτημα του Ιούδα, αλλά συνεχίζει το λόγο του σαν να μην είχε ακούσει αυτό. Εξηγεί όμως τη φύση της εμφάνισης αυτής (ο,g) και «εκθέτει τον λόγο, για τον οποίο πρόκειται να φανερώσει τον εαυτό του στους δικούς του και όχι στον κόσμο… Αυτοί εκλέχτηκαν για μια τέτοια αγάπη, διότι αγαπούν. Αλλά αυτοί που δεν έχουν αγάπη, και αν μιλούν τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, είναι χαλκός που ηχεί και κύμβαλο που αλαλάζει… Οι άγιοι διακρίνονται από τον κόσμο με την αγάπη αυτή» (Αυ).
(2)  Επαναλαμβάνει ό,τι και στους σ. 15 και 21 για τον αδιάσπαστο σύνδεσμο της αγάπης και της τήρησης των εντολών. Η αγάπη είναι η ρίζα και η τήρηση του λόγου και των εντολών του Χριστού είναι ο καρπός που προέρχεται από αυτήν. Όπου υπάρχει ειλικρινής αγάπη προς το Χριστό, εκεί υπάρχει και υπακοή πλήρης σε αυτόν. Αυτός που αγαπά το Χριστό έχει εκτιμήσει τις προς αυτόν χάριτες του Χριστού· ευλαβείται αυτός την εξουσία και την κυριαρχία του Χριστού και υποβάλλει τον εαυτό του ολόψυχα στην κυβέρνηση του Χριστού.
(3)  Αντί για το «τις εντολές» του σ. 21 λέει «τον λόγο», λαμβάνοντας ως σύνολο τις παραγγελίες του Χριστού. Ο λόγος παριστάνεται σαν ένας, σε ενικό, στο στίχο αυτόν αναφορικά με τους πιστούς, οι οποίοι φυλάσσουν αυτόν ολόκληρο (b).
(4)  «Έχοντας δηλαδή τιμήσει κάποιος με την υπακοή στον Υιό, τον Πατέρα από τον οποίο προέρχεται, θα έχει ως καρπό του πράγματος την αγάπη» (Κ).
Το γεγονός ότι ο Πατέρας αγαπά αυτούς που αγαπούν τον Υιό και υπακούουν σε αυτόν, υπονοεί τέτοια ουσιώδη ενότητα, ώστε η αγάπη του Υιού είναι και αγάπη του Πατέρα και η αγάπη του Υιού προς αυτούς που τον αγαπούν συνεπάγεται και την αγάπη του Πατέρα.
(5)  Ο Πατέρας και ο Υιός συμπεριλαμβάνονται σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Με αυτό ο Κύριος υποδηλώνει την ισότητά του με τον Πατέρα. Δες ι 30 («είμαστε ένα»).
«Σχεδόν λέει· όπως ακριβώς ο Πατέρας εμφανίζει τον εαυτό του έτσι και εγώ» (Χ). «Διδάσκει με σαφήνεια, ότι δεν θα εμφανίσει τον εαυτό του στους γνήσιους με μόνη την επίγνωση την οποία εννοούμε μέσω της γνώσης, αλλά ο τρόπος της έλλαμψης θα είναι κάπως εξαιρετικός σε αυτούς και έξω από την πείρα των άλλων… Θα λάβουν το φωτισμό του Πνεύματος και με τα μάτια της διάνοιας θα δουν αυτόν να κατοικεί μέσα τους» (Κ).
«Υπάρχει λοιπόν κάποιο είδος εσωτερικής φανέρωσης του Θεού, η οποία είναι τελείως άγνωστη στους άθεους, οι οποίοι δεν λαμβάνουν καμία φανέρωση του Θεού Πατέρα και του αγίου Πνεύματος. Για τον Υιό ίσως έλαβαν κάποια φανέρωση, αλλά μόνο σωματικά» (Αυ).
Όχι μόνο θα εμφανίσω τον εαυτό μου σε αυτόν από απόσταση, αλλά θα έλθω εγώ και ο Πατέρας μου για να είμαστε κοντά του και μαζί του. Τέτοιες είναι οι ισχυρές επιδράσεις και επιρροές και ενισχύσεις του Θεού πάνω στις ψυχές εκείνες, οι οποίες αγαπούν το Χριστό ειλικρινά.
(6)  Υπάρχει και η αλεξανδρινή γραφή ποιησόμεθα. «Κατοικώντας μέσα του με τρόπο που πρέπει σε Θεό» (Ζ), και μόνιμα σαν σε ναό (F).
«Διότι αν κατοικήσει σε εμάς ο Σωτήρας μας Χριστός μέσω του Αγίου Πνεύματος, θα είναι οπωσδήποτε μαζί και αυτός που τον γέννησε. Διότι το Πνεύμα του Χριστού είναι Πνεύμα και του ίδιου του Πατέρα» (Κ).
Πρόκειται εδώ για παρουσία πραγματική, παρόλο που είναι αόρατη, στις καρδιές των μαθητών (Ματθ. κη 20), πρόκειται για την ειδική ευλογία της βασιλείας του Θεού, η οποία δεν έρχεται «με τρόπο φανερό σε όλους» (Λουκ. ιζ 20). Δες και Α΄Ιω. γ 24,δ 13 (β). Παρόλο που η φράση «παρ' αὐτῷ» φαίνεται εκ πρώτης όψης να σημαίνει ό,τι συνήθως εκφράζεται με το κατοικώ σε κάποιον φίλο, αλλά η έννοια είναι η ίδια με αυτήν στο σ. 17, όπου μιλά για το Πνεύμα ότι «θα είναι μέσα σας» (ο). Ως παράλληλο χωρίο δες το Αποκ. γ 20. «Ο Πατέρας είναι μέσα στον Υιό με φυσικό τρόπο, ενώ σε εμάς με σχετικό· και όταν ακούσουμε ένωση Πατέρα και Υιού, καταλαβαίνουμε τη φυσική ένωση, όταν όμως ακούσουμε ένωση Θεού και ανθρώπων, καταλαβαίνουμε τη σχετική που γίνεται στους αγίους μέσω της πίστης και μέσω της κοινωνίας από την μετοχή του Πατέρα» (αμ). Θα κάνουμε μονή· αυτό φανερώνει ευαρέσκεια του Θεού προς αυτόν, αλλά και σταθερή και μόνιμη σχέση και κοινωνία. Ο Θεός όχι μόνο θα αγαπά τους πιστούς αλλά και θα ευαρεστείται αγαπώντας αυτούς «θα τους ανακαινίσει με την άπειρη αγάπη του. Θα ευφρανθεί και ο ίδιος για τη δική τους χαρά και ευφροσύνη, όπως στις χαρμόσυνες ημέρες των εορτών» (Σοφον. γ 17).
Τι θαύμα και τι μυστήριο! Η μικρή καρδιά του ανθρώπου, η οποία δεν μπορεί να περιλάβει όχι ολόκληρο, αλλά ούτε ένα μέρος του κόσμου, χωρά τον άπειρο Θεό, τον οποίο δεν μπορεί να χωρέσει ο κόσμος. Θα κατοικήσω μέσα τους και θα περπατήσω, είπε ο Κύριος μέσω του Μωϋσή. Θα κάνουμε μονή μέσα του, λέει πάλι εδώ. Η καρδιά η οποία ανοίχτηκε πρόθυμη στην ενέργεια της χάρης, γεμίζει εξ’ ολοκλήρου από την παρουσία του Θεού, ζει μέσα στο Θεό και απολαμβάνει την ευφροσύνη και τα αγαθά της θείας ζωής. Είναι γεμάτη και δεν μένει κανένα κενό σε αυτήν. Αλλά όσοι ζητούν την ικανοποίησή τους στον κόσμο, εκτός από το ότι είναι αδύνατον να τον κατακτήσουν ολόκληρο, οσοδήποτε και αν τον απολαύσουν, αισθάνονται πάντοτε το βάσανο και την πείνα, την οποία προκαλεί το δημιουργούμενο στις καρδιές τους κενό. Όλα τα βασίλεια του κόσμου και όλη τη δόξα τους εάν κατακτήσουν, θα αισθάνονται πάντοτε την καρδιά τους κενή, διότι ο Θεός, ο οποίος την γεμίζει, έχει φυγαδευτεί από αυτήν.

24 Ὁ μὴ ἀγαπῶν με(1) τοὺς λόγους μου(2) οὐ τηρεῖ· καὶ(3) ὁ λόγος ὃν ἀκούετε οὐκ ἔστιν ἐμός(4), ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με πατρός(5).
24Αυτός που δε με αγαπάει δεν ακολουθεί τα λόγια μου. Τα λόγια όμως που ακούτε δεν προέρχονται από μένα, αλλά από τον Πατέρα που μ’ έστειλε.
(1)  Ο παρών στίχος αποτελεί απάντηση στο «και όχι στον κόσμο» της ερώτησης του Ιούδα.
«Όπως ακριβώς υποσχέθηκε σε αυτούς που φυλάνε τους νόμους, ότι θα κατοικήσει μέσα τους ο ίδιος μαζί με το Θεό και Πατέρα, με την ίδια λογική από αυτούς που δεν είναι τέτοιοι, θα απομακρυνθεί και θα φύγει εντελώς» (Κ).
«Ο Υιός δεν εμφανίζει τον εαυτό του στον κόσμο, διότι ο κόσμος λέγεται στο χωρίο αυτό, ότι είναι εκείνοι, για τους οποίους προσθέτει αμέσως, Αυτός που δεν με αγαπά…» (Αυ).
«Μόνοι αυτού που φυλάνε τις εντολές του, θα γίνουν άξιοι και της δικής του εμφάνισης και της αγάπης του Πατέρα» (Θφ).
(2)  Έχει την ίδια σημασία με το «εντολές» του σ. 21.
(3)  Με έννοια αντιθετική=και όμως (β). Ή, πρέπει να υπονοήσουμε την ιδέα αυτή: Δεν είναι μικρό το να απορρίπτει κάποιος τη διδασκαλία μου· και πράγματι αυτή είναι διδασκαλία του ίδιου του Θεού.
(4)  Δες ζ 16,η 28,ιβ 49. «Επειδή έχει ακόμα την δουλική μορφή και φαίνεται και υπάρχει αληθινά με ανθρώπινη μορφή, λέει αυτά σύμφωνα με τα δικά μας μέτρα και δεν θέλει τον λόγο του να τον κατανοούν ως ανθρώπινο, αλλά θεϊκό όντως και βασιλικό, για αυτό τον αναφέρει αναγκαστικά στο πρόσωπο του Πατέρα» (Κ). «Πώς όμως είναι δικός σου ο λόγος και όχι δικός σου; Με την έννοια ότι, τίποτα έξω από τον Πατέρα δεν λέω, ούτε κάτι άλλο δικό μου διαφορετικό από αυτό που του αρέσει» (Χ).
(5)  «Επομένως όχι μόνο εμένα, αλλά ούτε τον Πατέρα αγαπά, αυτός που δεν ακούει αυτά τα λόγια. Διότι αν αυτό είναι τεκμήριο αγάπης, το να ακούει δηλαδή τις εντολές, αυτές όμως είναι του Πατέρα, αυτός που ακούει, αγάπησε όχι μόνο τον Υιό αλλά και τον Πατέρα» (Χ).
Από εδώ είναι ολοφάνερος ο λόγος, για τον οποίο αυτός που φυλάσσει ή δεν φυλάσσει τον λόγο του Ιησού έχει και τον Πατέρα να μένει ή να μην μένει μέσα του (b).

25 Ταῦτα(1) λελάληκα ὑμῖν παρ' ὑμῖν μένων(2)·
25Αυτά σας τα δίδαξα όλον αυτό τον καιρό που βρίσκομαι κοντά σας.
(1)  Δηλαδή τα από το ιγ 31 και εξής (F).
(2)  «Με αυτό υπαινίσσεται ότι ο ίδιος φεύγει» (Χ).
«Αυτά θα τα πάρουμε ότι λέγονται για την ανθρώπινη φύση του· και επειδή ακριβώς επρόκειτο να φύγει από τα μάτια μας, όσον αφορά το σώμα του βεβαίως, εννοώ, αναχωρώντας για τους ουρανούς, για αυτό λέει αυτά τα λόγια» (Κ). «Μένοντας μαζί τους με τη σωματική του παρουσία, μέσω της οποίας συνομιλούσε μαζί τους ορατά… Η διαμονή λοιπόν εκείνη, την οποία υποσχέθηκε στο μέλλον, είναι άλλη, και αυτή, κατά την οποία διακηρύττει ότι είναι τώρα παρών, είναι άλλη. Η μία είναι πνευματική και πραγματοποιείται εσωτερικά στην καρδιά· η άλλη είναι σωματική και δείχνεται εξωτερικά στο μάτι και το αυτί» (Αυ).

26 ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον(1) ὃ πέμψει ὁ πατὴρ(2) ἐν τῷ ὀνόματί μου(3), ἐκεῖνος(4) ὑμᾶς διδάξει πάντα(5) καὶ ὑπομνήσει(6) ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν.
26Αλλά το Πνεύμα το Άγιο, ο Παράκλητος, που θα στείλει ο Πατέρας στο όνομά μου, εκείνος θα σας διδάξει τα πάντα και θα φέρει στη μνήμη σας όλα όσα σας έχω πει εγώ».
(1)  Για πρώτη και μόνη φορά εδώ ο Παράκλητος ταυτίζεται με το Άγιο Πνεύμα. Η ονομασία «το Πνεύμα το Άγιον» ήταν τίτλος σεβαστός και οικείος σε κάθε Ιουδαίο. Δες Ψαλμ. ν 11 (β). «Συνεχώς τον ονομάζει Παράκλητο, λόγω των θλίψεων που θα τους κυρίευαν, δίνοντάς τους καλές ελπίδες, ότι από εκείνον θα χαρεί η ψυχή τους» (Θφ).
(2)  Είναι διδασκαλία που συναντιέται για πρώτη φορά στον Λουκά (Λουκ. κδ 49,Πράξ. β 33) ότι ο Πατέρας στέλνει το Πνεύμα και συναντήσαμε αυτήν και στο σ. 16. Αλλά στο ιε 26 και ιστ 7 το Πνεύμα στέλνεται από τον Υιό. Ένα επιπλέον παράδειγμα που αναφέρεται στη διδασκαλία του Ιωάννη, σύμφωνα με την οποία, ό,τι ο Πατέρας ενεργεί, ενεργεί και ο Υιός (β).
(3)  Ή «σημαίνει εδώ το «αντί για εμένα». Επειδή δηλαδή αυτός, αφού ολοκλήρωσε το θείο σχέδιο της σωτηρίας, ανέβηκε προς τον Πατέρα, λοιπόν αντί για αυτόν κατέβηκε το Πνεύμα το Άγιο… όπως λέει ο θεολόγος Γρηγόριος» (Ζ).
Ή, όπως στο ε 43 και ι 25 λέγεται ότι ο Υιός ήλθε στο όνομα του Πατέρα και εργάστηκε τα έργα του στο ίδιο όνομα, με τη σημασία ότι ήλθε όχι μόνο ως αντιπρόσωπος του Πατέρα αλλά και ως πρόσωπο στο οποίο το όνομα, δηλαδή η προνοητική δύναμη του Πατέρα, δόθηκε και το οποίο επρόκειτο να αποκαλύψει το χαρακτήρα και την βουλή του Πατέρα, έτσι και εδώ λέγεται ότι το Πνεύμα θα σταλεί στο όνομα του Χριστού, για να εξηγήσει την αποστολή του και να αποκαλύψει τις συνέπειές της (β).
«Τίποτα ξένο σε σχέση με μένα δεν θα σας διδάξει, ούτε θα σφετεριστεί προσωπική του δόξα, αλλά… θα έλθει για τη δόξα του δικού μου ονόματος» (Θφ).
Ή, στο σ. 16 το Πνεύμα λέγεται ότι δίνεται από τον Πατέρα κατόπιν της προσευχής ή της δηλωμένης θέλησης του Ιησού. Και εδώ λοιπόν το «στο όνομά μου»= σε απάντηση στην προσευχή μου και στις προσευχές που γίνονται στο όνομά μου και ως μέσο φανέρωσής μου (Owen,Alford). Όλες οι ερμηνείες σοβαρές· η δεύτερη πιο πιθανή.
(4)  Ότι το Πνεύμα το Άγιο είναι ιδιαίτερο πρόσωπο φαίνεται όχι μόνο από το όνομα που δίνεται σε αυτό εδώ, αλλά και από την αντωνυμία (εκείνος)(ο).
(5)  Δες ιστ 13 όπου λέγεται «θα σας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια». Και οι δύο αυτές φράσεις συναντιούνται και στο ψαλμ. κδ 5,9 («οδήγησέ με στην αλήθειά σου και δίδαξέ με», «θα οδηγήσει τους πράους σε κρίση, θα διδάξει τους πράους τις οδούς του»). Αναφέρεται στις θρησκευτικές αλήθειες, αλλά για αυτές τις θείες αλήθειες το Πνεύμα πρόκειται να διδάξει αυτούς νέα πράγματα (β).
«Θα σας αναγγείλει τα πάντα, έχοντας τη γνώση όχι από μάθηση, για να μην φαίνεται ότι εκτελεί χρέη υπηρέτη και μεταφέρει ίσως τα λόγια άλλου, αλλά ως Πνεύμα δικό του… και το οποίο, επειδή γνωρίζει χωρίς να διδαχτεί, όλα τα σχετικά με αυτόν από τον οποίο προέρχεται και μέσα στον οποίο ακριβώς βρίσκεται, αποκαλύπτει τα θεία μυστήρια στους αγίους» (Κ).
(6)  Αυτή είναι η δεύτερη πλευρά του έργου του Πνεύματος. Δεν θα αποκαλύψει μόνο νέα, αλλά και θα υπενθυμίσει στους αποστόλους τις παλαιές αλήθειες, τις οποίες είχαν διδαχτεί από τον Κύριο. Δες β 22,ιβ 16, Πράξ. ια 16, ως παραδείγματα που πείθουν για το ότι μετά την Ανάσταση οι απόστολοι κατανόησαν πληρέστερα την έννοια των λόγων του Κυρίου, οι οποίοι για αυτούς προηγουμένως παρέμεναν σκοτεινοί (β). Αυτή η ίδια η ομιλία του Κυρίου σε αυτά τα κεφάλαια, παρέχει παράδειγμα, διότι γράφτηκε από τον Ιωάννη με τόση ακρίβεια πολύ αργότερα (b).
«Το Άγιο Πνεύμα και δίδαξε και υπενθύμισε· δίδαξε από τη μία, όσα δεν είπε ο Χριστός σε αυτούς επειδή δεν μπορούσαν να τα βαστάξουν· υπενθύμισε από την άλλη, όσα είπε μεν ο Χριστός, αλλά είτε λόγω ασάφειας ή λόγω της νωθρότητας του λογισμού, δεν μπόρεσαν να τα κρατήσουν στη μνήμη οι Απόστολοι» (Θφ).
Οι δύο αυτές πλευρές του έργου του Πνεύματος συνδέονται στενά μεταξύ τους. Το Πνεύμα θα διδάσκει τα νέα υπενθυμίζοντας τα παλαιά, και θα υπενθυμίζει τα παλαιά διδάσκοντας τα νέα. Η εσωτερική αυτή ενέργεια του Πνεύματος θα ανακαλεί ασταμάτητα στη μνήμη τους κάποιον παλαιό λόγο του Ιησού με τέτοιο τρόπο ώστε για όσο θα τους φωτίζει, θα φωνάζουν: Τώρα κατανοώ τη λέξη αυτή του Διδασκάλου! Και η ζωηρή αυτή σαφήνεια θα ανασύρει από τη λησμονιά άλλα λόγια που για πολύ καιρό λησμονήθηκαν (g).
«Επομένως η τέλεια μάθηση, γεννιέται μέσα στους αγίους μέσω του Πνεύματος» (Κ).

27 Εἰρήνην(1) ἀφίημι(2) ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν(3) δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁκόσμος δίδωσιν(4), ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν. μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία(5) μηδὲ δειλιάτω(6).
27«Φεύγω και σας αφήνω την ειρήνη. Τη δική μου ειρήνη σας δίνω. Δε σας τη δίνω όπως τη δίνει ο κόσμος. Μην ανησυχείτε και μη δειλιάζετε.
(1)  Υπαινίσσεται ολοφάνερα τον Ισραηλιτικό χαιρετισμό: Ειρήνη σε σένα (g).
Ο Κύριος «συνειδητοποιεί πάρα πολύ γρήγορα… ότι ο λόγος έβαλε μέσα τους όχι μέτριο φόβο, και τους θορύβησε φοβερά και θόλωσε τελείως το νου του καθενός, φορτώνοντάς τον με το βάρος της λύπης» (Κ).
«Επειδή λοιπόν και ακούγοντας αυτά ένιωθαν ταραχή, κατανοώντας τις ενοχλήσεις, τους πολέμους, την αναχώρηση τη δική του, πρόσεχε πώς και πάλι τους καθησυχάζει λέγοντας· Ειρήνη αφήνω σε εσάς» (Χ).
(2)  «Πράγμα το οποίο φανέρωνε ότι αναχωρεί» (Χ). Σας αφήνω λόγω της αναχώρησής μου (b). «Ο Κύριος άφησε τη δική του ειρήνη ως αποχαιρετιστήριο δώρο στους μαθητές του, μέλλοντας να ολοκληρώσει την με το σώμα του οικονομία» (Β). «Σχεδόν λέει· Τι βλάπτεσθε από την ταραχή του κόσμου, εφόσον έχετε ειρήνη με εμένα;» (Χ).
(3)  Κάποιοι από τους ερμηνευτές πήραν την μεν πρώτη φράση με τη συνηθισμένη έννοια αποχαιρετισμού για αναχώρηση, ενώ αυτήν τη δεύτερη, με την έννοια της ειδικής και εσωτερικής ειρήνης, την οποία δίνει ο Χριστός στους αληθινούς μαθητές του (ο). Ειρήνη ήταν η συνηθισμένη λέξη ευχής ή αποχαιρετισμού. Αλλά στα χείλη του Ιησού σημαίνει κάτι ειδικότερο. Αυτό το ειδικό δώρο κληροδοτεί σε αυτούς. Την ειρήνη τη δική μου. Βρίσκεται ήδη κάτω από τις μηχανορραφίες του προδότη, οι εχθροί του μαζεύονται για να τον καταστρέψουν, και μιλά για τη δική του ειρήνη. Είναι ειρήνη εσωτερική, που δεν εξαρτάται από εξωτερικές περιστάσεις, αλλά απορρέει από την ένωσή του με τον Πατέρα. Αυτήν την ειρήνη κληροδοτεί σε εμάς (τ). Τη δική μου. Την ειρήνη, η οποία είναι χαρακτηριστική του Ιησού Χριστού, την οποία ήλθε να φέρει στη γη ως άρχοντας της ειρήνης. Δες Ψαλμ. οα 3,7,Ησ. θ 6,Μιχ. ε 5 κλπ (F).
«Η ειρήνη η δική του, είναι η ειρήνη την οποία αυτός ο ίδιος έχει. Αλλά αυτός, ο οποίος είναι χωρίς αμαρτία, δεν έχει κάποιο στοιχείο ταραχής μέσα του. Ενώ η ειρήνη την οποία έχουμε εμείς, παρόλο που παίρνουμε αυτήν από αυτόν, είναι τέτοια ώστε μέσα σε αυτήν είμαστε αναγκασμένοι να λέμε: Και συγχώρεσε σε εμάς τα οφειλήματά μας. Ένα είδος ειρήνης έχουμε όταν «εσωτερικά συμφωνούμε και χαιρόμαστε με όσα λέει ο νόμος του Θεού» (Ρωμ. 7,22). Αλλά δεν είναι πλήρης ειρήνη διότι βλέπουμε άλλο νόμο μέσα στα μέλη μας… Με τον ίδιο τρόπο έχουμε ειρήνη στις σχέσεις μας μεταξύ μας, διότι με την αμοιβαία αγάπη έχουμε αμοιβαία μεταξύ μας εμπιστοσύνη. Αλλά ούτε η ειρήνη αυτή είναι τέλεια, διότι δεν βλέπουμε τις σκέψεις ο ένας του άλλου και πολλές φορές έχουμε καλύτερες ή χειρότερες γνώμες για τους άλλους από όσο εγγυάται η πραγματικότητα. Και έτσι, παρόλο που η ειρήνη την οποία άφησε αυτός, είναι ειρήνη μας, όμως δεν είναι τέτοια η ειρήνη την οποία έχει Εκείνος» (Αυ).
«Η ειρήνη του Χριστού, πείθει να ειρηνεύουμε όχι μόνο με τους έξω, αλλά και με τους εαυτούς μας, έτσι ώστε η σάρκα να μην επαναστατεί εναντίον της ψυχής» (αμ). «Αυτή συνδέει από τη μία με τον Πατέρα, αυτούς που την έχουν συνηθίσει, και κάνει από την άλλη ένα το φρόνημα των αγίων· όμως δεν μας συνδέει μόνο όλους μαζί μεταξύ μας, αλλά καθιστά και τον καθένα ιδιαιτέρως, σύμφωνο με τον εαυτό του. Επειδή δηλαδή… η ανθρώπινη φύση από επιβουλή του εχθρού ήρθε σε διαμάχη με τον εαυτό της… χρειαζόταν την ειρήνη από τον Κύριο, έτσι ώστε, αφού η ψυχή πάρει πάλι πίσω υπάκουη τη σάρκα και πειθαρχημένο το σώμα, να μπορέσει να απαλλαχτεί από κάθε εμφύλια επανάσταση» (Θη).
Η ειρήνη που μας κληροδοτήθηκε από τον Κύριο, είναι ειρήνη μας με το Θεό και μεταξύ μας, ειρήνη στα βάθη των καρδιών μας, γαλήνη της συνείδησης που πηγάζει από την πληροφορία ότι συμφιλιωθήκαμε με το Θεό. Αυτή την ειρήνη ονομάζει ο Χριστός δική του, διότι αυτός ο ίδιος είναι η ειρήνη μας (Εφεσ. β 14). Είναι η ειρήνη την οποία πέτυχε για μας και κήρυξε σε εμάς και για την οποία οι άγγελοι έδωσαν συγχαρητήρια στους ανθρώπους όταν γεννήθηκε (Λουκ. β 14).
(4)  Με τους κενούς χαιρετισμούς ή με τις απλές εξωτερικές ευεργεσίες, οι οποίες δεν φτάνουν μέχρι την καρδιά και οι οποίες αμέσως με το που εμφανίζονται εξαφανίζονται από τα μάτια και τη ζωή των θνητών (b).
«Διότι ο σκοπός εκείνων οι οποίοι αγαπούν τον κόσμο, όταν δίνουν στους εαυτούς τους ειρήνη είναι… για να βρουν αυτοί απόλαυση όχι στο Θεό, αλλά στη φιλία του κόσμου» (Αυ).
«Ο κόσμος δίνει στους δικούς του χρήματα και κτήματα» (Ζ).
Η ειρήνη του κόσμου «είναι από έξω και πολλές φορές γίνεται για κακό και είναι ανώφελη και τίποτα δεν ωφέλησε αυτούς που την έχουν» (Χ).
Η φύση της μίας ειρήνης είναι τελείως διαφορετική από την άλλη. Η μία είναι αληθινή και η άλλη ψεύτικη (Luthardt). Η ειρήνη την οποία σας αφήνω, δεν είναι τυπικός χαιρετισμός, αλλά πραγματική ευλογία. Είναι τέτοια η φύση της, ώστε ούτε τα χαμόγελα του κόσμου μπορούν να την δώσουν, ούτε οι συνοφρυώσεις και οι απειλές του μπορούν να την αφαιρέσουν. Τα δώρα τα οποία δίνω εγώ σε σας δεν μοιάζουν με τα δώρα τα οποία ο κόσμος δίνει στα παιδιά του και τους οπαδούς του. Τα δώρα του κόσμου αναφέρονται μόνο στο σώμα και διαρκούν για λίγο χρόνο. Τα δικά μου δώρα παρέχονται στην ψυχή και πλουτίζουν αυτήν αιώνια. Ο κόσμος δίνει ψεύτικες και απατηλές ματαιότητες. Ο Χριστός δίνει ουσιαστικές ευλογίες, οι οποίες ουδέποτε χάνονται. Ο κόσμος δίνει αλλά και παίρνει, ενώ ο Χριστός παρέχει σε εμάς «την αγαθή μερίδα, η οποία δεν θα αφαιρεθεί από εμάς».
(5)  Από φόβους που προέρχονται από μέσα (b).
(6)  Από τρόμους που προκαλούνται από έξω (b) «για τα κακά που πρόκειται να συμβούν σε αυτούς μετά το θάνατό του» (Θφ). Η προτροπή αυτή προστέθηκε ή «επειδή πάλι είπε Σας αφήνω… και αυτό ήταν ικανό να τους φέρει σύγχυση, για αυτό πάλι λέει «Ας μην ταράζεται…»» (Χ) ή διότι η ειρήνη αυτή, την οποία μεταδίδει σε αυτούς με τον προηγούμενο λόγο του, πρέπει να αποδιώξει από τις καρδιές τους κάθε ταραχή και δειλία (g).

28 Ἠκούσατε(1) ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν(2), ὑπάγω καὶ ἔρχομαι(3) πρὸς ὑμᾶς· εἰ ἠγαπᾶτέ με(4), ἐχάρητε ἂν ὅτι εἶπον, πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα(5)· ὅτι(6) ὁ πατήρ μου μείζων μού(7) ἐστι·
28Ακούσατε αυτό που σας είπα: “φεύγω, αλλά θα ξανάρθω κοντά σας”. Αν με αγαπούσατε, θα χαιρόσασταν που σας είπα ότι πηγαίνω στον Πατέρα, γιατί ο Πατέρας είναι ανώτερος από μένα.
(1)  Είπε προηγουμένως ότι δεν πρέπει να δειλιάζουν. Τώρα λέει σε αυτούς ότι δεν πρέπει να είναι ιδιοτελείς.
Και «επιχειρεί να διδάξει ότι αυτοί που επιδεικνύουν άδολη και αληθινή την αγάπη στους άλλους, είναι ανάγκη να ζητούν όχι βεβαίως οπωσδήποτε μόνο το ευχάριστο και αγαπητό στους εαυτούς τους, αλλά και το ωφέλιμο για αυτούς που αγαπούν» (Κ).
Ή, αυτούς τους ενθάρρυνε, δεν θεωρεί αυτό αρκετό, αλλά θα ήθελε να δει αυτούς και να χαίρονται (g) και «αναποδογυρίζει την αφορμή της λύπης σε υπόθεση χαράς, και τους κατηγορεί με σαφήνεια, ότι δεν χαίρονται μάλλον για αυτό για το οποίο τώρα δυσανασχετούν» (Κ).
(2)  Αναφέρεται στους στ. 2-4 και 18, των οποίων συμπτύσσει περιληπτικά το περιεχόμενο (F).
(3)  «Δεν είπα ότι πηγαίνω μόνο, αλλά ότι και έρχομαι προς εσάς. Γιατί λοιπόν δειλιάζετε;» (Ζ).
«Αν μεν λοιπόν ο λόγος απειλούσε, ότι θα είναι απαρηγόρητη για εσάς η αναχώρηση και παντοτινή η στέρηση, τότε βεβαίως θα ήταν πολύ λογικό… να παρασυρθείτε σε ασυγκράτητη λύπη. Αλλά από τη στιγμή που είπα σε εσάς,… ότι και θα επιστρέψω στον κατάλληλο καιρό, για ποιο λόγο τότε… αυτό που από τη φύση του φέρνει χαρά, το υβρίζετε με τη λησμοσύνη;» (Κ).
(4)  =Εάν με αγαπούσατε με τρόπο τελείως ανιδιοτελή (g). Εάν με αγαπούσατε με το πλήρες εκείνο μέτρο, στο οποίο γρήγορα θα φτάσετε με τη δωρεά του Πνεύματος (ο). Δεν αμφισβητεί καθόλου την αγάπη τους, αλλά υπενθυμίζοντας σε αυτούς αυτήν, κάνει νέα έκκληση σε αυτούς που βασίζεται στην αγάπη (β).
(5)  Η επάνοδός του προς τον Πατέρα σήμαινε ανύψωσή του στην αληθινή του δόξα.
«Η ανθρώπινη φύση είναι άξια συγχαρητηρίων, διότι την πήρε με τέτοιο τρόπο ο Μονογενής Λόγος, ώστε να εγκαθιδρυθεί αθάνατη στους ουρανούς… Με τέτοια έννοια είπε ότι θα πορευόταν προς τον Πατέρα… Η επάνοδος προς τον Πατέρα και η αναχώρησή του από εμάς υπήρξαν ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο παρά η από αυτόν μεταμόρφωση και απαθανάτιση εκείνου, το οποίο ακριβώς πήρε από εμάς» (Αυ).
Αρκετοί μεγαλογράμματοι κώδικες αποσιωπούν το εἶπον μεταξύ του ὅτι και του πορεύομαι.
(6)  Η αιτία της χαράς.
(7)  Αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση του Κυρίου.
«Είναι μεγαλύτερος ο Πατέρας επειδή ο Υιός είναι ακόμη δούλος και στη δική μας κατάσταση, αφού εξάλλου ονομάζει τον Πατέρα και Θεό δικό του, και αυτό το αποδίδει στην ανθρώπινη μορφή. Διότι εάν πιστεύουμε ότι άδειασε και ταπείνωσε τον εαυτό του, πώς δεν θα είναι ολοφάνερο σε όλους, ότι κατέβηκε από κάποια υπεροχή σε ελάττωση, ή καλύτερα από ισότητα προς τον Πατέρα σε κατάσταση διαφορετική από αυτήν; Τίποτα από αυτά όμως δεν υπέμεινε ο Πατέρας· αλλά έμεινε και είναι σε αυτά που ήταν από την αρχή. Είναι άρα μεγαλύτερος από αυτόν που από συγκατάβαση διάλεξε την ελάττωση» (Κ).
«Πήρε μορφή δούλου, χωρίς να αποβάλλει τη θεία· όταν πήρε το ένα δεν καταργήθηκε το άλλο. Και αναφερόμενος σε αυτό που πήρε λέει «ο Πατέρας μου είναι μεγαλύτερος από εμένα». Για το άλλο όμως λέει «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα». Ας προσέξουν σε αυτό οι Αρειανοί και με την προσοχή τους ας βρουν θεραπεία… Διότι εφόσον ο Υιός του Θεού ήταν με μορφή δούλου, ήταν μικρότερος όχι μόνο από τον Πατέρα, αλλά και από το Άγιο Πνεύμα και επιπλέον μικρότερος και από τον εαυτό του, διότι και Αυτός ο ίδιος ως Θεός είναι μεγαλύτερος από τον εαυτό του» (Αυ).
Μπορεί όμως να εφαρμοστεί και στη θεία φύση του Λόγου. Όχι λίγοι από τους Έλληνες και Λατίνους (Πατέρες) απάντησαν στους Αρειανούς… ότι ο Πατέρας όχι ως Θεός, αλλά ως αγέννητος Πατέρας λέγεται μεγαλύτερος του Υιού, όπου ο Υιός βλέπεται όχι σύμφωνα με το χαρακτήρα Του ως Θεός, αλλά ως Υιός που γεννήθηκε από τον Πατέρα. Και αυτό δεν αποκλείει το ομοούσιο με τον Πατέρα (b).
«Αν όμως πει κάποιος ότι είναι μεγαλύτερος ο Πατέρας, ως προς το ότι είναι αίτιος του Υιού, ούτε σε αυτό θα φέρουμε αντίρρηση. Αλλά όμως αυτό δεν κάνει τον Υιό να είναι άλλης ουσίας» (Χ).
«Είναι μεγαλύτερος μεν, αλλά όχι στη δύναμη, αλλά μόνο όσον αφορά το αίτιο· διότι είναι αίτιος του υιού με τη γέννηση· διότι από τον πατέρα προέρχεται ο υιός» (Ζ).
«Ο Πατέρας μου είναι μεγαλύτερος από εμένα, επειδή δηλαδή είναι Πατέρας…Γενικά λοιπόν δεν μπορούμε να πούμε ότι η ουσία είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από την ουσία» (Β).
Και «δεν είπε, ο Πατέρας μου είναι καλύτερος από εμένα, για να μην τον θεωρήσει κανείς ξένο ως προς τη φύση εκείνου, αλλά είπε «μεγαλύτερος», όχι κατά το μέγεθος, ή κατά το χρόνο, αλλά λόγω της γέννησής του από τον ίδιο τον Πατέρα· εκτός του ότι και με το να πει «μεγαλύτερος είναι», έδειξε πάλι τη συγγένεια της ουσίας» (Α).
«Εγώ όμως και από αυτή τη φράση πιστεύω ότι δηλώνεται ότι είναι ομοούσιος ο Υιός με τον Πατέρα. Διότι ξέρω ότι οι συγκρίσεις γίνονται κυρίως σε αυτά που έχουν την ίδια φύση. Διότι λέμε άγγελο μεγαλύτερο από άγγελο και άνθρωπο δικαιότερο από άνθρωπο και πτηνό ταχύτερο από πτηνό. Αν λοιπόν οι συγκρίσεις γίνονται σε πράγματα του ιδίου είδους, και σύμφωνα με σύγκριση ειπώθηκε ο Πατέρας μεγαλύτερος του Υιού, άρα είναι ομοούσιος με τον Πατέρα ο Υιός. Αλλά υπάρχει και κάποια άλλη έννοια που βρίσκεται μέσα σε αυτό το ρητό. Πού είναι δηλαδή το θαυμαστό, εάν ομολόγησε τον Πατέρα μεγαλύτερο του εαυτού του, εφόσον είναι Λόγος και έγινε σάρκα, τη στιγμή που φάνηκε κατώτερος και από τους αγγέλους όσον αφορά τη δόξα και από τους ανθρώπους όσον αφορά τη μορφή;» (Β).
Εφόσον όμως εδώ μιλά για επάνοδο προς τον Πατέρα, είναι προφανές, ότι οι λόγοι αυτοί αναφέρονται στην ανθρώπινη φύση του. Έξυπνη, αλλά όχι και ακριβής η ερμηνεία:
«Είπε αυτό για να παρηγορήσει τους μαθητές. Επειδή δηλαδή εκείνοι λυπούνταν, επειδή τάχα δεν θα μπορούσε ο Χριστός να τους βοηθήσει, λέει ότι, Αν και εγώ δεν μπορώ, ο Πατέρας μου όμως, τον οποίο θεωρείτε ανώτερό μου, δεν είναι ικανός να σας βοηθήσει;» (Θφ).

29 καὶ νῦν εἴρηκα ὑμῖν(1) πρὶν γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται(2) πιστεύσητε(3).
29Σας τα είπα αυτά τώρα, πριν γίνουν, ώστε, όταν τα δείτε να γίνονται, να πιστέψετε.
(1)  «Τα σχετικά με την αναχώρηση και την επιστροφή μου πάλι, και τα σχετικά με τον άλλο παράκλητο» (Ζ).
(2)  «Η προφητεία σχετικά με αυτά, φαίνεται ως ασφαλές εχέγγυο αυτών που αναμένονται να συμβούν» (Κ).
Αλλά όμως «και εκείνος για τον οποίο ειπώθηκε «επειδή με έχεις δει έχεις πιστέψει» δεν πίστεψε μόνο ό,τι είδε, αλλά είδε ένα και πίστεψε άλλο· διότι είδε αυτόν ως άνθρωπο και πίστεψε αυτόν Θεό… Και έτσι πίστεψε με τη διάνοια ό,τι δεν έβλεπε με τις σωματικές αισθήσεις» (Αυ).
Για αυτό προσθέτει το: πιστεύσητε. Σας προειδοποιώ για αυτά που θα συμβούν, ώστε όταν η θύελλα εκραγεί πάνω σας να μπορέσετε να στηριχτείτε ακόμη περισσότερο στην πίστη (μ).
(3)  Η αναχώρηση του Χριστού μπορούσε να κλονίσει την πίστη των μαθητών. «Να μην θεωρήσετε λοιπόν, λέει, τη δική μου αναχώρηση, την σωματική και εμφανή… ότι είναι ίδια με αυτήν των αγίων προφητών… Διότι ζω πάντοτε, αφού είμαι από τη φύση μου ζωή και θα στείλω τον Παράκλητο… έτσι ώστε αφού τύχετε της υπόσχεσης…, να επιβεβαιώσετε την αλήθεια των λόγων μου, αφού θα έλθει ο Παράκλητος να σας θυμίσει αυτά που ζήσατε με την πείρα σας και για να πιστέψετε σταθερά, ότι συνυπάρχω και συμβασιλεύω με τον Πατέρα, και για αυτό σας προείπα αυτά και τα ανέφερα σε εσάς» (Κ).
Το πιστεύσητε ή λέγεται απόλυτα ή πρέπει να συμπληρωθεί σύμφωνα με το ιγ 19 «να πιστέψετε… ότι εγώ είμαι» (β). Η προφητεία των πραγμάτων αυτών οφειλόταν σε θεία και υπερφυσική πρόγνωση. Όταν ο Παύλος πήγαινε στην Ιερουσαλήμ, πορευόταν «για να συναντήσει αυτά που θα συνέβαιναν σε αυτήν» σε αυτόν «χωρίς να ξέρει». Ο Χριστός όμως τα γνώριζε.

30 Οὐκέτι(1) πολλὰ(2) λαλήσω μεθ' ὑμῶν· ἔρχεται(3) γὰρ(4) ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων(5), καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν(6)·
30Δε θα μιλήσω πια για πολύ μαζί σας, γιατί ο κυρίαρχος αυτού του κόσμου έρχεται να με θανατώσει, αν και δεν έχει πάνω μου καμιά εξουσία.
(1)  «Είναι στενός ο καιρός των λόγων· διότι έρχεται ήδη ορμητικά το πάθος» (Κ).
(2)  Αναφέρεται σε μακρό και εκτεταμένο λόγο, χωρίς να αποκλείει ότι έχει ακόμη και κάποια άλλα να πει σε αυτούς (ο).
(3)  Για να διενεργήσει την τελευταία και βιαιότερη έφοδό του εναντίον μου (ο). Έρχεται να συναντηθεί μαζί μου σε αγώνα, του οποίου ο Σταυρός είναι το σύμβολο και στον οποίο πρόκειται ο άρχοντας αυτός να ανατραπεί (μ).
(4)  Αιτιολογεί το «Οὐκέτι πολλὰ …». Δεν έχω πλέον καιρό να σας μιλήσω με πολλά λόγια, διότι…
(5)  «Άρχοντα του κόσμου λέει τον διάβολο»· κόσμο εννοεί «τους πονηρούς ανθρώπους· διότι ο διάβολος δεν εξουσιάζει τον ουρανό και τη γη, διότι τότε θα τα ανέτρεπε όλα και θα τα κατέστρεφε· εξουσιάζει όμως αυτούς που παραδίδουν τους εαυτούς τους σε αυτόν» (Χ).
«Τον ονόμασε… άρχοντα του κόσμου… σαν ακριβώς κάποιον από τους αλιτήριους βαρβάρους που από πλεονεξία πήρε υπό την κυριαρχία του αυτούς που με κανέναν τρόπο δεν του ανήκουν. Διότι μέσω της αμαρτίας έβαλε κάτω από την εξουσία του τον άνθρωπο και αφού αποπλάνησε από το Θεό σαν ακριβώς κάποιο ποίμνιο χωρίς επιστάτη, εξουσίαζε τους ξένους» (Κ).
«Μακριά από εμάς το να θεωρήσουμε τον σατανά ως άρχοντα του κόσμου, σαν να πήρε την κυβέρνηση ολόκληρου του κόσμου, δηλαδή του ουρανού και της γης και όλων όσων είναι σε αυτά. Για αυτόν τον κόσμο λέχθηκε ότι «ο κόσμος μέσω αυτού (του Λόγου) έγινε». Ο όλος κόσμος λοιπόν από τους ύψιστους ουρανούς μέχρι τα κατώτατα της γης, είναι υποταγμένος στον Δημιουργό, όχι στον εξολοθρευτή, στον Λυτρωτή, όχι στον καταστροφέα, στον Ελευθερωτή, όχι στον τύραννο, στον Διδάσκαλο, όχι στο απατεώνα» (Αυ).
Οι μαθητές ονειρεύονταν για το Διδάσκαλό τους, ότι θα γινόταν ο άρχοντας του κόσμου και για τους εαυτούς τους ότι θα γίνονταν ηγεμόνες κάτω από αυτόν. Αλλά ο Χριστός λέει σε αυτούς, ότι ο άρχοντας του κόσμου αυτού ήταν εχθρός του και τέτοιοι ήταν και οι άρχοντες του κόσμου τούτου, όσοι βρέθηκαν κάτω από την έμπνευση και κυριαρχία του και οι οποίοι δεν γνώρισαν την σοφία του Θεού· «διότι αν ήξεραν δεν θα σταύρωναν τον Κύριο της δόξας» (Α΄Κορ. β 8). Στην έρημο, ο άρχοντας του κόσμου αυτού πλησίασε τον Ιησού ως φίλος και ζητούσε να δελεάσει αυτόν με απατηλές υποσχέσεις και προσφορές. Τότε ο διάβολος «έφυγε από αυτόν μέχρι τον κατάλληλο καιρό» (Λουκ. δ 13). Δηλαδή μέχρι τη στιγμή αυτή, κατά την οποία διενεργεί σφοδρή και μανιώδη επίθεση εναντίον του Χριστού, ζητώντας με το φόβο να κατατρομάξει αυτόν και να τον αποτρέψει να αποδεχτεί τον θάνατο για χάρη του κόσμου. Σημείωσε ότι η πρόβλεψη του πειρασμού παρέχει σε εμάς μεγάλο πλεονέκτημα στο να αντισταθούμε εναντίον του. Διότι προειδοποιημένοι για τις επικείμενες εφόδους του, προετοιμαζόμαστε και οπλίζουμε τους εαυτούς μας στο να τον αντιμετωπίσουμε νικηφόρα.
(6)  Ή «ο διάβολος δεν έχει σε μένα τίποτα από τα δικά του· διότι δικά του κατά κάποιο τρόπο είναι τα κακά και η γέννηση της αμαρτίας εκείνον έχει αρχή» (Κ).
Ή «δεν έχει καμία αιτία για να με θανατώσει· διότι εγώ είμαι αναμάρτητος» (Ζ).
Ή, απλούστερα· κανένα δικαίωμα ή δύναμη πάνω μου (b). Τίποτα, το οποίο να ανήκει στο έδαφός του και το οποίο να του δίνει δικαίωμα και εξουσία πάνω μου (g). Φράση εβραϊκή που σημαίνει: δεν έχει καμία αξίωση ή δικαίωμα πάνω μου (χ).
«Δεν έχει τίποτα· διότι ούτε ήλθε με αμαρτία, ούτε είχε η σάρκα του κάποια κληρονομική μόλυνση» (Αυ).
«Στον Κύριο δεν βρήκε τίποτα, διότι δεν έκανε αμαρτία ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του» (Β).
«Δεν εύρισκε τίποτα σε αυτόν, αφού ο Χριστός παρουσίασε τέλεια την καινούργια κατάσταση» (Α).
«Αλλά αυτός μεν που δεν έκανε αμαρτία, έλεγε ότι δεν έχει τίποτα. Στον άνθρωπο όμως είναι αρκετό, εάν τολμήσει να πει, ότι έρχεται ο άρχοντας του κόσμου τούτου και σε εμένα θα βρει λίγα και μικρά» (Β).
Ο άρχοντας του κόσμου αυτού έρχεται ως κατήγορος. Αλλά δεν μπορούσε να βρει τίποτα στο Χριστό για να τον κατηγορήσει. Δεν μπορούσε να βρει κανένα σφάλμα σε αυτόν, καμία έλλειψη στο έργο του. Αλλά ο άρχοντας του κόσμου δεν έρχεται μόνο ως κατήγορος, αλλά και ως εξουσιαστής και ως κύριος, αξιώνοντας κυριαρχία πάνω σε όλο τον κόσμο. Δεν μπορούσε όμως να διεκδικήσει καμία απολύτως εξουσία πάνω στον Κύριο. Ουδέποτε ενέδωσε ο Κύριος σε οποιοδήποτε θέλημά του, διότι πάντοτε τροφή του υπήρξε να κάνει το θέλημα αυτού που τον έστειλε. Και επειδή το θέλημα του Πατέρα του ήταν να αναδεχτεί τον σταυρικό θάνατο, ο σταυρός υπήρξε για τον Κύριο ασυγκρίτως προτιμότερος και επιθυμητότερος παρά μύρια στέμματα προερχόμενα από το χέρι του άρχοντα του κόσμου. Αλλά όταν έρχεται και προς εμάς ο άρχοντας του κόσμου τούτου, δεν μπορούμε να πούμε, ότι «δεν έχει τίποτα».
Όμως ας είναι ευλογημένος ο Θεός. Όταν έρχεται ως κατήγορός μας, η θυσία του Χριστού, μάς δίνει θάρρος να ρίξουμε τους εαυτούς μας με ελπίδα αδιάψευστη στα χέρια του Θεού. Εγκολπώσου το Σταυρό. Γίνε συμμέτοχος του πάθους του Χριστού. Να προσπαθείς ανένδοτα να συσταυρωθείς και εσύ μαζί με το Χριστό. Και άφησε τότε το Θεό να κρίνει. Οπωσδήποτε στο όνομα του Υιού του θα σε απαλλάξει από κάθε κατήγορο. Και εάν ο άρχοντας του κόσμου έρχεται σε σένα και ως εξουσιαστής για να σε διεκδικήσει ως υπήκοό του και πάλι δεν θα έχει τίποτα σε σένα. Δεν σε δημιούργησε αυτός για να σε έχει δικό του. Και δεν έχυσε το αίμα του αυτός για να σε εξαγοράσει ως αναφαίρετο κτήμα του. Δημιουργός σου είναι ο Θεός και Λυτρωτής σου είναι ο Κύριος. Μόνο όμως εάν εσύ παραδώσεις με την αμαρτία μόνος σου τον εαυτό σου, μόνο τότε θα γίνεις δικός του.

31 ἀλλ'(1) ἵνα γνῷ(2) ὁ κόσμος(3) ὅτι ἀγαπῶ τὸν πατέρα(4), καὶ καθὼς ἐνετείλατό μοι(5) ὁ πατήρ, οὕτω ποιῶ(6). ἐγείρεσθε ἄγωμεν ἐντεῦθεν(7).
31Ο κόσμος όμως πρέπει ν’ αναγνωρίσει ότι αγαπώ τον Πατέρα και πεθαίνοντας κάνω αυτό που ήταν η εντολή του.»Και τώρα σηκωθείτε. Ας φύγουμε από ’δω».
(1)  Αντιτίθεται σε αυτό που λέχθηκε προηγουμένως=Ο άρχοντας του κόσμου σε εμένα δεν έχει τίποτα. «Τι λοιπόν; Ο διάβολος σε φονεύει;… Πώς λοιπόν σε σκοτώνουν; Επειδή θέλω, για να μάθει ο κόσμος ότι αγαπώ τον Πατέρα» (Χ).
(2)  Ή, ο λόγος είναι ελλειπτικός=Αλλά η εξουσία τού να με θανατώσει, θα του δοθεί, για να μάθει ο κόσμος… «Αλλά πεθαίνω, για να μάθουν όλοι» (Ζ).
Ή, εξάρτησαν κάποιοι ερμηνευτές το ἵνα γνῷ… από το οὕτω ποιῶ=Αλλά έτσι πράττω, για να μάθει ο κόσμος… Εναντίον αυτής της εκδοχής, αντιτίθεται το «και καθώς..».
Ή, έβαλαν κόμμα μετά το «ποιῶ» και ως κύριο ρήμα πήραν το ἐγείρεσθε, ἄγωμεν …=Αλλά σηκωθείτε, ας πάμε να συναντήσουμε τον αντίπαλο και τις δυνάμεις του και να παραδώσω τον εαυτό μου στη διάθεσή τους. Η πρώτη εκδοχή είναι πιο σωστή.
(3)  Ο οποίος κρατείται ισχυρά από τον άρχοντά του· έτσι ώστε ξεντύνοντας τον εαυτό του από τον χαρακτήρα του, να παύσει ο κόσμος να είναι κόσμος και να μπορέσει να αναγνωρίσει για σωτηρία του, ότι η ευαρέσκεια του Πατέρα υπάρχει σε Εμένα (b).
(4)  «Αφού υπακούω το θέλημά του· και θέλημά του είναι να πεθάνω για τη σωτηρία των ανθρώπων» (Ζ).
«Θα πεθάνω με μεγάλη χαρά από σεβασμό σε αυτόν που με γέννησε και από αγάπη προς αυτόν… ο οποίος δίψασε την σωτηρία του κόσμου» (Κ).
«Όχι επειδή είμαι υπεύθυνος θανάτου, ούτε επειδή τού οφείλω, αλλά λόγω της αγάπης μου στον Πατέρα υπομένω» (Χ).
(5)  Υπάρχει και η γραφή: εντολήν έδωκε αντί για το ἐνετείλατο.
«Όταν ακούς ότι «με διέταξε ο Πατέρας», μην υποβιβάσεις, λόγω του «διέταξε», τον Κύριο ότι τάχα διατάζεται, αλλά λόγω της λέξης «ο Πατέρας» να αναγνωρίσεις αυτόν Υιό ομοούσιο με τον Πατέρα· το «διέταξε» να το εννοήσεις αντί για το «θέλησε», «είπε», «επικύρωσε», «ευαρεστήθηκε»»(Θφ)
(6)  Για την υπακοή του Χριστού στην εντολή του Πατέρα δες δ 34, η 55 και Φιλιπ. β 8, Εβρ. ε 8. Η υπακοή αυτή υπήρξε τέλεια σε όλο τον επίγειο βίο του, αλλά εδώ ο υπαινιγμός αναφέρεται στην εσχάτη πράξη της παράδοσης του εαυτού του στον σταυρικό θάνατο (β).
(7)  Ή «βλέποντας τους μαθητές να δειλιάζουν πάρα πολύ… μεταφέρει αυτούς σε άλλο τόπο ασφαλέστερο» (Ζ), αφού αναχώρησε μαζί τους από το ανώγειο και «δίνει την δυνατότητα στους μαθητές να αναπνεύσουν λίγο· διότι πράγματι ήταν λογικό αυτοί, επειδή ήταν σε ολοφάνερο μέρος να τρέμουν και να φοβούνται και από τον χρόνο… έτσι ώστε, αφού νομίσουν ότι βρίσκονται σε ασφάλεια, χωρίς φόβο λοιπόν να ακούσουν» (Χ).
«Τους μεταφέρει… στον κήπο, τον οποίο γνώριζε ο Ιούδας. Επομένως φαινομενικά μεν, το πράγμα ήταν αναχώρηση, στην πραγματικότητα όμως ήταν εκούσια παράδοση» (Θφ).
Από αυτούς που δέχτηκαν αυτήν την εκδοχή, υποστηρίχτηκε είτε ότι, ο λόγος που άρχισε στο κεφ. ιε από την αλληγορία της αμπέλου εκφωνήθηκε αφού σταμάτησε ο Κύριος στο ναό, που ήταν ανοικτός κατά τις γιορτές του Πάσχα. Εκεί κρεμιόταν η χρυσή άμπελος, από όπου πήρε την αφορμή ο Κύριος να χρησιμοποιήσει την παραπάνω αλληγορία. Εκεί επίσης υπήρξε και κατάλληλος ο τόπος για εκφώνηση της αρχιερατικής προσευχής (Westcott). Είτε ότι ο λόγος αυτός εκφωνήθηκε στο δρόμο, βαδίζοντας ο Ιησούς με τους μαθητές στη Γεθσημανή (Webster-Wilkinson) ή την ώρα που κατέβαιναν την κοιλάδα Κεδρών σταμάτησαν σε κάποιο μέρος ήσυχο και εκεί εξακολούθησε ο Κύριος όσα λέγονται στα κεφ. ΙΕ΄και ΙΣΤ΄ (g).
Ή, σύμφωνα με άλλη ερμηνεία της λέξης Εγείρεσθε… με αυτό ο Κύριος αφού τους κάλεσε να σηκωθούν από το τραπέζι, χρονοτρίβησε μαζί τους σε στάση όρθια στο ίδιο δωμάτιο, εξακολουθώντας και το υπόλοιπο του λόγου και την αρχιερατική προσευχή (ο). Υπέρ αυτής της εκδοχής συνηγορεί όχι μόνο το Ιω. ιη 1 («αφού είπε αυτά ο Ιησούς βγήκε… πέρα από τον χείμαρρο των Κέδρων») αλλά και αυτό που μαρτυρούν οι Συνοπτικοί, ότι «αφού ύμνησαν βγήκαν» (Μάρκ. ιδ 26).
Ο ύμνος εψάλη όχι στο δρόμο, αλλά ενώ βρίσκονταν στο δωμάτιο, και παρουσιάζεται πιθανότερο ότι πριν από αυτόν απευθύνθηκε και η αρχιερατική προσευχή. Ας φύγουμε από εδώ. Και πού πρόκειται να πάει; Στη Γεθσημανή, στο φίλημα του προδότη, στα κριτήρια του Καϊάφα, του Ηρώδη και του Πιλάτου· στον επονείδιστο και σκληρό θάνατο του Σταυρού, στις άγνωστες σε εμάς αγωνίες της τελευταίας του σύγκρουσης με τον άρχοντα αυτού του κόσμου. Είχε βάπτισμα να βαπτιστεί και «τον κατείχε ανυπομονησία ωσότου το υποστεί» (Λουκ. ιβ 50). Η συναίσθηση του καθήκοντος κάνει σταθερά τα βήματά του στην οδό της θυσίας. Ο καθένας από εμάς, ο οποίος δεν έχει πάντοτε μπροστά στα μάτια του το παράδειγμα αυτό του Σωτήρα, ώστε παρορμώμενος από αυτό να δέχεται κάθε δυσάρεστο και μη αρεστό σε αυτόν χάριν του καθήκοντος, είναι αδύνατον να οικοδομήσει την ηθική του εξύψωση και ευγένεια και να δοξάσει με τις πράξεις του το Θεό.

Εύρεση

Δημοφιλή Θέματα (Α-Ω)

αγάπη (296) Αγάπη Θεού (88) αγάπη σε Θεό (44) αγάπη σε Χριστό (69) άγγελοι (14) Αγγλικανισμός (1) Αγία Γραφή (70) Αγιασμός (1) Άγιο Πνεύμα (18) άγιοι (49) άγιος (107) αγνότητα (13) άγχος (24) αγώνας (81) αγώνας πνευματικός (70) Αθανάσιος ο Μέγας (1) αθεΐα (112) αιρέσεις (109) ακτημοσὐνη (2) αλήθεια (51) αμαρτία (96) Αμβρόσιος άγιος (3) άμφια (1) Αμφιλόχιος της Πάτμου (1) Ανάληψη Χριστού (2) Ανάσταση (87) ανασταση νεκρών (10) ανθρώπινες σχέσεις (188) άνθρωπος (33) αντίχριστος (7) αξιώματα (10) απιστία (7) αποκάλυψη (5) απόκρυφα (15) Απολογητικά Θέματα (1) αρετή (103) ασθένεια (30) άσκηση (12) αστρολογία (2) Αυγουστίνος άγιος (1) αυτογνωσία (79) αυτοθυσἰα (9) Β Παρουσία (10) Β' Παρουσία (11) βάπτιση (6) βάπτισμα (16) Βαρβάρα αγία (1) Βαρσανουφίου Οσίου (28) Βασίλειος ο Μέγας (15) βία (2) βιβλίο (18) βιοηθική (10) Βουδδισμός (4) γάμος (73) Γένεση (4) Γεροντικόν (89) γηρατειά (4) γιόγκα (1) γλώσσα (49) γνώση (8) γονείς (68) Γρηγόριος ο Θεολόγος (7) Γρηγόριος ο Παλαμάς όσιος (2) γυναίκα (17) δάκρυα (16) δάσκαλος (18) Δεύτερη Παρουσία (9) Δημιουργία (49) διάβολος (92) Διάδοχος Φωτικής όσιος (13) διάκριση (87) διάλογος (5) δικαιοσύνη (14) Δογματικα Θέματα (5) Δογματική Τρεμπέλα (1) δύναμη (15) Δωρόθεος αββάς (6) εγωισμός (166) εικόνες (19) Ειρηναίος Λουγδούνου άγιος (3) ειρήνη (10) εκκλησία (89) Εκκλησιαστική Ιστορία (23) Εκκλησιαστική περιουσία (2) έκτρωση (1) ελεημοσύνη (33) ελευθερία (22) Ελλάδα (16) ελπίδα (18) Εξαήμερος (2) εξέλιξης θεωρία (15) Εξομολόγηση (89) εξωγήινοι (2) εξωσωματική γονιμοποίηση (5) επάγγελμα (10) επιμονἠ (11) επιστήμη (75) εργασία (44) Ερμηνεία Αγίας Γραφής (52) έρωτας (9) έρωτας θείος (2) Ευαγγέλια (68) Ευαγγέλιο Ιωάννη Ερμηνεία (33) ευγένεια (7) ευγνωμοσὐνη (3) ευσπλαχνία (14) ευτυχία (39) ευχαριστία (12) Εφραίμ ο Σύρος όσιος (1) εχεμύθεια (1) ζήλεια (3) ζώα (20) ηθική (11) ησυχία (12) θάνατος (135) θάρρος (31) θαύμα (83) θέατρο (1) Θεία Κοινωνία (65) Θεία Λειτουργία (59) θεία Πρόνοια (4) θἐλημα (3) θέληση (11) Θεόδωρος Στουδίτης όσιος (36) θεολογία (19) Θεός (29) Θεοφάνεια (2) θλίψεις (170) θρησκείες (32) θυμός (60) Ιάκωβος Τσαλίκης Όσιος (5) ιατρική (10) Ιγνάτιος Θεοφόρος (8) ιεραποστολή (38) ιερέας (77) ιερωσύνη (3) Ινδουισμός (9) Ιουδαίοι (1) Ιουστίνος άγιος (1) Ισαάκ ο Σύρος (1) Ισίδωρος Πηλουσιώτης όσιος (33) Ισλάμ (7) Ιστορία Ελληνική (7) Ιστορία Παγκόσμια (13) Ιστορικότης Χριστού (1) Ιωάννης Κροστάνδης (25) Ιωάννης Χρυσόστομος (56) Καινή Διαθήκη Ερμηνεία (23) Καινή Διαθήκη κριτικό κείμενο NestleAland (5) Κανόνες Εκκλησίας (1) καρδιά (21) Κασσιανός Όσιος (4) κατάκριση (63) καταναλωτισμός (4) Κατηχητικό (1) καύση νεκρών (1) κήρυγμα (18) Κλίμακα (4) κλοπή (2) Κοίμησις Θεοτόκου (13) κοινωνία (137) κόλαση (22) Κουάκεροι (1) ΚράτοςΕκκλησία (1) Κρίσις Μέλλουσα (13) Κύριλλος Άγιος (1) Λατρεία Θεία (58) λείψανα (7) λογισμοί (47) λύπη (5) μαγεία (11) Μάξιμος Ομολογητής (1) μάρτυρες (12) Μεθοδιστές (1) μελέτη (26) μετά θάνατον (28) μετά θάνατον ζωή (43) Μεταμόρφωση (3) Μεταμόρφωσις (4) μετάνοια (112) Μετενσάρκωση (2) μητέρα (23) μίσος (1) ΜΜΕ (2) μνημόσυνα (6) μοναξιά (14) μοναχισμός (46) Μορμόνοι (1) μόρφωση (19) μουσική (3) Ναός (7) ναρκωτικά (1) νέοι (15) νεοπαγανισμός (5) νηστεία (29) Νικόλαος Άγιος (3) νους (18) οικονομία (2) Οικουμενισμός (3) ομορφιά (13) όνειρα (28) οράματα (7) Ορθοδοξία (65) όρκος (1) πάθη (72) πάθος (4) παιδεία (12) παιδιά (33) Παΐσιος Όσιος (90) Παλαιά Διαθήκη (3) Παλαιά Διαθήκη Ερμηνεία (8) παλαιοημερολογίτες (8) Παναγία (99) Παπαδόπουλος Στυλιανός (3) παράδειγμα (23) Παράδεισος (60) Παράδοση Ιερά (5) Πάσχα (13) πατρίδα (6) Πατρολογία (8) Πεντηκοστή (9) πίστη (193) πλούτος (28) Πνευματικές Νουθεσίες (53) πνευματική ζωή (118) πνευματικός πατέρας (41) πνευματισμός (8) ποίηση (14) πόλεμος (22) πολιτική (21) πολιτισμός (6) Πόποβιτς Ιουστίνος άγιος (2) Πορφύριος Όσιος (59) προθυμἰα (3) Πρόνοια (5) Πρόνοια Θεία (61) προορισμός (6) προσευχή (222) προσοχή (8) προσπἀθεια (6) προτεσταντισμός (25) προφητείες (3) ραθυμία (7) Ρωμαιοκαθολικισμός (32) Σαρακοστή (4) σεβασμός (6) σοφία (26) Σταυρός (38) Σταυροφορίες (4) Σταύρωση (23) συγχώρηση (16) συμπὀνια (2) συνείδηση (8) σχίσμα (11) σώμα (11) Σωφρόνιος του Έσσεξ (24) τάματα (1) ταπεινοφροσύνη (113) ταπείνωση (13) Τέλος Κόσμου (2) Τεσσαρακοστή Μεγάλη (2) τέχνη (1) Τριάδα Αγία (7) τύχη (2) υγεία (2) υλικά αγαθά (10) υπακοή (26) υπαρξιακά (59) υποκρισία (7) υπομονή (70) φανατισμός (3) φαντασία (2) φαντάσματα (2) φιλία (15) φιλοσοφία (16) Φλωρόφσκυ Γεώργιος (3) φόβος (31) φως (3) χαρά (47) χάρις θεία (19) χαρίσματα (9) Χειρόγραφα Καινής Διαθήκης (1) Χριστιανισμός (10) χριστιανός (43) Χριστός (26) Χριστούγεννα (38) χρόνος (23) ψεύδος (15) ψυχαγωγία (4) ψυχή (96) ψυχολογία (19)